ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. FBME BANK LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 1986/2012, 29/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1986/2012 ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αιτητή Και
- FBME BANK LTD
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 2/3/18 για Διορισμό Παραλήπτη Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/Γενικό Εισαγγελέα: κα Ε. Ρωσσίδου-Παπακυριακού, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Μ. Κυρμίζη-Αντωνίου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Καθ' ης η Αίτηση 2: κ. Κ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ Για Ενδιαφερόμενο Μέρος - Τράπεζα Κύπρου: κ. Π. Πολυβίου και Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει ως Παραλήπτη τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχο του το πιο κάτω χρηματικό ποσό του πιο κάτω λογαριασμού, ο οποίος έχει δεσμευθεί με το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23/11/2012 και αριθμό αίτησης 1986/2012: Ποσό USD7,219,604 που έχει δεσμευτεί στον λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD με αριθμό XXXXX9573 που τηρείται στην καθ' ης η αίτηση 2 CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον εν λόγω Παραλήπτη να θέσει υπό τον έλεγχο του το πιο πάνω χρηματικό ποσό το οποίο να μεταφερθεί ως η παράγραφος (δ) πιο κάτω, στο Γενικό Κυβερνητικό λογαριασμό στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αρ. IBAN XXXXX1010 και swift code XXXXXNACC, για σκοπούς φύλαξης με στόχο την μελλοντική δήμευση σε περίπτωση έκδοσης Διατάγματος Δήμευσης ή απόδοσης του πίσω στους νόμιμους δικαιούχους του λογαριασμού σε περίπτωση αποδέσμευσης. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο το πιο πάνω ποσό μη επιβαρυνθεί με οποιεσδήποτε χρεώσεις ή επιβαρυντικά επιτόκια κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό και οποιεσδήποτε συναλλαγματικές διαφορές υποστεί το εν λόγω ποσό μη επιβαρύνουν την Κυπριακή Δημοκρατία. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Ειδικό Διαχειριστή της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Καθ΄ ης η Αίτηση 2, να μεταφέρει σε ευρώ με τραπεζικό έμβασμα, το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο (α) πιο πάνω, στον Γενικό Κυβερνητικό λογαριασμό που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πιο πάνω. (ε) Τη γνωστοποίηση του Διατάγματος αυτού στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της επηρεαζόμενης εταιρείας RANDIUS LTD (23 Δρόμος, G4, Επισκοπή 4620, Λεμεσός, Κύπρος) ή στην πραγματική δικαιούχο της εταιρείας η οποία είναι και διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας με συστημένη ταχυδρομική επιστολή, κα XXXXX Weare στη διεύθυνση (XXXXX Dr, 232 XXXXX, XXXXX, Ηνωμένες Πολιτείες) σύμφωνα με τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ή στη διεύθυνση (617 XXXXX Street Apt. 43 XXXXX, XXXXX). Νομική Βάση Η Αίτηση αυτή βασίζεται στα Άρθρα 43ΙΑ
(1), 43ΙΣΤ
(1), 14
(7)και
(8), 23, 72, 72A των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων 2007-2016, στο Άρθρο 28
(1)των Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 όπως αντικαταστάθηκε με το Άρθρο 88 του Ν. 22(Ι)/2016, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ. 2, στην Απόφαση - Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22 Ιουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη συγκάλυψη, έρευνα, κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος (Κυρ. Ν. 18(ΙΙΙ)/95)Άρθρο 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηξενοφώντος, η οποία είναι μέλος της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ) στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 23/11/2012 μετά από Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Αίτηση με αριθμό XXXXX/2012, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Διάταγμα για την εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης Δέσμευσης ημερομηνίας 11/9/2012, των αρμοδίων Δικαστικών Αρχών της Ολλανδίας αναφορικά με: (
- i)τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται στους λογαριασμούς των χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD (Λευκωσία) με αριθμούς XXXXX5104 και XXXXX7102 (
- ii)του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD με αριθμό 401201USD στην FBME BANK LTD και (iii) του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD με αριθμό XXXXX9573 στην πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επιδόθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα στις 30/11/2012 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). · Το ποσό που δεσμεύτηκε στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD στην Καθ' ης η Αίτηση 2, ανέρχεται σε USD7,219,604. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο της κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού της εταιρείας RANDIUS LTD ημερομηνίας 12/12/2012 στο οποίο φαίνεται το πιο πάνω ποσό που είχε δεσμευτεί. · Η εταιρεία RANDIUS LTD συστάθηκε στις 3/5/2012 στην Κύπρο με αρ. εγγραφής ΗΕ305690. Η εγγεγραμμένη της διεύθυνση βρίσκεται στην οδό 23 Δρόμος, G4, Επισκοπή 4620, Λεμεσός, Κύπρος. Πραγματικός ιδιοκτήτης, διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος είναι η κα XXXXX Weare (ημερομηνία γεννήσεως: 3/9/1974, υπηκοότητα: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής). Η διεύθυνση την οποία δηλώνει στον Έφορο Εταιρειών η XXXXX Weare είναι η ακόλουθη: XXXXX Dr, 232 XXXXX, XXXXX, Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες από τις ξένες αρχές, η διεύθυνση της πιθανόν να είναι η ακόλουθη: 617 XXXXX Apt. 43 XXXXX, XXXXX. · Σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση 2, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε στις 25/3/2013 Διάταγμα (ΚΔΠ 94/2013) και αποφάσισε όπως πωληθούν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας και στη συνέχεια με άλλο Διάταγμα ημερομηνίας 29/3/2013 (ΚΔΠ 104/2013) αποφάσισε την «πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας» προς το «Αποκτών πρόσωπο» που ήταν η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. · Ειδικός Διαχειριστής του Υποκαταστήματος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD έχει διοριστεί και είναι σήμερα ο κύριος XXXXX Αλεξάνδρου. · Ενόψει των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν κατά της Καθ' ης η Αίτηση 2, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με επιστολή του ημερ. 5/6/2013 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), έφερε σε γνώση της Κεντρικής Τράπεζας την ύπαρξη σχετικών διαταγμάτων δέσμευσης που εκδόθηκαν από Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση τις πρόνοιες των Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007-2016 και ότι οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με τα δεσμευμένα ποσά θα συνιστούσε παράβαση δικαστικού διατάγματος και συνεπακόλουθα διάπραξη ποινικού αδικήματος. Περαιτέρω, συνεπακόλουθα, λόγω της ύπαρξης δικαστικών διαταγμάτων σε ισχύ κατά την ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, τα ποσά που αφορούν τα εν λόγω Διατάγματα θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των μέτρων. Καμία απάντηση λήφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. · Ακολούθως σε επανειλημμένες επικοινωνίες με υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου, αυτοί επιβεβαίωναν ότι ολόκληρο το ποσό των USD7,219,604 βρισκόταν πιστωμένο στον λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD που τηρείτο τώρα, μετά τα μέτρα εξυγίανσης, με την Τράπεζα Κύπρου. · Πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 24/7/2017 στα πλαίσια άλλης υπόθεσης στην οποία υπήρχαν δεσμευμένα χρηματικά ποσά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD για τα οποία εκδόθηκε Διάταγμα Δήμευσης, η ΜΟ.Κ.Α.Σ απευθυνόμενη προς την Τράπεζα Κύπρου προς εκτέλεση του Διατάγματος, ενημερώθηκε (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), ότι η Τράπεζα Κύπρου έχει αναλάβει την υποχρέωση του εγγυημένου ποσού των €100,000 και ότι είναι μόνο αυτό το ποσό που μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. · Όπως αργότερα ενημερώθηκε η Μ.Ο.Κ.Α.Σ από την Τράπεζα Κύπρου, το ίδιο ίσχυε και στην περίπτωση του λογαριασμού της RANDIUS LTD. · Ακολούθησε επικοινωνία με τον ειδικό Διαχειριστή της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν τα εν λόγω δεσμευμένα ποσά. Με επιστολή των Δικηγόρων του Ειδικού Διαχειριστή της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD προς τη ΜΟΚΑΣ, ημερ. 28/8/2017 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «(β) στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης διάφορα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων μέχρι €100,000. (γ) στις περιπτώσεις όμως όπου υπήρχε, σε ισχύ, διάταγμα δικαστηρίου για δέσμευση συγκεκριμένου ποσού και λογαριασμού της Λαϊκής Τράπεζας, είτε στα πλαίσια διερεύνησης υποθέσεων αδικημάτων συγκάλυψης, είτε στα πλαίσια αστικών διαφορών, το εν λόγω ποσό ολόκληρο και όχι μόνον οι €100,000 μεταφέρονταν σε συγκεκριμένο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και παρέμενε εκεί δεσμευμένο χωρίς να απομειώνεται μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της σχετικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, εκ πρώτης όψεως, είναι η θέση του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας ότι τα συγκεκριμένα ποσά δια τα οποία απαιτείται επιβεβαίωση της δέσμευσης τους, θα πρέπει να βρίσκονται δεσμευμένα σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της Τράπεζας Κύπρου μέχρι σήμερα». · Ενόψει των πιο πάνω θέσεων των δύο Τραπεζών έγιναν συσκέψεις με τις δύο Τράπεζες και τη ΜΟ.Κ.Α.Σ. και ακολούθως και με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να καταστεί δυνατό να εντοπιστούν τα δεσμευμένα χρήματα και να επιλυθεί το θέμα που προέκυψε, χωρίς, όμως, να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. · Ενόψει του ότι δεν υπήρξε κατάληξη στο όλο θέμα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απέστειλε σχετική επιστολή προς τη Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 18/1/2018 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), ζητώντας όπως η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, λάβει τα αναγκαία μέτρα ως προς την επίλυση του προβλήματος, το οποίο αφενός αφορά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και αφετέρου παρακοή του Διατάγματος του Δικαστηρίου, με την αποκατάσταση των εν λόγω ποσών στους δεσμευμένους, με βάση Διάταγμα Δικαστηρίου, τραπεζικούς λογαριασμούς. · Η Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, με επιστολή της ημερ. 9/2/2018 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7), ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Αρχή Εξυγίανσης με επιστολή της ημερ. 26/4/2013 προς την Ειδική Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας έδωσε οδηγίες σε σχέση με την υλοποίηση του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) και τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι οι υποχρεώσεις της Τράπεζας σε σχέση με απαγορευτικά ή άλλα διατάγματα, τα οποία έχουν εκδοθεί από αρμόδια Δικαστήρια δεν επηρεάζονται από την οδηγία αυτή. Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα είχε πληροφορηθεί από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, ότι καταθετικοί λογαριασμοί πελατών που υπόκειντο σε δικαστικό διάταγμα δέσμευσης συνέχισαν να παραμένουν παγοποιημένοι χωρίς να διεξάγονται οποιεσδήποτε συναλλαγές τόσο στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου για ποσό μέχρι €100.000 όσο και στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας για το οποιοδήποτε υπόλοιπο υπερέβαινε τις €100.000. Διευκρινίζει επίσης ότι αντίστοιχο περιουσιακό στοιχείο των δεσμευμένων με το δικαστικό διάταγμα δέσμευσης ποσών δεν είχε δεσμευτεί, αφού κάτι τέτοιο δεν προνοείτο από το διάταγμα δέσμευσης εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. · Σύμφωνα με πληροφορίες της ΜΟ.Κ.Α.Σ, η Λαϊκή Τράπεζα κατέχει χρηματικά ποσά το ύψος των οποίων είναι πολλαπλάσιο του εν λόγω ποσού που έχει δεσμευθεί. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 στην οποία ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο Διάταγμα δέσμευσης, δηλαδή οι USD7,219,604, αποτελούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας RANDIUS LTD στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Ως τέτοιο αποτελούσε αντικείμενο υποχρέωσης της Καθ' ης η Αίτηση προς την RANDIUS LTD και όχι συγκεκριμένο χρηματικό ποσό καθαυτό ικανό να δεσμευτεί. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ένα χρηματικό ποσό το οποίο να είναι υπαρκτό (tangible) ώστε ο Αιτητής να μπορεί να το λάβει υπό τον έλεγχο του. Ο λογαριασμός της εν λόγω εταιρείας παραμένει παγοποιημένος και συνεπώς τα αιτούμενα Διατάγματα είναι ανεφάρμοστα. · Το πιστωτικό υπόλοιπο ενός λογαριασμού ή η υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση για πληρωμή μιας κατάθεσης δεν αποτελούν περιουσία εν τη εννοία της σχετικής νομοθεσίας για να μπορεί ο Αιτητής να την θέσει υπό τον έλεγχο του ή να την παραλάβει. Για να ληφθεί υπό τον έλεγχο του Αιτητή το αναφερόμενο χρηματικό ποσό θα πρέπει να μπορεί να γίνει υπαρκτό και να δοθεί στον Αιτητή κάτι που η Καθ' ης η Αίτηση και ειδικότερα ο Ειδικός Διαχειριστής αυτής, δεν μπορεί να το πράξει ή είναι εκ των πραγμάτων ή εκ της τρέχουσας νομοθεσίας αδύνατο και ανεφάρμοστο. · Με την εφαρμογή δέσμευσης στον εν λόγω λογαριασμό (blocking) που απέτρεπε την απόσυρση ποσού από τον συγκεκριμένο λογαριασμό από τον καταθέτη η Καθ' ης η Αίτηση είχε συμμορφωθεί πλήρως με το Διάταγμα δέσμευσης ημερ. 23/11/2012 και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. · Με την υπαγωγή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σε κατάσταση εξυγίανσης όλα τα μετρητά διαθέσιμα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταφέρθηκαν, με την εφαρμογή των Διαταγμάτων εξυγίανσης, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. · Ο σημερινός Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής ουδέποτε παρέλαβε σε λογαριασμό της Λαϊκής δεσμευμένο το οποιοδήποτε ποσό είναι συνδεδεμένο με την συγκεκριμένη υπόθεση/κατάθεση που αναφέρεται και που αφορά την επιστολή της ΜΟΚΑΣ ημερομηνίας 31/7/2017 και ειδικότερα στο Διάταγμα δέσμευσης ημερομηνίας 23/11/2012. · Ο λογαριασμός του καταθέτη με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. · Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έδωσε την οποιαδήποτε διαβεβαίωση περί ύπαρξης των συγκεκριμένων ποσών σε λογαριασμό της μετά την έναρξη της εφαρμογής των διαταγμάτων εξυγίανσης. · Κατά την έναρξη της ισχύς των διαταγμάτων εξυγίανσης οι υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd υπερέβαιναν το ενεργητικό της. Ως εκ τούτου δεν ήταν και δεν είναι δυνατό να πληρωθεί το οποιοδήποτε ποσό από το ενεργητικό της σε προτεραιότητα των υπολοίπων πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. · Είναι αντισυνταγματικό να επιχειρείται η με νόμο άνιση μεταχείριση των πολιτών συγκεκριμένης τάξης όπως αυτό διαλαμβάνεται στον Άρθρο 72Α του Νόμου 188(I)/2007 και ως εκ τούτου το Άρθρο 72Α θα πρέπει να κριθεί ως αντισυνταγματικό στην έκταση και στον βαθμό που επενεργεί επί των δικαιωμάτων των πολιτών της Δημοκρατίας με αυτό τον τρόπο. · Είναι επίσης αντισυνταγματικό να επιβάλλεται αναδρομική ισχύς του εν λόγω Άρθρου 72Α χωρίς να καταδειχθεί η αναγκαιότητα και το δημόσιο συμφέρον. Η εν λόγω τροποποίηση δεν θα μπορούσε να αναστρέψει μη αναστρέψιμες πράξεις. · Οι Αιτητές με την προώθηση της υπό κρίση Αίτησης και των αξιωμένων θεραπειών, διώκουν να παρακάμψουν και/ή να θέσουν εκ πόδων πράξεις και/ή νόμιμες πράξεις δημόσιας αρχής γενόμενες κατ' εξουσιοδότηση Νόμου προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ως και τις έννομες συνέπειες τούτων. · Η Καθ' ης η Αίτηση τελεί υπό καθεστώς εξυγίανσης και ο Ειδικός Διαχειριστής αυτής υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις και έχει συγκεκριμένες εξουσίες οι οποίες στο παρόν στάδιο δεν του επιτρέπουν να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς όφελος οποιουδήποτε. Ο Ειδικός Διαχειριστής τελεί υπό τον έλεγχο και εξουσία της Αρχής Εξυγίανσης και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί από μόνος του να προχωρήσει σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες που να παραβιάζουν τη σχετική νομοθεσία και διατάγματα που αφορούν τη διαδικασία και καθεστώς εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση. · Η αποξένωση του ποσού από την περιουσία της της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd θα επηρεάσει τα ασφαλισμένα και μη δικαιώματα των πιστωτών της, καθώς η Τράπεζα βρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης, και δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα διανεμηθεί η περιουσία της στους πιστωτές της, όταν εξέλθει από το καθεστώς αυτό. Άσχετα με την προτεραιότητα που δίδει η όποια νομοθεσία η υφιστάμενη διαδικασία εξυγίανσης δεν μπορεί, σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία, να ανατραπεί και να δοθούν χρήματα πριν να τελειώσει η διαδικασία εξυγίανσης και πριν διοριστεί Ειδικός Εκκαθαριστής ή χωρίς να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία και χωρίς να επηρεαστούν τα δικαιώματα και προτεραιότητα των υπολοίπων πιστωτών της Καθ' ης η Αίτηση. · Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν μπορεί να διοριστεί ως Παραλήπτης περιουσίας. Οι εξουσίες, καθήκοντα και ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα καθορίζονται συγκεκριμένα και η εξουσία ή ευχέρεια ο Γενικός Εισαγγελέας να μπορεί να παραλαμβάνει περιουσία δεν καθορίζεται από κανένα νομοθέτημα συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών με την νομιμοποίηση παρανόμων εσόδων. Περαιτέρω, ο παραλήπτης περιουσίας αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη και η φύση του Γενικού Εισαγγελέα ως ανεξάρτητου αξιωματούχου του Κράτους δεν του επιτρέπει να προχωρήσει σε ανάληψη τέτοιας προσωπικής ευθύνης. · Συνεπακόλουθα ούτε ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 προνοεί ότι μπορεί Ανεξάρτητος Αξιωματούχος της Δημοκρατίας να διοριστεί ως Παραλήπτης δεσμευμένης περιουσίας, παρά μόνο αναφέρει τη δυνατότητα διορισμού από το Δικαστήριο ως Παραλήπτη του Επίσημου Παραλήπτη του οποίου ούτως ή άλλως μέρος των καθηκόντων, εξουσίας ή ιδιότητας είναι η παραλαβή περιουσίας. · Δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές η αναγκαιότητα των αιτούμενων με την παρούσα αίτηση θεραπειών. · Το συγκεκριμένο ποσό και/ή περιουσιακό στοιχείο το οποίο σήμερα ο Αιτητής επιχειρεί να παραλάβει δεν αποτελεί «ρευστοποιήσιμη περιουσία» υπό την έννοια του όρου όπως αυτός καταγράφεται στην σχετική νομοθεσία. · Η υπό κρίση Αίτηση ηγέρθη με υπέρμετρη καθυστέρηση από μέρους των Αιτητών και άνευ οιασδήποτε εύλογης δικαιολογίας οπότε συνηγορεί μετά των ανωτέρω παραγόντων εις την απόρριψη της. · Η παρέλευση έξι σχεδόν χρόνων από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το διάταγμα δέσμευσης χωρίς την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι τόσο μεγάλη που δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας Αίτησης στην ολότητα της αλλά και την ακύρωση του ιδίου του διατάγματος δέσμευσης επί της οποίας εδράζεται. · Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής θα έπρεπε να συνενώσει και άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς στην παρούσα αίτηση. Ακόμα και αν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα αυτό θα είναι ανενεργό, ή άκυρο ή άνευ νομικής ουσίας αφού ο Ειδικός Διαχειριστής δε θα μπορεί να το εφαρμόσει χωρίς τη συνεισφορά, ενέργεια ή έγκριση από την Αρχή Εξυγίανσης ή την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Ένορκη δήλωση Ένστασης Στην Ένσταση κατεχωρήθη ένορκη δήλωση από τον XXXXX Αλεξάνδρου, δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: · Η Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία που έχει συσταθεί στη Κυπριακή Δημοκρατία, κατέχει δε άδεια για διεξαγωγή εργασιών τραπεζικού και/ή πιστωτικού ιδρύματος αλλά ενόψει της υπαγωγής της σε καθεστώς εξυγίανσης από τον Μάρτιο του 2013, ορισμένως έχει τεθεί σε ειδική διαχείριση και συνεπώς αν και συνεχίζει να υφίσταται σαν εταιρεία και τραπεζικό ίδρυμα, η άδεια της έχει τροποποιηθεί συγκεκριμένα στις 28 Μαΐου 2013, ώστε να της απαγορεύεται να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικής οφειλής και συνεπώς δεν μπορεί να παρέχει δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή να κατέχει καταθέσεις (Τεκμήριο 2). Το μόνο που μένει είναι να εκτελεστούν τα μέτρα εξυγίανσης όπως αυτά έχουν καθοριστεί και/ή εκάστοτε καθορίζονται από την Αρχή Εξυγίανσης. · Αρχικά το εν λόγω θέμα περιήλθε στη αντίληψη της Λαϊκής Τράπεζας μετά από αίτημα της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 14/6/2017 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Αυτό το αίτημα κοινοποιήθηκε στην Λαϊκή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο οποίο είχαν επισυνάψει επιστολή της Μ.Ο.Κ.Α.Σ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) ημερ. 4/1/2017. · Στην επιστολή αυτή η Μ.Ο.Κ.Α.Σ ενημέρωνε την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με το Διάταγμα δήμευσης ημερ. 9/11/2016 το οποίο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9). · Αυτό το Διάταγμα δήμευσης είχε επιδοθεί στην Τράπεζα Κύπρου την 14/11/2016. Με το εν λόγω Διάταγμα διατάσσεται η δήμευση ποσών που έχουν πιστωθεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου. Αναφέρει περαιτέρω η Μ.Ο.Κ.Α.Σ, στην επιστολή ημερ. 14/11/2016 προς την Τράπεζα Κύπρου, ότι τα ποσά αυτά θα πρέπει να παραμείνουν στους συγκεκριμένους λογαριασμούς της Τράπεζας Κύπρου όπως αναφέρει το διάταγμα δήμευσης και ότι θα ειδοποιηθεί η Τράπεζα Κύπρου για το πως θα εισπραχθούν. · Όπως έγινε αργότερα αντιληπτό και είχε σε μεταγενέστερο χρόνο αναφερθεί σε συνάντηση του Ειδικού Διαχειριστή και της Μ.Ο.Κ.Α.Σ, η Μ.Ο.Κ.Α.Σ είχε προχωρήσει με την αίτηση και επακόλουθη έκδοση του εν λόγω διατάγματος δήμευσης μετά που είχε λάβει διαβεβαίωση από την Τράπεζα Κύπρου ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονταν στο αντίστοιχο Διάταγμα δέσμευσης που είχε εκδοθεί εναντίων της Λαϊκής πριν την υπαγωγή της σε κατάσταση εξυγίανσης ήταν δεσμευμένα σε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. · Στο αίτημα της, ημερ. 14/6/2017 η Τράπεζας Κύπρου ανάφερε τα ακόλουθα: · «We refer to the attached Confiscation Order received by our GFCCD
(0237)with order to execute as soon as possible. · In order to proceed there is a DEPOSIT LEVY BLOCK on the accounts of the below companies which need to be removed as follows: · Lex Capital Ltg - CIF CCICMA · Danona Limited - CIF CCDYT6 · Please proceed with the necessary and inform us accordingly as the matter is very urgent.» · Ο εκπρόσωπος της Λαϊκής Τράπεζας κ. Γιώργος Λέφας αφού παρέλαβε το αίτημα την 14/6/2017 ζήτησε, όπως πληροφόρησε τον ομνύοντα, μέσω τηλεφώνου αντίγραφο του Διατάγματος το οποίο η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε την 16/6/2017. · Στις 30/6/2017 σε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα η Τράπεζα Κύπρου αναφέρει: · «. Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην αποδέσμευση των λογαριασμών της εταιρείας Lex Capital Limited και απόδοση των χρημάτων στα νομικά πρόσωπα όπως όπως σημειώνονται στο διάταγμα, θα χρειαστούμε επιβεβαίωση από μέρους σας ότι τα χρήματα θα αποσταλούν χωρίς να τύχουν απομείωσης.» · Στις 11/7/2017 ζητήθηκε, εκ μέρους της Λαϊκής, από την Τράπεζα Κύπρου να επιβεβαιώσει ότι δεν εκκρεμεί άλλο απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας για την συγκεκριμένη υπόθεση. · Αυτό ζητήθηκε καθώς η Λαϊκή δεν έχει άμεση πρόσβαση στα αρχεία της καθώς αυτά τελούν υπό τον έλεγχο της Τράπεζας Κύπρου και η Λαϊκή λαμβάνει οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή έγγραφα κατόπιν αιτήματος προς την Τράπεζα Κύπρου και μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας που καθορίστηκε με συμφωνία των δύο μερών. · Η Τράπεζα Κύπρου επανήλθε στις 12/7/2017 με την σχετική επιβεβαίωση. · Ακολούθως στις 13/7/2017 η Λαϊκή ενημέρωσε την Τράπεζα Κύπρου ότι δεν φέρει ένσταση για την αποδέσμευση του λογαριασμού της Lex Capital Limited που είναι δεσμευμένος για σκοπούς κουρέματος. · Την ίδια μέρα με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα η Λαϊκή Τράπεζα καλούσε την Τράπεζα Κύπρου να εφαρμόσει το Διάταγμα του Δικαστηρίου εφόσον αυτό είχε εκδοθεί εναντίον της και να αποδώσει το ποσό σύμφωνα με τις υποδείξεις της Μ.Ο.Κ.Α.Σ και του διατάγματος δήμευσης. Εξ όσων ο ομνύοντας πληροφορήθηκε δεν ακολούθησε καμία απάντηση η άλλη επικοινωνία από την Τράπεζα Κύπρου επί του συγκεκριμένου. · Στις 31/7/2017 ο Ειδικός Διαχειριστής έλαβε επιστολή με ίδια ημερομηνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Μ.Ο.Κ.Α.Σ με την οποία του κοινοποιείτο αίτημα παροχής πληροφοριών στην οποία και απάντησε στις 28/8/2017 με την επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης (εφεξής Ε.Δ.Α.Χ.) (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10). · Στο πιο πάνω αίτημα της, η Μ.Ο.Κ.Α.Σ αναφερόταν σε δύο
(2)διατάγματα εγγραφής και εκτέλεσης Απόφασης δέσμευσης που εκδόθηκαν τον Φεβρουάριο του 2013 και τον Νοέμβριο του 2012 εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. · Μόνο τότε, δηλαδή την 31/7/2017 τέθηκε το θέμα του Διατάγματος δέσμευσης που αφορούσε την RANDIUS LTD που αποτελεί και το επίδικο θέμα. Όλα όσα έλαβαν χώρα προηγουμένως και οι όποιες τοποθετήσεις αφορούσαν αποκλειστικά το Διάταγμα δήμευσης που είχε εκδοθεί εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και αφορούσε την εταιρεία Lex Capital. · Φαίνεται από στοιχεία που έχουν παραδοθεί στον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής ότι τα διατάγματα αυτά επιδόθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα πριν αυτή περιέλθει σε κατάσταση εξυγίανσης. · Με την επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στην Ε.Δ.Α.Χ. η Λαϊκή ανάφερε τα ακόλουθα σε γενικές γραμμές: α) Τον Μάρτιο του 2013 η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε εξυγίανση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμου του 2013, θέση στην οποία παραμένει μέχρι σήμερα. β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης διάφορα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας, μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων μέχρι €100.
- γ) Στις περιπτώσεις όμως όπου υπήρχε, σε ισχύ, διάταγμα δικαστηρίου για δέσμευση συγκεκριμένου ποσού και λογαριασμού της Λαϊκής Τράπεζας, είτε στα πλαίσια διερεύνησης υποθέσεων αδικημάτων συγκάλυψης είτε στα πλαίσια αστικών διαφορών, το εν λόγω ποσό ολόκληρο και όχι μόνο η €100.000 μεταφερόταν σε συγκεκριμένο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και παρέμενε εκεί δεσμευμένο χωρίς να απομειώνεται μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της σχετικής διαδικασίας. · Αναφερόταν περαιτέρω ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν την εκ πρώτης όψεως θέση του Ειδικού Διαχειριστή καθώς δεν είχε μέχρι τότε καταστεί δυνατόν να ξεκαθαρίσει το θέμα από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο Ειδικός Διαχειριστής. Ενημέρωνε επίσης ότι ο Ειδικός Διαχειριστής συνεχίζει την έρευνα του επί του συγκεκριμένου θέματος και θα επανέλθει. · Είναι προφανές ότι η τοποθετήσεις της Τράπεζας Κύπρου τόσο προς τους Αιτητές, αρχικά, αλλά και προς την Καθ' ης η Αίτηση μεταγενέστερα προκάλεσαν την τοποθέτηση ότι συγκεκριμένα ποσά είχαν δεσμευτεί σε λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου. · Μετά την εν λόγω επιστολή ακολούθησαν δύο συναντήσεις στα γραφεία της Μ.Ο.Κ.Α.Σ όπου ήταν παρών και ο ομνύων μαζί με τον Ειδικό Διαχειριστή για συζήτηση του θέματος στην παρουσία εκπροσώπων και της Τράπεζας Κύπρου. · Κατά την διάρκεια αυτών των συναντήσεων οι εκπρόσωποι της Τράπεζας Κύπρου ανέφεραν ότι εκ παραδρομής και/ή λάθους είχαν αναφέρει στην Μ.Ο.Κ.Α.Σ αλλά και στην Λαϊκή Τράπεζα ότι υπάρχουν ποσά δεσμευμένα στην Τράπεζα Κύπρου. Είχαν επίσης τη θέση ότι ουδέποτε ανέλαβαν οποιαδήποτε υποχρέωση της Λαϊκής πέραν των όσων αναφέρονται στα Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης και ουσιαστικά κατέληγαν με την θέση ότι ανέλαβαν υποχρέωση μέχρι Ευρώ 100.000,00 για τον κάθε καταθέτη συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Δεσμεύτηκαν δε μετά από την επιμονή τόσο της Λαϊκής όσο και της Μ.Ο.Κ.Α.Σ να εξετάσουν εάν έλαβαν τα συγκεκριμένα ποσά από την Λαϊκή μετά την υπαγωγή της στο καθεστώς εξυγίανσης και επανήλθαν λέγοντας ότι ουδέποτε έλαβαν αυτά τα ποσά πέραν των Ευρώ 100.000,
- · Η ίδια τοποθέτηση από την πλευρά της Τράπεζας Κύπρου έγινε και κατά την συνάντηση στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα την 10/1/
- Περαιτέρω, αναφέρεται ότι μετά την επίδοση του Διατάγματος Δέσμευσης στην Λαϊκή, προ της υπαγωγής της σε κατάσταση εξυγίανσης θα έπρεπε να είχε δεσμεύσει τον συγκεκριμένο λογαριασμό ούτως ώστε να διασφαλίσει ότι ο καταθέτης δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποσύρει το οποιοδήποτε ποσό από αυτόν τον λογαριασμό. Όπως πληροφορείται ο ομνύοντας, υπήρξε εφαρμογή δέσμευσης στον εν λόγω λογαριασμό (blocking) που απέτρεπε την απόσυρση ποσού από τον συγκεκριμένο λογαριασμό από τον καταθέτη. Τούτου δοθέντος, ο ομνύοντας εκφράζει τη θέση ότι η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 είχε συμμορφωθεί πλήρως με το Διάταγμα Δέσμευσης ημερ. 23/11/
- Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν με βεβαιότητα οι πράξεις της Λαϊκής σε σχέση με τα πιο πάνω ένεκα του ότι ο Ειδικός Διαχειριστής δεν έχει πρόσβαση στο σύστημα της Λαϊκής όπως αυτό λειτουργούσε προ της υπαγωγής της σε καθεστώς εξυγίανσης. Στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: · Με τα όσα έχει ενώπιον του σήμερα ο Ειδικός Διαχειριστής δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει πιο από τα πιο πάνω είχε συμβεί. · Σε κάθε περίπτωση όμως είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι εφάρμοσε τη διαταγή του Δικαστηρίου και διατήρησε παγοποιημένο τον συγκεκριμένο λογαριασμό χωρίς να επιτραπεί στον καταθέτη RANDIUS LTD να αποσύρει οποιοδήποτε ποσό από αυτόν. · Το καθοριστικό γεγονός το οποίο επήλθε από την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος Δέσμευσης ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην Ε.Δ. Α.Χ. ήταν η υπαγωγή της Καθ' ης η Αίτηση σε καθεστώς εξυγίανσης. Μεγάλο μέρος της Ένορκης δήλωσης Α. Αλεξάνδρου συνιστά αναφορά στο νομικό πλαίσιο που σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση καθώς και προβολή σχετικής επιχειρηματολογίας. Ένσταση Ενδιαφερόμενου Μέρους - Τράπεζας Κύπρου Στην υπό κρίση διαδικασία εμφανίστηκε ως Ενδιαφερόμενο Μέρος η Τράπεζα Κύπρου, η οποία και κατεχώρισε σχετική Ένσταση όπου εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης: · Η επίδικη αίτηση έχει επιδοθεί στην Τράπεζα με σκοπό να λάβει γνώση και μόνο της διαδικασίας στην οποία δεν είναι διάδικος και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εκδώσει οποιαδήποτε διατάγματα τα οποία να δημιουργούν υποχρεώσεις στην Τράπεζα και/ή που να έχουν οιεσδήποτε επιπτώσεις και/ή συνέπειες στα έννομα συμφέροντα της Τράπεζας και/ή τα οποία να διατάζουν και/ή αναγκάζουν την Τράπεζα να προβεί σε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή ενέργειες και/ή να απέχει από οποιεσδήποτε πράξεις και/ή ενέργειες οι οποίες επηρεάζουν καθοιονδήποτε τρόπο τα έννομα συμφέροντα της. · Η υποχρέωση καταβολής και/ή εξόφλησης των επίδικων ποσών τα οποία δεσμεύθηκαν με το επίδικο Διάταγμα δήμευσης ημερ. 23/11/2012 ουδέποτε μεταφέρθηκε στην Τράπεζα στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή ουδέποτε η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει και/ή εξοφλήσει την υποχρέωση που είχε η Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την εταιρεία Randius Ltd να εξοφλήσει και/ή καταβάλει σε αυτήν ποσό το οποίο να είναι αντίστοιχο και/ή ίσο με το ποσό το οποίο ήταν κατατεθειμένο επ' ονόματι της Randius Ltd στην Καθ' ης η Αίτηση 2 πριν την υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης. · Με την υπαγωγή της Καθ' ης η Αίτηση 2 σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει των σχετικών διαταγμάτων του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας κατά ή περί τον Μάρτιο του 2013, η Τράπεζα υποχρεωτικά ανέλαβε δυνάμει των άρθρων 5
(2)(β) και 7 του ΚΔΠ 104/2013 την υποχρέωση που είχε η Καθ' ης η Αίτηση προς την εταιρεία Randius Ltd σχετικά με τα επίδικα ποσά που δεσμεύθηκαν μέχρι του εγγυημένου ποσού των €100.000,00 και όχι ολόκληρου του ποσού που βρισκόταν κατατεθειμένο επ' ονόματι της εταιρείας Randius Λτδ και η Καθ' ης η Αίτηση 2 είχε υποχρέωση όπως της το καταβάλει, υποχρέωση η οποία παρέμεινε αποκλειστικά και μόνο προς την Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία είναι το μόνο πρόσωπο που υποχρεούται όπως καταβάλει το εναπομείναν δεσμευμένο ποσό προς την εταιρεία Randius Ltd και/ή στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ένορκη δήλωση XXXX Χαριλάου Στην Ένσταση του Ενδιαφερόμενου Μέρους κατεχωρήθη ένορκη δήλωση από την XXXXX Χαριλάου, Διευθύντρια του Τμήματος Συμμόρφωσης Οικονομικού Εγκλήματος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: · Η Τράπεζα δεν είχε καμία εμπλοκή στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση του επίδικου Διατάγματος δέσμευσης ημερ. 23/11/2012, ούτε και στην συνεπακόλουθη δέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Randius Ltd αφού ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός τηρείτο στην Καθ' ης η Αίτηση 2 πριν την υπαγωγή της σε διαδικασία εξυγίανσης τον Μάρτιο του 2013. · Η εμπλοκή της Τράπεζας στην όλη υπόθεση άρχισε μετά την υπαγωγή της Καθ' ης η Αιτηση 2 σε καθεστώς εξυγίανσης όταν και λόγω ακριβώς των ρητών προνοιών του Διατάγματος προέκυψε η υποχρέωση όπως οι υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την εταιρεία Randius Ltd (οι οποίες προέκυπταν από την σχέση πιστωτή-οφειλέτη που δημιουργήθηκε μεταξύ Καθ' ης η Αίτηση 2-Randius Ltd από την κατάθεση ποσών σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείτο επ' ονόματι της Randius Ltd στην Καθ' ης η Αίτηση 2) μεταφερθούν προς την Τράπεζα, όπως ακριβώς μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα και όλες οι υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς τους καταθέτες που διατηρούσαν λογαριασμούς μέχρι του μέγιστου ποσού των €100.000,00 ανά καταθέτη, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό των «εγγυημένων καταθέσεων». · Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα, η μεταφερθείσα υποχρέωση αφορούσε σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες των Άρθρων 5
(2)(β) και 7 του ΚΔΠ 104/13 την υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Randius Ltd μέχρι ποσού ύψους €100.000,00 («η μεταφερθείσα υποχρέωση»), το οποίο αποτελούσε και αποτελεί το ποσό των εγγυημένων καταθέσεων σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή και Κυπριακή Νομοθεσία, ενώ όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό, η υποχρέωση εξόφλησης του ουδέποτε μεταφέρθηκε στην Τράπεζα αλλά παρέμεινε στην Καθ' ης η Αίτηση
- · Είναι γεγονός ότι μετά που η μεταφερθείσα υποχρέωση αναλήφθηκε από την Τράπεζα, κάποιοι λειτουργοί της Τράπεζας σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και ενεργώντας καλόπιστα, ενημέρωσαν λανθασμένα λειτουργούς της Μ.Ο.Κ.Α.Σ ότι στην Τράπεζα είχε μεταφερθεί ολόκληρη η υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Randius Ltd, ενημέρωση που είχε, επίσης, γίνει και όσον αφορά τις μεταφερθείσες υποχρεώσεις και άλλων πελατών της Καθ' ης η Αίτηση 2 εναντίον των οποίων είχαν εκδοθεί διατάγματα δήμευσης, όπως για παράδειγμα την εταιρεία Lex Capital Limited στην οποία γίνεται αναφορά στην συνοδευτική της Αίτησης ένορκη δήλωση. · Η λανθασμένη αυτή ενημέρωση και εντύπωση των λειτουργών της Τράπεζας, οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά την μεταφορά των υποχρεώσεων από την Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Τράπεζα, λόγω της ύπαρξης των διαταγμάτων δέσμευσης το υπόλοιπο των λογαριασμών που καταγραφόταν στο λογιστικό σύστημα παρέμενε ανεπηρέαστο και φαινόταν ολόκληρο το ποσό του δεσμευμένου λογαριασμού και δεν καταγραφόταν η ξεχωριστή λογιστική σημείωση που είχε εισαχθεί για σκοπούς αναπροσαρμογής του συστήματος και στην οποία καταγραφόταν ξεκάθαρα ότι το υπόλοιπο των εν λόγω δεσμευμένων λογαριασμών για λογιστικούς σκοπούς ανήρχετο στις €100.000,00 για έκαστο λογαριασμό. · Το πρόβλημα διαφάνηκε μετά την αποστολή από την Μ.Ο.Κ.Α.Σ επιστολών με την οποία απαιτείτο η δήμευση των ποσών που υπήρχαν επ' ονόματι της εταιρείας Lex Capital Limited, με την Μ.Ο.Κ.Α.Σ να θεωρεί ότι η υποχρέωση καταβολής ολόκληρου του δεσμευμένου ποσού είχε μεταφερθεί στην Τράπεζα από την Καθ' ης η Αίτηση
- · Αφού λήφθηκαν οι επιστολές της Μ.Ο.Κ.Α.Σ, η Τράπεζα προέβηκε σε εκτεταμένες έρευνες προκειμένου να διασαφηνίσει το θέμα, έρευνες οι οποίες ανέδειξαν την ανακολουθία του συστήματος (η οποία και διορθώθηκε) και οι οποίες έρευνες οδήγησαν στην αποστολή της επιστολής ημερ. 24/7/2017, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. · Μετά την αποστολή της επιστολής αυτής, έγιναν εκτεταμένες συζητήσεις και συναντήσεις μεταξύ της Τράπεζας, της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Μ.Ο.Κ.Α.Σ (στην παρουσία κάποιες φορές και του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα) σε μια προσπάθεια εξεύρεσης κάποιας λύσης και για να διαφανεί τελικά που είχαν καταλήξει οι υποχρεώσεις τόσο των εταιρειών Randius Ltd και Lex Capital Limited όσο και των υπολοίπων πελατών της Καθ' ης η Αίτηση 2 εναντίον των οποίων υπήρχαν σε ισχύ Διατάγματα δέσμευσης κατά την υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης. · Η Τράπεζα προέβηκε εκ νέου σε εκτεταμένες έρευνες ενώ ζήτησε και έλαβε γνωματεύσεις τόσο από τους δικούς της εξωτερικούς ελεγκτές κ.κ. Ernst & Young Cyprus Ltd όσο και από τους ανεξάρτητους ελεγκτές κ.κ. Deloitte Limited, στις οποίες γνωματεύσεις και οι 2 ελεγκτικοί οίκοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στην Τράπεζα μεταφέρθηκαν οι υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς τους πελάτες της μέχρι ποσού ύψους €100.000,00, συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών εναντίον των οποίων υπήρχαν σε ισχύ διατάγματα δέσμευσης κατά την ημερομηνία υπαγωγής της Καθ' ης η Αίτηση 2 σε καθεστώς εξυγίανσης, όπως ήταν και η Randius Ltd. · Η θέση αυτή της Τράπεζας, κοινοποιήθηκε προς τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα, κ. Κώστα Κληρίδη, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 1/3/2018 στην οποία επιστολή είχε επισυναφθεί και η Έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτικού οίκου Deloitte Limited. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Η θέση της Τράπεζας παραμένει η ίδια μέχρι και σήμερα, ήτοι ότι η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση που είχε και συνεχίζει να έχει η Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Randius Λτδ αποκλειστικά και μόνο όσον αφορά την μεταφερθείσα υποχρέωση των €100.000,00 και οι σχετικές θέσεις του Ειδικού Διαχειριστή όπως εκφράζονται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του όχι μόνο δεν ευσταθούν αλλά και στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας η ομνύουσα τυγχάνει αντιστρατεύονται και έρχονται σε κάθετη αντίθεση με το γράμμα αλλά και το πνεύμα της νομοθεσίας που διέπει την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και τα σχετικά διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν αφού κατέρρευσε η Καθ' ης η Αίτηση 2 και τέθηκε υπό εξυγίανση. Θέσεις και εισηγήσεις των μερών Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προσκόμισαν στο Δικαστήριο κείμενο γραπτών αγορεύσεων και στη συνέχεια αγόρευσαν και προφορικά υποστηρίζοντας με επάρκεια και εμπεριστατωμένο τρόπο τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Όσον αφορά το ενδιαφερόμενο μέρος Τράπεζα Κύπρου, ο κ. Πολυβίου επεσήμανε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν εμπλέκεται στην παρούσα υπόθεση εφόσον το όνομά της δεν συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο, ενώ κανένα αιτητικό δεν την αφορά. Επιπλέον, υπογράμμισε ότι η μόνη υποχρέωση που η Τράπεζα ανέλαβε είναι με την υπαγωγή της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει των σχετικών Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου την υποχρέωση που είχε και συνεχίζει να έχει η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 προς την RANDIUS LTD αποκλειστικά και μόνο καθ' όσον αφορά τη μεταφερθείσα υποχρέωση των €100.
- Εξέταση Αίτησης Στις 23/11/2012 μετά από Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Αίτηση με αριθμό 1986/2012, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Διάταγμα για την εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης Δέσμευσης ημερ. 11/9/2012, των αρμοδίων Δικαστικών Αρχών της Ολλανδίας αναφορικά με: i. τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται στους λογαριασμούς των χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD (Λευκωσία) με αριθμούς XXXXX5104 και XXXXX7102 ii. του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD με αριθμό 401201USD στην FBME BANK LTD και iii. του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD με αριθμό XXXXX9573 στην πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Επισημαίνεται ότι της Αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση του διατάγματος δέσμευσης ημερ. 11/9/2012 των Αρχών της Ολλανδίας είχε προηγηθεί επίσημο αίτημα από τις Ολλανδικές Αρχές οι οποίες διερευνούσαν ποινική υπόθεση για πιθανή διάπραξη αδικημάτων απάτης, κατάχρησης και νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων εντός του έτους 2012 κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα της Ολλανδίας[1]. Το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 23/11/2012 επιδόθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα στις 30/11/2012 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην παρούσα Ένορκη Δήλωση). Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η Λαϊκή Τράπεζα ουδεμία ένσταση υπέβαλε στην έκδοση του Διατάγματος το οποίο και κατέστη απόλυτο στις 19/2/
- Το ποσό που δεσμεύτηκε στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD στην Καθ' ης η Αίτηση 2, ανέρχεται σε USD 7,219,
- Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην Ένορκη Δήλωση αντίγραφο της κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού της εταιρείας RANDIUS LTD ημερ. 12/12/2012 στο οποίο φαίνεται το πιο πάνω ποσό που είχε δεσμευτεί. Όπως προκύπτει, το επίδικο Διάταγμα αφορά Απόφαση Δέσμευσης ημερ. 11/9/12 που εκδόθηκε στην Ολλανδία η οποία ενεγράφη και εκτελέστηκε στην Κύπρο με βάση τις πρόνοιες του Μέρους IVA του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (Ν.188(Ι)/2007)ως έχει τροποποιηθεί. Όπως ορθά επισημάνθηκε από την κα Παπακυριακού, το Μέρος IVA εντάχθηκε στην εν λόγω Νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο 58(Ι)/2010, ούτως ώστε να εναρμονιστεί η ημεδαπή νομοθεσία με τις Αποφάσεις-Πλαΐσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2003/577/ΔΕΥ σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 2006/783/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 43Α «απόφαση δέσμευσης» σημαίνει κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης «περιουσιακών» στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο». Ο δε όρος «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνει «κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, υλικό ή άυλο, κινητό ή ακίνητο και νόμιμο τίτλο ή έγγραφο που αποδεικνύει τίτλο ή συμφέρον επ' αυτού, το οποίο περιουσιακό στοιχείο, σύμφωνα με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης: (α) αποτελεί προϊόν καθορισμένου αδικήματος ή ισοδυναμεί, εν όλω ή εν μέρει, με την αξία τέτοιου προϊόντος, ή (β) αποτελεί το μέσο ή το αντικείμενο του αδικήματος αυτού». Σύμφωνα με το Άρθρο 43ΙΑ Απόφαση Δέσμευσης που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 43Γ καθίσταται εκτελεστή ως εάν επρόκειτο για διάταγμα που εκδόθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Περαιτέρω στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 ο όρος «δέσμευση» σημαίνει προσωρινή απαγόρευση της μεταβίβασης, της καταστροφής, της διάθεσης ή της μετακίνησης περιουσίας ή την προσωρινή ανάληψη της φύλαξης ή του ελέγχου της περιουσίας. Όπως προέκυψε από την ένορκη δήλωση Αλεξάνδρου και δεν αμφισβητήθηκε, μετά την επίδοση του διατάγματος Δέσμευσης στην Λαϊκή Τράπεζα προ της υπαγωγής της σε κατάσταση εξυγίανσης ο συγκεκριμένος λογαριασμός φαίνεται να είχε δεσμευτεί ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι ο καταθέτης δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποσύρει το οποιοδήποτε ποσό από αυτόν τον λογαριασμό. Επιπλέον προέκυψε ότι με την εφαρμογή δέσμευσης (blocking) στον επίδικο λογαριασμό αποτρέπετο η απόσυρση από τον καταθέτη ποσού από τον λογαριασμό αυτό. Τέτοια ήταν και η πληροφόρηση της Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου από τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας ότι, δηλαδή, καταθετικοί λογαριασμοί πελατών που υπόκειντο σε δικαστικό διάταγμα δέσμευσης είχαν παραμείνει παγοποιημένοι χωρίς να διεξάγονται οποιεσδήποτε συναλλαγές τόσο στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου για ποσό μέχρι €100.000 όσο και στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας για οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό υπερέβαινε τις €100.
- Το ότι υπήρξε συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23/11/2012 δεν αμφισβητήθηκε τελικώς από τον Αιτητή εφόσον και στην Αγόρευση της κας Παπακυριακού αναφέρθηκε ρητά ότι «η Λαϊκή Τράπεζα σε συμμόρφωση με το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου δέσμευσε το πιο πάνω ποσό που βρισκόταν στον εν λόγω λογαριασμό»[2]. Όπως ορθά επισημαίνεται από την πλευρά του Αιτητή, σκοπός ενός Διατάγματος Δέσμευσης είναι η διατήρηση περιουσίας μέχρι την έκδοση Διατάγματος Δήμευσης και την συνεπακόλουθη ικανοποίηση της εκτέλεσης του ή μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας χωρίς την έκδοση διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης και τη συνεπακόλουθη επιστροφή της περιουσίας[3]. Για να μπορέσει δε να καταστεί δυνατή η μελλοντική δήμευση για τη συγκεκριμένη περιουσία - που είναι και ο σκοπός της δέσμευσής της - η περιουσία αυτή θα πρέπει να διαφυλαχθεί από οποιονδήποτε κίνδυνο καταστροφής. Σχετική είναι η ακόλουθη παραπομπή από το Σύγγραμμα Millinghton and Sutherland Williams on the Proceeds of Crime 3rd Ed.
(2009)στις παραγράφους 2.01 και 2.02 στη σελίδα 15: "An application for a restraint order to prevent the dissipation of assets is frequently the first step a prosecutor will take in the confiscation process. Restraint orders are most commonly sought shortly before or just after criminal proceedings have been commenced, but they can be sought at any stage prior to the conclusion of those proceedings.[..] Purpose of restraint orders Many months, or even years, may elapse between a criminal investigation getting underway and a defendant ultimately standing trial. The aims of the legislation would clearly be defeated if a defendant against whom a confiscation order may be made could deal freely with his assets while awaiting trial: he would be able to dispose of his property to ensure he was effectively 'judgment proof' by the time the trial takes place.[..]" Η αναγκαιότητα στην προκειμένη περίπτωση για την επιδίωξη έκδοσης διατάγματος διορισμού Παραλήπτη, σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η πλευρά του Αιτητή, προέκυψε λόγω του ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα στο οποίο τηρείτο ο επίδικος λογαριασμός έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης από τον Μάρτιο του 2013[4]. Σε ό,τι αφορά το πιο πάνω ζήτημα επισημαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης από την Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου μέσα στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που παραχωρήθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο [Ν.17(Ι)/2013]. Δυνάμει των διατάξεων των Άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Ν.17(Ι)/2013 εφαρμόστηκε αναφορικά με την Λαϊκή Τράπεζα το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών της. Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκε στις 25/3/2013 το περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διάταγμα του 2013 Κ.Δ.Π. 94/2013. Στη συνέχεια, με άλλο Διάταγμα ημερομηνίας 29/3/2013, το Κ.Δ.Π. 104/2013 το περί tης Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, ορισμένες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα στο Άρθρο 5 της Κ.Δ.Π. 104/2013 διαλαμβάνεται η μεταβίβαση από τη Λαϊκή στο Αποκτών Πρόσωπο, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων εκτός των προβλεπόμενων στο Παράρτημα Ι καθώς και υποχρεώσεων της Λαϊκής όπως αυτές συγκεκριμενοποιούνται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου. Ενώ στο Άρθρο 6 καθορίζεται αφενός ο τρόπος προσδιορισμού της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αφετέρου η δυνατότητα καταβολής αποζημίωσης στη Λαϊκή στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κτλ υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων. Στο ίδιο Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013) υπάρχει επίσης ρητή πρόνοια στο Άρθρο 13 για τα αποτελέσματα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων κτλ και υποχρεώσεων της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα διαλαμβάνεται ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης το αποκτών πρόσωπο: · αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις και · υποκαθιστά την Λαϊκή αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Εν ολίγοις, με το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου που εφαρμόστηκε με την Κ.Δ.Π.104/2013 μεταβιβάστηκαν στην τελευταία όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 ενώ σε σχέση με τις καταθέσεις των καταθετών της μόνον η υποχρέωση αποπληρωμής μέχρι του ποσού των €100.000. Η υποχρέωση αποπληρωμής του υπολοίπου των καταθέσεων πέραν των €100.000 παρέμεινε στην Λαϊκή Τράπεζα. Η Κ.Δ.Π.104/2013 προνοούσε ότι: «5.
(1)Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα Ι, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος.
(2)Η Τράπεζα μεταβιβάζει στο Αποκτών πρόσωπο μόνο τις ακόλουθες υποχρεώσεις υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος: (α) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την παροχή στη Λαϊκή Τράπεζα έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας. (β) τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (εξαιρουμένης οποιασδήποτε κατάθεσης σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100,000) ευρώ. για καταθέσεις στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) το πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω αναφερόμενης παραγράφου 8, είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις.» Και πως: «7.
(1)Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης και εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα και στο Νόμο, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως: (α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου.» Ως αποτέλεσμα ο καταθέτης ο οποίος είχε κατάθεση στην Λαϊκή τράπεζα που υπερέβαινε το ποσό των €100.000 απέκτησε δικαίωμα να του καταβληθούν €100.000 από την Τράπεζα Κύπρου. Έκτοτε, η Καθ' ης η Αίτηση 2 παραμένει υπό καθεστώς εξυγίανσης. Όπως δε τονίστηκε από πλευράς Αιτητή, η τύχη του δεσμευμένου χρηματικού ποσού είναι άγνωστη, γεγονός που επιβάλλει κατά τον Αιτητή, τη λήψη μέτρων για τη διαφύλαξη του δεσμευμένου χρηματικού ποσού για σκοπούς εφαρμογής των προνοιών του Νόμου. Σκοπός της υπό κρίση Αίτησης, ως αναφέρθηκε από την κα Παπακυριακού, είναι η αποτροπή οποιασδήποτε πράξης καταστροφής, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν στο τέλος να δημευθούν ή, σε περίπτωση αθώωσης, να αποδεσμευτούν. Όπως διεφάνη από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί, έγιναν προσπάθειες από μέρους της Νομικής Υπηρεσίας (Μ.Ο.Κ.Α.Σ) να λάβει επιβεβαίωση από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης για τη διαφύλαξη του δεσμευμένου ποσού χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση (Τεκμήριο 3). Ενώ μεταγενέστερα, στις 24/7/2017 και στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, η Μ.Ο.Κ.Α.Σ ενημερώθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε αναλάβει την υποχρέωση του εγγυημένου ποσού των €100.000 και ότι είναι μόνο αυτό το ποσό που μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Στην υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται ο διορισμός του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Παραλήπτη της περιουσίας που είναι αντικείμενο του Διατάγματος Δέσμευσης στον οποίο να ανατεθούν συγκεκριμένες εξουσίες με βάση τα προβλεπόμενα στα εδάφια
(7)και
(8)του Άρθρου 14 του Νόμου. Στο εδάφιο
(7)του Άρθρου 14 του Ν.188(Ι)/2007 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «
(7)Το δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης να διορίσει παραλήπτη- (α) Για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχό του ρευστοποιήσιμη περιουσία˙ και (β) για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.»
(8)Το δικαστήριο δύναται κατά το διορισμό του παραλήπτη να επιβάλει τους όρους που κρίνει αναγκαίους και να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται περιουσία για την οποία έχει διορίσει o παραλήπτης να την παραδώσει σε αυτόν. Παρόμοιες πρόνοιες με αυτές των εδαφίων
(7)και
(8)του Άρθρου 14 εντοπίζονται και στην Αγγλική νομοθεσία και συγκεκριμένα στο Proceeds of Crime Act (POCA) 2002, Άρθρα 48 και 49 για διορισμό από το Δικαστήριο Παραλήπτη (Management Receiver). Η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα The Proceeds of Crime 3η Έκδοση, Millington and Sutherland Williams, Chapter 4: Management Receivers, στις σελίδες 61-62 στην οποία με έχει παραπέμψει η πλευρά του Αιτητή, είναι σχετική: "A restraint order, coupled with disclosure and repatriation provisions, will in most cases prove sufficient to preserve the value of realizable property pending the making and enforcement of a confiscation order. Banks will immediately freeze a defendant's accounts on being served with a copy of the order.[..] In some cases, however, a restraint order alone will not be an effective means of preserving the value of the defendant's assets pending the determination of the proceedings ..[..] in circumstances such as these, further measures need to be taken to manage and preserve the realizable property of the defendant while the restraint order remains in force. POCA (Proceeds of Crime Act) gives the Court the power, on the application of the prosecutor, to appoint a receiver to take possession of and manage the defendant's realizable property pending the conclusion of the proceedings. Receivers appointed for such purpose are referred to as management receivers to distinguish them from enforcement receivers who are appointed after a confiscation order has been made to realize the defendant's assets in satisfaction of the order." Είναι ορθή η επισήμανση από πλευράς του Αιτητή ότι τα εδάφια
(7)και
(8)του Άρθρου 14 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που έχει εγγραφεί με βάση το Μέρος IVA του Νόμου[5]. Στο Άρθρο 13 του Νόμου η έννοια της «ρευστοποιήσιμης περιουσίας» προσδιορίζεται ως εξής: «13.
(1)Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει- (α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό˙ και (β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά της συγκεκριμένης αυτής περιουσίας ή περιουσία που έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό: Νοείται ότι, για σκοπούς της παραγράφου (β), η απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας περιλαμβάνει το προϊόν του αδικήματος ή άλλη περιουσία η αξία της οποίας είναι ισοδύναμη με το προϊόν του αδικήματος.
(2)Στην έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση με βάση διάταγμα δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε σε ποινική υπόθεση.» Επισημαίνεται ότι για τους σκοπούς του Άρθρου 13 «κατηγορούμενος» περιλαμβάνει πρόσωπο για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «περιουσία» σημαίνει περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, ακίνητη περιουσία, κινητή περιουσία η οποία περιλαμβάνει χρήματα, υλικά ή άυλα στοιχεία, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή πράξεις με οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσο τα κεφάλαια που βρίσκονται στο λογαριασμό της RANDIUS στη Λαϊκή Τράπεζα αποτελούν περιουσία της Κατηγορούμενης εταιρείας και μάλιστα ρευστοποιήσιμη περιουσία ως αυτή προσδιορίζεται στο Άρθρο 13 του Νόμου για σκοπούς ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού Άρθρου 14 που αφορά σε διορισμό Παραλήπτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ 427: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα.» Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν είναι παρά αναπαραγωγή των αρχών του Αγγλικού Τραπεζικού Δικαίου όπως διαμορφώθηκαν κατά τον 18ο αιώνα. Σχετική είναι η υπόθεση Foley v. Hill 2 HLC 28
(1848)II House of Lords Cases Clark's 28 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: "Money, when paid into a bank, ceases altogether to be the money of the principal (see Parker v. Marchant , 1 Phillips 360); it is then the money of the banker, who is bound to return an equivalent by paying a similar sum to that deposited with him when he is asked for it.. The money paid into the banker's, is money known by the principal to be placed there for the purpose of being under the control of the banker; it is then the banker's money; he is known to deal with it as his own; he makes what profit of it he can, which profit he retains to himself, paying back only the principal, according to the custom of bankers in some places, or the principal and a small rate of interest, according to the custom of bankers in other places. The money placed in the custody of a banker is, to all intents and purposes, the money of the banker, to do with it as he pleases; he is guilty of no breach of trust in employing it; he is not answerable to the principal if he puts it into jeopardy, if he engages in a hazardous speculation; he is not bound to keep it or deal with it as the property of his principal, but he is of course answerable for the amount, because he has contracted, having received that money, to repay to the [37] principal, when demanded, a sum equivalent to that paid into his hands". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Απόλυτα κατατοπιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Law Relating to Financial Services, 8η Έκδοση
(2015)υπό τον τίτλο «The debtor-creditor relationship and other implied terms» στη σελίδα 7: "Certain important matters flow from the principle that deposited money becomes the property of the bank. First, the bank is free to do what it likes with the money and is not bound to account to its customer for what it does with it. The customer does not own the money he has deposited, even in equity. He merely owns the right to be repaid the debt that the bank owes him. The bank is only liable to repay this money to the customer when he demands it. Unlike normal debtors, banks are not obliged to 'seek out their creditors'. Second if the bank fails to repay on the customer's demand, the customer ranks only as an unsecured creditor in any claim against an insolvent bank." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίσθηκε από τον Λόρδο Templeman στην υπόθεση Space Investments Ltd. v Canadian Imperial Bank of Commerce Trust Co. (Bahamas) Ltd. and Others [1986] 1 WLR 1072: "A customer who deposits money with a bank authorises the bank to use that money for the benefit of the bank in any manner the bank pleases. The customer does not acquire any interest in or charge over any asset of the bank or over all the assets of the bank. The deposit account is an acknowledgement and record by the bank of the amount from time to time deposited and withdrawn and of the interest earned. The customer acquires a chose in action, namely the right on request to payment by the bank of the whole or any part of the aggregate amount of principal and interest which has been credited or ought to be credited to the account. If the bank becomes insolvent the customer can only prove in the liquidation of the bank as unsecured creditor for the amount which was, or ought to have been, credited to the account at the date when the bank went into liquidation". Όπως δε τέθηκε από τον Δικαστή Mackinnon LJ στην υπόθεση Hirschhorn v. Evans Barclays Bank Ltd garnishee [1938] 3 All E R 491 στη σελ. 498: "There is, of course, never any question of property in the credit balance of a bank account. The relation of banker and customer is simply that of debtor and creditor .". Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Paget's Law of Banking 13η έκδοση σελ. 205: "When monies are paid into an account they are reckoned as belonging to the bank.". Σχετική είναι και η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS Specific Contracts, 38η έκδοση, 2008, Τόμος 2 στις σελ. 384-385: "The basic relationship of banker and customer, however, is established, as has been shown, by the opening of an account. When a banker opens an account for the customer the relationship established is one of a debtor and creditor. When the account is in credit, the customer is the creditor and the banker the debtor. Consequently, funds deposited by the customer become the bank's money; the customer acquires a debt or chose in action claimable from the bank". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρόμοιες αναφορές εντοπίζονται και στο Σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, στη σελίδα 120, ως ακολούθως: "Indeed, it is now well established that the property in the customer's money passes to the bank following its deposit and that money paid into a bank account belongs legally and beneficially to the bank and not to the account holder [.]". ....................................... "Accordingly, the essence of the banker-customer contract is the bank's right to use deposits for its own purposes and its undertaking to repay an amount equal to that deposited, with or without interest, either at call or at a fixed time [..]." ....................................... (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται ότι τα ποσά που κατατίθενται στο λογαριασμό που ένας πελάτης διατηρεί με την τράπεζα είναι λάθος να περιγραφούν ως τα μετρητά του. Πρόκειται για μία μη εξασφαλισμένη οφειλή (unsecured debt). Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, στη σελίδα 223 : "When an amount is paid into the customer's current account, be it by means of cash, a cheque payable to him, or a giro transfer, the sum in question is forthwith regarded as being lent by the customer to the bank. In this manner, the amounts paid to the credit of the customer's account are converted into debts owed to him by the bank. In reality, the indebtedness of the payor of the amount remitted is substituted with a debt incurred by the bank. This analysis is of importance in two respects. First, it is wrong to describe the amount standing to the customer's credit as his cash. It is an unsecured debt that, in the bank's insolvency, will rank as subordinate to preferential claims and to secured debts. The customer is thus in the position of a general creditor." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 216 αναφέρεται ότι η σχέση πιστωτή και οφειλέτη η οποία υφίσταται μεταξύ καταθέτη και Τράπεζας έχει τις ακόλουθες πρακτικές συνέπειες: i. Όταν η Τράπεζα τεθεί υπό εκκαθάριση ο καταθέτης δεν δύναται ούτε να επικαλεστεί οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα σε σχέση με το ποσό του πιστωτικού υπολοίπου της κατάθεσης του, ούτε να εισπράξει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Ως εκ τούτου οι καταθέτες θεωρούνται ως μη εξασφαλισμένοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έπονται εκείνων των προνομιούχων και εξασφαλισμένων πιστωτών. ii. Το πιστωτικό υπόλοιπο μιας κατάθεσης συνιστά συμβατική οφειλή της Τράπεζας έναντι του καταθέτη ενώ το ποσό της κατάθεσης, μετά την κατάθεση του, απορροφάται στο ενεργητικό της Τράπεζας και λογίζεται, πλέον, περιουσία της Τράπεζας. Ως εκ τούτου η Τράπεζα είναι ελεύθερη να χρησιμοποιεί τα λεφτά που έχουν κατατεθεί για τους δικούς της σκοπούς και συναλλαγές με τρόπο ώστε να επωφελείται και χωρίς να χρειάζεται να δίδει λογαριασμό στον καταθέτη για τα κέρδη που εξασφαλίζει. Παρατίθεται πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα το οποίο έχει ως εξής: "The main legal consequence of an economic conception that treats a bank as a reservoir of money is that the customer is deemed to have lent to the bank the amounts standing to the credit of his account. Three practical consequences flow from this analysis. First, where a bank becomes insolvent, a customer is neither entitled to assert any proprietary claim to the funds paid into his account nor to recover those funds in specie.28 Accordingly, customers are regarded as unsecured general creditors whose claims are subordinate to those of preferential and secured creditors.29 As a general creditor, the customer is only entitled to a dividend that is equivalent to a pro rata share of any surplus remaining after secured and preferential claims have been paid. Secondly, the balance due to the customer constitutes a mere chose in action giving the customer a debt claim against his bank for the sums deposited, whilst the property in the money itself passes to the bank. Accordingly the bank is free to use the deposited money for its own purposes and dealings and does not have to account to the customer for profits made with his particular deposits. The customer is only entitled to demand the return of a sum equivalent to his deposits, and an interest payable according to the terms governing the account.[..]" Όπως προκύπτει με βάση τις πιο πάνω αυθεντίες και συνοψίζοντας τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, το ποσό της όποιας κατάθεσης συνιστά, ως αποτέλεσμα και/ή επακόλουθο της κατάθεσης, στοιχείο περιουσίας του τραπεζικού/πιστωτικού ιδρύματος. Το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ενός καταθέτη αποτελεί απεικόνιση της οφειλής - χρέους της τράπεζας προς τον καταθέτη. Τα κεφάλαια της κατάθεσης απορροφούνται λοιπόν στο όλο ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος ως δικά του (του πιστωτικού ιδρύματος) πλέον περιουσιακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, η κατάθεση κάποιου προσώπου σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο αλλά συμβατική οφειλή της τράπεζας έναντι του καταθέτη. Ο καταθέτης δεν έχει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα αλλά δικαιώματα πιστωτή με αναφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του. Για να το θέσουμε διαφορετικά, το όποιο κεφάλαιο κατατίθεται από ένα πρόσωπο σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα απορροφάται στο όλο ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος ως δικό του πλέον περιουσιακό στοιχείο και το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης[6]. Εν ολίγοις, το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δεν αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο της ύποπτης και/ή κατηγορούμενης εταιρείας RANDIUS, ούτε συνιστά περιουσία της εν λόγω εταιρείας. Και τούτο γιατί η χρηματική οφειλή της τράπεζας έναντι του καταθέτη δεν ταυτίζεται με ιδιοκτησιακό δικαίωμα του καταθέτη με αποτέλεσμα το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού να μην αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Η θέση της κας Παπακυριακού ότι το Διάταγμα Δέσμευσης δεσμεύει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε συγκεκριμένο λογαριασμό και ότι το Διάταγμα επενεργεί επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου "in rem" δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο[7]. Να πω και κάτι άλλο. Η κα Παπακυριακού υποστήριξε ότι τα χρηματικά ποσά που τηρούνται σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκει σε Κατηγορούμενη/ Ύποπτη εταιρεία αποτελούν ρευστοποιήσιμη περιουσία της Κατηγορούμενης/ Ύποπτης. Ήταν δε η θέση της ότι υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) διαφοροποιείται ενόψει του ότι δεν υπήρξε εκεί θέμα δεσμευμένων ποσών με βάση δικαστικό διάταγμα αλλά η υπόθεση αφορούσε γενικά τη σχέση καταθέτη με την Τράπεζα. Με κάθε σεβασμό προς την πιο πάνω εισήγηση, δεν είναι αντιληπτό πως μπορεί, με βάση τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), μία κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό να θεωρείται περιουσία της Τράπεζας, ενώ για σκοπούς ερμηνείας του Άρθρου 14 και της έννοιας «ρευστοποιήσιμη περιουσία», τέτοια περιουσία να θεωρείται ότι είναι περιουσία της Κατηγορούμενης/Ύποπτης εταιρείας. Ούτε και η θέση ότι η δέσμευση, ως αποτέλεσμα του επίδικου Διατάγματος Δέσμευσης, είναι επί του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού και όχι «η λογιστική αποτύπωση του» ή «μια λογιστική καταχώρηση στα βιβλία της τράπεζας»[8] με αποτέλεσμα το εν λόγω Δικαστικό Διάταγμα να επενεργεί δεσμευτικά όχι μόνο για τον κάτοχο του λογαριασμού αλλά και για την ίδια την Τράπεζα να χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο το δεσμευμένο ποσό, βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο[9]. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεσμευμένα, ουσιαστικά, δεν είναι ορισμένα κεφάλαια αλλά ορισμένο πιστωτικό υπόλοιπο ως προς το οποίο η εταιρεία RANDIUS LTD έχει λαμβάνειν ως πιστωτής στη βάση συμβατικής οφειλής της Τράπεζας έναντι της και συμφώνως των όρων της σύμβασης κατάθεσης που υφίσταται μεταξύ τους[10]. Η δε εταιρεία δεν έχει δικαιώματα σε συγκεκριμένα χρήματα αλλά έχει δικαιώματα πιστωτή με αναφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού της. Μέσω δε του Διατάγματος δέσμευσης και στο πλαίσιο εφαρμογής του η Καθ ΄ης η Αίτηση αρ. 2 έχει παγώσει τον επίδικο λογαριασμό - μη επιτρέποντας την απόσυρση και/ή διάθεση από τον καταθέτη οποιουδήποτε ποσού από τον συγκεκριμένο λογαριασμό και/ή δεσμεύοντας την ικανότητα της Κατηγορούμενης/Ύποπτης Εταιρείας να προχωρεί σε κινήσεις αναφορικά με τον εν λόγω λογαριασμό - ο οποίος (λογαριασμός) δεν αποτελεί οτιδήποτε άλλο εκτός από μία λογιστική απεικόνιση ή καταχώρηση του πιστωτικού υπολοίπου του καταθέτη σε συγκεκριμένο χρόνο. Δεν υφίσταται εν προκειμένω συγκεκριμένο ποσό το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί ή να απομονωθεί και το οποίο είναι ξεχωριστό από το σύνολο του ενεργητικού της Τράπεζας. Των πιο πάνω λεχθέντων με βάση το Διάταγμα Δέσμευσης ημερ. 11/9/2012 υπό δέσμευση βρίσκεται το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού της RANDIUS LTD και όχι συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο συνιστά περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρείας. Επαναλαμβάνω ότι η κυριότητα του κατατεθέντος κεφαλαίου ανήκει στην Τράπεζα. Αποτέλεσμα τούτου είναι να μην υφίσταται εν προκειμένω «ρευστοποιήσιμη περιουσία» της Εταιρείας εντός της έννοιας του Άρθρου 13 του σχετικού Νόμου. Αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και το Άρθρο 72Α του Νόμου, το οποίο, με βάση τα όσα υποστήριξε η πλευρά του Αιτητή, εξαιρεί από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης το εκδοθέν Διάταγμα Δέσμευσης. Ήταν εισήγηση της κας Παπακυριακού ότι με βάση το πιο πάνω Άρθρο, η υποχρέωση/οφειλή του πιστωτικού ιδρύματος να έχει δεσμευμένα, σύμφωνα με το Διάταγμα Δέσμευσης τα χρήματα που αφορά, δεν επηρεάζεται από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης καθότι το Διάταγμα Δέσμευσης εκδόθηκε πριν από τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της ότι στην προκειμένη περίπτωση τα δεσμευμένα χρηματικά ποσά δεν έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης[11]. Ο κ. Στυλιανού υποστήριξε, από την άλλη, ότι είναι αντισυνταγματικό να επιχειρείται με νόμο άνιση μεταχείριση των πολιτών συγκεκριμένης τάξης όπως αυτό διαλαμβάνεται στο Άρθρο 72Α. Όπως τόνισε, με την τροποποίηση επιχειρείται όπως συγκεκριμένοι πιστωτές και μάλιστα ύποπτοι συγκεκριμένων αδικημάτων, να είναι σε ευνοϊκότερη θέση από τους υπόλοιπους πιστωτές. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου για το ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά σε ρευστοποιήσιμη περιουσία της κατηγορούμενης και/ή επηρεαζόμενης εταιρείας σύμφωνα με το Άρθρο 13 του Νόμου, θεωρώ ότι εξέταση του πεδίου εφαρμογής και/ή ερμηνείας του Άρθρου 72Α του Νόμου καθώς και ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητάς του, όπως ήταν η θέση του κ. Στυλιανού, παρέλκει. Μπορεί η περιουσία αντικείμενο του Διατάγματος Δέσμευσης να μην επηρεάζεται βάσει των διαλαμβανομένων στο Άρθρο 72Α του Νόμου από την Νομοθεσία περί εξυγίανσης - ζήτημα το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν αποφασίζεται και μένει ανοικτό για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης -αλλά, με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε ανωτέρω, πουθενά δεν προνοείται ότι προκειμένου για κεφάλαια καταθέσεων ύποπτα ως προϊόντα οργανωμένου εγκλήματος αυτά δεν θεωρούνται άμα τη καταθέσει τους μέρος του ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύματος όπου έχουν κατατεθεί και άρα περιουσιακό στοιχείο του ρηθέντος πιστωτικού ιδρύματος. Εν ολίγοις το καθοριστικό στην υπό κρίση Αίτηση είναι ότι δεν πληρούνται οι όροι του δικαιοδοτικού Άρθρου 14 του Νόμου ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης Διατάγματος Παραλαβής εφόσον η υπό κρίση Αίτηση για διορισμό Παραλήπτη για ανάληψη κατοχής δεν αφορά σε περιουσία της Κατηγορούμενης εταιρείας αλλά σε περιουσιακό στοιχείο του πιστωτικού ιδρύματος. Κατάληξη Για τους λόγους πιο πάνω έχουν παρατεθεί η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπειαν, αυτά επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2. Σε σχέση με το Ενδιαφερόμενο Μέρος Τράπεζα Κύπρου, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του κ. Πολυβίου για το θέμα των εξόδων, όπως τη διατύπωσε κατά το στάδιο της εκδίκασης της Αίτησης, κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδά της. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε ένορκη δήλωση Αντιγόνης Χατζηξενοφώντος που υποστήριζε την Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης Δέσμευσης ημερ. 1/11/2012. [2] Δέστε σελίδα 18 της Γραπτής Αγόρευσης της κας Παπακυριακού. Επίσης στη σελίδα 8 της Αγόρευσης αναφέρεται: «Το εν λόγω Διάταγμα επιδόθηκε στην εν λόγω Τράπεζα η οποία συμμορφώθηκε με αυτό δεσμεύοντας ολόκληρο το εν λόγω χρηματικό ποσό στο λογαριασμό της Randius LTD χωρίς να υποβάλει οποιαδήποτε ένσταση ενώπιον του Δικαστηρίου.» [3] Δέστε την υπόθεση In the matter of Stanford International Bank Ltd
(2010)EWCA Civ 137 όπου λέχθηκαν τα εξής σε αναφορικά με τη φύση του διατάγματος δήμευσης (restraint order) στις παραγράφους 163 και 179: "163. An English restraint order made under s 41 POCA is an anticipatory and protective order, sharing many characteristics with a civil freezing order. It is designed to preserve assets against the possibility of a future confiscation order. It is defined as an order "prohibiting any specified person from dealing with any realisable property held by him.": s 41
(1). The specified person need not be, and often is not, an actual or potential defendant. "179. A restraint order alters no rights; it merely freezes the property to which it is applied.." [4] Δέστε σελίδες 3-4 της Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη. [5] Δέστε εδάφιο
(1)του Άρθρου 43ΙΣΤ του Ν.188(Ι)/2007 ως έχει τροποποιηθεί. [6] Δέστε και την υπόθεση Hareto Trading limited v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού υπ.αρ. 2166/2013 η οποία αφορούσε ενδιάμεση Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υπόθεση όπου η Ενάγουσα είχε κατάθεση σε λογαριασμό που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα με πιστωτικό υπόλοιπο όπου ο έντιμος Δικαστής Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) ανέφερε στο τα εξής σχετικά: «Οι καταθέσεις της Ενάγουσας απορροφήθηκαν λοιπόν στο όλο ενεργητικό της Λαϊκής ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία. Αυτά μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, όπως και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής. Γι' αυτό και δεν τίθεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος.[.] Η κατάθεση της Ενάγουσας που αναφέρεται στα εξαιτούμενα διατάγματα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Όπως εξηγήθηκε, δεν συνιστά η κατάθεση περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, ότι η Ενάγουσα θα λάβει, είναι αποζημιώσεις.» [7] Δέστε σελίδα 19 και σελίδες 30-31 της Γραπτής Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη εκ μέρους του Αιτητή. [8] Όπως αναφέρθηκε στην Γραπτή Αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή στη σελίδα 19: «Είναι το περιεχόμενο του τραπεζικού λογαριασμού που δεσμεύεται και χρειάζεται να παραμείνει δεσμευμένο για να ικανοποιηθεί το Διάταγμα δήμευσης και όχι απλώς μια λογιστική καταχώρηση στα βιβλία της τράπεζας». Επίσης στη σελίδα 20 της ίδιας Αγόρευσης αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «Είναι ξεκάθαρο ότι το διάταγμα δεσμεύει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό, το οποίο θα πρέπει να είναι και να παραμένει διαθέσιμο και να μην χρησομοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την Τράπεζα, τον δικαιούχο του λογαριασμού ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο καθ΄όλη τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος. Είναι το περιεχόμενο του λογαριασμού που δεσμεύεται (the contents of the bank account) και σκοπός του διατάγματος είναι η διατήρηση του ποσού αυτού.» [9] Δέστε σελίδες 29-31 της Γραπτής Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη εκ μέρους του Αιτητή. [10] Όπως επισημάνθηκε στην Ενδιάμεση Απόφαση στην υπόθεση Hareto Trading limited v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού, υπ.αρ. 2166/2013, ημερ. 23/10/2013 από τον έντιμο Δικαστή Χ. Μαλαχτό Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε): · «Η κατάθεση κάποιου προσώπου στη Λαϊκή δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο. Απλά σημαίνει πως ο καταθέτης είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή το συγκεκριμένο ποσό. · Η υποχρέωση αποπληρωμής του μέχρι €100.000 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το όποιο υπόλοιπο της υποχρέωσης παραμένει στη Λαϊκή. [.] · Δεν εγείρεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. [..]» [11] Δέστε σελ. 6-7 της Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο