Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεωργιάδη, Αρ. Αγωγής: 1321/2012, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1321/2012 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και XXXXX Γεώργιου Γεωργιάδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Καλλένος Για τον Εναγόμενο: κ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (ως τούτο τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.4.2013) οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €72.289,31 πλέον τόκους και έξοδα, καθώς επίσης την έκδοση διατάγματος εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 6.5.2011 (στο εξής η «Συμφωνία») παρείχαν στον Εναγόμενο δάνειο ύψους €70,000 υπό τους όρους που τυγχάνουν καταγραφής στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του, ο Εναγόμενος υποθήκευσε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 25/XXXX, Φ/Σχ. 21.460604 επί Τεμαχίου XXX, Διαμ. 1 στον 1ο όροφο, Αρ. Θύρας XXX, στη (στο εξής «Ακίνητο») μερίδιο το όλο, δυνάμει της Υποθήκης ΑΥ.XXX/2008 για το ποσό των €69.710 πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το ποσό του δανείου αλλά αυτός παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα να τερματιστεί η Συμφωνία και να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος εγείρει καταρχήν προδικαστική ένσταση επί τω ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια αναδιάρθρωσης αριθμού τραπεζικών διευκολύνσεων τις οποίες παραχώρησαν στον Εναγόμενο στο παρελθόν, οι Ενάγοντες είχαν δημιουργήσει κατά ή περί τον Μάιο του 2011 ένα ενιαίο λογαριασμό με αρ. XXXXX91-00 με τα υπόλοιπα των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων υπό μορφή δανείου ύψους €70,
- Για αδιευκρίνιστους, όμως, λόγους, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να εγκρίνουν την πληρωμή επιταγών από τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε με τους Ενάγοντες εταιρεία της οποίας διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών κατά ή περί τον Ιούλιο του
- Ενόψει τούτου οι τραπεζικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο υπό μορφή τρεχούμενων λογαριασμών και δανείων μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών και ο τρεχούμενος λογαριασμός από τον οποίο πληρωνόταν η δόση του επίδικου δανείου δεν λειτουργούσε κανονικά και δη κατά τον συνήθη τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε μέχρι τον Ιούλιο του
- Παρόλο ότι το όνομα του Εναγόμενου είχε διαγραφεί στη συνέχεια από το Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών, όλες οι τραπεζικές διευκολύνσεις του Εναγόμενου είχαν παραμείνει στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών, με αποτέλεσμα αδικαιολόγητα οι Ενάγοντες να ισχυρίζονται τον τερματισμό της Συμφωνίας. Ως εκ τούτου, αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και αιτείται την απόρριψη της αγωγής. Από την πλευρά των Εναγόντων δεν καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν δυο μάρτυρες, ενώ ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα (βλέπε Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ XXXXX Βανέζης ο οποίος είναι υπάλληλος των Εναγόντων, τοποθετημένος μέχρι σήμερα στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του Εναγομένου. Υπό αυτή του την ιδιότητα έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα, καθώς επίσης την ευθύνη της παρακολούθησης του λογαριασμού. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στη Συμφωνία με βάση την οποία συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παραχωρήσουν στον Εναγόμενο δάνειο ύψους €70,000 πλέον τόκους (η Συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και ο σχετικός Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων ο οποίος επίσης έχει υπογράφει από τον Εναγόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Με βάση τους όρους της Συμφωνίας το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις εκ €572,16 η καθεμία και με 120 μηνιαίες δόσεις εκ €572,18 η καθεμία. Η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα την 1.6.2011 και οι υπόλοιπες την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 1.5.
- Περαιτέρω, η Συμφωνία προέβλεπε ότι το δάνειο θα χρεώνεται με σταθερό επιτόκιο 5,410% ετησίως για 5 χρόνια από την ημερομηνία ανοίγματος του δανείου, ενώ ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, ήτοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Σε περίπτωση καθυστερήσεων στο δάνειο, αυτό θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου με τόκο υπερημερίας 6% επί του ποσού των καθυστερήσεων. Δυνάμει της Συμφωνίας ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα του Εναγόμενου με αρ. XXXXX
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ποσό του δανείου ύψους €70,000 καταβλήθηκε και εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο και προς όφελος του με βάση τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών. Ειδικότερα, το προϊόν του δανείου χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση και κλείσιμο των ακόλουθων λογαριασμών που ο Εναγόμενος διατηρούσε με τους Ενάγοντες με αρ.:
(1)XXXXX8754
(2)XXXXX1225
(3)XXXXX9080 και
(4)XXXXX
- Περαιτέρω, ποσό ύψους €7,400 κατατέθηκε στην πιστωτική κάρτα του Εναγόμενου με αρ. XXXXX0769, ενώ ποσό €3,500 κατατέθηκε στον λογαριασμό με αρ. XXXXX4886 επ' ονόματι της εταιρείας Acumen Ltd και η οποία εταιρεία με βάση σχετικό έντυπο σύνθεσης και επιβαρύνσεων το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 αποτελεί εταιρεία συμφερόντων του Εναγομένου. Το δε υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX3995 επ' ονόματι του Εναγομένου (οι καταστάσεις των εν λόγω λογαριασμών κατατέθηκαν σε δέσμη ως Τεκμήριο 9). Προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του προς τους Ενάγοντες ο Εναγόμενος υποθήκευσε προς όφελος τους το Ακίνητο δυνάμει υποθήκης ΑΥ XXX/08 για το ποσό των €69,710 (η σύμβαση και δήλωση υποθήκης με επισυνημμένο τον τίτλο ιδιοκτησίας του ενυπόθηκου ακινήτου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τις καταστάσεις λογαριασμού του λογαριασμού με αρ. XXXXX5291 σύμφωνα με τις οποίες το χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχεται σε €73.102,
- Παρόλα αυτά, όπως ανέφερε, για τους σκοπούς της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο και προς υποβοήθηση του Εναγόμενου έχει ετοιμάσει ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία το ποσό που διεκδικούν οι Ενάγοντες από τον Εναγόμενο διαμορφώνεται σε €71.219,28 πλέον τόκο προς 7,41% από 9.2.2012 επί ποσού €70.804,31 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99 (Τεκμήριο 7). Όπως εξήγησε, κατά την ετοιμασία της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού έχουν αφαιρεθεί ποσά τα οποία αντιπροσωπεύουν διάφορες νόμιμες χρεώσεις και επιβαρύνσεις και ο τόκος έχει υπολογιστεί με βάση το συμβατικό επιτόκιο, ήτοι 5,41% πλέον τόκο υπερημερίας 2%. Με αναφορά στο Τεκμήριο 6, ο Μ.Ε.2 εξήγησε ότι αρχικά υπήρξε καθυστέρηση της δόσης Ιουνίου
- Έτσι αποστάληκε στον Εναγόμενο σχετική επιστολή ημερομηνίας 30.6.2011 (μέρος του Τεκμηρίου 8). Ακολούθως, έγινε μια και μοναδική κατάθεση στις 10.8.2011 ποσού ύψους €1,720, με την οποία καλύφθηκαν οι δόσεις Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου
- Έκτοτε δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή και για το λόγο αυτό με επιστολή τους ημερομηνίας 8.2.2012 (επίσης μέρος του Τεκμηρίου 8) οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη Συμφωνία. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ XXXXX Στυλιανίδης ο οποίος είναι υπάλληλος των Εναγόντων από τον Αύγουστο του 1996 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Χορηγήσεων στο υποκατάστημα υπ. αρ. 130 στην Λεωφ. Ευαγόρου στη Λευκωσία ασκώντας καθήκοντα τραπεζικού λειτουργού στο Τμήμα Χορηγήσεων. Ανάμεσα στα τότε καθήκοντα του ήταν η διενέργεια συναντήσεων με ενδιαφερόμενους πελάτες για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων, η καταγραφή και εξέταση τέτοιων αιτημάτων και σε περίπτωση έγκρισης η ετοιμασία και υπογραφή όλων των απαραίτητων εγγράφων και συμφωνιών παραχώρησης των εγκριθέντων τραπεζικών διευκολύνσεων. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας ανέφερε ότι περί τον Απρίλιο του 2011 ο Εναγόμενος απευθύνθηκε στο υποκατάστημα υπ. αρ. 130 και υπέβαλε αίτημα για χορήγηση του επίδικου δανείου ύψους €70,
- Το αίτημα εξετάστηκε από τον ίδιο κατόπιν συλλογής όλων των απαιτούμενων στοιχείων και πληροφοριών από τον πελάτη. Μετά από διαβουλεύσεις με τον πελάτη, ο μάρτυρας υπέβαλε το αίτημα στην αρμόδια αρχή της τράπεζας, η οποία και το ενέκρινε. Έτσι, προχώρησε στην ετοιμασία της Συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και του Καταλόγου Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμήριο 3), τα οποία ο Εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του κ Φώτη Ψαρά, αποδεχόμενος τους όρους και των δυο εγγράφων. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Η μαρτυρία του Μ.Ε 1 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Εν πρώτοις σημειώνεται ότι ο μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς τη σαφήνεια και σταθερότητα των θέσεων του. Με αναφορά στα κατατεθειμένα τεκμήρια έχει επεξηγήσει με πληρότητα και επάρκεια και τους όρους της Συμφωνίας, όπως και τους όρους του Καταλόγου Προμηθειών και Χρεώσεων. Έχει επίσης αναφερθεί στον τρόπο διανομής του ποσού του δανείου με βάση τους όρους της Συμφωνίας καταθέτοντας το Τεκμήριο 9 το οποίο επιβεβαιώνει τα λεχθέντα. Ο μάρτυρας έχει επίσης εμπλακεί προσωπικά στην ετοιμασία της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 7), προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμού των επίδικων θεμάτων ως έχει, άλλωστε, υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων (βλέπε Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059 και Π. Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 425). Εξετάζοντας τα Τεκμήρια 6 και 7, θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που έχουν παρουσιαστεί ως Τεκμήριο 6 αποτελούν τραπεζικά βιβλία εν τη εννοία του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένες τις θέσεις του Μ.Ε.1 στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) και των περαιτέρω αναφορών του κατά την μαρτυρία του, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία επί τω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 6 - αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, ότι οι καταχωρήσεις αυτές έγιναν κατά την ενάσκηση των εργασιών των Εναγόντων και ότι τα βιβλία βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό την φύλαξη των Εναγόντων καθώς επίσης ότι έχουν συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε η ορθότητα τους (σημ: τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση). Συνεπώς, οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6 γίνονται αποδεκτές με βάση το άρθρο 22
(1)του Κεφ. 9 και συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Η κατάληξη μου αυτή οδηγεί στη δημιουργία ενός μαχητού τεκμηρίου που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, μεταφέροντας το στους ώμους του Εναγόμενου για να αποδείξει πλέον ο ίδιος, τη μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό (βλέπε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, Γ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφ. 1/2010, απόφαση ημερομηνίας 8.7.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γ. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφ. 335/09, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2014). Υπενθυμίζεται ότι από την πλευρά του Εναγομένου δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία. Ο μάρτυρας έχει επεξηγήσει με σαφήνεια και επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο ετοίμασε την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7) και δη τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο μειωμένο διεκδικούμενο ποσό, στο οποίο ποσό δεν περιλαμβάνονται οποιαδήποτε έξοδα, ο δε τόκος υπολογίστηκε με βάση το συμβατικό επιτόκιο πλέον τόκο υπερημερίας 2% από την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας. Αναφορικά με τις θέσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του και αφορούσαν την παράλειψη των Εναγόντων να συμμορφωθούν με την υποχρέωση που είχαν για αναδιάρθρωση του επίδικου δανείου με βάση την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π.107/2015, παρατηρώ ότι η θέση αυτή δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, η τράπεζα ήταν πάντοτε σε επικοινωνία με τον Εναγόμενο από τον οποίο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναπόκριση. Ερχόμενη, τέλος, στις ερωτήσεις που τέθηκαν στον μάρτυρα αναφορικά με την άρνηση των Εναγόντων να πληρώσουν επιταγές του Εναγομένου με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών, σημειώνω ότι το όλο ζήτημα τέθηκε με γενικότητα ενώ, ως έχει διαφανεί, οι επιταγές δεν αφορούσαν καν το επίδικο δάνειο. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται επίσης αποδεκτή ως ειλικρινής, σαφής και σταθερή. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε σε σχέση με την υπογραφή των εγγράφων από τον Εναγόμενο, ζήτημα το οποίο δεν υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης, όπως επίσης κατά πόσον η τράπεζα κατέβαλε προσπάθειες αναδιάρθρωσης του επίδικου δανείου και άλλων πέντε διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν παλαιότερα σε αυτόν, θέμα για το οποίο, ωστόσο, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός με βάση το σχετικό νόμο και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (Τεκμήριο 1). Με βάση τη Συμφωνία (Τεκμήριο 2) η οποία υπογράφθηκε από τα μέρη, οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο δάνειο ύψους €70,000 υπό τους όρους που τυγχάνουν καταγραφής σε αυτήν και στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμήριο 3) που επίσης υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο. Με βάση τη Συμφωνία η υποθήκη ΑΥ.XXX/2008 ημερομηνίας 21.12.2007 (Τεκμήριο 5) επί του Ακινήτου αποτελεί εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου δυνάμει του επίδικου δανείου. Με επιστολή τους ημερομηνίας 30.6.2011, οι Ενάγοντες κάλεσαν τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το ποσό της καθυστερημένης δόσης ύψους €572,16, ενώ με επιστολή τους ημερομηνίας 8.2.2012 τερμάτισαν τη Συμφωνία λόγω παράλειψης του Εναγόμενου να καταβάλει τις δόσεις Σεπτεμβρίου 2011 - Φεβρουαρίου 2012 (οι δυο επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8) Με βάση την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7), στην οποία ο τόκος υπολογίστηκε με βάση το συμβατικό επιτόκιο εκ 5,41% πλέον τόκο υπερημερίας 2% από την ημερομηνία τερματισμού, ο Εναγόμενος οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των €71.219,28 πλέον τόκο προς 7,41% ετησίως από 9.2.2012 επί ποσού €70.804,31 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους στον απαιτούμενο βαθμό. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Ως έχει ήδη σημειωθεί, η πλευρά του Εναγόμενου δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσον τα γεγονότα για τα οποία υπάρχει μαρτυρία είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλέπε Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση αρ. 335/2009, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2014). Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών, την προσαχθείσα μαρτυρία και τις υποβολές που έγιναν στους μάρτυρες των Εναγόντων κατά την αντεξέτασή τους, οι θέσεις της υπεράσπισης είναι οι ακόλουθες: Εν πρώτοις, ο Εναγόμενος προβάλλει ότι οι Ενάγοντες αδικαιολόγητα δεν προχώρησαν στην πληρωμή επιταγών εταιρείας στην οποία ήταν διευθυντής, με αποτέλεσμα το όνομά του να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών. Σε σχέση με το θέμα αυτό, περιορίζομαι να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία με τρόπο ώστε να ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων να ήταν δυνατή η εξέταση του υπό κρίση ζητήματος. Ως έχω, άλλωστε, επισημάνει, οι επιταγές για τις οποίες έγινε λόγος κατά την αντεξέταση του Μ.Ε1 δεν αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό. Κατά δεύτερον, ο Εναγόμενος εισηγείται ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας δεν ήταν νόμιμος και ότι δεν παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 8.2.2012. Η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Με βάση τον όρο 12 της Συμφωνίας, η Τράπεζα έχει δικαίωμα να καταστήσει το δάνειο απαιτητό και να ζητήσει από τον πελάτη (Εναγόμενο) οποιοδήποτε ποσό οφείλει συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου και τόκου υπερημερίας. Σε περίπτωση δε που ο Εναγόμενος παραλείψει να το πράξει, η τράπεζα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς την πληρωμή του χρέους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 15, παράλειψη του Εναγόμενου να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο στην τράπεζα συνιστά παράβαση της Συμφωνίας. Με δεδομένη την παράλειψη του Εναγόμενου να καταβάλει τις δόσεις των μηνών Σεπτεμβρίου 2011 - Φεβρουαρίου 2012, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας (βλέπε Frakapor Courrier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολιτική Έφεση αρ. 9/2011, απόφαση ημερομηνίας 15.6.2016), την οποία και τερμάτισαν, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το χρέος απαιτητό (βλέπε Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465). Αναφορικά με το ζήτημα της παραλαβής της επιστολής τερματισμού σημειώνω ότι με βάση την μαρτυρία του Μ.Ε. 1 η εν λόγω επιστολή αποστάληκε ταχυδρομικώς στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγόμενου (ως προνοεί άλλωστε ο όρος 25 της Συμφωνίας), ενώ η υποβολή του κ Χριστοδούλου περί του αντιθέτου παρέμεινε μετέωρη ενόψει της μη προσκόμισης μαρτυρίας από την υπεράσπιση. Το τρίτο ζήτημα που εγείρεται από την υπεράσπιση αφορά το ύψος του ποσού που οφείλει ο Εναγόμενος και δη κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει το ποσό που αξιώνουν ως είχαν υποχρέωση να πράξουν (βλέπε Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γ. Οικονόμου (πιο πάνω)). Σχετική επί του θέματος ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 ο οποίος παρουσίασε την ανακατασκευασμένη κατάσταση του λογαριασμού, (Τεκμήριο 2) σύμφωνα με την οποία το διεκδικούμενο ποσό μειώθηκε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Αναφορικά με το θέμα του τόκου, υπενθυμίζεται ότι η Συμφωνία προέβλεπε για χρέωση επιτοκίου ύψους 5,41% ετησίως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δυο φορές το χρόνο. Σύμφωνα δε με τον Κατάλογο Προμηθειών και Υποχρεώσεων (Τεκμήριο 3), τον οποίο επίσης υπέγραψε και αποδέχθηκε ο Εναγόμενος, σε περίπτωση καθυστέρησης στην αποπληρωμή δανείων υπάρχει χρέωση επιπρόσθετου επιτοκίου 6% επί του ποσού της καθυστέρησης που ισχύει για όσο χρόνο παραμένει η καθυστέρηση κατά τον τερματισμό του λογαριασμού. Αντ' αυτού, σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση υπολογίστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 2% από την ημερομηνία του τερματισμού της Συμφωνίας, ενέργεια η οποία είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν. 160(Ι)/1999. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, κρίνεται ότι το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 υπολογίστηκε ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της Συμφωνίας (βλέπε Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους. Κρίνω δε σκόπιμο να σημειώσω ότι από την πλευρά της υπεράσπισης το ύψος του ποσού που οφείλεται αμφισβητήθηκε με γενικό τρόπο, ενώ στην γραπτή του αγόρευση ο κ Χριστοδούλου απλά παρέθεσε κάποια άρθρα διαφόρων νομοθεσιών χωρίς, όμως, να επεξηγήσει με οποιοδήποτε τρόπο πως αυτά εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπόθεσης. Ερχόμενη, τέλος, στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί παράλειψης των Εναγόντων να ενεργήσουν τα δέοντα προς το σκοπό αναδιάρθρωσης του επίδικου δανείου στα πλαίσια συμμόρφωσης με την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 107/2015, επαναλαμβάνω ότι το όλο θέμα δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης και ως εκ τούτου δεν δύναται να εξεταστεί. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνω πως στη βάση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και έγινε αποδεκτή, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες για διευθέτηση της υπόθεσης, από την πλευρά του Εναγόμενου δεν υπήρχε ανταπόκριση. Όπως, όμως, και να είχαν τα πράγματα, και ακόμα και εάν ήθελε διαπιστωθεί οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους των Εναγόντων αυτή δεν θα επηρέαζε με οποιοδήποτε τρόπο τις συμβατικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων στην Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 2229 και στην Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.1131, οι διάφορες εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Παραβάσεις των εγκυκλίων αυτών αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών με ενδεχόμενο την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Εν κατακλείδι, κρίνω ότι με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης και απέδειξαν τη βάση αγωγής τους και την αξίωση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €71.219,28 πλέον τόκο προς 7,41% ετησίως επί του ποσού των €70.804,31 από 9.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 25/ΧΧΧΧ, Φ/Σχ. 21.460604, επί Τεμαχίου ΧΧΧ, Διαμ. 1 στον 1ον όροφο, Αρ. Θύρας 005, μερίδιο το όλο, δυνάμει της Υποθήκης ΑΥ.ΧΧΧ/2008. Το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και οποιοδήποτε τυχόν περίσσευμα να επιστραφεί στον Εναγόμενο. (Υπ.)........................................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο