← Κύπρος

Αναστασίου ν. Παπάνδρεου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2007/2018, 8/1/2020

Αναστασίου ν. Παπάνδρεου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2007/2018, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2007/2018 Μεταξύ: *** Αναστασίου Ενάγουσας και *** Παπανδρέου Εναγομένης ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18.9.19 *** Αναστασίου Ενάγουσας και

  1. *** Παπάνδρεου
  2. EUROBANK CYPRUS LTD Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγομένης 1 ημερ. 13.9.18 για Διαγραφή Αγωγής (Strike Out) Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1: κα Α. Ευσταθίου για Ευσταθίου & Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κα Χ. Χριστοδούλου για Μιχάλης Νεοκλέους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της αυτή η Ενάγουσα ισχυρίστηκε πως είναι από 27.11.11 η μοναδική μέτοχος και διευθύντρια της εταιρείας Cantabs Trading Ltd (εφεξής «η Cantabs») και ότι δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 20.12.12 η εν λόγω εταιρεία τής εκχώρησε τα δικαιώματά της σε ένα οροφοδιαμέρισμα στην Αγλαντζιά έναντι τιμήματος €150.000 (εφεξής «η συμφωνία» και «το διαμέρισμα»). Ήταν επίσης η θέση της πως είχε παραλάβει κατοχή του εκχωρηθέντος με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων επικαρπίας, η οποία επικαρπία είχε συσταθεί την προηγούμενη μέρα, ήτοι στις 19.12.12, (προς όφελος της μητέρας της). Περαιτέρω προέβαλε πως τήρησε όλους τους όρους της συμφωνίας εκχώρησης και ότι κατέβαλε €80.500 σε λογαριασμό της Cantabs αλλά παρά τις οχλήσεις προς τη διαχειρίστρια για μεταβίβαση με την ταυτόχρονη καταβολή του υπολοίπου των €69.500, εκείνη αρνήθηκε να το πράξει. Σημειώνει δε, αφενός ότι δεν κατέθεσε το εκχωρητήριο στο Κτηματολόγιο επειδή δεν γνώριζε τις συνέπειες της μη κατάθεσης και αφετέρου ότι η Cantabs κατέθεσε αίτηση στο Δικαστήριο για εξασφάλιση παράτασης καταχώρησής του στο Κτηματολόγιο. Με την αγωγή αξιώνει τη μεταβίβαση του διαμερίσματος συν κάποιες διακηρύξεις και διαζευκτικά απόφαση για τις €80.500 που κατέβαλε, τις €210.000 ως τη διαφορά στην αξία και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Στις 13.9.18 η τότε μοναδική Εναγόμενη διαχειρίστρια (και μετέπειτα Εναγόμενη 1) καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση ζητώντας με διάφορα αιτητικά, βασικά τη διαγραφή (strike out) της αγωγής επειδή εσφαλμένα καταχωρίστηκε εναντίον της, δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει τις αξιώσεις αυτές και η προώθηση αποτελεί κατάχρηση. Μετά την αίτηση υπήρξε αίτηση και προσθήκη της τράπεζας ως συνεναγόμενης
  3. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωσή της η Εναγόμενη 1 αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ομόλογο ημερομηνίας 11.6.13 ύψους €320.000 βάσει του οποίου έχει διοριστεί η ίδια στις 7.5.18 ως παραλήπτρια - διαχειρίστρια, στην ύπαρξη των υποθηκών Υ.415./11 και Υ.805./11 για €180.000 έκαστη επί του μεριδίου (1/3) της Cantabs στο ακίνητο στην Αγλαντζιά (επί του οποίου ανηγέρθη η επίμαχη πολυκατοικία), στην υποχρέωση της Cantabs να μην δεσμεύσει ή επιβαρύνει ή εκχωρήσει την ενυπόθηκη ιδιοκτησία, στην παρανομία της εκχώρησης ημερομηνίας 20.12.12, στο ότι η Ενάγουσα υπογράφει τόσο εκ μέρους της Cantabs ως εκχωρήτριας όσο και η ίδια προσωπικά ως εκδοχέας, στο ότι κατά τη σύσταση του ομολόγου στις 11.6.13 δεν δηλώθηκε η τυχόν ύπαρξη προηγούμενης συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 20.12.12, ότι αν αυτή ήταν γνήσια συμφωνία θα ζητούσε μεταβίβαση του από τις 18.1.16 που εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα, ότι ακόμα και να υπήρχε οφειλή προς την Ενάγουσα αυτή έπεται του χρέους προς την Τράπεζα (€275.000) και καταλήγει ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και ως σκανδαλώδης, καταπιεστική και ενοχλητική. Ένσταση Στην ένστασή της η Ενάγουσα προέβαλε εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι τα κίνητρα της Εναγομένης είναι εκδικητικά, δεν δικαιολογείται η διαγραφή, έχουν αποκρυβεί γεγονότα και δεν αποδεικνύεται πιθανότητα να υποστεί η Εναγόμενη ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωσή της παραθέτει αυτούσιους τους λόγους ένστασης και στη συνέχεια το όλο ιστορικό της υπόθεσης αναφερόμενη στο πώς η ίδια, ούσα 18 χρονών και με παροτρύνσεις του πατέρα της αγόρασε τις μετοχές στην Cantabs το 2011, στο ότι στη συμφωνία αναφερόταν μεν ότι η εταιρεία για την αγορά του 1/3 μεριδίου του ακινήτου χρωστούσε €147.000 στον πρώην μέτοχό της και €310.000 στην Τράπεζα (Eurobank) αλλά χωρίς να είχε δει τότε η ίδια κάποια σχετικά έγγραφα και ότι στη συμφωνία φαινόταν ως τιμή αγοράς το ποσό των €740.000 ενώ στα έγγραφα Κτηματολογίου το ποσό των €495.
  4. Ένας δε εκ των συνιδιοκτητών του ακινήτου ήταν και ο Διευθυντής της Τράπεζας Eurobank (κ. Χαμπάκης). Ακολούθως, εξηγεί τη θέση της ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις κατά τις οποίες η παραλήπτρια-διαχειρίστρια υπέχει προσωπική ευθύνη για σφάλματα ή παραλείψεις της αφού παρέλειψε να διερευνήσει ή και να επαληθεύσει τους δικούς της ισχυρισμούς, ως ανωτέρω. Προσθέτει πως αν η Εναγόμενη 1 προχωρούσε στη διερεύνηση και επαλήθευση αυτών τότε το ομόλογο θα καθίστατο άκυρο ή και ακυρώσιμο ή και παράνομο με αποτέλεσμα αυτό να μην μπορεί να εκτελεστεί ή να πρέπει να παραμεριστεί. Στις παραγράφους 21-24 καταλήγει ως εξής: «21 Ως διαφαίνεται και από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σκοπός του διορισμού της Αιτήτριας ήταν να με αποτρέψουν από το να ανακαλύψω τι πραγματικά συνέβη με την εταιρεία και τους δανεισμούς τους οποίους έλαβε, παρόλη την προσπάθεια που καταβάλλω για να αποκωδικοποιήσω την απάτη που διαπράχθηκε εις βάρος μου. 22 Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι η Αιτήτρια παράνομα ή/και αντισυμβατικά αρνείται να εκτελέσει την συμφωνία εκχώρησης ημερ. 20/12/2012, δηλαδή αρνείται να μεταβιβάσει το επίδικο διαμέρισμα σε εμένα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου, με αποτέλεσμα να παραβαίνει τους όρους ή/και τις πρόνοιες του εκχωρητηρίου εγγράφου. 23 Συνέπεια της πιο πάνω συμπεριφοράς της Αιτήτριας, παρόλο που εγώ έχω συμμορφωθεί με τους όρους του εκχωρητηρίου εγγράφου, έχω υποστεί ζημιά ή/και απώλεια, αφού έχω ήδη καταβάλει το ποσό των €80,500 στην Εταιρεία ως όριζε η συμφωνία εκχώρησης. 24 Συνεπώς, θεωρώ ότι το λάθος ή/και παράλειψη μου να καταθέσω το εν λόγω εκχωρητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, αγνοώντας τις συνέπειες αυτού, αποτελεί ένδειξη ή/και απόδειξη ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί ή/και δεν πρέπει να εκτελεστεί, αφού πρόκειται για ένα καλή τη πίστη σφάλμα το οποίο αποτελεί συνέπεια του νεαρού της ηλικίας μου αλλά και της άγνοιας κανονισμών ή/και νομοθεσιών που σχετίζονται με αυτό ή/και την καταχώρηση του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας». Νομική πτυχή Παρά τη συμπερίληψη στην αίτηση διαφόρων αιτητικών και νομικών βάσεων εντούτοις καθίσταται σαφές τόσο από το παρατεθέν στο σώμα της αίτησης πραγματικό υπόβαθρο όσο και από την αγόρευση της Εναγομένης 1 πως στην πραγματικότητα επιδιώκεται η απόρριψη της αγωγής επί τω ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον της. Τα πιο πάνω καταγραφέντα στην αίτηση αναμφίβολα παραπέμπουν στη Δ.27 κ.3, στη βάση της οποίας και θα πρέπει να εξεταστεί η αίτηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να εγείρεται ζήτημα εφαρμογής της Δ.19 κ.26 βάσει της οποίας, όντως, σύμφωνα με τη Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)

(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1338, «. η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής .». Αντίθετα, σύμφωνα με τη Δ.27 κ.3 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί επί τη βάσει του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, δύναται να διατάξει όπως αυτή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση ως θα είναι δίκαιο. Όπως επιβεβαιώνεται από τη Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1852 τα πιο πάνω άπτονται της εγκυρότητας δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στη βάση της Δ.27 κ.3 και όχι της Δ.19 κ.26, η οποία στοχεύει στη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Από την ίδια απόφαση συνάγεται πως γενικά η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπως διαφορετικά τέθηκε στη Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1316 η αγωγή δεν απορρίπτεται παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντος χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία δεν περιέχει αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί κατόπιν τροποποιήσεων τις οποίες θα μπορούσε νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. (Annual Practice 1958, σελ. 574). Στη Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.704 με αναφορά στην Drummond - Jackso v. British Medical Association
(1970)1 All E.R.1094 λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ΄ ισχυρισμόν αιτία αγωγής η οποία έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας ("Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?"). Η δε εισήγηση ότι δεν υπήρχε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα απερρίφθη αφού κρίθηκε πως η κατ΄ ισχυρισμόν παραβίαση (των άρθρων 28, 30, 35) του Συντάγματος προέβαλλε ως εύλογη βάση αγωγής. Στη μεταγενέστερη Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Δημοκρατία
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.21 το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης της αγωγής, κρίνοντας ότι το δικόγραφο του ενάγοντος δεν ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εκτιμήθηκε πως απεκάλυπτε τα αγώγιμα δικαιώματα της αμέλειας και της παράβασης θεσμίων καθηκόντων εναντίον της Δημοκρατίας, για την οποίαν υπήρχε ισχυρισμός ότι είχε την ευθύνη επίβλεψης της εκτέλεσης έργων κατασκευής επί λεωφόρου μέσω εταιρείας κατασκευών. Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. ................................................................................................... Εκτιμούμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε ουσιαστικά την ουσία της επίδικης διαφοράς και δεν περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο η έκθεση απαίτησης αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2, όπως θα έπρεπε». Στην παρούσα περίπτωση η βασική εισήγηση είναι πως Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να είναι η ίδια η εταιρεία Cantabs και όχι η παραλήπτρια - διαχειρίστριά της. Εξετάζοντας το πιο πρόσφατο δικόγραφο της Ενάγουσας δηλαδή το τροποποιηθέν στις 18.9.19 κλητήριο παρατηρείται ότι οι μόνες σχετικές αναφορές εντοπίζονται στις παραγράφους 20 - 23 της έκθεσης απαίτησης οι οποίες έχουν ως εξής:
  1. «Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας προς την διαχειρίστρια της εταιρείας CANTABS TRADING LIMITED για εκτέλεση των υποχρεώσεων της, για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 20/12/2012 για μεταβίβαση του διαμερίσματος με την ταυτόχρονη καταβολή του υπόλοιπου του συμφωνηθέντος τιμήματος για την εκχώρηση εκ ποσού ευρώ 69,500.- ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους ή άλλης εμπράγματης επιβάρυνσης αυτή αμέλησε ή και αρνήθηκε ή και παρέλειψε να το πράξει.
  2. Η ενάγουσα μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του ως άνω διαμερίσματος επανειλημμένα ζητούσε από την εναγόμενη 1 την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας εκχώρησης ηιιερ. 20/12/2012 ήτοι την μεταβίβαση του ως άνω διαμερίσματος πλην όμως η τελευταία αρνείτο να το πράξει.
  3. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η εναγόμενη παράνομα και ή αντισυμβατικά παρέβηκε τους όρους και ή τις πρόνοιες του εκχωρητηρίου εγγράφου του συναφθέν μεταξύ των διαδίκων και ότι η ενάγουσα δικαιούται σε ειδική εκτέλεση του εκχωρητηρίου εγγράφου και ή διαζευκτικά σε αποζημιώσεις.
  4. Άνευ βλάβης και ή επιπρόσθετα προς τα ανωτέρω είναι η θέση της ενάγουσας ότι συνεπεία της εκ μέρους της εναγόμενης 1 παράνομη και ή αντισυμβατική συμπεριφορά και ή διάρρηξη των όρων και ή προνοιών του εκχωρητηρίου εγγράφου η ενάγουσα έχει υποστεί ζημιές και ή απώλειες τις οποίες απαιτεί μεταξύ άλλων διαζευκτικά προς την εξαιτούμενη ειδική εκτέλεση του εκχωρητηρίου παραγράφοι 20-23». Παρατηρούμε λοιπόν πως αυτό το οποίο αποδίδει η Ενάγουσα στην ίδια την παραλήπτρια - διαχειρίστρια είναι συμβατική ευθύνη βάσει της παλαιότερης συμφωνίας ημερομηνίας 20.12.
  5. Η εν λόγω συμφωνία συνιστά σύμβαση εκχώρησης και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο», Π. Γ. Πολυβίου, 2017 (σελ.691) στην Κύπρο η εκχώρηση αναγνωρίζεται δυνάμει των αρχών της επιείκειας (Chrysanthou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R.10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1994)1 Α.Α.Δ.479, Vassos Ayiomamitis Developments Ltd v. Θωμαΐδης
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ.238). Προσπαθώντας να στοιχειοθετήσει προσωπική ευθύνη της Εναγομένης 1, στην ένορκη δήλωση της ένστασης της (παρ.7) η Ενάγουσα αναφέρει πως γνωρίζει ότι ένας παραλήπτης - διαχειριστής δεν φέρει προσωπική ευθύνη για παραλείψεις και ότι υπεύθυνη είναι η εταιρεία αλλά ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 εμπίπτει στις εξαιρέσεις που θέτει η νομολογία αφού αυτή παρέλειψε να διερευνήσει ή και επαληθεύσει τους ισχυρισμούς της (Ενάγουσας) αναφορικά με τις καταγγελίες της. Στην αγόρευσή της η Ενάγουσα φαίνεται να επικαλείται το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών μιας εταιρείας με βάση τα λεχθέντα στη Newhart Developments Ltd v. Do-op Commercial Bank Ltd
(1978)2 All E.R.896. Είναι γεγονός πως από τον συνδυασμό των αναφερόμενων στα συγγράμματα «COMPANY LAW» των Mayson, French&Ryan, έκδοση 2007-2008 (σελ.630) και Kerr on the Law and Practice as to RECEIVERS, 15η έκδοση (σελ.315) προκύπτει ότι οι διευθυντές δύνανται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για διαδικασίες με στόχο: (α) Την αμφισβήτηση της εγκυρότητας διορισμού του παραλήπτη (βλ. Hawkesbury Development Co Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN(NSW)199). (β) Την ένσταση σε αίτηση διάλυσης της εταιρείας (βλ. Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 S.J.400). (γ) Να προκαλέσουν την εταιρεία να εναγάγει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc
(1986)B.C.L.C.15). (δ) Να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ίδιου του ομολόγου βάσει του οποίου διενεργήθηκε ο διορισμός του παραλήπτη. (ε) Να καταχωρίσουν αγωγές για αποζημιώσεις για βαριά αμέλεια τις οποίες σε μια συνήθη κατάσταση υποθήκευσης θα μπορούσε να εγείρει κάποιος ενυπόθηκος οφειλέτης εναντίον του παραλήπτη («. actions for gross negligence .»). Δεν είναι όμως αυτό που έπραξε η Ενάγουσα στην παρούσα. Δεν χρησιμοποίησε το κατάλοιπο εξουσίας της ως διευθύντρια για να εγείρει αγωγή για κάποιον από τους πιο πάνω σκοπούς. Ούτε το όνομα της εταιρείας χρησιμοποίησε. Δεν τίθεται συνεπώς ζήτημα άσκησης του καταλοίπου εξουσιών. Αυτό το οποίο εμφανώς έπραξε ήταν, υπό την ιδιότητά της ως αντισυμβαλλόμενη, δηλαδή ως εκδοχέας στη σύμβαση εκχώρησης, να εγείρει αγωγή αξιώνοντας τη μεταβίβαση του ακινήτου, δηλαδή εφαρμογή της σύμβασης και διαζευκτικά αποζημιώσεις. Αυτό όμως δεν αφορά προσωπικά την παραλήπτρια διαχειρίστρια αλλά την ίδια την αντισυμβαλλόμενη εκχωρήτρια, δηλαδή την εταιρεία Cantabs. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Principles of Corporate Insolvency Law», του Roy Goode, 4η έκδοση, παράγραφος 10-52, (σελ. 357) υπό τον τίτλο «Continuance of existing contracts» ο παραλήπτης δεν υπέχει προσωπική ευθύνη για τις υφιστάμενες συμβάσεις της εταιρείας αφού δεν είναι (συμβαλλόμενο) μέρος αυτών και δεν υπάρχει κάποιος λόγος να διαφοροποιείται η δική του (νομική) θέση από αυτή των διευθυντών κάποιας εταιρείας. Η πλήρης εξήγηση παρατίθεται στην επόμενη παράγραφο 10-53 η οποία έχει ως εξής (σελ.358-359): «Equally, the receiver does not in general incur a liability either to other company or to other party to a contract by repudiating the contract in the name of the company or by failing or refusing to allow the company to perform its part of the contract, and this is so even though the result is to expose the company to termination of the contact and/or a liability in damages. There are several reasons of this. First, performance of the company's part of the contract is likely to involve the expenditure of money of the application of assets forming part of the security, and the debenture holder is not obliged to release assets from his security interest but on the contrary is entitled to have his security enforced, and thus stands in a better position than the company itself. Secondly, the power to carry on the company's business is a power conferred on the receiver primarily for the benefit of his debenture holder, so that he must be free to decline to perform contracts, and indeed to shut down entirely an unprofitable part of the company's business, if he considers that this is in the best interest of the business of which he is receiver. All that is required of the receiver is that he act in good faith and without needlessly damaging the company's goodwill. Any duty of care he owes to the company is subordinate to that owed to his debenture holder, and he owes no duty at all to ordinary unsecured creditors. Thirdly, the receiver as deemed agent of the company is entitled to take advantage of the principle of agency law formulated in Said n Butt that an agent acting bona fide within the scope of his authority is not liable for inducing a breach of contract by his principal, for he is treated as the principal's alter ego and his acts are those of the principal». (έμφαση δοθείσα) Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι εσφαλμένα έχει εγερθεί η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 προσωπικά ως παραλήπτριας - διαχειρίστριας της εταιρείας Cantabs αντί εναντίον της ίδιας της εταιρείας. Δεν υφίσταται κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της παραλήπτριας. Όμως, παρά την ως άνω κατάληξη μου, στην παρούσα περίπτωση έχω την άποψη πως η αγωγή της Ενάγουσας θα μπορούσε να διασωθεί κατόπιν τροποποιήσεων τις οποίες θα μπορούσε νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.574: «A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable" i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable» Στη βάση των προηγηθέντων θεωρώ από τη μια πως τόσο το κλητήριο είναι ενστάσιμο όσον αφορά τον τίτλο όσο και η έκθεση απαίτησης όσον αφορά τις αναφορές προσωπικά στην παραλήπτρια και από την άλλη κρίνω ότι τα σφάλματα αυτά είναι τέτοια που δύνανται να διορθωθούν με κατάλληλη αίτηση τροποποίησης εάν αυτό επιθυμεί η Ενάγουσα και νοουμένου πάντοτε ότι εξασφαλιστεί η έγκριση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου και στα πλαίσια της ευχέρειας την οποία παρέχει η Δ.27 κ.3 καταλήγω ότι η ορθότερη και δικαιότερη πορεία είναι να μην απορριφθεί επί του παρόντος η αγωγή αλλά να ανασταλεί για κάποιο χρονικό διάστημα προηγουμένως ούτως ώστε να δοθεί η ευχέρεια αυτή στην Ενάγουσα εάν επιθυμεί να διεκδικήσει κατά τον ορθό δικονομικό τρόπο τα συμβατικά της δικαιώματα απέναντι στην εταιρεία. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και στα πλαίσια της δικαστικής ευχέρειας βάσει της Δ.27 κ.3: Α. Η διαδικασία στην παρούσα αγωγή καθ' όσον αφορά την Εναγομένη 1 αναστέλλεται μέχρι τις 28.2.20 και κατά τη διάρκεια της αναστολής δεν επιτρέπεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον προώθηση της αγωγής εναντίον της εκτός από την καταχώριση αίτησης για τροποποίηση. Β. Εάν καταχωριστεί αίτηση τροποποίησης τότε η περίοδος αναστολής παρατείνεται μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης αυτής σε πρώτο βαθμό. Γ. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν καταχωριστεί οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης ως ανωτέρω ή εάν καταχωριστεί εμπρόθεσμα αλλά παρόλα αυτά απορριφθεί οποτεδήποτε για οποιοδήποτε λόγο από το Δικαστήριο, τότε η παρούσα αγωγή καθ' όσον αφορά την Εναγομένη 1 θα θεωρείται αυτομάτως ως απορριφθείσα είτε κατά την πιο πάνω ημερομηνία λήξης της αναστολής είτε κατά την ημερομηνία απόρριψης της αίτησης, αναλόγως της περίπτωσης με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 1 ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α εις βάρος της Ενάγουσας. Δ. Όσον αφορά την παρούσα αίτηση επιδικάζονται €750 έξοδα συν Φ.Π.Α προς όφελος της Εναγόμενης 1 και εις βάρος της Ενάγουσας. Τέλος, ενόψει των ισχυρισμών της Ενάγουσας (στην §5 της ένορκης δήλωσης της) περί ψευδούς δήλωσης ενώπιον του Κτηματολογίου, δίδονται οδηγίες όπως φροντίδι Πρωτοκολλητή αποσταλεί αντίγραφο της παρούσας στον Γενικόν Εισαγγελέα, για τις όποιες τυχόν δικές του ενέργειες. (Υπ.) .............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.