ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3212/2018, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3212/2018 Μεταξύ: XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντα και
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 2 ημερομηνίας 9.5.2019 για απόρριψη και/ή διαγραφή της αγωγής Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 - Αιτητές: κ. Κάσινος Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Αδαμίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ιστορικό της υπόθεσης Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 22.11.2018 δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €4.313,14 ως επιπλέον καταβληθέν ποσό δυνάμει συμφωνίας δανείου που είχε συνάψει με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κατά το 2007, πλέον παραδειγματικές και/ή γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των θέσεων των δύο πλευρών στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης και παρακολούθησης της κατάληξης του Δικαστηρίου, κρίνω ορθό να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, και τούτο παρά την αναπόφευκτη επιμήκυνση της ενδιάμεσης αυτής απόφασης: «
- Ο Ενάγων καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, δυνάμει Συμφωνίας Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων ημερομηνίας κατά/ή περί 28/06/2007, έλαβε δάνειο υπ' αριθμό XXXXX9925 δια το συνολικό ποσό των 20,000 Λίρων Κύπρου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου.
- Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου υπάγετω εις τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Έπειτα από την αγορά της από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία, ήτοι Εναγόμενη 2, η Εναγόμενη 1 έχει συσταθεί ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με βάση το Νόμο,Κεφ.113, έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια από τη Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Με Γενική Συνέλευση των Μετόχων της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας εγκρίθηκε η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και/ή υποχρεώσεων της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στη Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ήτοι Εναγόμενη
- μέχρι την ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοράς της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία, ήτοι Εναγόμενη
- Ο Ενάγων τήρησε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως προνοείτω εις το έπακρο, άνευ καθυστερήσεως, ένεκα του γεγονότος ότι η συμφωνηθείσα δόση αποκόπτετω από το μισθό του.
- Κατά/ή περί τον Μάιο του έτους 2017, όπου αναμένετω η πλήρης εξόφληση της δανειοδότησής του, ο ίδιος πληροφορήθηκε δια πρώτη φορά δια την ύπαρξη υπολοίπου και/ή καθυστερήσεων. Χωρίς καθυστέρηση ο Ενάγοντας προχώρησε σε υποβολή παραπόνου τόσο προσωπικώς, όσο και δια δικηγόρου, εις το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, χώρις να λάβει μέχρι σήμερον την ό,ποια απάντηση.
- Κατά/ή περί το Οκτώβριο του 2017, ο Εναγόμενος υπέβαλε παράπονο εις το Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, σχετικά με το γενόμενο ζήτημα. Έπειτα από εξέταση του σχετικού παραπόνου η απόφανση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, κατά/ή περί τον Ιούλιο του έτους
- ήτω ότι στοίχειοθετήτω το παράπονο του Ενάγοντα εις ολόκληρω ένεκα και/ή βασιζόμενη εις υπερχρεώσεις και/ή καταχρηστικές ρήτρες του ρηθέντος δανείου, όπου δια της απόφανσης ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα καλείτω να επιστρέφει και/ή καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €4,313.14 σεντ. Από τη κοινοποίηση της αποφάσεως το Πιστωτικό Ίδρυμα μέχρι σήμερον αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να καταβάλει το όποιο ποσό.
- Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ένεκα των υπερχρεώσεων και/ή καταχρηστικών ρητρών και/ή κατα παράβαση των αρχών προστασίας του καταναλωτή και/ή των καταναλωτικών συμβάσεων όπου περιλαμβάνοντω εις τη ρηθείσα συμφωνία δανείου, κανή πράξεις και/ή παραλείψεις οδήγησαν στη υπερχρέωση και/ή εξαναγκασμό οικονομικό και/ή μη, του Ενάγοντα δια καταβολή του επιπλέον ποσού των €4,313.14 σεντ προς όφελος του πιστωτικού ιδρύματος. Λεπτομέρειες και/ή επι παντός επιστητού, θα αναφερθούν επί της θέσεως αυτής κατά τη δικάσιμο.
- Παρά τις επανειλημμένες γραπτές και/ή προφορικές οχλήσεις τόσο του Ενάγοντος όσο και/ή των Δικηγόρων του, οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν μέχρι σήμερα κατά την έγερση της παρούσας, να καταβάλουν το ως άνω ποσό.
- Επιπρόσθετα ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν πλουτισθεί αδικαιολογήτως εις βάρος του Ενάγοντα και ενάντια στις αρχές τις επιείκειας (equity) και του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment).
- Ως εκ των ανωτέρω ο Ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή και αξιώνει από τους Εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: α) €4,313.14 σεντ όπου αντιπροσωπεύει το επιπλέον καταβληθέν ποσό. β) Παραδειγματικές και/ή Γενικές αποζημιώσεις. γ) Νόμιμο τόκο. δ) Έξοδα, πλέον έξοδα επιδόσεως». Να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 3.12.2018 και οι Εναγόμενοι 2 στις 7.12.
- Στις 31.1.2019 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης των Εναγομένων 1 και 2 να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης την 1.3.2019 ενώ από την πλευρά των Εναγομένων 2 δηλώθηκε στις 6.5.2019 ότι προτίθενται να καταχωρήσουν αίτηση για διαγραφή της αγωγής. Η αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 31.1.2019 εξακολουθεί να εκκρεμεί αναφορικά με τους Εναγόμενους
- Η παρούσα αίτηση Στις 9.5.2019 οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων (παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό): «Α. Διάταγμα που να διατάζει τη διαγραφή (strike out) του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 22.11.2018 σε σχέση με την Εναγόμενη 2 λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη σε σχέση με την Εναγόμενη 2 και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι επιπόλαιη και/ή καταπιεστική προς την Εναγόμενη
- Β. Διάταγμα που να διατάζει την αναστολή της διαδικασίας εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή την απόρριψη της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 λόγω του ότι δεν έχει αποκαλυφθεί καλή βάση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή λόγω του ότι είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη σε σχέση με την Εναγόμενη 2 και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι επιπόλαιη και/ή καταπιεστική προς την Εναγόμενη 2». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.Θ. 2, 4, 13 και 26, Δ.27 Θ. 3, Δ.48 Θ.Θ. 1,2, 3, 7, 9(j), 9(ο), 11 και 12 και Δ.64 Θ.1 και στη διακριτική ευχέρεια, σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καλλή ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων 2 στη θέση του Λειτουργού Υποστήριξης Χορηγήσεων. Αποτελεί θέση του ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει λάβει, το Κλητηρίο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και δεν συνδέουν με οποιοδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους 2 με τα επίδικα γεγονότα, ούτε αποδίδουν οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτούς. Αντίθετα, σύμφωνα με τον κ Καλλή οι Εναγόμενοι 2 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση και τούτο γιατί σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο Ενάγοντας αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης το δάνειο λήφθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και όχι από τους Εναγόμενους
- Παρομοίως, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο επίδικος λογαριασμός μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη 1 και όχι στους Εναγόμενους
- Ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 έτσι ώστε να διαφανεί η οποιαδήποτε διασύνδεση και/ή εμπλοκή τους με τα επίδικα γεγονότα και συνεπώς δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο αδίκημα εναντίον τους. Προσθέτει πως οι Εναγόμενοι 2 ουδέποτε είχαν την ευθύνη του λογαριασμού του Ενάγοντα και ουδέποτε θα μπορούσαν να εισπράξουν και ούτε εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό από αυτόν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Κατόπιν μάλιστα ενδελεχούς έρευνας στο αρχείο των Εναγομένων 2 διαπιστώθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου του Ενάγοντα ουδέποτε μεταφέρθηκε σε αυτούς. Η ένσταση του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: i. Η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη. ii. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. iii. Η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα και με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση. iv. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πάσχει από πολλαπλότητα και ασάφεια. v. Η αίτηση στηρίζεται επί λανθασμένων και/ή ψευδών γεγονότων. Οι λόγοι ένστασης υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα η οποία υποστηρίζει την ένσταση του. Εκεί ο Ενάγοντας αναφέρει ότι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου από το οποίο λήφθηκε το δάνειο υπαγόταν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Έπειτα από την αγορά της από τους Εναγόμενους 2, η Εναγόμενη 1 έχει συσταθεί ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με βάση το Κεφ. 113, έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια από τη Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Με Γενική Συνέλευση των Μετόχων της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας εγκρίθηκε η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και/ή υποχρεώσεων της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στην Εναγόμενη 1 μέχρι την ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοράς της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας από τους Εναγόμενους
- Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη 1 ανέλαβε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (φωτοαντίγραφο του ενημερωτικού μηνύματος στην επίσημη ιστοσελίδα της Εναγόμενης 1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3) καθώς επίσης στις 3 Σεπτεμβρίου 2018 ολοκληρώθηκε επίσημα η μεταφορά ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας στους Εναγόμενους
- Τα ενεργητικά στοιχεία του ισολογισμού που μεταφέρθηκαν αποτελούνται από χαρτοφυλάκιο κυρίως εξυπηρετούμενων δανείων, ομολόγων της κυπριακής κυβέρνησης και μετρητών, ενώ τα παθητικά στοιχεία αποτελούνται κυρίως από καταθέσεις πελατών (φωτοαντίγραφο του ενημερωτικού μηνύματος στην επίσημη ιστοσελίδα των Εναγομένων 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Ο Ενάγοντας περαιτέρω αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2 πιθανώς να καρπώθηκαν και/ή πλούτισαν με το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή καθότι σε αντίθεση με την Εναγόμενη 1 η οποία έχει αναλάβει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι Εναγόμενοι 2 καρπώθηκαν και/ή ανέλαβαν τα υγιή περιουσιακά στοιχεία της Συνεργατικής, στα οποία περιλαμβάνεται το κεφάλαιο το οποίο περιέχει και το ποσό της αξίωσης του αφού το δάνειό του εξοφλήθηκε πριν από την ημερομηνία μεταφοράς. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στην Δ.19 Θ. 26[1] και στην Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[2]. Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.),
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, επισημαίνεται ότι η Δ.19 Θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση αξιώνεται η απόρριψη ολόκληρης της αγωγής με τρόπο ώστε η αίτηση να πρέπει να εξεταστεί δυνάμει της Δ.27 Θ.
- Μελετώντας την Δ.27 Θ. 3 προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια ενέργεια του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Η Δ.27 Θ. 3 αντλεί την καταγωγή της μέσα από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Ο.25 R.
- Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 575 σε σχέση με την έννοια του αγώγιμου δικαιώματος: «'In point of law, ..every cause of action is a reasonable one' (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch. D. p. 495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck [1893] 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L. R. 418)...And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση), στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα, ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά στα γεγονότα είτε στο νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή της αγωγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή διότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικά διαμορφωμένο ή γραμμένο, το Δικαστήριο παράλληλα με την διαγραφή του, θα πρέπει να δώσει στο μέρος που είχε καταχωρήσει το υπό διαγραφή δικόγραφο, άδεια να τροποποιήσει και επιδώσει στην άλλη πλευρά νέο δικόγραφο ή να διορθώσει τα διάφορα ελαττώματα, και όχι να απορρίψει την αγωγή. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλέπε Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, 24). Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd v. In Re the Companies Law Cap 113
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει τέτοιο δικαίωμα μέσα από το άρθρο 30.1». Έτσι, δεν δικαιολογείται η διαγραφή ισχυρισμού απλώς επειδή δεν θα επιτύχει γιατί σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλέπε Carl-Ζeiss Stiftung v. Rayner and Keeller Ltd [1969] 3 All E.R. 697 και Fasili a.o. v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679). Στην σελίδα 575 του συγγράμματος The Annual Practice (πιο πάνω) αναφέρεται ότι αιτήσεις αυτής της φύσεως θα πρέπει να υποβάλλονται σύντομα, ακόμα και πριν από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, δύνανται δε να υποβληθούν και μετά από το κλείσιμο των δικογράφων, πάντοτε όμως προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση (βλέπε Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354 και Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε σε αρχικό στάδιο και δη πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων
- Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν θα γίνει πιο κάτω στην έκταση που θεωρείται αναγκαίο. Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και κατάληξη του Δικαστηρίου Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα παρατηρώ τα εξής: Μελετώντας την αίτηση και την συνοδεύουσα αυτήν ένορκη δήλωση παρατηρείται ότι εκείνο που στην ουσία προβάλλεται από τους Εναγόμενους 2 είναι πως η Έκθεση Απαίτησης δεν περιέχει ισχυρισμούς που να στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον τους και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο. Εγείρεται, συνεπώς, θέμα λανθασμένης και/ή ελλειπούς δικογράφησης από την πλευρά του Ενάγοντα. Περαιτέρω, στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ Κάσινος υποστήριξε ότι με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, είναι φανερό ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα είναι προσωπικές και όχι ιδιοκτησιακές και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να εγερθούν εναντίον της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (η οποία μετονομάστηκε ΣΕΔΙΠΕΣ) και όχι εναντίον των Εναγομένων
- Για το θέμα αυτό θα επανέλθω πιο κάτω. Ως προς το πρώτο ζήτημα που εγείρουν οι Αιτητές σημειώνω τα ακόλουθα: Είναι καλά γνωστό ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και ότι αυτά θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή υπεράσπισή του. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν υποδεικνύει στο διάδικο πώς θα συντάξει το δικόγραφό του. Από την άλλη, ο διάδικος δεν μπορεί να συντάσσει το δικόγραφό του κατά τρόπο που να μην συνάδει προς τους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Θεσμός 4 της Διαταγής 19 αναφέρει ότι «every pleading shall contain and contain only, a statement in a summary form of material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved». H έννοια του ουσιαστικού (material) σχετίζεται με ό,τι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 KB 697, λέχθηκε στη σελίδα 712 ότι «the word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action». Οι αρχές της ορθής δικογράφησης συνοψίστηκαν από τον έντιμο δικαστή Λιάτσο (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην αγωγή με αρ. 3933/2008, Νικολάου κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., απόφαση ημερομηνίας 12.2.2010, όπου λέχθηκαν τα εξής στα πλαίσια αίτησης παρόμοιας φύσης με την παρούσα: «Παρεμβάλλω, συνοπτικά, τις αρχές δικογράφησης: Οι διάδικοι απολαμβάνουν κάθε δυνατής ελευθερίας στη σύνταξη δικογράφων. Παρά όμως το αναγνωρισμένο, αδιαμφισβήτητο, αυτό δικαίωμα, συνιστά υποχρέωση των μερών η αποφυγή παραβίασης των κανόνων που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Έτσι, εάν ένας διάδικος εισαγάγει δικόγραφοπου είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του μηχανισμού διαγραφής των ανάλογων στοιχείων. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, ακριβώς λόγω της δραστικότητας που ενέχει, πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις. Διαφορετικά, η διαγραφη θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, 255). Γενικά, το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η σχετικότητα του αμφισβητούμενου θέματος. Η διασφάλιση δίκαιων όρων διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και η παρεμπόδιση εισαγωγής δικογράφων αορίστου μορφής ή τα οποία εμπεριέχουν τον κίνδυνο απόκρυψης ή συσκότισης των πραγματικών θεμάτων ή της ουσίας της επίδικης διαφοράς, συνιστούν τον κύριο σκοπό άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς διαγραφή». Μελετώντας το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει ότι από αυτήν ελλείπουν ουσιώδεις ισχυρισμοί για την θεμελίωση του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων
- Ειδικότερα, πέραν της γενικής αναφοράς που γίνεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης (πιο πάνω) αναφορικά με την αγορά της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας από τους Εναγόμενους 2, απουσιάζουν από την Έκθεση Απαίτησης οι ισχυρισμοί και θέσεις που ο Ενάγοντας προωθεί με περισσότερη λεπτομέρεια στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσής του προς υποστήριξη της ένστασης, οι οποίοι κρίνονται ουσιώδεις για την υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων
- Στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται πότε έλαβε χώρα η αγορά της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας από τους Εναγόμενους 2 και η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στους Εναγόμενους, ούτε αναφέρεται ο επακριβής τρόπος με τον οποίο εμπλέκονται οι Εναγόμενοι 2 στην υπόθεση και πως αυτοί πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος του Ενάγοντα. Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίνω ότι πλήττονται τα όρια δίκαιης δίκης αφού οι Εναγόμενοι 2 δεν είναι σε θέση μέσα από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης να έχουν μια σαφή εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση, ούτως ώστε να μπορέσουν να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους και να παρουσιάσουν τη δική τους υπόθεση, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση και ανωμαλία κατά την ορθή διεξαγωγή και ορθή διαχείριση της δίκης. Δεδομένης, ωστόσο, της δικογράφησης εύλογης αιτίας αγωγής, ως αυτή προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, ήτοι του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 8-10 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα που υποστηρίζει την ένσταση του, και χωρίς να εξετάζονται οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, κρίνω ότι οι ουσιαστικές ελλείψεις που παρατηρούνται στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής, αλλά την διαγραφή της δίνοντας ταυτόχρονα την άδεια στον Ενάγοντα να τροποποιήσει και επιδώσει στην άλλη πλευρά νέο δικόγραφο και να διορθώσει τα διάφορα ελαττώματα. Η πιο πάνω πρακτική ακολουθήθηκε και από τον Δικαστή Κ. Κληρίδη (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε), σε ανάλογη ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 17.3.2009, στην αγωγή με αρ. 3410/2006, Γιάννης Λύτρας κ.ά. v. Universal Financial Services Ltd, όπου υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Ούτε και είναι έργο του Δικαστηρίου να αναδιατάξει το δικόγραφο διαγράφοντας ένα σημείο σε κάποιο μέρος του, άλλο σημείο σε άλλο μέρος του, κλπ. Κάτι τέτοιο, θα προκαλούσε προφανώς χειρότερο αποτέλεσμα απ΄ αυτό που θα επιχειρούσε να διορθώσει. Η μόνη λύση σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, είναι η πλήρης διαγραφή του δικογράφου και η παροχή ακόμα μιας ευκαιρίας για καταχώρηση ενός δικογράφου σε συνοπτική μορφή στο οποίο να αποφεύγονται οι προαναφερθείσες παρασπονδίες.» Υιοθετώντας πλήρως το πιο πάνω απόσπασμα, και έχοντας υπόψη ότι στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω είναι αδύνατον και απρόσφορο για το Δικαστήριο να εντοπίσει ένα προς ένα τα κενά που υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης, διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης. Ο Ενάγοντας δύνανται να καταχωρήσει νέα Έκθεση Απαίτησης εντός 45 ημερών από σήμερα. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου, τα υπόλοιπα ζητήματα που ήγειρε ο κ Κάσινος στην γραπτή του αγόρευση και αφορούν την ουσία της υπόθεσης και δη ότι η αγωγή εγέρθηκε εναντίον λανθασμένων προσώπων και ότι το επίδικο δάνειο δεν μεταφέρθηκε στους Εναγόμενους 2 δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Ως έχει, άλλωστε, τονιστεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 195/2012, Ο.Μ. Investments & Finance Ltd v. Lawping Ltd, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2018, με αναφορά στην Pelmaco (πιο πάνω), στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για διαγραφή το υπό κρίση δικόγραφο αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει. Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Το παρόν διάταγμα να επιδοθεί και στους Εναγόμενους 1 οι οποίοι θα μπορούν να καταχωρήσουν Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από την επίδοση της νέας Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα που θα προκύψουν στους Εναγόμενους 1 συνεπεία της καταχώρησης νέας Έκθεσης Απαίτησης θα βαρύνουν τον Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». [2] «
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο