Hellenic Bank Public Company Limited ν. Τίμινη υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Τίμινη κ.α., Αρ. Αγωγής 2527/2013, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2527/2013 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Εναγόντων -και-
- XXXXX Τίμινη υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Τίμινη
- XXXXX Chrystine Timinis Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 21.6.2019 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Π. Παπαπέτρου Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση: κ. Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των Εναγόντων Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.4.2013, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €37.139,33 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή λογαριασμού παρατραβήγματος και το ποσό των €46.967,17 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας δανείου που είχαν συναφθεί με τον αποβιώσαντα XXXXX Τίμινη με την εγγύηση της Εναγομένης
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστές Εκθέσεις Υπεράσπισης. Συνοπτικά σημειώνεται ότι στην Έκθεση Υπεράσπισής της η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες καθότι περιέχουν επαχθείς όρους και καταχρηστικές ρήτρες, ενώ στη δική της Έκθεση Υπεράσπισης η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγύησης δεν γνώριζε τι υπέγραφε και/ή ότι η υπογραφή της επί αυτών επιτεύχθηκε συνεπεία ψευδών παραστάσεων και χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή της. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού και στα πλαίσια αυτής εκδόθηκαν διατάγματα για εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων. Ακολούθως η υπόθεση προγραμματίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Να σημειωθεί ότι η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου στις 7.6.
- Σε όλες τις υπόλοιπες ημερομηνίες κατά τις οποίες η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση ή οδηγίες, ήτοι στις 21.11.2016, 25.9.2017, 3.11.2017, 13.12.2017, 12.2.2018, 19.4.2018, 20.6.2018, 19.9.2018, 22.10.2018, 31.1.2019 και 18.4.2019 οι συνήγοροι των δυο πλευρών ανέφεραν ότι γίνονταν προσπάθειες διευθέτησής της και ζητούσαν χρόνο προς το σκοπό αυτό. Η παρούσα αίτηση Την 21.6.2019, και ενώ η αγωγή ήταν προγραμματισμένη για Ακρόαση στις 19.9.2019, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπων από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει από την περιουσία της διαχείρισης το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXX, στην Ορμήδεια, Λάρνακα, Τμήμα 4, Φ/Σχ. 2-270-372, Τεμάχιο XXX (στο εξής το «Ακίνητο»), μερίδιο το όλο, ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα XXXXX Τίμινη μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 και 2 και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ XXXXX Σταύρου, ο οποίος είναι υπάλληλος της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd από την 1.7.
- Μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, οπότε και μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από τους Ενάγοντες στην APS Debt Servicing Cyprus Ltd ανάμεσα στους οποίους και οι επίδικοι λογαριασμοί, ήταν υπάλληλος των Εναγόντων. Γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Στην ένορκη του δήλωση ο κ Σταύρου αναφέρει ότι δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 26.9.1996 οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του κ. XXXXX Τίμινη (στο εξής ο «Αποβιώσας») τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX17-01 (στο εξής «ο τρεχούμενος λογαριασμός») και παραχώρησαν σε αυτόν πιστωτική διευκόλυνση παρατραβήγματος με αρχικό όριο €17,086 (£10,000). Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 12.6.2009 (στο εξής η «συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος») οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν και να συνεχίσουν την παραχώρηση στον Αποβιώσαντα πιστωτικής διευκόλυνσης υπό τύπο δικαιώματος παρατραβήγματος ύψους €26,
- Στη συνέχεια, δυνάμει επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 30.12.2009 ο Αποβιώσας αποδέχθηκε γραπτώς επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 30.12.2009 για την παραχώρηση και αναθεώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €52,000 (από €26,000 που είχαν παραχωρηθεί αρχικά) στον τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 26.9.
- Δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως κατά την 12.6.2009 η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την πιστή εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του Αποβιώσαντα προς τους Ενάγοντες που απέρρεαν από τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος και ανέλαβε να πληρώσει προς τους Ενάγοντες μόλις θα της εζητείτο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που θα καθίστατο πληρωτέο προς αυτούς σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Αποβιώσαντα μέχρι του ποσού των €30,
- Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 12.6.2009 μεταξύ των Εναγόντων και του Αποβιώσαντα (στο εξής «η Συμφωνία Δανείου»), οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν και παραχώρησαν στον Αποβιώσαντα δάνειο ύψους €50,
- Τις υποχρεώσεις του Αποβιώσαντα δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2 δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 12.6.2009 μέχρι του ποσού των €50,000 πλέον τόκους και άλλα δικαιώματα. Κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας Δανείου ο Αποβιώσας παρέλειψε να αποπληρώσει τους δεδουλευμένους επί του δανείου τόκους κατά την ημερομηνία που αυτοί κατέστησαν πληρωτέοι και παρέλειψε να καταβάλει τα οφειλόμενα δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ποσά. Περαιτέρω, κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους ανοίγματος του τρεχούμενου λογαριασμού. Παρά την αποστολή διάφορων προειδοποιητικών επιστολών από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους για καταβολή των καθυστερημένων δόσεων, αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν τις συμφωνίες και να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Στα πλαίσια της ένορκης του δήλωσης ο κ. Σταύρου αναφέρθηκε στις συζητήσεις που κατά καιρούς έγιναν με τον υιό και ένα εκ των νόμιμων κληρονόμων του Αποβιώσαντα, κ. XXXXX Τίμινη, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, όπως ανέφερε, περί τον Αύγουστο του 2018 στα πλαίσια διαπραγματεύσεων ο κος Τίμινης πρότεινε για σκοπούς διευθέτησης την καταβολή ποσού ύψους €20,000, πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες. Ακολούθως, περί τα τέλη Οκτωβρίου 2018 ο κ. Τίμινης επικοινώνησε εκ νέου μαζί του, αναφέροντας πως δεν ήταν δυνατή η καταβολή οποιουδήποτε ποσού πέραν των €20,000 καθότι ο Αποβιώσας όφειλε διάφορα ποσά στο Τμήμα Φορολογίας και σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι κληρονόμοι είχαν πρόθεση να προχωρήσουν σε πώληση της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Ο κ. Τίμινης ενημερώθηκε ότι η πρότασή του ήταν πολύ χαμηλή και δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Περί τον Φεβρουάριο του 2019 διευθετήθηκε νέα συνάντηση με τον κ. Τίμινη, στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος πρότεινε όπως καταβληθεί το ποσό των €38,000 για πλήρη και τελεία εξόφληση των πιο πάνω απαιτήσεων, πρόταση η οποία επίσης απορρίφθηκε ενόψει του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες υπόλοιπο ανερχόταν στις €140,000 πλέον τόκους και η πρόταση θεωρήθηκε χαμηλή. Ως εκ τούτου, προτάθηκε στον κ. Τίμινη όπως παραχωρηθεί στους Ενάγοντες έναντι του χρέους κάποιο από τα ακίνητα του Αποβιώσαντα. Ο κ. Τίμινης αρνήθηκε αναφέροντας ότι εκκρεμούν ποινικές και αστικές διαδικασίες σε σχέση με οφειλές προς τον Φόρο Εισοδήματος ύψους €250,000 καθώς επίσης οφειλές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, οι οποίες είναι επίσης υψηλές. Όπως τους ανέφερε, σκοπός του ήταν η διευθέτηση των οφειλών του Αποβιώσαντα προς τις πιο πάνω αναφερόμενες κρατικές υπηρεσίες και προς άλλους πιστωτές με την παραχώρηση ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι των χρεών. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο κ. Τίμινης επέμεινε ότι η διαχείριση δεν έχει ρευστότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό πέραν του προτεινόμενου ποσού των €38,
- Λόγω δε των υπόλοιπων υποχρεώσεων της διαχείρισης, οι οποίες αφορούν ποσά πολύ υψηλότερα από τις οφειλές του πατέρα του προς αυτούς, δεν ήταν διατεθειμένος να συζητήσει το ενδεχόμενο παραχώρησης οποιουδήποτε ακινήτου προς τους Ενάγοντες. Σε σχέση με τις εν λόγω οφειλές ο κ Τίμινης απέστειλε στους Ενάγοντες ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.3.2019 (Τεκμήριο 1). Στο εν λόγω μήνυμα ο κ. Τίμινης επιβεβαίωνε και γραπτώς πως ο Αποβιώσας και η εταιρεία δικών του συμφερόντων έχει οφειλές προς τον Φ.Π.Α. ύψους €205,204 και προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ύψους €85,000, όπως και οφειλές προς τον Φόρο Εισοδήματος για τις οποίες εκκρεμούν ποινικές υποθέσεις. Ενημέρωνε επίσης ότι η περιουσία της διαχείρισης είναι δεσμευμένη και ότι η Εναγόμενη 2 δεν έχει εισόδημα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο κ. Τίμινης επισύναψε αντίγραφα των κατηγορητηρίων στις ποινικές υποθέσεις με αριθμό 3619/2018 και 17178/2018 (Τεκμήριο 2) και αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της υπηρεσίας Φ.Π.Α. ημερομηνίας 24.10.2018 (Τεκμήριο 3). Περί τα τέλη Μαρτίου 2019 ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία από τον κ. Τίμινη καθώς επίσης αντίγραφα των κατηγορητηρίων τα οποία είχαν σταλεί αρχικά ελλειπή. Έτσι, στις 13.4.2019 ο κ. Τίμινης απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 4) όπου επανέλαβε πως λόγω των διαφόρων υποχρεώσεων του Αποβιώσαντα δεν ήταν δυνατή η καταβολή οποιουδήποτε ποσού πέραν των €38,
- Περαιτέρω στοιχεία δεν αποστάληκαν στους Ενάγοντες οι οποίοι μέσω των δικηγόρων τους αποτάθηκαν στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προκειμένου να λάβουν αντίγραφα των ποινικών υποθέσεων για τις οποίες τους ενημέρωσε ο κ. Τίμινης. Τελικά, στις 23.4.2019 οι δικηγόροι των Εναγόντων ενημερώθηκαν ότι οι ορθοί αριθμοί υποθέσεων ήταν 3619/2013 και 17178/2014 και όχι αυτοί που παρουσίασε ο κ. Τίμινης (αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης με αρ. 3619/2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 ενώ ως αναφέρεται δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης με αρ. 17178/2014). Περαιτέρω, οι συνήγοροι των Εναγόντων πληροφορήθηκαν ότι οι δυο υποθέσεις είχαν διευθετηθεί και στο παρόν στάδιο δεν εκκρεμούν. Αποτελεί δε θέση του κ. Σταύρου ότι ο κ. Τίμινης παρουσίασε παραποιημένα στοιχεία ώστε να πείσει τους Ενάγοντες να αποδεχθούν την πρότασή του. Ακολούθως, η δικηγόρος που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους με επιστολή της ημερομηνίας 24.4.2019 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων ουσιαστικά επανέλαβε την δύσκολη οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του κου Τίμινη και της Εναγόμενης 2 και την πρόταση τους για καταβολή ποσού ύψους €38,
- Με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 20.6.2019 (Τεκμήριο 9) απορρίφθηκε η εν λόγω πρόταση. Μετά από τα πιο πάνω γεγονότα και την αποστολή παραποιημένων στοιχείων, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο, έτσι ώστε να επιβεβαιώσουν ότι τα ακίνητα του Αποβιώσαντα είναι δεσμευμένα ως η θέση του κ. Τίμινη στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.3.2019 (Τεκμήριο 1). Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνας, κατά ή περί την 15.5.2019 οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε εφόσον τα ακίνητα του Αποβιώσαντα δεν είναι δεσμευμένα (αντίγραφο της σχετικής έρευνας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10). Αποτελεί θέση του κ Σταύρου ότι σκοπός των κληρονόμων του Αποβιώσαντα είναι να πωλήσουν όλη την περιουσία της διαχείρισης για αποπληρωμή των χρεών του. Προφανώς γι' αυτό τον λόγο ενώ όλη η περιουσία ήταν δεσμευμένη, και ενώ τόσο ο κ. Τίμινης όσο και η δικηγόρος των Εναγομένων υπογράμμιζαν τις σοβαρότατες οικονομικές δυσκολίες και την έλλειψη ρευστότητας, εντούτοις έγιναν τέτοιες διευθετήσεις ώστε σήμερα κανένα από τα ακίνητα να μην είναι δεσμευμένο και/ή υποθηκευμένο (αντίγραφο παλαιότερης έρευνας ημερομηνίας 1.8.2018 που επιβεβαιώνει ότι έγινε εξάλειψη των επιβαρύνσεων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11). Επισημαίνεται από τον κ Σταύρου ότι αξιώνεται η δέσμευση του Ακινήτου ενόψει του ότι η αξία αυτού (ως τούτη προκύπτει από το Τεκμήριο 10) είναι περίπου ανάλογη του ύψους της οφειλής των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες ως αυτή εξειδικεύεται στην Έκθεση Απαίτησης. Προσθέτει δε ότι από πληροφόρηση που έλαβε από τον κ. XXXXX Τίμινη κατά την μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία και τις διάφορες συναντήσεις τους, αυτός προτίθεται να αποξενώσει τα ακίνητα του Αποβιώσαντα με σκοπό την διευθέτηση των υπόλοιπων χρεών. Τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων οι οποίοι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ τους δεν θα είναι σε θέση να εισπράξουν το λαβείν τους. Αντίθετα, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους ούτε θα προκαλέσει σε αυτούς οποιαδήποτε ζημιά. Παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε αρχικά μονομερώς, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην Εναγόμενη 1, η οποία και εμφανίστηκε στη διαδικασία εγείροντας ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η αίτηση Στην ένστασή της η Εναγόμενη 1 προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο σημαντικά και ουσιώδη στοιχεία που ήταν στην κατοχή και/ή που πιθανόν να ήταν στην κατοχή τους αν είχαν προβεί σε εύλογες ενέργειες και/ή απέτυχαν να παρουσιάσουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων, κάτι που καθιστά την αίτηση τους καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα: (ι) Οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (ιι) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη. (γ) Οι Αιτητές είναι ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης σε σχέση με την προώθηση της αγωγής τους, ενώ με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιτυγχάνεται εμμέσως εξασφάλιση του χρέους, την οποία οι Αιτητές δεν εξασφάλισαν κατά την παροχή της πιστωτικής διευκόλυνσης. Επομένως, δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (δ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. (ε) Τα στοιχεία που χρησιμοποίησαν οι Αιτητές για προώθηση της παρούσας αίτησης ήταν εμπιστευτικά και δεν είχαν δικαίωμα χρήσης τους και/ή τα χρησιμοποίησαν κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας προστασίας προσωπικών δεδομένων, κάτι που πλήττει το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ XXXXX Τίμινη, ο οποίος είναι αδερφός της Εναγομένης 1 και υιός της Εναγόμενης 2, καθώς επίσης νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας του Αποβιώσαντα. Ως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τις Εναγόμενες 1 και 2 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Τίμινης απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. XXXXX Σταύρου οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 21.6.2019 και ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρουσιάζονται από τους Αιτητές με παραπλανητικό τρόπο ώστε να επιτευχθεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο σε καμία περίπτωση είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση τυχόν απόφασης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με τον κ Τίμινη, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Πέραν της παρούσας υπόθεσης, παλαιότερα εκκρεμούσε και η αγωγή με αριθμό 3097/13 με την Ελληνική Τράπεζα. Η αγωγή αφορούσε και πάλι χρέη του Αποβιώσαντα και των εταιρειών του και επίσης συζητείτο για σκοπούς διευθέτησης, αλλά με διαφορετικούς λειτουργούς εφόσον εκείνη τύγχανε χειρισμού από την B2Kapital, και όχι την APS. Η αγωγή με αριθμό XXXX/13 διευθετήθηκε κατά ή περί την 8.8.2018 για ποσό €74,000 (αντίγραφο της αγωγής και της δήλωσης διευθέτησης όπως και αλληλογραφία μεταξύ των εμπλεκόμενων επισυνάπτεται σε δέσμη ως Τεκμήρια 2, 3(α-β)). Περί τα τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτεμβρίου 2018 ο κ. Τίμινης κατάφερε να διευθετήσει συνάντηση με την APS αναφορικά με την παρούσα αγωγή κατά τη διάρκεια της οποίας αφού ενημερώθηκε για το τότε υπόλοιπο, πληροφόρησε τους λειτουργούς (μεταξύ των οποίων και τον κ Σταύρου) για την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικογένεια μετά το θάνατο του Αποβιώσαντα και για τις διάφορες αγωγές που εκκρεμούσαν εναντίον τους. Με τα πιο πάνω δεδομένα πρότεινε την καταβολή ποσού €15,000 προς πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης, με τον κ Σταύρου να αναφέρει ότι αυτό θα έπρεπε να αυξηθεί στις €20,000 ώστε να είχε περισσότερες πιθανότητες έγκρισης από την αρμόδια επιτροπή. Σημειώνεται επίσης ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εκκρεμούσαν διάφορες αγωγές με την Τράπεζα Κύπρου, οι οποίες είχαν επίσης διευθετηθεί (Τεκμήρια 4(α-ε)) με την πώληση ενός ενυπόθηκου ακινήτου στην Πάφο ιδιοκτησίας της JMAIK Enterprises, ήτοι της εταιρείας η οποία ήταν εναγόμενη στην αγωγή με αριθμό 3097/
- Η εν λόγω διευθέτηση ήταν ή έπρεπε να ήταν υπόψη των Εναγόντων. Αποχώρησε, λοιπόν, από τη συνάντηση πεπεισμένος ότι η υπόθεση θα διευθετείτο. Παρόλα αυτά, περί τον Φεβρουάριο του 2019, ενημερώθηκε από λειτουργούς της APS ότι η πρόταση του δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία επικοινώνησε εκ νέου με τους λειτουργούς της APS, ανεβάζοντας το ποσό σε €23,000 σημειώνοντας πως λόγω των διαφόρων οφειλών που υπήρχαν προς τον Φόρο Εισοδήματος δεν ήταν σε θέση να προσφέρει μεγαλύτερο ποσό. Ουδέποτε, όμως, ανέφερε στον κ Σταύρου ότι οι κληρονόμοι προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση της περιουσίας του Αποβιώσαντα ή υπονόησε κάτι τέτοιο. Ούτε και έχουν τέτοια πρόθεση. Οι τηλεφωνικές συζητήσεις συνεχίστηκαν και την 22.11.2018 οπότε και το ποσό της πρότασης ανέβηκε σε €38,000, πρόταση την οποία επανέλαβε εκ νέου ο κ. Τίμινης τον Φεβρουάριο του
- Όπως αναφέρει, είχε συγκεντρώσει το ποσό αυτό από γνωστούς και φίλους εφόσον η διαχείριση δεν είχε καμία ρευστότητα. Κατά τη συνάντηση που έγινε τον Φεβρουάριο του 2019 οι Αιτητές ζήτησαν όπως τους δοθεί κάποιο από τα ακίνητα του Αποβιώσαντα έναντι ή προς εξόφληση του χρέους, αίτημα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε για διάφορους λόγους. Αφενός λόγω του ότι το χρέος προς τους Αιτητές ήταν ανεξασφάλιστο και αφετέρου λόγω της ύπαρξης οφειλών της διαχείρισης και των κληρονόμων προς Φόρο Εισοδήματος, Κοινωνικές Ασφαλίσεις και Φ.Π.Α. Κατόπιν παράκλησης των λειτουργών των Αιτητών απέστειλε περαιτέρω στοιχεία σχετικά με το θέμα με επιστολή του ημερομηνίας 12.3.2019 (Τεκμήριο 6). Αρνείται δε τις θέσεις των Αιτητών περί παραποίησης των κατηγορητηρίων, τα οποία είχαν επιδοθεί φέροντας λανθασμένους αριθμούς. Δυο μήνες αργότερα, ο κ. Σταύρου ζήτησε επειγόντως κάποια περαιτέρω στοιχεία για τα ακίνητα της διαχείρισης για σκοπούς εξέτασης της πρότασης από την αρμόδια επιτροπή, τα οποία και αποστάληκαν με επιστολή ημερομηνίας 24.4.2019 (Τεκμήριο 10). Την 20.6.2019 οι δικηγόροι των Εναγομένων ενημερώθηκαν ότι η πρόταση ημερομηνίας 24.4.2019 απορρίφθηκε και θα έπρεπε να υποβληθεί νέο αίτημα (βλέπε Τεκμήριο 11). Αποτελεί θέση του κ Τίμινη ότι οι Αιτητές γνώριζαν πολύ καλά ότι μέσα στο καλοκαίρι του 2018 είχαν διευθετηθεί οι οφειλές της διαχείρισης και της οικογένειας με την Τράπεζα Κύπρου, με αποτέλεσμα τα ακίνητα που εμφανίζονται στην έρευνα ημερομηνίας 1.8.2018 να παρουσιάζουν υποθήκες ενώ τα ακίνητα στην έρευνα ημερομηνίας 15.5.2019 να είναι ελεύθερα. Η διευθέτηση των αγωγών με την Τράπεζα Κύπρου είναι και ο μοναδικός λόγος που τα ακίνητα απελευθερώθηκαν από τις υποθήκες τους και όχι η πρόθεση των Εναγομένων να τα αποξενώσουν. Εξάλλου, η ίδια η δικηγόρος των Εναγομένων με την επιστολή της ημερομηνίας 24.4.2019 (Τεκμήριο 10) έκανε αναφορά στα διαθέσιμα ακίνητα και στις δυσκολίες διάθεσής τους προς ικανοποίηση των επίδικων χρεών. Μάλιστα, στην ίδια επιστολή σημειώνεται ότι το Ακίνητο δεν μπορεί να αποξενωθεί εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν έχει κατοχή αυτού και προς τούτο εκκρεμεί αίτηση έξωσης. Επομένως, τα όσα επικαλούνται οι Ενάγοντες προς υποστήριξη του αιτήματός τους δεν αποκαλύφθηκαν με την κατ' ισχυρισμό πρόσφατη έρευνα που διενήργησαν στο κτηματολόγιο τον Μάιο 2019, αλλά ήταν γνωστά σε αυτούς από πριν. Σε γενικότερο πλαίσιο ο κ Τίμινης αναφέρει οι Εναγόμενοι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που να έχει ως αποτέλεσμα την αποξένωση ή δέσμευση του Ακινήτου ούτε έχουν οποιαδήποτε πρόθεση προς τούτο, παρά το ότι οι διαφορές τους με τους Ενάγοντες εκκρεμούν από το
- Αρνείται ότι ανέφερε στους λειτουργούς των Εναγόντων ότι προτίθεται να αποξενώσει τα ακίνητα του Αποβιώσαντα. Δηλώνει πως ό,τι είχε πει είναι πως δεδομένου ότι οι Ενάγοντες δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές δεν έχουν προτεραιότητα έναντι των χρεών προς το Φ.Π.Α. και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει ότι τα ακίνητα απελευθερώθηκαν λόγω διευθέτησης της οφειλής προς την Τράπεζα Κύπρου και για κανένα άλλο λόγο. Τονίζει δε πως η διαχείριση έχει και άλλα ακίνητα τα οποία μπορούν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ των Αιτητών, τα οποία δεν μπορούν να αποξενωθούν για τους λόγους που οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση ανέφεραν στους Αιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 24.4.2019 (Τεκμήριο 10). Τέλος, ο κ. Τίμινης σημειώνει ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των συνηγόρων των Εναγομένων προς τους συνηγόρους των Εναγόντων ώστε να τους αποσταλούν οι καταστάσεις των λογαριασμών, οι τελευταίοι δεν έχουν ανταποκριθεί μέχρι σήμερα. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και δεν προέβηκαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τα όσα αμφότεροι υποστήριξαν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους είναι καταγεγραμμένα και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών ενδιάμεσων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
- Σύμφωνα με αυτό, η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων v. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051) Η πρώτη προϋπόθεση ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, το οποίο είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, ικανοποιείται εάν καταδεχθεί ότι ο αιτητής έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη (βλέπε Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255). Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου (βλέπε μεταξύ άλλων Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523 και Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2008, απόφαση ημερομηνίας 21.10.2011). Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οdysseos (πιο πάνω), ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ζήτημα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων (σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Βασίλη (πιο πάνω), Παλιομυλίτου ν. Παναγιώτου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 407, K. Christodoulides Land and Building Developments Ltd v. Φιλόκυπρου Γεώργιου Ματθαίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 310 και Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η αίτηση βασίζεται, όχι μόνο επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, αλλά και στις πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 5 αναφέρεται σε μια εξειδικευμένη αυτή περίπτωση και δεν επηρεάζει τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (βλ. ΑΒΡ Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.ά. (πιο πάνω)). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος να εμποδίζεται από του να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της δίκης. Στην υπόθεση Τσιολάκκης και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Στην πιο πάνω απόφαση (σελίδα 785) αναφέρεται ότι «το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (Hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Ο συσχετισμός των προϋποθέσεων που καθορίζονται στα δυο πιο πάνω νομοθετήματα, ήτοι στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευρυπίδης Φ. Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Μέσα από τη σχετική νομολογία μπορεί να εξαχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι όταν το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο θα μπορούσε να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, πρέπει να λάβει υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις των πιο πάνω άρθρων και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της αξίωσης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60(βλέπε C.T. Tobacco Ltd ν. Εκδόσεις Αρκτίνος κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853). Όπως, μάλιστα, υποδείχθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από το μόνο αρμόδιο σώμα που δεν είναι άλλο από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως επίσης τα ειδικά κριτήρια του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Προτού πράξω τούτο, κρίνω ορθό να επισημάνω, και τούτο προς απάντηση του πρώτου λόγου ένστασης της Εναγομένης 1 που αφορά στην μη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ότι με δεδομένη την επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη 1, οι Ενάγοντες δεν είχαν ανάλογη υποχρέωση. Ως είναι καλά γνωστό, το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη συναρτάται άμεσα με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου (βλέπε μεταξύ άλλων Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, Άνθιμος Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Limited κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 352, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 360 και Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583). Συνεπώς, το ζήτημα δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Η επίδοση της αίτησης σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου θέτει εκτός συζήτησης και το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της, ως η εισήγηση των συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Δίδοντας σχετικές οδηγίες το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα δεν ήταν επείγον ούτε υπήρχαν άλλες ιδιάζουσες περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Επομένως, δεν τίθεται θέμα εξέτασης ζητήματος καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Σε κάθε περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν ισχύει έχοντας υπόψη ότι με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, η ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης προέκυψε περί τα μέσα Μαΐου 2019 οπότε και:
(1)διαφάνηκε ότι οι συζητήσεις που γίνονταν για διευθέτηση της υπόθεσης δεν είχαν επιτυχή κατάληξη,
(2)διαπιστώθηκε η εξάλειψη των επιβαρύνσεων από τα ακίνητα του Αποβιώσαντα και
(3)οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι τα στοιχεία που τους έδωσε ο κ. Τίμινης δεν ήταν αληθή ή ορθά και ότι οι υποθέσεις που αφορούσαν σε οφειλές προς τον Έφορο Φ.Π.Α. είχαν διευθετηθεί. Σε σχέση με το λόγο ένστασης ως προς την χρήση από τους Ενάγοντες στοιχείων που τους είχαν δοθεί κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας για προστασία προσωπικών δεδομένων παρατηρώ ότι το θέμα προβλήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα. Σε κάθε περίπτωση, ο Ν.125(Ι)/2018που προφανώς επικαλείται η Εναγόμενη 1 προστατεύει δεδομένα φυσικών προσώπων και όχι αποθανόντων. Όπως, όμως, και να έχουν τα πράγματα παρατηρώ ότι η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης 1 επικαλείται τα δεδομένα αυτά με τρόπο ώστε να μην διαπιστώνεται οποιαδήποτε μεμπτή συμπεριφορά από την πλευρά των Εναγόντων. Επανερχόμενη στην ουσία της αίτησης, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω αναφορικά με την αγωγή, θεωρώ ότι τα πιο κάτω δεδομένα, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, επαναλαμβάνεται ότι το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Μελετώντας, λοιπόν, το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες εγείρουν απαίτηση για το ποσό των €37.193,33 ως υπόλοιπο λογαριασμού του Αποβιώσαντα στον οποίο παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις και για το ποσό των €46.967,17 ως υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου που παραχώρησαν στον Αποβιώσαντα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Αποβιώσαντα με βάση και τις δυο συμφωνίες μέχρι ένα συγκεκριμένο ποσό. Έχοντας δε υπόψη ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων, αποτελεί κρίση μου ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει στο δικόγραφό τους σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο από πλευράς Εναγόντων όσο και από πλευράς Εναγομένων. Οι θέσεις των δυο πλευρών αναφορικά με την ουσία της αξίωσης προκύπτουν από τα δικόγραφα που έχουν καταχωρήσει στα πλαίσια της υπόθεσης και από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Σύμφωνα δε με τη νομολογία που παρατίθεται σε σύνοψη πιο πάνω, είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η έννοια της «πιθανότητας» (probability) στο άρθρο 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Στη σελίδα 569 της απόφασης τονίζονται τα εξής: «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Έχοντας υπόψη τα όσα καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δυο πλευρές και επαναλαμβάνοντας ότι δεν χρειάζεται και ούτε πρέπει να εξαχθεί οποιοδήποτε τελικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα αντικρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, αλλά απλά να διαπιστωθεί κατά πόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται, το Δικαστήριο αποφεύγει επιμελώς να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Υπό το φως των όσων συνοψίζονται πιο πάνω σε σχέση με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι δυο πλευρές, αποτελεί κρίση μου ότι τα όσα οι Ενάγοντες έχουν επικαλεσθεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Και τούτο έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο κ. Σταύρου:
(1)οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν στον Αποβιώσαντα πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνειο,
(2)που πράγματι παραχώρησαν σε αυτόν,
(3)με την εγγύηση της Εναγομένης 2,
(4)και οι δυο λογαριασμοί παρουσιάζουν χρεωστικά υπόλοιπα αφού ο Αποβιώσας δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος και της Συμφωνίας Δανείου, και
(5)οι σχετικές συμφωνίες έχουν τερματιστεί. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην ένορκη του δήλωση ο κ. Τίμινης δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης ούτε προωθεί οποιονδήποτε από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Η όποια παράλειψη των συνηγόρων των Εναγόντων να προμηθεύσουν τους αντιδίκους τους με αντίγραφα των σχετικών καταστάσεων λογαριασμού αφορά ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο. Με δεδομένα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6. Δηλαδή, κατά πόσον οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστούν στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ τους. Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ως δε προκύπτει από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης (βλέπε Larticon Ltd v. Detergente Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο έχει κατά νου την αρχή της νομολογίας σύμφωνα με την οποία η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ (βλέπε Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759). Ως δε υπογραμμίστηκε στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (πιο πάνω), κατά την εξέταση αίτησης με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος όπου τα περιουσιακά στοιχεία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, το κριτήριο είναι κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ των εναγόντων να παραμείνει ανικανοποίητη. Μελετώντας, επίσης, το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Συνάγεται, επομένως, ότι ο ενάγων θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο που ζητείται να δεσμευτεί και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησής του. Παράλληλα, στα πλαίσια της αίτησης και ειδικότερα σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, ο ενάγων θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας, τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται να λάβει υπέρ του. Κρίνω ότι στη βάση των όσων παρατίθενται αμέσως πιο κάτω οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως και το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 5 του Κεφ. 6:
- Τα τελευταία τρία χρόνια καταβάλλονται προσπάθειες από μέρους των Εναγομένων για διευθέτηση της υπόθεσης οι οποίες μέχρι στιγμής δεν είχαν επιτυχή κατάληξη.
- Στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών ο κ. Τίμινης, ο οποίος και συνομιλούσε με τους λειτουργούς των Εναγόντων για το σκοπό αυτό ως αντιπρόσωπος των Εναγομένων, πρότεινε την καταβολή διάφορων κατά καιρούς ποσών προς εξόφληση του χρέους, τα οποία ήταν κατά πολύ χαμηλότερου του υπολοίπου των δυο λογαριασμών (ως τούτο προκύπτει σύμφωνα με τις θέσεις των Εναγόντων). Πράττοντας δε τούτο επανειλημμένα επικαλέστηκε την κακή οικονομική κατάσταση της οικογένειας και την έλλειψη ρευστότητας στη διαχείριση, όπως επίσης και οφειλές αυτών προς τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες.
- Σύμφωνα με τα στοιχεία που έλαβαν οι Ενάγοντες από το πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οι δυο ποινικές υποθέσεις την εκκρεμότητα των οποίων επικαλείτο ο κ. Τίμινης στα πλαίσια αυτά έχουν διευθετηθεί.
- Με βάση τις θέσεις του κ. Τίμινη, τόσο ο Αποβιώσας όσο και η εταιρεία δικών του συμφερόντων έχουν μεγάλες οφειλές προς τον Φόρο Εισοδήματος, Κοινωνικές Ασφαλίσεις και Φ.Π.Α. οι οποίες κατά την άποψή του έχουν προτεραιότητα έναντι του χρέους που αφορά η παρούσα υπόθεση (βλέπε παράγραφο 10(α) της ένορκης του δήλωσης). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Τίμινη προς τον κ. Σταύρου ημερομηνίας 13.4.2019 (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Τίμινη) αυτός αναφέρει ότι οι οφειλές του Αποβιώσαντα και της εγγυήτριας/Εναγομένης 2 προς τις πιο πάνω κρατικές υπηρεσίες ανέρχονταν σε €379,173 και η διαχείριση έχει υπέρογκες υποχρεώσεις («massive obligations») κυρίως στο εξωτερικό.
- Με βάση το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 15.5.2019 (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου) ο Αποβιώσασας έχει τα ακόλουθα ακίνητα:
(1)Αρ. Εγγραφής 9/XXX, Φ/Σχ. 21/62W1, Τμήμα 9, Τεμάχιο XXX, οικόπεδο στο Δήμο Στροβόλου, Χρυσελεούσα, Περατικά στην επαρχία Λευκωσίας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(2)Αρ. Εγγραφής 0/XXX Φ/Σχ. 0/2-289-382, Τμήμα 5, χωράφι, Δήμος Παραλιμνίου, Πορτολάουμο, στην επαρχία Αμμοχώστου (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(3)Αρ. Εγγραφής 0/XXXX, Τμήμα 4, Φ/Σχ.0/2-270-372, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Ορμήδιεια, Κλώσμα στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(4)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 39/56, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κόρνος, Κοτσιηνόγια, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(5)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/44, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Λέδια του Τοχνίτη, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(6)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/36, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Χιλιομοδούσα, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(7)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/44, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Λέδια του Τοχνίτη, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(8)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 1, Φ/Σχ. 49/4312V, Τεμάχιο XX, τόπος, Κάτω Δρυς, μέσα στο χωριό, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(9)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/36, Τεμάχιο XX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Πίτσιλλος, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν),
(10)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/28, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Λούρα, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν) και
(11)Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Φ/Σχ. 49/36, Τεμάχιο XXX, χωράφι, Κάτω Δρυς, Λούρα, στην επαρχία Λάρνακας (επιβαρύνσεις δεν υπάρχουν).
- Ως, όμως, αναφέρει η συνήγορος των Εναγομένων στην επιστολή της ημερομηνίας 24.4.2019 (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Τίμινη) δεν «φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική περιουσία που να είναι διαθέσιμη προς ικανοποίηση των επίδικων οφειλών» γιατί (παρατίθεται αυτούσιο μέρος της εν λόγω επιστολής): «Ακίνητο με αρ. εγγραφής 9/XXX στο Δήμο Χρυσελεούσας στη Λευκωσία: Είναι η μοναδική κατοικία διαμονής της συζύγου και κληρονόμου του XXXXX Τίμιν, XXXXX Τίμινη και του υιού και κληρονόμου του XXXXX Τίμινη. Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXX στο Παραλίμνι: Το μερίδιο που ανήκει στη διαχείριση είναι το 1/5 και οι προοπτικές πώλησής του, λόγω μη διαχωρισμού του, είναι περιορισμένες. Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXX στην Ορμήδεια, Λάρνακας: Στο υποστατικό που βρίσκεται στην εν λόγω περιουσία υπάρχει ενοικιαστής ο οποίος από το Σεπτέμβριο δεν πληρώνει ενοίκια και δεν παραδίδει ελευθέρα κατοχή του ακινήτου. Ως αποτέλεσμα έχει καταχωρηθεί αίτηση έξωσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα
- Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία, σε περίπτωση που το εν λόγω ακίνητο περιέλθει στην ιδιοκτησία της Τράπεζας είτε μέσω εκποίησης ή εξώδικης διευθέτησης, η Τράπεζα ενδεχομένως να μην μπορεί να ανακτήσει κατοχή αυτού άμεσα αλλά θα πρέπει να ξανακαταχωρήσει διαδικασία έξωσης επ' ονόματι του. Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXX στον Κόρνο: Τα αδέλφια του XXXXX Τίμινη προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει από κοινού σε αυτούς και όχι προσωπικά στο XXXXX Τίμινη, αμφισβητώντας την κυριότητα και ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου από τη διαχείριση. Σε περίπτωση που το εν λόγω ακίνητο περιέλθει στην ιδιοκτησία της Τράπεζας είτε μέσω εκποίησης ή εξώδικης διευθέτησης για να μπορέσει η Τράπεζα να αξιοποιήσει/ρευστοποιήσει την εν λόγω περιουσία θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί η πιο πάνω απαίτηση των αδελφών του αποβιώσαντα. Ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/XXX28, 0/XXX85, 0/XXX86, 0/XXX149, 0/XXX52, 0/XXX68 και 0/XXX71 στο Κάτω Δρυ: Τα ακίνητα αυτά παρόλο που δεν είναι δεσμευμένα είναι μηδαμινής αγοραστικής αξίας χωρίς οποιαδήποτε εμπορευσιμότητα».
- Στην ίδια επιστολή, η συνήγορος αναφέρει ότι η Εναγόμενη 2 δεν εργάζεται και δεν έχει οποιοδήποτε εισόδημα πέραν της σύνταξης χηρείας που λαμβάνει.
- Σύμφωνα με τον κ. Σταύρου, ο κ. XXXXX Τίμινης, υπό την ιδιότητά του ως κληρονόμος του Αποβιώσαντα, ανέφερε σε αυτόν ότι πρόθεση των κληρονόμων είναι να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία του Αποβιώσαντα για σκοπούς ικανοποίησης άλλων χρεών αυτού. Ο κ. Τίμινης αμφισβητεί αυτή τη θέση. Σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της Εναγομένης 1 επί τω ότι οι επί τούτου αναφορές του κ. Σταύρου είναι αόριστες και γενικές. Αντίθετα, θεωρώ ότι τα όσα προβάλλει στις παραγράφους 45 και 49 της ένορκης του δήλωσης έχει αναφερθεί σαφώς και συγκεκριμένα σε δηλώσεις του κ. Τίμινη περί πρόθεσης αποξένωσης ακινήτων του Αποβιώσαντα. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται και σε συνάρτηση με το ότι όλες οι επιβαρύνσεις επί των Ακινήτων έχουν πρόσφατα εξαλειφθεί στα πλαίσια διευθέτησης άλλων υποθέσεων που εκκρεμούσαν με την Τράπεζα Κύπρου με την παραχώρηση κάποιου ακινήτου. Όπως, όμως και να έχουν τα πράγματα το στοιχείο αυτό έχει περιορισμένη σημασία αφού σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, και δη ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί, κρίνω ότι στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο τόσο με συγκεκριμένη μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου, όσο και σε συνάρτηση με την πιθανή επίδραση που τέτοια αποξένωση θα έχει επί της απαίτησής τους
- Με βάση τα όσα προκύπτουν από το Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου το Ακίνητο έχει αξία περίπου όση η αξίωση των Εναγόντων.
- Τα όσα επικαλείται ο κ. Τίμινης στην ένορκη δήλωσή του αναφορικά με την κατοχή του Ακινήτου από τρίτο πρόσωπο δεν διαφοροποιούν το ζήτημα με οποιοδήποτε τρόπο ούτε αποκλείουν τον κίνδυνο αποξένωσης.
- Το ότι το επίδικο χρέος δεν είναι εξασφαλισμένο δεν υπέχει σημασίας στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης(βλέπε Κητρομιλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1165). Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας, το οποίο στην ουσία υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, κρίνεται ότι στη βάση των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, τούτο κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Τελική Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει και συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο