COUCAL LIMITED ν. DADLAW SECRETARIAL LTD, Αρ. Αγωγής: 3648/19, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3648/19 Μεταξύ: COUCAL LIMITED, από τη την Ιρλανδία Εναγόντων και DADLAW SECRETARIAL LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 13.11.19 προς έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 31.1.20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Πίττας Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Παπανδρέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, αιτήθηκαν μονομερώς διάφορα διατάγματα αποκάλυψης, Norwich Pharmacal, εκ των οποίων εκδόθηκε μόνο διάταγμα φίμωσης, ως το Γ της αίτησης. Μετά την επίδοση του διατάγματος και της επίδικης αίτησης, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Κατά την ακρόαση, οι δικηγόροι των δυο πλευρών προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις, χωρίς την αντεξέταση των εκατέρωθεν ομνυόντων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.39, Δ.48 Θ.1-2, 3, 8 και 9, τα άρθρα 29, 31, και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και τα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση ασκούμενου δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων της ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Συνοδεύεται με σωρεία συνημμένων εγγράφων ως τεκμηρίων. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Πριν γίνει αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν το παρόν αίτημα, μια σύντομη επισκόπηση της νομολογίας ως προς την φύση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται σκόπιμη, ώστε να είναι ευχερής η παρακολούθηση των γεγονότων, όπως αυτά αναδύονται από την μακροσκελή, πολυσέλιδη και εκτεταμένη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Αναφορικά με τη φύση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται τα διατάγματα αποκάλυψης, είναι διατάγματα αποκάλυψης με σκοπό την έγερση μεταγενέστερης αγωγής. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου & Αρτέμη σελ.258 και 260, έχουν την προέλευση τους από το Αγγλικό δίκαιο και είναι επιτρεπτή η έκδοση τους ακόμα και πριν την καταχώριση της αγωγής. Τα διατάγματα αποκάλυψης, στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών ή και μαρτυρίας προς έγερση αγωγής εκ μέρους προτιθέμενου ενάγοντα, εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου. Ως επεξηγείται, πολύ συνοπτικά, ο προτιθέμενος ενάγων έχει τη δυνατότητα να κινηθεί πρώτα με αγωγή εναντίον εμπλεκόμενων προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες ή έγγραφα που θα τον βοηθήσουν να εξακριβώσει την ταυτότητα του κύριου αίτιου που διέπραξε την αδικοπραγία σε βάρος του. Πρόκειται για δικαιοδοσία που μπορεί να ασκηθεί και πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο, με την έγερση αγωγής εναντίον των εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων, μπορεί να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα, δυνάμει των προνοιών του Αρ.32 του Νόμου 14/60, για αποκάλυψη πληροφοριών, στην βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του πραγματικού αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Avila Management Ltd κ.ά ν. Frantisek Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1403, γίνεται εκτεταμένη ανάλυση και επεξήγηση τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Ομοίως χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Κλουκίνα
(2014)1 Α.Α.Δ 119, καθώς και στις εκεί αποφάσεις που παραπέμπουν οι πιο πάνω υποθέσεις. Στο σύγγραμμα Diclosure, 4η έκδοση σελ.77, υπό τον τίτλο Procedure, επεξηγείται ότι τέτοια διαδικασία προς έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal μπορεί να αρχίσει είτε με αγωγή, είτε με εναρκτήρια κλήση. Μπορεί το διάταγμα να είναι η μοναδική επιζητούμενη θεραπεία, ή μπορεί να είναι υποβοηθητική άλλης θεραπείας. Τέτοιο διάταγμα, ως επεξηγείται, μπορεί να εκδοθεί και στα πλαίσια υπάρχουσας αγωγής. Ακόμα ένα σημείο θα πρέπει να αναφερθεί, ώστε να υπάρχει πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το ζητούμενο επί τέτοιων διαταγμάτων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων διέρχεται δια του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και του νομικού πλαισίου και των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών που περιβάλλουν την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων, δυνάμει του Αρ.32. Στην υπόθεση Penderhill, ανωτέρω, υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση εμπλέκονται σ΄ αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Όπως παρατηρήθηκε στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,
(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ΑBP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ακολουθώντας την πορεία των Αγγλικών Δικαστηρίων, έκριναν ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουν τη γραμμή των αποφάσεων ώστε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και στον τομέα της επικοινωνίας καθώς, όπως παρατηρείται στην Lasala, και της σύγχρονης μεταβολής στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Οι δοσοληψίες που γίνονται σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε χρόνο ελάχιστο μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και η μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο, από τη μια χώρα στην άλλη, σε μηδενικό σχεδόν χρόνο απαιτούν νέους χειρισμούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ώστε αυτά να παρέχουν αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των διαδίκων μέχρι το πέρας της διαφοράς. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται». Στην στην Avila ανωτέρω, επί τέτοιων διαταγμάτων, διευκρινίζεται ότι: «Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Επανερχόμενο το δικαστήριο στις αρχές έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το έργο του περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δες μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783, καθώς και αποφάσεις που θα αναφερθούν στη συνέχεια). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κρίνεται μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου των δικαιωμάτων και της διάπραξης μια αδικοπραξίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Και βεβαίως, για ότι αφορά εδώ, θα πρέπει να καταδειχθεί σοβαρή ένδειξη δικαιώματος και η διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος του αιτητή, με την εμπλοκή του εναγόμενου, ανεξαρτήτως του βαθμού της υπαιτιότητας του στην αδικοπραξία. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα στοιχεία αυτά, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Στην υπόθεση HAZLEWOOD INVESTMENT & FINANCE LTD v. Manuel κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.Ε14/2017, ημερ.16.7.19, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η β' προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β' προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. » Το τρίτο κριτήριο, ικανοποιείται εφ' όσο καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη προϋπόθεση δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα, αφού αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια της υλικής αποτίμησης, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κυρίσαββα και άλλος ν. Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Έχοντας συνεπώς προσδιορίσει το νομικό πλαίσιο της διαδικασίας, αναφορά σε αυτό θα γίνει και στη συνέχεια, το δικαστήριο θα προχωρήσει να παραθέσει σύνοψη των γεγονότων, όπως αυτά αναδύονται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα. ΔΙΑΔΙΚΟΙ Η ενάγουσα, είναι εταιρεία συσταθείσα με βάση τους Νόμους της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας από 63 επενδυτές. Αφορούσε την ανάπτυξη εκ μέρους τους ενός εμπορικού κέντρου στο Opole της Πολωνίας. Οι επενδυτές, εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στην ενάγουσα για να λάβει αυτή νομικά διαβήματα εναντίον του XXXXX Scully. Η εναγόμενη, είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και, μεταξύ άλλων, είναι παροχέας υπηρεσιών/γραμματέας των Κυπριακών εταιρειών Forrestpower Trading and Investments Ltd και Riverwide Holdings Ltd. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η αιτήτρια έχει καλούς λόγους να πιστεύει ότι οι πιο πάνω εταιρείες ανήκουν και ελέγχονται από τους Scully, ανωτέρω, την σύζυγο του XXXXX Scully και του XXXXX Coll, οι οποίοι είναι οι τελικοί αδικοπραγήσαντες, και έχουν χρησιμοποιήσει μεταξύ άλλων και τις δυο πιο πάνω Κυπριακές εταιρείες για να νομιμοποιήσουν παράνομα τα έσοδα των αδικοπραξιών τους. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Πριν γίνει περιληπτική αναφορά στα γεγονότα, όπως διεξοδικά αναδύονται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, θα πρέπει εξ αρχής να αναφερθεί ότι ως προς αυτά, δεν υπήρχε αντίλογος και συνεπώς εκλαμβάνονται ως δεδομένα. Σύμφωνα με τη νομολογία, αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις, ή με οποιονδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Σχετική ομοίως είναι και η υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476, ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V. v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ
- Κατά συνέπεια, εκ των γεγονότων που παραθέτει η αιτήτρια θα εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα σε σχέσει με τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, ως έχουν ήδη εκτεθεί και αναλυθεί. Το 2006 η Ιρλανδική εταιρεία Castle Carbery με διευθυντές το ζεύγος Scully, που είναι ιρλανδοί πολίτες, προσέγγισε επενδυτές και τους σύστησε μια επενδυτική ευκαιρία για την αγορά γης και κατασκευή εμπορικού κέντρου στο Opole της Πολωνίας. Η ελάχιστη επένδυση ήταν €100.000, με 15% σταθερή προνομιακή απόδοση που θα αποπληρωνόταν στο τέλος του τρίτου χρόνου της επενδυτικής περιόδου. Το επενδυτικό πλάνο πρόβλεπε την εγγραφή των επενδυτών σε μετοχές στην εταιρία Coucal Sp. ZOO, ανάλογα με την επένδυση. Η επενδυτική συμφωνία πρόβλεπε ότι διευθυντές της ZOO θα ήταν οι Scully και Coll, και οι επενδυτές θα ήταν μέτοχοι μαζί με τα δυο αυτά πρόσωπα. Η στρατηγική εξόδου ήταν ότι με την ολοκλήρωση του εμπορικού κέντρου, οι πιο πάνω θα αναχρηματοδοτούσαν το κέντρο βάση ψηλότερων αξιολογήσεων και να εξαγοράσουν τους επενδυτές. Αν αυτό δεν ήταν εφικτό, τότε θα προχωρούσαν στην πώληση του εμπορικού κέντρου και θα επέστρεφαν τα κεφάλαια στους επενδυτές, πλέον τα κέρδη. Το 2006, οι πιο πάνω διευθυντές αποφάσισαν να προχωρήσουν με μεγαλύτερο σχέδιο και συνέλλεξαν περισσότερα κεφάλαια, μέσω επενδύσεων, για να αγοράσουν παρακείμενα κτίρια. Επένδυσαν 78 πρόσωπα με συνολική αρχική επένδυση €8.150.000 και η εταιρεία σύναψε κατασκευαστικό δάνειο περίπου €48εκ. Οι επενδυτές κατείχαν το 99.84% του μετοχικού κεφαλαίου της ΖΟΟ, και το άλλο 0.16% κατείχετο εξίσου από τους Scully και Coll. Το εμπορικό κέντρο άνοιξε τον Μάρτιο του
- Ο Scully τον Ιούλιο ενημέρωσε τους επενδυτές ότι το κέντρο συναλλασσόταν με επιτυχία και συμμορφωνόταν με όλες τις τραπεζικές του υποχρεώσεις. Επίσης τους ενημέρωσε ότι λόγω της παγκόσμιας τραπεζικής κρίσης δεν ήταν κατά την περίοδο εκείνη εφικτή η αναχρηματοδότηση. Η πιο ρεαλιστική επιλογή, ήταν η εισαγωγή ενός μεγάλου μετοχικού επενδυτή και ότι διαπραγματευόταν με ένα τέτοιο επενδυτή. Επανέλαβε τα ίδια την περίοδο Αυγούστου - Οκτωβρίου του 2010 και ότι το εμπορικό κέντρο συναλλασσόταν με επιτυχία, δημιουργούσε κέρδη και ανταποκρινόταν στις τραπεζικές του υποχρεώσεις. Περί τα μέσα Νοεμβρίου ο Scully ενημέρωσε τους επενδυτές για σοβαρό ενδιαφέρον από μια εταιρεία εισαγμένη στο χρηματιστήριο της Βαρσοβίας και ανέμενε την γραπτή της προσφορά. Δόθηκε στους επενδυτές ειδοποίηση ενδεχόμενης συνέλευσης των μετόχων για την 15 Δεκεμβρίου για να συζητήσουν την προσφορά. Στις 8 Δεκεμβρίου ενημέρωσε τους επενδυτές ότι έλαβε επίσημη προσφορά από την εταιρεία Alterco, εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Βαρσοβίας, για ανταλλαγή των μετοχών της ΖΟΟ, μετοχή για μετοχή, και τους κάλεσε να παρευρεθούν στη συνέλευση που θα πραγματοποιείτο την 15 Δεκεμβρίου. Για πρώτη φορά οι Scully και Coll εξέφρασαν προς τους επενδυτές σοβαρές ανησυχίες για το εμπορικό κέντρο, ότι παρουσίαζε οικονομικά προβλήματα, και ότι οι μετοχές των επενδυτών άξιζαν το 17% της αρχικής τους αξίας. Παρά ταύτα, οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτη 2008-2014 δεν δείχνουν μείωση στα έσοδα, και αναδεικνύουν ότι η οικονομική θέση της εταιρείας ήταν σταθερή. Ο λόγος που έγιναν οι ψευδείς αυτές παραστάσεις προς τους επενδυτές είναι γιατί, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ήθελαν να τους αναγκάσουν και να τους παρασύρουν να αποδεχθούν την πιο πάνω προσφορά, με σκοπό να υφαρπάσουν τις μετοχές των επενδυτών. Η προσφορά της Alterco ήταν η ακόλουθη. Θα εξέδιδε νέες μετοχές και θα τις αντάλλασσε με τις μετοχές των επενδυτών της ΖΟΟ, ώστε οι επενδυτές θα λάμβαναν μετοχές στην αξία του 100% των αρχικών τους επενδύσεων. Αν υπήρχε αποδοχή από το 100% των μετόχων, θα λάμβαναν μετοχές στην αξία του 105% των αρχικών τους επενδύσεων. Οι νέοι μέτοχοι της ΖΟΟ θα ήταν η Alterco κατά 90% και οι Scully και Coll κατά 10%. Αντικείμενο της προσφοράς ήταν 680.000 μετοχές σειράς Δ, σε τιμή έκδοσης 50 Πολωνικά Zlotys ανά μετοχή. Οι μετοχές αυτές θα λαμβάνονταν από κάποια εταιρεία Igi, για λογαριασμό των επενδυτών, με την πρόθεση να τις ανταλλάξουν με τις μετοχές της ΖΟΟ, αν οι επενδυτές αποδέχονταν την προσφορά. Για τον σκοπό αυτό, θα συναπτόταν μια συμφωνία μεταξύ της Igi και Alterco, δυνάμει της οποίας η Igi θα λάμβανε τις μετοχές σειράς Δ, με πιθανή πρόθεση να τις ανταλλάξει με τις μετοχές της ΖΟΟ, αν αποδέχονταν οι επενδυτές την προσφορά. Υπήρχε υποχρέωση να μην πωληθούν οι μετοχές σειράς Δ για περίοδο 12 μηνών. Επίσης, η αξία του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της ΖΟΟ θα εκτιμάτο στο ποσό των €8.150.
- Όλα ήταν υπό την αίρεση της έγκρισης της συναίνεσης των τραπεζών που θα χρηματοδοτούσαν τη συναλλαγή. Τέλος, αν η συναλλαγή αποτύγχανε, η Alterco θα αγόραζε τις εναπομείνασες μετοχές από την Igi με σκοπό την εξαγορά, ή να προσδιορίσει κάποια άλλη οντότητα που θα αγόραζε τις μετοχές αυτές. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι η Igi είχε ως μετόχους κατά 50% τον Scully και κατά 50% την εταιρεία Galley Head Investments Ltd εκ Κύπρου. Στις 17.12.2010 η Igi αγόρασε 680.000 μετοχές σειράς Δ της Alterco, που αντιστοιχούσαν στο 90% της αξίας της συμμετοχής της ΖΟΟ. Αντί πληρωμής, η Igi υπείχε ευθύνη στον ισολογισμό της ισοδύναμη με το ποσό αυτό, ευθύνη που αργότερα συμψηφίστηκε έναντι δανείου που η εταιρεία Masketan Opole είχε παραχωρήσει στην Alterco. Προστίθεται εδώ, ότι η Galley ανήκε στην XXXXX Scully, η οποία κατείχε το 50% της Igi και αργότερα απέκτησε το 100% της Castle. Οι πάνω ενέργειες και κινήσεις, δεν ήταν γνωστές στους επενδυτές κατά τον χρόνο της προσφοράς της Alterco προς αυτούς. Ούτε γνώριζαν ότι η Igi υποχρεώθηκε να λάβει τις μετοχές της Alterco, ανεξάρτητα από την απόφαση των επενδυτών για τη προσφορά της Alterco προς αυτούς. Στις 15.12.2011 οι επενδυτές, πλην ενός, αποδέχθηκαν την προσφορά για ανταλλαγή των μετοχών τους με την Alterco, βασιζόμενοι στις παραστάσεις του Scully, ο οποίος την 14.1.11 δήλωσε προς τους επενδυτές ότι υπέβαλε αίτηση στην τράπεζα προς έγκριση της πιο πάνω συναλλαγής, ζητώντας πληρεξούσια από αυτούς, για να μπορέσει να θέσει σε εφαρμογή τις συναλλαγές. Τα πληρεξούσια που του δόθηκαν από του επενδυτές, του έδιναν δικαίωμα να παρέχει πρόσθετα πληρεξούσια για διάφορα ζητήματα, μεταξύ άλλων, να αγοράσει τις μετοχές σειράς Δ της Alterco. Προκύπτει ακόμα, ότι κατά τον χρόνο υποβολής της προσφοράς προς τους επενδυτές, δεν τους αποκαλύφθηκε ότι ο Scully και η Alterco είχαν, ήδη από τον Αύγουστο του 2010, συνάψει επενδυτική συμφωνία, ώστε οι Scully και Coll θα διαχειρίζονταν την εταιρεία Reinhold Polska AB, η οποία θα γινόταν είδος κεφαλαίου ακίνητης ιδιοκτησίας, και το καθήκον τους ήταν να αποκτήσουν τις μετοχές της ΖΟΟ ή άλλης εταιρείας, παρόμοιας αξίας με το πορτοφόλιο της Alterco/ Reinhold. Μετά την αποδοχή της προσφοράς εκ μέρους των επενδυτών, ο Scully, στα πλαίσια των πληρεξουσίων που του δόθηκαν, έδωσε περαιτέρω πληρεξούσια στον Coll και σε άλλο πρόσωπο, με δικαίωμα να εκδίδουν αυτοί περαιτέρω πληρεξούσια. Στις 15.7.2011, ο Scully πληροφορούσε τους επενδυτές ότι η τράπεζα έδωσε την έγκριση της για την εγγραφή της συναλλαγής, με κόστος που θα επιβαρυνόταν η Alterco, και ότι η περίοδος του κλειδώματος θα επεκτεινόταν σε 12 μήνες από την εγγραφή των μετοχών. Και περαιτέρω, ότι η Alterco αποδεχόταν σύντμηση του χρόνου, με καταληκτική ημερομηνία τον Μάιο του
- Από τις δικαστικές διαδικασίες και των δικαστικών εγγράφων που έλαβαν χώρα στην Πολωνία, αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια, ως πληροφορείται ο ομνύον από τους Πολωνούς δικηγόρους, η τράπεζα δεν είχε ποτέ εγκρίνει τέτοια συναλλαγή, και ο Scully παραδέχτηκε ότι οι πληροφορίες που μετέφερε στους επενδυτές δια της πιο πάνω επιστολής του, δεν αντιστοιχούσε στην αλήθεια. Ο Scully, με τα πληρεξούσια που του δόθηκαν, αντάλλαξε τις μετοχές της ΖΟΟ με εκείνες της Alterco, αφού προηγουμένως τις είχε αποκτήσει ο ίδιος από την Igi, εν αγνοία των επενδυτών. Οι μετοχές σειράς Δ πωλήθηκαν στους επενδυτές τον Μάρτιο του 2012 για το ποσό 39.30 PLΝ ανά μετοχή. Στις 22.5.12 με δεύτερη παραγγελία, πωλήθηκαν μετοχές σειράς Η, για το ποσό των 39.30 PLΝ ανά μετοχή. Ο λόγος για τον οποίο έγινε η αγορά μετοχών σειράς Η χωρίς την άδεια των επενδυτών, οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο που θα γινόταν η ανταλλαγή των μετοχών σειράς Δ, η αξία των μετοχών αυτών είχε μειωθεί. Έτσι, δεν μπορούσε να γίνει η ανταλλαγή κατά τον προβλεπόμενο τρόπο. Στις 26.3.2012 ο Scully δια των πληρεξουσίων απέκτησε τις μετοχές της ΖΟΟ. Η πιο πάνω αναφερθείσα εταιρεία Masketan, την 23.5.12, απέκτησε από τον Scully το 33% του μετοχικού κεφαλαίου της ΖΟΟ, και την ίδια ημερομηνία ο Scully, σύναψε συμφωνία δανείου με την εταιρεία αυτή, σύμφωνα με την οποία δανείστηκε 7εκ. PLN για να αποπληρώσει την Igi για τις μετοχές της Alterco, που είχε προηγουμένως αγοράσει από την Igi. Στις 24.5.2012 ο Scully με επιστολή του προς στους επενδυτές, τους πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι κρατούσε τις μετοχές υπό μορφή κατεπιστεύματος, αναμένοντας την εγγραφή τους, και ότι οι επενδυτές ήταν ιδιοκτήτες μετοχών σειράς Δ και Η, και ότι η περίοδος κλειδώματος διαρκούσε μέχρι τις 30.6.
- Κυπριακές Εταιρείες Οι εταιρείες Riverwide και Forrestpower ιδρύθηκαν στην Κύπρο, έχουσες και οι δυο ως μετόχους την εναγόμενη και την εταιρεία Dadlaw Nominees Ltd με ίσα μερίδια. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της Forrestpower, ο Scully, μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2012, εκχώρησε στην Riverwide το δικαίωμα να αποκτήσει το 67% του εκδοθέντος κεφαλαίου της ΖΟΟ, με ονομαστική αξία 20.826.300 PLN. Η Riverwide Κύπρου, είναι 100% ιδιοκτήτης της Πολωνικής εταιρείας Riverwide SP ZOO, που είναι συνδεδεμένη με την επίσης Πολωνική εταιρεία Riverwide 2 SP ZOO, η οποία ελέγχεται από τον Coll και έχουν την ίδια διεύθυνση με την Igi. Ο Coll ήταν και το μοναδικό μέλος του Δ.Σ της Riverwide SP ZOO, και ο μοναδικός μέτοχος της Riverwide 2 SP ZOO. Η Forrestpower, την 20.12.2012, σύναψε συμφωνία εκχώρησης με την Riverwide για την εκχώρηση των δικαιωμάτων που κατείχε για να αποκτήσει το 67% του εκδοθέντος κεφαλαίου της ΖΟΟ. Το 2013 ο Scully σε μήνυμα του σε ένα εκ των επενδυτών, του ανέφερε ότι η Alterco είχε πωλήσει την ΖΟΟ σε Πολωνούς επιχειρηματίες, και ότι οι μετοχές ήταν ακόμα στο όνομα του, μέχρι να επιλύσει κάποια τραπεζικά θέματα ο νέος ιδιοκτήτης. Στις 25.8.2014, ο Scully με επιστολή του προς στους επενδυτές, τους ανέφερε, σκόπιμα, σύμφωνα με τον ομνύοντα, διάφορα ψευδή γεγονότα, ήτοι, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία με την Alterco συνάφθηκε τον Μάρτιο του 2011 παρόλο που η ανταλλαγή δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι τον Ιούλιο του 2012, ότι ο νέος ιδιοκτήτης έλαβε πληρεξούσιο για να αλλάξει το όνομα του μετόχου, αλλά δεν είχε δώσει ασκόμα τέτοια οδηγία και πως, για λόγους εμπιστευτικότητας, δεν μπορούσε να αποκαλύψει το όνομα του νέου ιδιοκτήτη. Το 2015 ο Scully προχώρησε στην μεταφορά των μετοχών, αφού προηγουμένως σύναψε συμφωνία με την Masketan για απαλλαγή του χρέους, μεταφέροντας στην Masketan το 33% του μετοχικού κεφαλαίου της ΖΟΟ, για να εξοφλήσει το προσωπικό του χρέος προς την Masketan για την αγορά των μετοχών της ΖΟΟ. Η πιο πάνω συμφωνία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η συνολική αξία του πιο πάνω 33% ήταν PLN7.000.000, ότι οι μετοχές της ΖΟΟ ανήκαν στην ιδιοκτησία του Scully, απαλλαγμένες από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις, με εξαίρεση ενέχυρα υπέρ τραπεζών, και ότι δεν υπήρχαν δικαιώματα (options). Στις 19.2.15, η Forrestpower εξάσκησε το δικαίωμα εξαγοράς του 67% του μετοχικού κεφαλαίου της ΖΟΟ, και σύναψε συμφωνία πώλησης μετοχών με τον Scully. Την ίδια ημερομηνία, ο Scully υπέγραψε συμφωνία παραίτησης του δικαιώματος του να λάβει το ποσό των €5.000.000 που του οφειλόταν από την Forrestpower, λόγω της αγοράς των μετοχών της ΖΟΟ. Η αιτήτρια, στις 12.3.15, ανακάλυψε ότι η ΖΟΟ, με μέτοχους την Forrestpower με 67% και την Masketan Opole με 33%, πώλησε το περί ου ο λόγος εμπορικό κέντρο στην εταιρεία Gontar SP ZOO για το ποσό των €51.873.229, με κέρδος περίπου €10.598.632, ενώ στη συνέχεια η Riverwide, στις 16.3.2015, κατέθεσε στον Έφορο Εταιρειών ειδοποίηση παραίτησης των δυο διευθυντών της, λαβούσα χώρα η παραίτηση την 20.11.2013, η οποία τελικά, Riverwide, διαγράφηκε στις 16.5.
- Στις 7.4.2015 όλες οι μετοχές της Igi Exclusive πωλήθηκαν στην Gontar, και στις 14.4.2015 η Castle τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών. Πολωνικές διαδικασίες Τον Αύγουστο του 2015, η ενάγουσα ήγειρε εκ μέρους των επενδυτών δικαστικές διαδικασίες, αλλά ούτε τότε, ούτε και τώρα οι επενδυτές έχουν πλήρη εικόνα, ούτε και έχουν στην κατοχή τους αποδεικτικό υλικό για το πώς έγινε η απάτη σε βάρος τους, ποια πρόσωπα ενέχονται και ποιος είσπραξε τελικά τα έσοδα της απάτης. Στις 25.7.2018, το δικαστήριο στη Βαρσοβία απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας. Στην αγωγή δεν ηγέρθησαν ζητήματα ή απαιτήσεις για δόλο και απάτη, ή συνομωσία, ή και εξαπάτηση εναντίον του Scully, γιατί κατά τον χρόνο έγερσης και ακρόασης της αγωγής, οι επενδυτές δεν είχαν πλήρη εικόνα της απάτης. Καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η οποία εκκρεμεί. Κατά τον χρόνο έναρξης των Πολωνικών διαδικασιών, αλλά μέχρι και σήμερα, η ενάγουσα δεν έχει γνώση πως ακριβώς ο Scully πήρε την κατοχή των μετοχών της ΖΟΟ. Παρά τα αιτήματα και τις απαιτήσεις των επενδυτών προς τον Scully για να τους παρέχει έγγραφα και συμφωνίες που έγιναν για λογαριασμό τους, παραλείπει να το πράξει. Είναι η θέση του ομνύοντος, ότι οι εταιρείες Forrestpower και Riverwide που έλαβαν μέρος στις ρηθείσες αδικοπραξίες, που έχουν ως παροχέα υπηρεσιών και γραμματέα την εναγόμενη, είναι εταιρείες που ανήκουν και ελέγχονται από το ζεύγος Scully και Coll. Χρησιμοποιήθηκαν ως οχήματα για τη διάπραξη των αδικοπραξιών σε βάρος των επενδυτών, αλλά και για να ξεπλύνουν τα έσοδα από τις αδικοπραξίες. Κατά την διάρκεια των Πολωνικών διαδικασιών, περιήλθαν σε γνώση των επενδυτών πολλά νέα γεγονότα, και οι επενδυτές έχουν καλύτερη γνώση των γεγονότων των αδικοπραξιών, αλλά δεν έχουν άλλα ουσιώδη στοιχεία και μαρτυρία για να δικογραφήσουν και να αποδείξουν την υπόθεση εξαπάτησης τους, από τα πιο πάνω πρόσωπα. Δεν γνωρίζουν όλους τους αδικοπραγήσαντες, ούτε και ξέρουν που κατέληξαν τα έσοδα των πιο πάνω παρανόμων πράξεων. Η αιτήτρια, δεν έχει άλλα μέσα ή μεθόδους για να συλλέξει ή και να πάρει πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με τις προαναφερθείσες εταιρείες, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον άλλου δικαστηρίου, αλλά και να εντοπίσει όλους τους αδικοπραγήσαντες, και να ιχνηλατήσει τα έσοδα των πιο πάνω παρανόμων πράξεων. Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, της ιχνηλάτησης των εσόδων, είναι η θέση του ομνύοντος ότι το ζεύγος Scully και ο Coll άνοιξαν αποστακτήριο (distillery) στην Ιρλανδία, που κόστισε €10.000.
- Ειδικότερα, δυο εταιρείες εμπλέκονται στο έργο, η Dunowen Farm Investments Ltd και η Clonakilty Distillery Ltd, συσταθείσες την 27.2.15 και 8.1.16, αντίστοιχα. Στις εταιρείες αυτές, το ζεύγος Scully και Coll είναι διευθυντές. Στις οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών αυτών για το 2016, παρουσιάζονται τα πιο κάτω δάνεια. H Dunowen, δανείστηκε το ποσό των €300.000 από την Κυπριακή εταιρεία Swiftbrook Lt. Η Clonakilty όφειλε στην Swiftbrook €170.000 και στην Galley Head €930.
- Η Clonakilty είναι θυγατρική και ανήκει εξ ολοκλήρου στην Dunowen. Η Dunowen ελέγχεται από τον Scully, o Coll είναι ιδιοκτήτης της Swiftbrook, η οποία κατέχει 20% στην Dunowen που είναι η μητρική εταιρεία. Η Hellen Scully είναι η ιδιοκτήτης της Galley. Στη βάση αυτών, η αιτήτρια έχει καλούς λόγους να πιστεύει ότι τα έσοδα από την πώληση του ρηθέντος εμπορικού κέντρου, ή μεγάλο μέρος αυτών, νομιμοποιήθηκαν παράνομα, μέσω των πιο πάνω Κυπριακών εταιρειών στο αποστακτήριο στην Ιρλανδία. ΕΝΣΤΑΣΗ Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει 21 συνολικά λόγους ένστασης για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι επαναλαμβάνονται στην υποστηριζόμενη ένορκη δήλωση. Θα μπορούσαν να καταταχθούν ή και να συνοψιστούν σε ενότητες. α. δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση των διαταγμάτων, με επί μέρους ανάλυση των σχετικών νομολογιακών προϋποθέσεων, β. η αγωγή, με την έκδοση των διαταγμάτων θα καταστεί άνευ αντικειμένου, γ. η αιτήτρια θα μπορούσε να λάβει από άλλη πηγή τις ζητούμενες πληροφορίες, δ. η εναγόμενη δεν είχε κάποια ανάμειξη ή και διευκόλυνε τη διάπραξη της αδικοπραξίας και συνακόλουθα, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που αναφέρονται, δεν περιλαμβάνονται ως αναγκαίοι διάδικοι, αποστερώντας τους έτσι το δικαίωμα να λάβουν γνώση και να ακουστούν, ε. η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσκρούει στο νομικό προνόμιο δικηγόρου/πελάτη και τέλος στ. η απόρριψη της αγωγής υπό του Πολωνικού δικαστηρίου έχει δημιουργήσει δεδικασμένο, και ως εκ τούτου, το αίτημα αποσκοπεί στο ψάρεμα μαρτυρίας, αφού τα γεγονότα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Πολωνικού δικαστηρίου και έχουν απορριφθεί. Στην υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, πέραν της διεξοδικής αναφοράς των λόγων ένστασης, αναφέρεται ότι η εναγομένη, ως παροχέας υπηρεσιών, ουδεμία ανάμειξη είχε σε αποφάσεις που αφορούσαν τη διαχείριση των αναφερόμενων εταιρειών, και ως εκ τούτου, δεν έχει γνώση και αγνοεί τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Είναι η θέση της ότι ο ομνύον για την αιτήτρια αναφέρει στο μέρος IV της ενόρκου δηλώσεως του ότι η αιτήτρια δεν κατανοεί ούτε τη φύση των αδικοπραξιών, ούτε μπορεί να ανιχνεύσει τις αδικοπραξίες, γεγονός που συνιστά καίριο και βασικό στοιχείο για την απόρριψη του αιτήματος. Αναφέρεται ομοίως η ομνύουσα, στην απόφαση του Πολωνικού δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τους ισχυρισμούς των επενδυτών περί κακής πίστης του Scully, και ότι η έκβαση της επένδυσης δεν ήταν προβλέψιμη. Η απόφαση του δικαστηρίου, εξανεμίζει το κατά πόσο έχει διαπραχθεί αδικοπραξία από τους τελικούς αδικοπραγήσαντες, και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει ενδελεχώς όσα διεξοδικά καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο τους, καθώς και των συνημμένων τεκμηρίων, δεδομένου ότι είναι τελείως αδύνατον, αν όχι και αδόκιμο, να μεταφερθούν στο κείμενο της απόφασης, όσα αναλυτικά καταγράφονται σε αυτές. Ομοίως, το δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των δυο πλευρών, και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Πλείστες απαντήσεις θα δοθούν από το σκεπτικό της απόφασης. Ως έχει ήδη αναφερθεί, τα γεγονότα όπως προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας δεν αμφισβητούνται από την καθ' ης η αίτηση, αφού ως πλειστάκις αναφέρεται από την ομνύουσα εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, η εναγόμενη, πέραν του ότι είναι παροχέας υπηρεσιών, δεν γνωρίζει τα γεγονότα, ούτε και είχε κάποια εμπλοκή με αυτά, και ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών. Πρόκειται συνεπώς για αναντίλεκτα γεγονότα. Από το σώμα της ένστασης και της υποστηρίζουσας ένορκης δήλωσης, αλλού, ως αναφέρθηκε, εστιάζονται οι ενστάσεις, και όχι επί των πραγματικών γεγονότων, όπως προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας. ΑΝΑΛΥΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ Καθώς έχει και πάλι διαχρονικά διασαφηνιστεί από την νομολογία, στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Και τούτο γιατί τελεσίδικα ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Ούτε, περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο η απόφαση του Πολωνικού Δικαστηρίου έχει επιλύσει τη διαφορά, ή δημιουργεί δεδικασμένο, ως ο σχετικός λόγος ένστασης. Η απόφαση του δικαστηρίου επισυνάπτεται ως τεκμ.45Α και το δικαστήριο είχε την ευκαιρία να την μελετήσει και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, στο εισαγωγικό του μέρος, όπου εκεί καταγράφεται στη βάση της έκθεσης απαίτησης, η απαίτηση της ενάγουσας, της Coucal Limited, εναντίον του XXXXX Scully, προκύπτει ότι αυτή αφορούσε το ποσό των PLN26,303,136.30 πλέον τόκους και έξοδα, ως αποζημίωση για την αξία αγοράς των μετοχών της Alterco, που πληρώθηκε στη βάση συμφωνιών πώλησης των μετοχών της εταιρείας, μεταξύ των Ιρλανδών επενδυτών και του εναγόμενου. Η θέση των απαιτητών ήταν ότι οι συμφωνίες ήταν άκυρες, δυνάμει άρθρων του Αστικού Κώδικα, γιατί, α. υπήρχε έλλειψη εξουσιοδότησης στο πληρεξούσιο που δόθηκε στον Scully για να ολοκληρώσει τη συμφωνία αναφορικά με τις μετοχές σειράς Η, β. η επίδικη συναλλαγή ήταν αντίθετη με τις αρχές του «community life», γ. παραβιάστηκε άρθρο του Αστικού Κώδικα από τον πληρεξούσιο Scully, που ήταν το έτερο μέρος της συμφωνίας και δ. ότι ο Scully καταστρατήγησε τους όρους του πληρεξουσίου που του δόθηκε με το να παρέχει περαιτέρω πληρεξούσια σε άλλα πρόσωπα. (σελ.2 της απόφασης). Στο καταληκτικό μέρος (σελ.25 επ.), επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω αξιώσεις των απαιτητών, με την κατάληξη της απόρριψης της αγωγής εναντίον του Scully. Στην παρούσα υπόθεση, και στη βάση των γεγονότων που παραθέτουν οι αιτητές, γίνεται αναφορά στην πιο πάνω αγωγή, με την επισύναψη της δικαστικής απόφασης, ως μέρος και υποχρέωσης αποκάλυψης εκ μέρους τους όλων των ουσιωδών γεγονότων, δεδομένου ότι αποτάθηκαν αρχικώς, μονομερώς προς έκδοση των διαταγμάτων, και ως μέρος του ιστορικού των γεγονότων. Τα γεγονότα που παραθέτουν οι αιτητές στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχουν σχέση, ούτε και αφορούν τη νομιμότητα των παρασχεθέντων εκ μέρους των επενδυτών, πληρεξουσίων στον Scully, και την δυνάμει αυτών, παροχή περαιτέρω πληρεξουσίων εκ μέρους του σε τρίτους, για την αγοραπωλησία των μετοχών. Εκείνο που επικαλούνται, ως ορθώς αναφέρει και ο κ. Πίττας γα τους αιτητές, είναι συνομωσία, δόλο και απάτη σε βάρος τους από το ζεύγος Scully και τον Coll, μέσα στο πλέγμα των γεγονότων που διεξοδικώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, και περιληπτικά έχει καταγραφεί. Πέραν του γεγονότος ότι, σύμφωνα με την αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία, οι αδικοπραγήσαντες δεν είναι μόνο ο Scully, αλλά και η σύζυγος του, και ο Coll, με την εμπλοκή διαφόρων εταιρειών, ουδέν φέρεται, με όσα καταλογίζονται σε αυτούς, ή υπάρχει ισχυρισμός που να σχετίζεται με τα, ή και να αφορά με κάποιο τρόπο, τα δοθέντα πληρεξούσια έγγραφα. Προκύπτει συνεπώς, ότι η πιο πάνω αγωγή του Πολωνικού Δικαστηρίου δεν σχετίζεται με όσα εδώ αναφέρει ή και ισχυρίζεται η ενάγουσα, ώστε να προκύπτει δεδικασμένο. Αναφορά επί του θέματος αυτού θα γίνει και στη συνέχεια. Η ένσταση συνεπώς επί του προκειμένου δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Οι πιο πάνω κρίσεις φέρνουν το προσκήνιο τις νομολογιακές αρχές σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ο λόγος για τον οποίο οι αιτητές εξαιτούνται τα διατάγματα είναι στην βάση συνομωσίας μεταξύ του ζεύγους Scully και Coll, ως αδικοπραγήσαντες σε βάρος τους, και για το ξέπλυμα (money launder) των εσόδων εκ της αδικοπραξίας της συνομωσίας, απάτης και άλλων παρανόμων πράξεων που τους καταλογίζονται σε βάρος των επενδυτών και της αιτήτριας. Κρινόμενα αντικειμενικά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση προς έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων, διαπιστώνεται ότι εδράζεται επί καλώς αναγνωρισμένων από το νόμο δικαιωμάτων, ήτοι της συνομωσίας προς εξαπάτηση, του δόλου και της απάτης μεταξύ διαφόρων προσώπων σε βάρος της αιτήτριας, επιφέρουσας ζημιογόνα αποτελέσματα σε αυτή, και κρίνεται ως καλή βάση προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Εκείνο που απαιτείται στο παρόν στάδιο, είναι αν εξ αντικειμένου και στη βάση των προβαλλόμενων γεγονότων, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη δικαιωμάτων εκ μέρους της ενάγουσας, με την έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης. Και είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η αιτήτρια έχει στοιχειοθετήσει και ικανοποιήσει το κριτήριο αυτό. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο, το δικαστήριο έχει εξετάσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι, ως λέχθηκε παρέμειναν αναντίλεκτοι, και τούτο σε σχέση με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, με την έννοια της διασύνδεσης των σοβαρών ενδείξεων των δικαιωμάτων της αιτήτριας, με το κατά πόσο έχει διαπραχθεί σε βάρος της μια αδικοπραξία. Η επανάληψη όσων έχουν καταγραφεί είναι αχρείαστη. Προκύπτει αβίαστα, στη βάση των γεγονότων που έχουν καταγραφεί, ότι οι επενδυτές δια της αιτήτριας στην οποία εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, ενώ επένδυσαν σε μετοχές στην εταιρεία Coucal Ζοο για την αγορά γης και την κατασκευή εμπορικού κέντρου στην Πολωνία, τελικά αποξενώθηκαν από τα κέρδη που προήλθαν από την πώληση του. Η αποξένωση, εξ όσων διαφαίνεται, προήλθε μέσα από διάφορες ενέργειες του Scully, της συζύγου του και του Coll, οι οποίοι, προεξάρχοντος του Scully, δια διαφόρων παραστάσεων του προς τους επενδυτές και μέσω σειράς ενεργειών τόσο του ιδίου, όσο και των άλλων δυο κατονομαζόμενων προσώπων, χρησιμοποιώντας διάφορες εταιρείες και εταιρικά σχήματα, μεταβιβάσεις μετοχών και διαφόρων ειδών δανεισμούς και αποσβέσεις αυτών, ως έχει εκτεθεί, απέσπασαν από την ενάγουσα και τους επενδυτές, το τελικό προϊόν της πώλησης του ρηθέντος εμπορικού κέντρου. Αναλυτικότερα, εξ όσων διαφαίνεται, η εναγόμενη εμπλέκεται, αθώα ή μη, ως παροχέας υπηρεσιών και γραμματέας εταιρειών που είχαν άμεση ή έμμεση εμπλοκή και σχέση στο σύνολο του πλέγματος και της αλληλουχίας των γεγονότων, αλλά και της αλυσίδας των ενεργειών των πιο πάνω προσώπων, ώστε δια των διαφόρων εταιρειών που χρησιμοποίησαν ως οχήματα, και συναφών προς τούτο μεθοδεύσεων, ήτοι την μεταβίβαση μετοχών από και προς διάφορες εταιρείες, τη δημιουργία δανείων, την υπογραφή συμφωνιών, εν αγνοία των επενδυτών, αναληθών παραστάσεων και άλλων συναφών ενεργειών που έχουν καταγραφεί, είχαν ως τελικό αποτέλεσμα, η αιτήτρια και/ή οι επενδυτές που της εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, να απολέσουν το κέρδος που τους αναλογούσε από την πώληση του ρηθέντος εμπορικού κέντρου. Με βάση όσα έχουν παρατεθεί, παρουσιάζονται ως ορατές οι ενδείξεις της ανάμειξης της εναγομένης στο τρόπο δράσης και των συναφώς προς τούτου ενεργειών των πιο πάνω προσώπων, αλλά και των διαφόρων εταιρειών που χρησιμοποίησαν για την αποξένωση των επενδυτών από το κέρδος που προέκυψε από την πώληση του εμπορικού κέντρου. Εκ πρώτης όψεως, και χωρίς ίχνος αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, αναδεικνύονται σοβαρές ενδείξεις των δικαιωμάτων της ενάγουσας, αλλά και της διάπραξης αδικοπραξίας, ή αδικοπραξιών, ήτοι συνομωσίας, δόλου και απάτης σε βάρος της αιτήτριας και των επενδυτών, με τελικό αποτέλεσμα την αποξένωση τους από το χρηματικό κέρδος που προέκυψε από την πώληση του εμπορικού κέντρου, με την ανάμειξη και εμπλοκή της εναγομένης. Μέσα σε αυτές τις ποικίλες και πολύπλοκες νομικές και οικονομικές δοσοληψίες που έλαβαν χώρα, με διάφορες αναληθείς παραστάσεις και αποκρύψεις συμφωνιών, τη χρησιμοποίηση ως οχημάτων διαφόρων εταιρικών σχημάτων, συμπεριλαμβανομένων ημεδαπών, όσο και αλλοδαπών, δημιουργείται ένα πολύπλοκο και δαιδαλώδες σκηνικό, με περίπλοκες συναλλαγές, ομολογουμένως δύσκολα ανιχνεύσιμες, με τη σύμπραξη διαφόρων προσώπων, τόσο νομικών όσο και φυσικών, που δεν είναι βέβαια του παρόντος να γίνει περαιτέρω ανάλυση, αφού δεν είναι αυτό το ζητούμενο σε αυτό το στάδιο. Εκείνο που συνεξετάζεται εδώ, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και των δυο πρώτων προϋποθέσεων, είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, με την έννοια αν έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο αιτητής, ως έχει λεχθεί, θα πρέπει να καταδείξει δια της προσφερόμενης μαρτυρίας, σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων και ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία στην οποία εμπλέκονται, αθώα η μη, οι εναγόμενοι. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας και τίποτε περισσότερο. Όπως άλλωστε υποδεικνύει η νομολογία, το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (T.A. Micrologic ανωτέρω) με την έννοια, καθ' όσον αφορά διατάγματα αποκάλυψης, τις σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων δια της διαπράξεως αδικοπραξίας σε βάρος του αιτούντος, με την εμπλοκή του εναγομένου. Δεν είναι βεβαίως του παρόντος να εξεταστούν σε βάθος τα παραβιασθέντα δικαιώματα, ούτε και να δοθούν οριστικές απαντήσεις στα διάφορα εγειρόμενα θέματα, αναφορικά με τη διάπραξη των αδικοπραξιών εκ μέρους των αδικοπραγήσαντων. Εκείνο που είναι αρκετό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εκ των πιο πάνω γεγονότων, είναι ότι αναδεικνύεται ότι τα πιο πάνω κατονομαζόμενα πρόσωπα, ενδεχομένως και άλλα, δια των καταλογιζόμενων ψευδών ή και αναληθών παραστάσεων και μεθοδεύσεων δια διαφόρων ενεργειών και παραστάσεων τους, και μέσα από μια λαβυρινθώδη διαδρομή, δια της χρήσης διαφόρων εταιρειών, και νομικών συμφωνιών, με την εμπλοκή και της εναγόμενης, εν αγνοία της ενάγουσας και των επενδυτών, μεθόδευσαν την πώληση του εμπορικού κέντρου, με ένα κέρδος της τάξης των περίπου €10.000.000, εκ του οποίου οι επενδυτές και μέσω αυτών η ενάγουσα, ουδέν έλαβαν. Οι πιο πάνω κρίσεις επαναλαμβάνεται ότι αποτελούν μια γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των θέσεων όπως αυτές προβάλλονται από την αιτήτρια, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος των αιτητών, με την έννοια που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, και όχι η απόδειξη του (Τ.Α. Micrologic, ανωτέρω). Περιττό δε να επαναληφθεί ότι δεν συνιστούν ευρήματα, αφού δεν είναι το στάδιο αυτό που η μαρτυρία θα αξιολογηθεί προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί, μια προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας, με την έννοια της αποτύπωσης των διαφόρων ισχυρισμών είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, εδώ της αιτήτριας, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης σε αυτό το στάδιο. Στην Avilla ανωτέρω, σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα και αναφορικά με τις προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Το ζητούμενο, εφ' όσον καταδειχθεί η ύπαρξη αδικοπραξίας σε βάρος του αιτητή, καθώς και η άμεση συνάφεια μεταξύ των επιπτώσεων της αδικοπραξίας με τις αποδιδόμενες πράξεις, είναι το επιβαλλόμενο καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμειχθεί σε αδικοπραξία άλλων, ανεξάρτητα αν είναι αθώο, να διευκολύνει, με το να δώσει βοήθεια με την παροχή πληροφοριών και την αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Με αυτό τον τρόπο, προσφέρεται στον ενάγοντα η δυνατότητα χρησιμοποίησης όλων των αποκαλυφθέντων στοιχείων, ώστε να μπορέσει να εγείρει αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να διακριβωθεί, χωρίς τη λήψη των πληροφοριών αυτών, κατά πόσο ο τρίτος διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα (Penderhill και Avilla ανωτέρω). Όπως τέθηκε στην Avilla ανωτέρω, το ζητούμενο δεν είναι η λήψη στοιχείων από περιέργεια. Και στα γεγονότα της παρούσας διαδικασίας, όπως έχουν εκτεθεί, κάθε άλλο παρά από περιέργεια επιζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα. Το γεγονός ότι η αιτήτρια κατονομάζει τρία πρόσωπα τα οποία φέρονται να εμπλέκονται στο όλο πλέγμα της αδικοπραξίας, ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση πραγμάτων, αφού η ουσία, ως προς τα επιζητούμενα διατάγματα παραμένει σταθερά η ίδια. Η αποκάλυψη πληροφοριών προς έγερση αγωγής, στην βάση συνομωσίας απάτης και δόλου και στη τελική διαμόρφωση της απαίτησης της αιτήτριας εναντίον των αδικοπραγήσαντων, γνωστών ή αγνώστων στο παρόν στάδιο. Στην υπόθεση Abyzov, Πολ. Αίτηση 217/19, ημερ.20.1.20, αναφέρθησαν τα εξής διαφωτιστικά ως προς τα υπό κρίση διατάγματα. «Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι διαδικασίες τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι συνηθισμένη διαδικασία αντιπαλότητας αλλά διαδικασία που έχει ως σκοπό την αποκάλυψη σχετικών στοιχείων, με το ποιος θα εναχθεί, την αιτία αγωγής, την διαμόρφωση της τελικής θεραπείας εναντίον του αδικοπραγούντος, την τυχόν έκδοση προσωρινών θεραπειών (ενδιάμεσο διάταγμα) και ακόμη σε σχέση με την εφαρμογή/εκτέλεση τυχόν μελλοντικής απόφασης. Χωρίς αυτήν την αποκάλυψη δεν θα υπάρξει δίκη». Αυτή κρίνεται είναι ότι είναι η πεμπτουσία των διαταγμάτων αυτής της φύσης, εφόσον βεβαίως καταδειχθεί η ύπαρξη αδικοπραξίας και η άμεση συνάφεια μεταξύ αυτής με τις επιπτώσεις που επιφέρει στον ενάγοντα, με την αναγκαία εμπλοκή του εναγομένου. Προκύπτει συνεπώς, με βάση τα παρατεθέντα στοιχεία, υποστηριζόμενα από πληθώρα εγγράφων ως τεκμηρίων, ότι ικανοποιείται και η δεύτερη υπό της νομολογίας τασσόμενη προϋπόθεση. Αναφορικά με το τρίτο κριτήριο ή προϋπόθεση, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα και της υλικής ζημιάς, αλλά συναρτάται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην υπόθεση Κοζάκου ν. Νικολάου, Πολ. Έφεση Ε127/13, ημερ.13.6.19, για την υπό συζήτηση προϋπόθεση, αναφέρθησαν τα εξής: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου ότι η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τέτοια, δεν εγείρεται ζήτημα χρηματικής αποζημίωσης, αλλά τίθεται θέμα ευρύτερης προστασίας των δικαιωμάτων της αιτήτριας, ώστε να δυνηθεί να εξεύρει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, για να μπορέσει να προστατεύσει αλλά και να διεκδικήσει τα δικαιώματα της. Κρίνεται συνεπώς ότι ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση. Εφ' όσο το δικαστήριο καταλήξει ότι συντρέχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει τελικά να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Στην Κοζάκου, ανωτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί ένα διάταγμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Με βάση τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, και στα πλαίσια του ισοζυγίου των αναγκών των διαδίκων, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στα ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί, η άρνηση παροχής της αιτούμενης θεραπείας, ουσιαστικά αποκλείει την αναζήτηση των απαιτούμενων στοιχείων υπό της ενάγουσας, και θέτει τέρμα σε κάθε προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων της. Όπως τέθηκε και στην Avilla ανωτέρω, το περίπλοκο των συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο, με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος, που πλειστάκις προβάλλεται από την αιτήτρια, ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Και κατά την κρίση του δικαστηρίου, είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που ο ομνύον για την αιτήτρια, στην παράγραφο 73.2 της ενόρκου δηλώσεως, αναφέρει ότι απαιτούνται αυτά τα έγγραφα για να κατανοήσει, η αιτήτρια, τη φύση των αδικοπραξιών που διαπράχθηκαν εναντίον της και να ανιχνεύσει όλες τις αδικοπραξίες. Η εισήγηση της καθ' ης η αίτηση, ότι το μέρος αυτό της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντος, αποκλείει αναντίλεκτα την πιθανότητα έγερσης νέας αγωγής, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στους λόγους ένστασης, δεν ευσταθεί, αφού ο ομνύον εκείνο που αναφέρει, είναι ότι η αιτήτρια χρειάζεται τα πιο πάνω έγγραφα, ακριβώς για να κατανοήσει τη φύση των αδικοπραξιών και όχι ότι δεν έγιναν αδικοπραξίες σε βάρος της. Και ο λόγος, ως αναφέρει στη συνέχεια, είναι για να αναγνωρίσει εκείνους που έλαβαν μέρος και συμμετείχαν στη συνομωσία προς εξαπάτηση σε βάρος της. Οι πιο πάνω κρίσεις φέρνουν στο προσκήνιο ακόμα ένα αλληλένδετο στοιχείο, αναγκαίο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Κατά πόσο η αιτήτρια έχει άλλη διαθέσιμη διέξοδο, ή και άλλους τρόπους ανεύρεσης των απαιτούμενων στοιχείων. Προβάλλει η καθ' ης η αίτηση ότι η ταυτότητα των αδικοπραγούντων είναι γνωστή στην ενάγουσα, και ότι οι πληροφορίες που κατέχει είναι αρκετές, ώστε να μπορεί να κινηθεί δικαστικά εναντίον των προσώπων αυτών. Διαζευκτικά, αναφέρει ότι η ενάγουσα δύναται να λάβει τα έγγραφα από άλλη πηγή, και ότι η εναγομένη δεν είναι η μόνη πρακτική πηγή πληροφόρησης και τέλος, δεν έχει καταδειχθεί ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να λάβει την αιτούμενη πληροφόρηση από άλλη πηγή. Στην αντίπερα όχθη, η αιτήτρια δια του ομνύοντος, στην παράγραφο 67 της ενόρκου δηλώσεως, αναφέρει ότι ο Scully, παρά τα αιτήματα και τις απαιτήσεις των επενδυτών για να τους παράσχει τα έγγραφα και τις συμφωνίες που έγιναν για λογαριασμό τους, παραλείπει να το πράξει. Κάποια έγγραφα κατατέθηκαν στα πλαίσια των Πολωνικών διαδικασιών και εξ αυτών έλαβαν γνώση ορισμένων συναλλαγών. Στη συνέχεια, - παράγραφος 72 - αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν έχει άλλα μέσα ή μεθόδους για να συλλέξει πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με τις προαναφερθείσες εταιρείες, που θα της είναι χρήσιμα ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον δικαστηρίου. Με τις πληροφορίες (που θα της δοθούν), θα εντοπίσει όλους τους αδικοπραγήσαντες και να ιχνηλατήσει τα έσοδα των παρανόμων πράξεων που έγιναν σε βάρος των επενδυτών και της ίδιας. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι δε πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η αγωγή ενώπιον του Πολωνικού δικαστηρίου ήταν εναντίον του Scully μόνο, και στη βάση των πληρεξουσίων εγγράφων που του δόθηκαν, αμφισβητώντας, η ενάγουσα, δια της αγωγής ενώπιον του Πολωνικού δικαστηρίου, τη νομιμότητα των παρασχεθέντων πληρεξουσίων. Τα δε αποκαλυφθέντα έγγραφα, σχετίζονταν ή και αφορούσαν συναλλαγές μόνο σε σχέση με αυτά. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί το γεγονός ότι το Πολωνικό δικαστήριο, σελ.25 της απόφασης, απέρριψε αίτημα προσκόμισης στο δικαστήριο διαφόρων εγγράφων αναφορικά με την πώληση και τη συναλλαγή μεταξύ της Alterco και της ΖΟΟ, ως άσχετων με το επίδικο θέμα της απαίτησης της ενάγουσας. Στην παρούσα υπόθεση, αλλού εστιάζεται και στηρίζεται η ενάγουσα και σε εντελώς διαφορετική βάση επιδιώκει να διεκδικήσει και να προστατεύσει τα δικαιώματα της, για να εγείρει αγωγή. Εμπλέκονται και συμπλέκονται, πέραν των κατονομαζόμενων προσώπων, σωρεία εταιρειών, που δεν ήταν ούτε εμπλεκόμενες, ούτε καν ενδιαφερόμενες στις διαδικασίες ενώπιον του Πολωνικού Δικαστηρίου. Αυτός είναι και ο λόγος που η απόφαση του Πολωνικού δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να δημιουργούσε δεδικασμένο με τις εδώ αξιώσεις και ισχυρισμούς της ενάγουσας, έστω και με την γενικότητα που εγείρεται εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Οι αρχές όπως αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν στην Avilla ανωτέρω, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και εδώ, με την έννοια ότι οι Πολωνικές διαδικασίες, πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί, δεν αφορούσαν καμία εκ των κατονομαζόμενων στη παρούσα εταιρειών, δεν ήταν καν διάδικοι, εντελώς άσχετο και διαφορετικό ήταν το επίδικο θέμα που ηγέρθη και εξετάστηκε από το Πολωνικό δικαστήριο, αφορούσε τη νομιμότητα των παρασχεθέντων από τους επενδυτές προς τον Scully πληρεξουσίων εγγράφων, και οι μελλοντικές διαδικασίες που θα γίνουν σε άλλες δικαιοδοσίες, θα έχουν ως εναγόμενους τον Scully, την σύζυγο του και τον Coll, ενδεχομένως και άλλους αδικοπραγήσαντες, και με εντελώς άλλη βάση και άλλου είδους αδικοπραξίες και παραβάσεις, ήτοι της συνομωσίας, δόλου και απάτης και αποστέρησης περιουσίας από το προϊόν της πώλησης του ρηθέντος εμπορικού κέντρου. Καθ' όσο δε αφορά το υπό κρίση ζήτημα, οι Πολωνικές διαδικασίες δεν αποτέλεσαν, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, πηγή άντλησης των επιζητούμενων πληροφοριών. Περαιτέρω, και σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι σοφό για τα δικαστήρια της Κύπρου να εμπλακούν στις διαφορές των διαδίκων ως να τις εκδίκαζαν εδώ, αφού άλλος είναι ο σκοπός και το αντικείμενο της διαδικασίας Norwich Pharmacal (Avilla ανωτέρω). Προστίθεται τέλος, ότι δεν τέθηκε δια της ενστάσεως οτιδήποτε σαφές και συγκεκριμένο περί δεδικασμένου, με την έννοια της μαρτυρίας περί του Πολωνικού δικαίου από εμπειρογνώμονα, ώστε να είναι δυνατή δικαστική κρίση επί του προκειμένου. Όπως υπεδείχθη και στην Avilla ανωτέρω, σε περίπτωση αγωγής ενώπιον Πολωνικών δικαστηρίων, το ζήτημα μπορεί να τεθεί από τους εναγομένους προς επίλυση, από τα αρμόδια δικαστήρια. Η εισήγηση συνεπώς της καθ' ης η αίτηση ότι η ενάγουσα μπορεί να αντλήσει πληροφορίες από άλλη πηγή, κρίνεται ως γενική και αόριστη, χωρίς να αναφέρει ποια είναι η άλλη αυτή πηγή άντλησης πληροφόρησης. Όταν κυρίως η εναγομένη είναι γραμματέας και μέτοχος κατά 50% σε δυο εκ των φερόμενων ως εμπλεκομένων Κυπριακών εταιρειών, παρουσιαζόμενες ως ελεγχόμενες εκ μέρους των πιο πάνω κατονομαζόμενων αδικοπραγούντων. Και δι' αυτών, φέρονται να διασυνδέονται με σειρά άλλων εταιρειών, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διαμέσου ενός λαβυρινθώδους και πολυσύνθετου μηχανισμού, παρουσιάζονται να έχουν εμπλοκή με την πώληση των μετοχών των επενδυτών, αλλά και τελικά, εμπλοκή στο προϊόν της πώλησης του εμπορικού κέντρου και στη διακίνηση των χρημάτων, ή του κέρδους που προέκυψε από τη πώληση, στο οποίο επένδυσαν οι επενδυτές και η αιτήτρια, χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε ποσό από το κέρδος αυτό. Παρόλο που δεν τίθεται θέμα αναφορικά με την διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου, σύμφωνα με την Avilla ανωτέρω, δεν υπάρχει κώλυμα, ως θέμα αρχής, να εκδοθούν τέτοια διατάγματα και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Η εναγόμενη, εν πάση περιπτώσει είναι Κυπριακή εταιρεία. Ομοίως, το πιο κάτω απόσπασμα από την Avilla απαντά στην ένσταση ως προς την ταυτοσημία των αιτούμενων διαταγμάτων με εκείνα που επιζητούνται με την αγωγή. «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Προβάλλεται επίσης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, ότι υπάρχει νομικό προνόμιο εμπιστευτικότητας που προσκρούσει στο προνόμιο δικηγόρου - πελάτη και/ή επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου - πελάτη. Η μόνη αναφορά που γίνεται σε σχέση με αυτό το θέμα είναι στην παράγραφο 30 της ενστάσεως, ότι η αίτηση συνιστά εκμαίευση μαρτυρίας επιδιώκοντας από την εναγομένη να ενεργήσει κατά παράβαση του δικηγορικού απορρήτου και να προσάγει προνομιούχα μαρτυρία. Στην Penderhill ανωτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της εμπιστευτικότητας, αναφέρθηκε το εξής: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Κρίνεται, ότι δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε άλλο, προκύπτει, ότι η επί του προκειμένου ένσταση δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού το δημόσιο συμφέρον, εκεί όπου σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών που σχετίζονται με δόλιες πράξεις και παρόμοιες συμπεριφορές, ως είναι εδώ οι αποδιδόμενοι στους αδικοπραγούντες ισχυρισμοί της αιτήτριας, υπερτερεί. Τέλος και αναφορικά με το διάταγμα φίμωσης, στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη ανωτέρω, σελ.265, αναφέρεται ότι αυτά συνήθως εκδίδονται ταυτόχρονα με τα διατάγματα αποκάλυψης και αποσκοπούν στο να δώσουν χρόνο στον ενάγοντα να εξετάσει τις πληροφορίες ή τα έγγραφα που θα του αποκαλυφθούν, πριν αυτός κινηθεί σε βάρος του αδικοπραγούντος. Στην Abyzov ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι το διάταγμα φίμωσης εμποδίζει τον αδικοπραγούντα από του να γνωρίζει τι συμβαίνει, ευρισκόμενος σε κατάσταση άγνοιας, ώστε να προφυλαχθούν και διατηρηθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, ή η περιουσία. Καταληκτικά, κρίνεται ότι έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία ως προς τις σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη δικαιώματος ή δικαιωμάτων εκ μέρους της αιτήτριας, και ότι, εκ πρώτης όψεως, έχει διαπραχθεί σε βάρος της αδικοπραξία ή και αδικοπραξίες και/ή άλλες επιλήψιμες και παράνομες πράξεις, με την εμπλοκή της εναγομένης, που είχαν ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια την αποστέρηση από αυτήν και/ή των επενδυτών στην οποία εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, μεγάλου χρηματικού ποσού. Προκύπτει επίσης, ότι χωρίς την παροχή και εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών, η αιτήτρια, δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσει όλους τους αδικοπραγήσαντες που ενέχονται, και είναι αδύνατο να προσδιορίσει πλήρως την έκταση και τις συνέπειες των πιο πάνω πράξεων και συναφών καταδολιεύσεων, και στη συνέχεια να προωθήσει δικαστικές διαδικασίες και μέτρα εναντίον όλων των τελικών αδικοπραγήσαντων. Χωρίς τη παροχή των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων, η σύνθεση του μωσαϊκού της αδικοπραξίας καθίσταται αδύνατη. Ομοίως, στην βάση των τεθέντων γεγονότων και άλλων στοιχείων, κρίνεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η καθ' η αίτηση, έστω και αθώα, αναμείχθηκε στις αδικοπραξίες των εμπλεκομένων προσώπων, και έχει καθήκον να υποβοηθήσει με την παροχή των αιτούμενων πληροφοριών. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει και ενδιατρίψει πλήρως στα αιτούμενα διατάγματα, υπό το φως των γεγονότων όπως αυτά έχουν περιγραφεί, και έχει πλήρως υπόψη του το αιτητικό ενός εκάστου αιτούμενου διατάγματος. Χάριν συντομίας θα πρέπει να αναφερθεί ότι επιζητούνται διάφορα διατάγματα αποκάλυψης σε σχέση με ονόματα εταιρειών και φυσικών προσώπων που υπάρχουν σε δυο κατάλογους, υπό τύπον παραρτήματος Α και Β. Στο παράρτημα Α περιλαμβάνονται οι δυο Κυπριακές εταιρείες Riverwide και Forrestpower, στις οποίες η εναγόμενη είναι η μια εκ των δυο μετόχων. Στο παράρτημα Β περιλαμβάνονται τα ονόματα σειράς εταιρειών, οι οποίες, με βάση τα στοιχεία που παράθεσε ο ομνύον εκ μέρους της αιτήτριας, κατονομάζονται ότι έλαβαν μέρος, ή και εμπλέκονται, η κάθε μια εξ αυτών με το αναλογούν μερίδιο και τρόπο δράσης της, στο όλο εγχείρημα της, ή των αδικοπραξιών, καθώς και ονόματα των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται στην αδικοπραξία ή τις αδικοπραξίες. Εκδίδονται συνεπώς διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης, εξαιρουμένης της παροχής αντιγράφων των διαβατηρίων. Το εκδοθέν διάταγμα φίμωσης υπό στοιχείο Γ, καθίσταται απόλυτο. Ο χρόνος συμμόρφωσης της καθ' ης η αίτηση, λόγω του όγκου των εγγράφων και των πληροφοριών, καθορίζεται σε 21 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Η κατατεθείσα εγγύηση που δόθηκε για το αιτητικό Γ, θα παραμείνει σε ισχύ για όλα τα εκδοθέντα διατάγματα, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Τα έγγραφα και οι πληροφορίες που θα παρασχεθούν, θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο προς έγερση αστικών διαδικασιών εναντίον των τελικών αδικοπραγούντων. Αναφορικά με τα έξοδα που θα προκύψουν εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση λόγω της συμμόρφωσης της με τα διατάγματα, αυτά θα τα επωμιστεί η αιτήτρια. Αν αυτά δεν συμφωνηθούν μεταξύ των μερών, θα υποβληθεί σχετικός κατάλογος από την καθ' ης η αίτηση με όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία στον πρωτοκολλητή προς υπολογισμό, και θα τύχουν της έγκρισης του δικαστηρίου. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, και στην απουσία θετικού ισχυρισμού εκ μέρους της αιτήτριας περί άμεσης εμπλοκής της καθ' ης η αίτηση την αδικοπραξία, γεγονός που πλειστάκις και η καθ' ης η αίτηση αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι δηλαδή είναι αθώο μέρος στο ισχυριζόμενο σκηνικό της αδικοπραξίας και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων αυτής, αλλά και στο γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση ενάγεται ως παροχέας υπηρεσιών, κρίνεται ότι η ορθότερη διαταγή, υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο