← Κύπρος

ΚΑΡΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3234/2015, 24/1/2020

ΚΑΡΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3234/2015, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3234/2015 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΡΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ Ενάγοντα και

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
  2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μέσω του Ειδικού Διαχειριστή Κρις Παύλου
  4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόμενων ............ Αίτηση των Εναγομένων 3 ημερομηνίας 12.2.2019 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 2.11.2018 Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 3 - Αιτητές: κα Κυριάκου Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Μιχαηλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε στις 2.11.2018 απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 3 για ποσό €40.498 με νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (στο εξής η «Απόφαση»). Η αγωγή σε σχέση με τους υπόλοιπους Εναγομένους απορρίφθηκε. Στις 12.2.2019 οι Εναγόμενοι 3 - Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της Aπόφασης μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης που καταχωρήθηκε στις 13.12.2018 κατά της Απόφασης. Περαιτέρω, αξιώνουν την αναστολή εκτέλεσης της Aπόφασης μέχρι την έναρξη της προδιαγεγραμμένης διαδικασίας εκκαθάρισης των. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.Θ. 18-19, Δ.40 και Δ.48, Θ. 8

(1)(ee), στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα άρθρα 3-7, 9, 13 - 16, 18, 19 και 31 του Ν. 17 (Ι)/2013, στα άρθρα 2 - 4, 41, 44, 44Α, 45, 46, 48, 49, 65, 66, 68, 74 - 76, 78, 88
(2), 113 και 115 του Ν. 22(Ι)/2016, στα άρθρα 2, 33Α και 330 του Ν.66(Ι)/97, στα άρθρα 2 και 300 του Κεφ. 113, στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014, στο Διάταγμα Κ.Δ.Π.94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 και στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κοσιάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους των Εναγομένων 3 - Αιτητών. Ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα διαδικασία και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί εκ μέρους τους στην παρούσα ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στην έκδοση της Απόφασης και στην καταχώρηση έφεσης από την πλευρά των Εναγομένων 3 - Αιτητών στις 13.12.2018. Όπως σημειώνεται, ανάμεσα στους λόγους έφεσης περιλαμβάνονται η εσφαλμένη εξέταση της απαίτησης του Ενάγοντα βάσει του Ν.144(Ι)/2007, η λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων στη νομοθεσία και η λανθασμένη κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη συμμόρφωσης των Αιτητών στις απαιτήσεις της εν λόγω νομοθεσίας. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι τα ζητήματα που εγείρονται με την έφεση θα εξεταστούν για πρώτη φορά από το Ανώτατο Δικαστήριο καθότι η κυπριακή νομολογία επί του θέματος είναι ανύπαρκτη. Είναι δε η πεποίθηση των Αιτητών ότι έχουν καλή υπόθεση για επιτυχία της εν λόγω έφεσης. Αποτελεί επίσης θέση των Αιτητών ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ημερομηνίας 6.3.2018 στην παρούσα υπόθεση έγινε παραδεκτό ως γεγονός ότι εναντίον του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση εκκρεμεί αγωγή που αφορά απαίτηση της Εναγομένης 4 για υπόλοιπο δανείου το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση στη μαρτυρία του, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ανέφερε πως δεν πληρώνει τις δόσεις του εν λόγω δανείου. Συνεπώς, στην απουσία στοιχείων φερεγγυότητας του Καθ' ου η Αίτηση, σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αίτησης, δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν οι Αιτητές επιτύχουν στην έφεση, δεδομένου ότι δεν θα μπορούν να ανακτήσουν το καταβληθησόμενο προς τον Καθ' ου η Αίτηση ποσό και η κατάσταση εις βάρος τους θα είναι ήδη τετελεσμένη και μη αναστρέψιμη. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα που συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της αναστολής: Ο Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας τηρεί και διαχειρίζεται συγκεκριμένους λογαριασμούς στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με συγκεκριμένους όρους εντολής. Οι λογαριασμοί αυτοί, ωστόσο, τηρούνται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας εξυγίανσης για τους νομοθετικά προβλεπόμενους σκοπούς και λειτουργούν με βάση τους όρους λειτουργίας που έχουν τεθεί από την Αρχή Εξυγίανσης. Περαιτέρω, οι εν λόγω λογαριασμοί έχουν σκοπό τη διεξαγωγή πληρωμών οι οποίες είναι αναγκαίες για την διεκπεραίωση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, όπως η κάλυψη των τρεχουσών διαχειριστικών εξόδων και η πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της ειδικής διαχείρισης. Συνεπώς, το οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο στους λογαριασμούς της ειδικής διαχείρισης δεν μπορεί να διατεθεί προς το σκοπό ικανοποίησης της Απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η Λαϊκή Τράπεζα θα τεθεί σε εκκαθάριση με βάση το άρθρο 45
(6)(α) του Νόμου 22(Ι)/2016 και η σειρά κατάταξης των απαιτήσεων των πιστωτών της θα γίνει όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 330 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/
  1. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας που θα παραμείνουν στο υπό εκκαθάριση ίδρυμα θα διανεμηθούν στους πιστωτές της σύμφωνα με την κατάταξη αυτή. Είναι, λοιπόν, η θέση του κ. Κοσιάρη ότι στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις αρχές της εξυγίανσης και ειδικότερα τα εξής: (ί) Βασικοί στόχοι της εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 41 του Νόμου 22(Ι)/2016 είναι η διασφάλιση των κρίσιμων λειτουργιών, η αποφυγή δυσμενών συνεπειών στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (πρόληψη του συστημικού κινδύνου), η προστασία των δημόσιων πόρων με την ελαχιστοποίηση της κρατικής στήριξης, η προστασία των καταθετών και επενδυτών και η προστασία των κεφαλαίων των πελατών και των περιουσιακών τους στοιχείων. Οι στόχοι της εξυγίανσης καλύπτουν τόσο το γενικότερο συμφέρον λειτουργίας της οικονομίας, όσο και τα κατ' ιδίαν ιδιωτικά συμφέροντα των καταθετών και επενδυτών της τράπεζας και συνεπώς αποτελούν κανόνες δικαίου, οι οποίοι δεσμεύουν τόσο τις διοικητικές αρχές κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης όσο και τις δικαστικές αρχές. (ίί) Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμου 22(Ι)/2016, όταν η Αρχή Εξυγίανσης εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης λαμβάνει κάθε μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι η δράση εξυγίανσης λαμβάνεται σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την εξυγίανση, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ άλλων, οι αρχές περιλαμβάνουν ότι οι μέτοχοι του ιδρύματος αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες, οι πιστωτές του ιδρύματος αναλαμβάνουν ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας εκτός αν άλλως ρητώς ορίζει ο Νόμος της Εξυγίανσης, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημιές από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 57 - 77 του Νόμου. (iii) To άρθρο 75 του Νόμου 22(Ι)/2016 προβλέπει ότι σε περίπτωση που η Αρχή Εξυγίανσης μεταβιβάσει μόνο εν μέρει τα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι και οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, περιλαμβανομένων των κατόχων αξιογράφων, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το υπό εξυγίανση ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση εξυγίανσης. (ίν) Η όποια απαίτηση πιστωτή βάσει τόσο της ημεδαπής όσο και της ενωσιακής νομοθεσίας περιορίζεται σε αξίωση αποζημίωσης εάν λόγω της εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης λάβει λιγότερα από ότι θα λάμβανε εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο απευθείας σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δηλαδή σε εκκαθάριση. Οι Αιτητές βρίσκονται υπό εξυγίανση με σκοπό την διαφύλαξη της οικονομικής τους κατάστασης και το καθεστώς στο οποίο έχουν περιέλθει δεν τους επιτρέπει τη διάθεση οποιουδήποτε ποσού πέραν των λειτουργικών τους εξόδων σύμφωνα με τους όρους που έχουν τεθεί από την Αρχή Εξυγίανσης. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης θα τεθούν υπό εκκαθάριση, κατά το στάδιο της οποίας θα ακολουθηθεί η σειρά προτεραιότητας των επαληθευμένων πιστωτών και μετόχων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013 και/ή του περί Εταιρειών Νόμου για τις εκκαθαρίσεις εταιρειών που προνοεί την δίκαιη κατανομή σε όλους τους πιστωτές σύμφωνα με την σειρά κατάταξής τους. Συνεπώς, τυχόν ικανοποίηση της Απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση πριν την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης και κατά προτεραιότητα έναντι των άλλων πιστωτών συνιστά παραβίαση μιας σειράς νομοθετικών διατάξεων μεταξύ των οποίων του Ν. 22(Ι)/2016 και του Ν. 66(Ι)/
  2. Τέλος, ο κ. Κοσιάρης αναφέρει ότι ως έχει σήμερα το νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των Εναγομένων 3, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν δύναται έτσι κι αλλιώς να λάβει μέτρα εκτέλεσης κατά των Εναγομένων 3 ή να προχωρήσει με αίτημα για διάλυση ή εκκαθάρισή τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος ως η παράγραφος (Β), ανεξάρτητα από το εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για σκοπούς έγκρισης του αιτήματος ως η παράγραφος (Α). Στις 7.6.2019 ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. (β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και ελλειπής. (γ) Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι 3 - Αιτητές δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (δ) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/η αποσκοπεί στη καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης. (ε) Στην παρούσα υπόθεση δεν υφίστανται οι ειδικές εκείνες περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες δικαιολογούν την αποστέρηση από τον Ενάγοντα των καρπών της επιτυχίας του. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ας σημειωθεί ότι η υπό κρίση αίτηση τέθηκε ενώπιον μου με υποκατάστατο φάκελο που δημιουργήθηκε από τον Πρωτοκολλητή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στο φάκελο αυτό εμπεριέχονται η υπό κρίση αίτηση, η καταχωρηθείσα από τον Καθ΄ ου η Αίτηση ένσταση και τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα. Δεν περιλαμβάνεται, ωστόσο, οτιδήποτε αφορά στην ακροαματική διαδικασία η οποία, ως έχω ήδη επισημάνει, διεξάχθηκε ενώπιον άλλου δικαστή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος σημειώνω τα εξής: Ως γενική αρχή, οποιαδήποτε δικαστική απόφαση είναι δεσμευτική για τους διαδίκους, οι οποίοι καλούνται να συμμορφωθούν με την απόφαση ευθύς μόλις αυτή εκδοθεί, ανεξαρτήτως εάν έχει εφεσιβληθεί η ορθότητά της. Παράλληλα, όμως, εάν το Δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση ή το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την έφεση κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι πρέπον, δύναται να εκδώσει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της για όσο χρονικό διάστημα και κάτω από τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει ορθό (βλέπε άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60). Βασικός νομικός πυλώνας αίτησης αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης είναι η Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία η καταχώρηση και εκκρεμότητα μιας έφεσης δεν επενεργεί σαν αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει την αναστολή, εξουσία βέβαια η οποία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 597: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης.» Σχετική και η απόφαση A.B.P. Holdings Ltd & άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας αίτησης θα πρέπει να ασκείται με βάση δυο αρχές. Πρώτον, ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του. Και δεύτερον, ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του. Όπως, όμως, έχει νομολογηθεί, μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλέπε Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172,179). Τέτοιες υπάρχουν όπως για παράδειγμα στην περίπτωση όπου στοιχειοθετείται ανικανότητα του καθ΄ ου η αίτηση να επιστρέψει το ποσό, που θα εισέπραττε κατά την εκτέλεση, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αιτητή (βλέπε The Annual Practice 1956, στη σελίδα 1284). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει πλειστάκις υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνο η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλέπε μεταξύ άλλων ΑBP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287). Στην προκειμένη περίπτωση, τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της έφεσης είναι μεν καινοφανή, πλην, όμως, οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης δεν μπορούν να προβλεφθούν. Το στοιχείο αυτό, άλλωστε, έχει οριακή σημασία. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.35 Θ. 18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλέπε Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 1978). Συνήθης πρακτική είναι η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης εκ μέρους του αποτυχόντος διαδίκου για το ποσό της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ αποφάσεως χρέους. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos Ins. Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 513, όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα The Annual Practice 1962 αναφορικά με το θέμα της εγγύησης που δυνατόν να διαταχθεί να καταβάλει ο εναγόμενος σε περίπτωση που πετύχει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του: «As regards the debt of damages awarded, there is no general practice: according to the circumstances (for example, the probability of their not being recovered if the appeal is successful, and the chances of success in the appeal) the money may be ordered to be paid into Court, or only some part of it. » Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Κρίνω δε ορθό να σημειώσω ότι η επιχειρηματολογία της κας Κυριάκου επικεντρώθηκε στο ότι με βάση τις πρόνοιες του Ν. 22(Ι)/2016, στο στάδιο αυτό η Απόφαση δεν είναι εκτελεστή και ότι ο Ειδικός Διαχειριστής δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς τον Καθ' ου η αίτηση για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων πριν από την εκκαθάριση της εταιρείας. Παρέπεμψε προς τούτο στην απόφαση του Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού (ως ήταν τότε) στην αγωγή αρ. 865/2014, Χιώτη v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, όπου υποδείχθηκε ότι ενόψει του καθεστώτος εξυγίανσης στο οποίο βρίσκεται η Λαϊκή Τράπεζα ο (εκεί) ενάγοντας δεν θα δυνηθεί να εκτελέσει την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 22(Ι)/2016 δεν θα του επιτραπεί η καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της. Η συνήγορος πρόσθεσε ότι για τους ίδιους λόγους οι Αιτητές δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν οποιουσδήποτε όρους που τυχόν να θέσει το Δικαστήριο σε περίπτωση που διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. Ο Καθ' ου η αίτηση θα πληρωθεί, σύμφωνα με την κα Κυριάκου, κατά την διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας και ανάλογα με την σειρά προτεραιότητας πιστωτών που προβλέπει ο Νόμος. Κρίνω ότι από μόνο του το επιχείρημα αυτό αποτελεί ικανοποιητικό λόγο ώστε η αίτηση να απορριφθεί. Και τούτο γιατί οι Αιτητές επιδιώκουν αφενός την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης προβάλλοντας ότι σε περίπτωση που καταβάλουν στον Καθ' ου η αίτηση το ποσό της απόφασης αυτός δεν θα είναι σε θέση να το επιστρέψει εάν η έφεση επιτύχει και αφετέρου ισχυρίζονται ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης τους δεν δύνανται, πόσω μάλλον υποχρεούνται, να ικανοποιήσουν την Απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους. Θέσεις από μόνες τους αντιφατικές και αντικρουόμενες. Και τούτο διότι εάν αυτή είναι αυτή είναι η θέση των Αιτητών και δη ότι δεν υποχρεούνται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον Καθ' ου η αίτηση (ζήτημα επί του οποίου δεν αποφαίνομαι), δεν τίθεται θέμα αναστολής μιας απόφασης η οποία εν πάση περιπτώσει, ως η θέση τους, δεν μπορεί να εκτελεστεί στο παρόν στάδιο. Επαναλαμβάνω ότι βασική θέση των Αιτητών είναι πως με βάση τις πρόνοιες του Ν. 22(Ι)/2016, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε πληρωμή προς τον Καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω ότι η όποια πληρωμή προς τον Καθ' ου η αίτηση θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο με βάση τη σειρά προτεραιότητας και την αναλογία που προβλέπει ο Νόμος. Δεδομένης αυτής της θέσης, δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα ανησυχίας για κίνδυνο μη ανάκτησης του οποιουδήποτε ποσού από τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης αφού τέτοιο ποσό δεν υποχρεούνται και ούτε μπορούν επί του παρόντος να καταβάλουν στον Καθ' ου η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, κρίνω ότι με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι η διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της Απόφασης αφού στη βάση αυτής (της προσκομισθείσας μαρτυρίας) δεν έχουν διαπιστωθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να οδηγούν σε κατάληξη ότι η συμμόρφωση με τη δικαστική ετυμηγορία θα καθιστούσε αναποτελεσματική και άνευ σημασίας την έφεση των Αιτητών επί της εκδοθείσας πρωτόδικης δικαστικής απόφασης. Τα όσα προέβαλαν οι Αιτητές δεν κρίνονται ικανοποιητικά ώστε εύλογα να μπορώ να καταλήξω περί αφερεγγυότητας του Καθ' ου η αίτηση. Υπενθυμίζεται ότι σε σχέση με το θέμα αυτό ό,τι αναφέρεται από τους Αιτητές ως προς την κατ' ισχυρισμό αφερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση είναι πως στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση δεν αποπληρώνει το δάνειο που διατηρεί με τους Εναγόμενους 4 στην αγωγή. Επικαλούνται επίσης δηλώσεις του Καθ' ου η αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία υπενθυμίζεται πως δεν διεξάχθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι δε η θέση τους πως σε περίπτωση που δεν διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της Απόφασης και η Απόφαση ανατραπεί, θα είναι πολύ δύσκολο για αυτούς να επανακτήσουν το ποσό που θα καταβάλουν και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Κρίνω, ωστόσο, πως από μόνο του το γεγονός της μη αποπληρωμής από τον Καθ' ου η αίτηση ενός δανείου, το ύψος του οποίου δεν προσδιορίστηκε, και της εκκρεμότητας κάποιας δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, δεν καταδεικνύει, στην απουσία άλλων στοιχείων, ότι ο ίδιος δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό της Απόφασης στους Αιτητές (που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι δεν υποχρεούνται ούτε δικαιούνται να καταβάλουν) σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνω ότι οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Σε ό,τι δε αφορά στην θεραπεία που επιζητείται στην παράγραφο (Β) της αίτησης, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι η συνήγορος των Αιτητών δεν έχει παραπέμψει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έγκριση του αιτήματος, ούτε έχει διαπιστωθεί τέτοια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Εναγομένων 3 - Αιτητών και υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.