← Κύπρος

Μιχαηλίδη κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 891/2019, 20/1/2020

Μιχαηλίδη κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 891/2019, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 891/2019 Μεταξύ:

  1. XXXXX Μιχαηλίδη
  2. XXXXX Μιχαηλίδου Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2 Απριλίου 2019 20 Ιανουαρίου,
  3. Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κος Μάμαντος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χριστοδούλου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ημερομηνίας 2.4.2019, οι Ενάγοντες αξιώνουν μεγάλο αριθμό αναγνωριστικών αποφάσεων και/ή δηλώσεων σε σχέση με συμβατικές πρόνοιες τις οποίες θεωρούν καταχρηστικές ρήτρες καθώς επίσης διατάγματα ακύρωσης συναφών καταχρηστικών χρεώσεων. Αξιώνουν επίσης γενικές, ειδικές, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Τέλος, αξιώνουν περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να επαναφέρεται στη σύμβαση ημερομηνίας 21.12.2006 μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, το αρχικό συμφωνηθέν επιτόκιο, ήτοι 3 μήνες Libor προσαυξημένο 1,75% και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να χρεώνουν τον λογαριασμό των Εναγόντων με το ως άνω συμφωνηθέν επιτόκιο. Με την καταχώρηση της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως για έκδοση προσωρινού διατάγματος διά του οποίου να «απαγορεύεται άμεσα στους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση, τους διευθυντές, αντιπροσώπους και υπαλλήλους αυτών να συνεχίζουν να χρεώνουν τους Ενάγοντες-Αιτητές με επιτόκιο τριών μηνών Libor και προσαύξηση προς 4,1943% ετησίως, μέχρι της αποπερατώσεως της εκδίκασης της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και το κοινοδίκαιο. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, ημερομηνίας 2.4.2019 και τα σ' αυτήν συνημμένα Τεκμήρια. Ο ενόρκως δηλών, αφού εξηγεί τη σχέση του με τους Ενάγοντες, την εμπλοκή του στην υπόθεση και το λόγο που ο ίδιος προβαίνει σε ένορκη δήλωση, εξηγεί με λεπτομέρεια τα γεγονότα και ισχυρισμούς του σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Ως είναι, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα: «Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους ίδιους τους Αιτητές, περί τα τέλη του 2006 αποφάσισαν να λάβουν στεγαστικό δάνειο. Κατόπιν λοιπόν τούτου, υπέγραψαν στις 21/12/2006 με τους Καθ' ων η Αίτηση το στεγαστικό δάνειο «ALPHA ΚΑΤΟΙΚΙΑ», με το οποίο είχαν συμφωνήσει όπως οι Καθ' ων η Αίτηση τους χορηγήσουν το ποσό των €175.
  4. Για σκοπούς μάλιστα ολοκλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμόν XXXXX735-5, ενώ ο Αιτητής 1 υπέγραψε την σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 21/12/2006 για το ποσό των €260.000, πλέον τόκους επί του ακινήτου με στοιχεία, αριθμός εγγραφής XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο XLV Τεμάχιο XX, Τοποθεσία Βρυσούδια στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 21/12/2006, με επισυναπτόμενη την σύμβαση υποθήκης ίδιας ημερομηνίας. Την εν λόγω συμφωνία την έχω λάβει από τους ίδιους τους Αιτητές, για σκοπούς δε της παρούσας μου δηλώνω πως την έχω αναγνώσει και μελετήσει προσεκτικά. Εξ' όσων προκύπτουν από την ως άνω συμφωνία δανείου, ένας από τους βασικότερους ρητούς όρους της ήταν πως το δάνειο θα ήτο πληρωτέο δια 180 μηνιαίων συνεχών δόσεων. Για τις πρώτες 179 δόσεις, η μηνιαία καταβολή καθορίστηκε στο ποσό των €925 εκάστη, ενώ η 180η δόση είχε καθοριστεί να είναι τέτοιου ύψους, ούτως ώστε να εξοφλήσει πλήρως το ποσό που θα οφείλετο μέχρι εκείνη την στιγμή. Επιπλέον, πολύ βασικός ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας των Αιτητών με τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν και πως, ο τόκος θα υπολογίζετο επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο 3 Μήνες Libor το οποίο θα ίσχυε κάθε φορά προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως. Όταν λοιπόν υπογράφηκε η πιο πάνω συμφωνία, οι Αιτητές τηρώντας κατά γράμμα το περιεχόμενο της, κατέβαλλαν ανελλιπώς έναντι των υποχρεώσεων τους προς τους Καθ' ων η Αίτηση το ποσό της συμφωνημένης μηνιαίας δόσης ύψους €
  5. Μάλιστα μέχρι και σήμερα δεν οφείλουν καμία καθυστερημένη δόση προς αυτούς. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2Α δέσμη με αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού, που έχω στην διάθεσή μου μέχρι και τις 31/12/2018 και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2Β την κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσαν οι Καθ' ων η Αίτηση για το επίδικο δάνειο των Αιτητών και εις το οποίο φαίνονται οι πληρωμές των δόσεων μέχρι και τον Φεβρουάριο του
  6. Περί τις αρχές του 2016 και αφού οι Αιτητές εξακολουθούσαν να καταβάλλουν ανελλιπώς την συμφωνηθείσα μηνιαία δόση των €925 προς τους Καθ' ων η Αίτηση, σε μια συζήτηση που είχα με τον Αιτητή 1 μου εξέφρασε την προθυμία τους να καταβάλουν ένα εφάπαξ ποσό προς πλήρη και τελική εξόφληση του εν λόγω δανείου. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής 1 με εξουσιοδότησε ούτως ώστε να ενεργήσω εκ μέρους τους και υπό την ιδιότητα μου ως λογιστής - ελεγκτής και ουσιαστικά να αναλάβω από την πλευρά τους τις διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η Αίτηση. Πράγματι, αφού είχα μελετήσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία με τα οποία οι Αιτητές με είχαν εφοδιάσει, ετοίμασα και παρέδωσα δια χειρός προς τους Καθ' ων η Αίτηση την επιστολή ημερομηνίας 16/05/2016 με την οποία τους κοινοποιούσα την πρόθεσή των Αιτητών να εξοφλήσουν πλήρως το επίδικο δάνειο μέχρι και τις 05/07/2016, με την άμεση καταβολή του ποσού των €90.
  7. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16/05/2016, με επισυναπτόμενη την εξουσιοδότηση που έλαβα από τον αδελφό μου - Αιτητή
  8. Παράλληλα με την εν λόγω επιστολή μου, έθετα υπόψιν των Καθ' ων η Αίτηση πως από τις 21/12/2006, ημερομηνία κατά την οποία και συνομολογήθηκε η επίδικη σύμβαση δανείου, μέχρι και τις 13/05/2016, οι Αιτητές είχαν καταβάλει έναντι των συμβατικών τους υποχρεώσεων το συνολικό το ποσό των €103.600, ενώ παρά το γεγονός πως το επιτόκιο είχε συμφωνηθεί ότι θα ανερχόταν σε 3 Μήνες Libor, προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως, οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση στις 09/01/2009 μονομερώς, καταχρηστικά, αντισυμβατικά και αναιτιολόγητα αύξησαν το περιθώριο σε 4,1943%, χωρίς να έχει παράλληλα αναπροσαρμοστεί το ύψος της μηνιαίας δόσης. Επιπλέον, με την πιο πάνω επιστολή μου έθετα τους Καθ' ων η Αίτηση προ των ευθυνών τους, αφού ως τους είχα αναφέρει η από μέρους τους, ως ανωτέρω αναφέρω, μονομερής αύξηση του επιτοκίου, χωρίς την ταυτόχρονη αναπροσαρμογή της δόσης είχε σαν αποτέλεσμα, η εφάπαξ καταβολή που καλούντο οι Αιτητές να καταθέσουν στην λήξη του δανείου να ανέρχετο στις €125.000, αντί των €65.000 ως θα ήτο εάν τηρείτο κανονικά το συμβατικό περιθώριο των 3 Μηνών Libor, προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως, ήτοι 92% αύξηση περίπου, η οποία σχεδόν ανέρχεται στο 70% του αρχικού ποσού του δανείου. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρω ανωτέρω, το συμφωνηθέν επιτόκιο της επίδικης συμφωνίας είχε καθοριστεί σε 3 Μήνες Libor, προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως. Αντ' αυτού οι Καθ' ων η Αίτηση στις 09/01/2009 μονομερώς, αλλά και εξ' όσων με συμβουλεύουν οι ως άνω Δικηγόροι των Αιτητών, καταχρηστικά και κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 21/12/2006, μετέβαλαν προς τα πάνω το επιτόκιο και ως εκ τούτου αύξησαν το περιθώριο με το οποίο θα χρεωνόταν ο ανωτέρω λογαριασμός σε 3 μηνών Libor και Προσαύξηση προς 4,1943%. Μάλιστα, φαίνεται πως οι Καθ' ων η Αίτηση κοινοποίησαν προς Αιτητές την εν λόγω αύξηση του επιτοκίου του δάνειου, μέσω γραπτής ειδοποίησης αλλαγής επιτοκίου ημερομηνίας 09/01/2009, η οποία όμως απεστάλει σε αυτούς μέσω απλού ταχυδρομείου, αντί συστημένου ταχυδρομείου, ως προβλέπει ο όρος 15 της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 ανωτέρω. Με την συγκεκριμένη ειδοποίηση, οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλούμενοι αόριστα τις μεταβολές στις συνθήκες αγοράς αλλά και γενικά την παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ως αναφέρουν επηρέασε αρνητικά την ρευστότητα του χρήματος διεθνώς, δικαιολόγησαν τον λόγο που τους ανάγκασε δήθεν να αυξήσουν την συμφωνημένη προσαύξηση του επίδικου λογαριασμού από 3 Μήνες Libor προσαυξημένο κατά 1,75%, σε 3 μηνών Libor και Προσαύξηση προς 4,1943%. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 αντίγραφο της γραπτής ειδοποίησης των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 09/01/
  9. Το αντίγραφο της εν λόγω ειδοποίησης το έχω λάβει από τους ίδιους τους Αιτητές. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι Καθ' ων η Αίτηση απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή μου, με την επιστολή τους ημερομηνίας 30/05/
  10. Ουσιαστικά με αυτή τους την επιστολή απέρριπταν όλους τους ισχυρισμούς μου, ως επίσης και την πρότασή που τους είχα υποβάλει εκ μέρους των Αιτητών για πλήρη εξόφληση του επίδικου δανείου. Αντ' αυτού, μας καλούσαν μάλιστα να επικοινωνήσουμε με τον αρμόδιο λειτουργό που χειριζόταν το δάνειο των Αιτητών από τους Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι κάποιον κύριο Ανδρέα Ζήνωνος, ούτως ώστε να εξευρεθεί λύση. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 την επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 30/05/2016». Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται περαιτέρω σε ενέργειες και γεγονότα που ακολούθησαν προς υποστήριξη της θέσης του περί αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, στη βάση των εννέα λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης και που υποστηρίζονται από τα λεγόμενα της XXXXX Νικολάου, στην ένορκή της δήλωση ημερομηνίας 12.6.
  11. Η ενόρκως δηλούσα, επίσης με λεπτομέρεια, προβάλλει τους ισχυρισμούς της αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το ότι η μεταβολή του επιτοκίου μέσω ειδοποίησης 9.1.2009 παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τους Ενάγοντες ενόσω ουδόλως πληρούνται οι προϋποθέσεις για ικανοποίηση της αίτησης. Θέτει περαιτέρω θέμα επάρκειας των Εναγομένων να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες καθώς επίσης ότι το τι ζητείται δεν αποτελεί προσωρινό μέτρο αλλά απόδοση θεραπείας η οποία ζητείται στο πλαίσιο της κυρίως αγωγής. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της δικής τους πλευράς. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη των θέσεων των δύο συνηγόρων. Αρκεί πιστεύω να αναφέρω ότι έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο των αγορεύσεων ως και όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd&other v. Rossis

(1975)1 C.L.R.38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R.585, Μ.&Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ.557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ.18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε.10042, ημερ.23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Έχω πιο πάνω αναφερθεί στις ζητούμενες με την αγωγή θεραπείες στις οποίες περιλαμβάνεται και διάταγμα επαναφοράς στη σύμβαση του αρχικού συμφωνηθέντος επιτοκίου και διαταγής όπως αυτό το επιτόκιο χρεώνεται. Το υπό κρίση αιτούμενο προσωρινό διάταγμα παρουσιάζεται ως απαγορευτικό για συνέχιση χρέωσης του επιτοκίου ως το μετέβαλαν οι Εναγόμενοι. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα, δεν θα ήταν δυνατό οι Ενάγοντες να αναζητούν πλήρη κατάργηση χρέωσης με οποιοδήποτε επιτόκιο. Στην καλύτερη, γι' αυτούς, περίπτωση, γίνεται αντιληπτό ότι το τι ζητείται είναι η απαγόρευση χρέωσης με βάση το μεταβληθέν επιτόκιο και χρέωσης με βάση το αρχικώς συμφωνηθέν επιτόκιο. Συνεπώς, το τι συνάγεται είναι ότι το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο αποτέλεσμα με την ως άνω θεραπεία που ζητείται με την αγωγή και που, περαιτέρω, καθορίζει και το αποτέλεσμα άλλων ζητουμένων με την αγωγή θεραπειών. Με αυτά τα δεδομένα, είναι ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, η εξέταση και των πιο κάτω νομολογιακών αρχών. Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: «
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση». Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστατικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω, είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου.» Εις δε την υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκε ότι: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Όπως αναφέρεται στην Πολ. Έφ. Αρ. 85/2010, Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.ά., ημερομηνίας 31.1.2013: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ"Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο Δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο Δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dracon
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος». Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτουν οι ισχυρισμοί εκ μέρους των Εναγόντων περί της καταχρηστικότητας συγκεκριμένων προνοιών της μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων συμφωνίας και της αντικανονικότητας ενεργειών των Εναγομένων καθιστώντας αυτές άκυρες, αντισυμβατικές και παράνομες. Προκύπτει επίσης, σχετικά με τη μεταβολή του επιτοκίου, ότι αυτό έγινε περί τις 9.1.
  1. Οι Εναγόμενοι δε, μέχρι και σήμερα καταβάλλουν ανελλιπώς τις πληρωτέες δόσεις ενώ, κατά το χρόνο μεταβολής του επιτοκίου, ουδόλως διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν τέτοια ενέργεια. Περί τις αρχές του 2016, όταν οι Ενάγοντες εξέφρασαν την πρόθεση για πλήρη εξόφληση του δανείου τους, προέκυψαν τα όσα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των Αιτητών, με τους Ενάγοντες να συνεχίζουν να καταβάλλουν τη δόση του δανείου τους. Παρά τους ισχυρισμούς και θέματα που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην ένστασή τους, είμαι της άποψης ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται αφού φαίνεται να προβάλλεται μια συζητήσιμη υπόθεση με κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα ως ενδεχόμενο επιτυχίας. Καθίσταται αντιληπτό ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας την παρούσα αίτηση, παραμένει και περιορίζεται στο άκρως απαραίτητο για σκοπούς της αίτησης χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα που θα εξεταστούν κατά την κυρίως δίκη. Προχωρώντας, το ερώτημα τίθεται κατά πόσο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σ' αυτό το στάδιο είναι που εξετάζεται η επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δεν έχει τερματιστεί ενώ η αποπληρωμή του δανείου συνεχίζεται κανονικά. Από τα επίδικα θέματα και ειδικά το ό,τι αφορά την παρούσα αίτηση, φαίνεται να επηρεάζεται το ποσό το οποίο θα είναι πληρωτέo με την τελευταία δόση. Δεν έχουν τεθεί στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά μόνο σχετικοί φραστικοί ισχυρισμοί, περί αδυναμίας αποπληρωμής. Συνεπώς, αναλόγως της περίπτωσης, το τι φαίνεται να προκύπτει είναι ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ώστε να είναι δυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ακόμη και χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε προκύπτει να υφίσταται οτιδήποτε άλλο που να ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Παρόλο που η ως άνω διαπίστωση καθορίζει το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης, θεωρώ ορθό να εξετάσω και εξηγήσω και τα εξής. Ως έχω αναλύσει ανωτέρω, το τι ζητείται με την παρούσα αίτηση αποτελεί ένα ουσιαστικό μέρος της παρούσας αγωγής. Η μεταβολή του επιτοκίου τον Ιανουάριο του έτους 2009, στη βάση των ισχυρισμών των Εναγόντων, έδιδε σ' αυτούς κατ' ελάχιστον διάφορες επιλογές. Η συνέχιση πληρωμής των δόσεων χωρίς αμφισβήτηση ή διαμαρτυρία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δημιούργησε ένα καθεστώς δεδομένων (status quo). Το status quo ante αυτό, οι Ενάγοντες ζητούν να ανατραπεί σήμερα. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν εύλογο και δίκαιο το Δικαστήριο να ενεργήσει με τρόπο που θα ανέτρεπε το status quo ante με έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, μάλιστα διεκπεραιώνοντας με αυτό τον τρόπο ένα ουσιαστικό μέρος της αγωγής. Επομένως, ακόμη και αν ήταν αντίθετη η ως άνω θεώρησή μου αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, η κατάληξη επί της αίτησης θα ήταν η ίδια. Με βάση όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κι αυτό ασχέτως εάν πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Δικαίου αποτελούν βάση των ισχυρισμών και θέσεων των Εναγόντων. Δεν εντοπίζω στις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, το Δικαστήριο να υποχρεούται να εκδώσει προσωρινό διάταγμα. Κατά συνέπεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Α.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.