← Κύπρος

MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (εκπροσωπούμενη δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη) κ.α. ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD κ.α

MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (εκπροσωπούμενη δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη) κ.α. ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Υποθ.: 2626/15, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 2626/15 Μεταξύ:-

  1. MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED (εκπροσωπούμενη δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη)
  2. XXXXX (XXXXX) ΙΑΚΩΒΙΔΗ (υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού Εκκαθαριστή της MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED) Ενάγοντες και
  3. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD
  4. VIMATEX LIMITED
  5. CONSULCO LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 3.10.19 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.1.20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη 1 - Αιτήτρια : κ. Π. Μακρίδης Για τους ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Χ. Χριστοδούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια - εναγόμενη 1 με την πιο πάνω αίτηση επιδιώκει τις ακόλουθες θεραπείες:
  6. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το ενδιάμεσο διάταγμα που κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο την 2.7.15, λόγω έλλειψης προώθησης της αγωγής και/ή κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω του ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος κατέστη αυτοσκοπός και χρησιμοποιείται από τους Καθ' ων η Αίτηση ως τελική θεραπεία.
  7. Διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους δικηγόρους τους και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα έλαβαν αντίγραφα από τους καθ' ων η αίτηση έμμεσα ή άμεσα να τα επιστρέψουν στους αιτητές και/ή να τα καταστρέψουν και να μην χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα και όλα τα αντίγραφα που αποκαλύφθηκαν δυνάμει των προνοιών αποκάλυψης ημερ.10.6.15 και αποκαλύφθηκαν και/ή δόθηκαν από τους αιτητές την 2.10.15 και που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του XXXXX Αντωνίου ημερ.2.10.
  8. Απαγορευτικό διάταγμα προς τους καθ' ων η αίτηση και τους δικηγόρους τους και τους υπαλλήλους τους να διατηρήσουν αντίγραφα των εγγράφων σε οποιαδήποτε μορφή και,
  9. Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται η εν τίτλω αγωγή λόγω έλλειψης προώθησης και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Νομικό βάθρο της αίτησης είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/60, αρ.32

(2), και η Δ.20, θ.1, Δ.26, θ. 1, Δ.28, θ.1, 2, 4 και 6, Δ.30, θ.9, Δ.39, Δ.48 θ.1, 2, 3, 7, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης λειτουργού στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών της εναγομένης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκη δήλωση. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη. Προβάλλει διάφορους λόγους ένστασης για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα και συνοπτικά ότι:
  1. Η καθ' ης η αίτηση δεν παρέλειψε να προωθήσει την παρούσα αγωγή και η οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση στην καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως ήταν απολύτως δικαιολογημένη και αποσκοπούσε στην αποφυγή σπατάλης δικαστικού χρόνου και εξόδων.
  2. Η αιτήτρια δεν έλαβε δικονομικά διαβήματα σε σχέση με την ισχυριζόμενη καθυστέρηση της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης και ενεργεί κακόπιστα.
  3. Το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθεί και/ή να ακυρωθεί και/ή να παραμεριστεί με ενδιάμεση αίτηση και/ή οι λόγοι που προβάλλονται δεν δικαιολογούν την ακύρωση του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος.
  4. Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης.
  5. Τυχόν ακύρωση του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην καθ' ης η αίτηση, ενώ σε περίπτωση διατήρησης του σε ισχύ, ουδεμία ζημιά δύναται να προκληθεί στην αιτήτρια.
  6. Η αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την αίτηση λόγω κωλύματος συμπεριφοράς (estoppel by conduct) και/ή συμφωνίας και/ή estoppel by record και/ή κωλύματος λόγω παραστάσεως και/ή υποσχέσεως και,
  7. Οι επιζητούμενες θεραπείες δεν εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και επιζητείται διάταγμα καταστροφής εγγράφων που εξασφαλίστηκαν δυνάμει εκ συμφώνου διατάγματος, τα οποία έχουν κατατεθεί στην αγωγή 1238/18 και αποτελούν μέρος της αγωγής αυτής, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα και/ή τα συμφέροντα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση να πληγούν ανεπανόρθωτα. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αντεξετάστηκε κανένας εκ των ομνυόντων και οι δικηγόροι προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Αναφορά, τόσο στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, όσο και σε επί μέρους θέσεις των συνηγόρων θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου χρειάζεται. Κρίνεται σκόπιμο, προτού το δικαστήριο προχωρήσει στις επί μέρους θέσεις των μερών, να προβεί σε σύντομη αναδρομή του ιστορικού της υπόθεσης, όπως αυτό διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης. Οι ενάγοντες την 8.6.15 καταχώρισαν την εν τίτλω αγωγή, επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Ο2, 1). Αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων σειρά διαταγμάτων αποκάλυψης ενόρκως όλων των εγγράφων και πληροφοριών που έχουν στον έλεγχο και στην κατοχή τους, σχετιζομένων με αξιωματούχους της ενάγουσας, οι οποίοι και κατονομάζονται. Ειδικότερα, αξιώνουν την έκδοση 18 ξεχωριστών διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων και διάταγμα φίμωσης, απαγορεύον στους εναγόμενους να παράσχουν πληροφορίες αναφορικά με την έγερση της αγωγής. Την ίδια ημέρα καταχώρισαν μονομερή αίτηση αιτούμενοι την έκδοση σειρά πανομοιότυπων, με την οπισθογράφηση της απαιτήσεως, διαταγμάτων. Την 10.6.15, εκδόθηκαν μονομερώς αρκετά εξ αυτών και ορίστηκαν τόσο τα εκδοθέντα, όσο και τα υπόλοιπα, για επίδοση στους εναγόμενους. Στις 2.7.15 σύμφωνα με το πρακτικό του δικαστηρίου, «το προσωρινό διάταγμα έγινε απόλυτο, με την διαφοροποίηση ότι η συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση σε αυτό θα πρέπει να γίνει εντός 3 μηνών από σήμερα». Παρέμεινε ανοικτό το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας. Καθόσον αφορούσε τα πραγματικά έξοδα των καθ' ων η αίτηση, για τη συμμόρφωση με το διάταγμα, θα υπολογίζονταν από τον πρωτοκολλητή και θα τα επιβαρυνόταν η πλευρά των αιτητών. Επίσης, σύμφωνα με το πρακτικό του δικαστηρίου, « Η αίτηση όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά δια της παρούσης αποσύρεται και απορρίπτεται». Στις 12.10.15 δηλώθηκαν τα έξοδα αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και στις 22.10.15, δηλώθηκε ότι τα έξοδα σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση 1 είχαν διευθετηθεί και η κάθε πλευρά θα επωμιζόταν τα δικηγορικά έξοδα που της αναλογούσαν. Έκτοτε, δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή καταχώριση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, μέχρι την 5.4.19, ότε οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση επιζητώντας διάταγμα με το οποίο να τους επιτρέπεται η χρήση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στις 10.6.15, στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την υπ' αριθμό XXXXX/17, υπό των εκκαθαριστών της ενάγουσας, εναντίον της εδώ εναγομένης 1, BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD. Η εναγόμενη 1, καθ' ης η αίτηση έφερε ένσταση, και στη συνέχεια, την 3.10.19, καταχώρισε την κρινόμενη αίτηση. Το πιο πάνω ιστορικό δεν αμφισβητείται, αφού άλλωστε πηγάζει μέσα από τον φάκελο του δικαστηρίου. Διαφορετική όμως είναι η προσέγγιση εκάστης πλευράς ως προς τις νομικές παραμέτρους και επιπτώσεις που περιβάλλουν το αίτημα, λόγω της φύσεως των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η διαφορά προσέγγισης αναδύεται τόσο από τις ένορκες δηλώσεις, όσο και από τις αντίστοιχες αγορεύσεις των δυο πλευρών. Θα γίνει μια επιγραμματική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των δυο πλευρών για να διαφανούν με ευκρίνεια οι διαφορετικές προσεγγίσεις. Ήταν η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι η παράλειψη καταχώρισης έκθεσης απαιτήσεως, ή και προώθησης της αγωγής, δεν δικαιολογεί καθ' εαυτή την ακύρωση των διαταγμάτων. Έρεισμα στην όλη επιχειρηματολογία αποτελεί η φύση των αιτουμένων διαταγμάτων, που αποκλειστικά ήταν διατάγματα αποκάλυψης (Norwich pharmacal), γεγονός που, σύμφωνα με την εισήγηση, τα διακρίνει δικονομικά από τις υπόλοιπες περιπτώσεις των αγωγών. Η προώθηση της αγωγής απλώς θα δημιουργούσε περισσότερα δικαστικά έξοδα και σπατάλη δικαστικού χρόνου. Εισηγείται ακόμα ότι η αίτηση έγινε με υπέρμετρη καθυστέρηση, γεγονός που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, και συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης. Με αναφορά στην υπόθεση Melouskia Commercial Co Ltd κ.α ν. Chumachenko κ.α, Πολ. Έφεση Ε71/13, ημερ.30.9.14, είναι η θέση του συνηγόρου ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση της διαδικασίας, και ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες, όταν το δικαστήριο αποφασίζει αν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της. Είναι επίσης η θέση του ότι λόγω της διευθέτησης των εξόδων της αίτησης, η εναγόμενη 1 ουδέποτε ανέμενε ότι η αγωγή θα προωθείτο και θα διεξαγόταν ακρόαση επί της ουσίας. Το αίτημα είναι συνεπώς καταχρηστικό και κακόπιστο, με την έννοια να επανέρχεται η τράπεζα και να επιζητά την απόρριψη της αγωγής με το πρόσχημα ότι δεν καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης. Αναφέρεται στη συνέχεια ως προς το πότε μπορεί να παραμεριστεί ένα εκ συμφώνου διάταγμα. Αναφορικά με την φύση των διαταγμάτων, που είναι διατάγματα αποκάλυψης με σκοπό την έγερση μεταγενέστερης αγωγής, παραπέμπει στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου & Αρτέμη σελ.258 και 260, σύμφωνα με το οποίο, τέτοιας φύσεως διατάγματα έχουν την προέλευση τους από το Αγγλικό δίκαιο και είναι επιτρεπτή η έκδοση τους ακόμα και πριν την καταχώριση της αγωγής. Όμως, σύμφωνα με τη θέση του συνηγόρου, στην Κύπρο, λόγω της διασύνδεσης τους με το Άρθρο 32 του Ν.14/60, δεν είναι δυνατή η έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος για αποκάλυψη, πριν την έγερση αγωγής. Ενώ στην Αγγλία υπάρχουν δικονομικές πρόνοιες για την εξασφάλιση τέτοιων διαταγμάτων, στην Κύπρο δεν υπάρχουν, και τέτοια διατάγματα εξασφαλίζονται εναντίον του εμπλεκόμενου με την έγερση αγωγής εναντίον του στα πλαίσια της οποίας ζητούνται τέτοια διατάγματα. Κατά την εισήγηση, μετά την εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος και μετά την συμμόρφωση με αυτό, ουσιαστικά δεν υπάρχει λόγος για να προωθηθεί η αγωγή, οι θεραπείες της οποίας είναι ταυτόσημες με τις ενδιάμεσες θεραπείες. Αυτό αποτελεί και την πρακτική στην Κύπρο. Επικαλέστηκε την υπόθεση Avila Management Ltd κ.ά ν. Frantisek Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1403, στην οποία υπεδείχθη ότι υπό τις περιστάσεις εδικαιολογείτο η χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, επρόκειτο για διατάγματα αποκάλυψης, με τα οποία ουσιαστικά αποφασίστηκε τελεσίδικα η αγωγή. Στην βάση αυτών, είναι η θέση του συνηγόρου, ότι με την χορήγηση των ενδιαμέσων διαταγμάτων ικανοποιήθηκε τελεσίδικα και η αγωγή. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν προωθήθηκε η αγωγή λόγω εξοικονόμησης δικαστικών εξόδων, γιατί δεν υπήρχε λόγος να καταχωρηθούν δικόγραφα για να διεξαχθεί ακρόαση επί της ουσίας. Στην ουσία οι εναγόμενοι εκμεταλλεύονται ένα δικονομικό ζήτημα, για να προστατέψουν τα δικά τους αλλότρια συμφέροντα. Με βάση τα εκδοθέντα διατάγματα, οι ενάγοντες καταχώρισαν πολλές δικαστικές διαδικασίες προς διάσωση της εταιρείας και των πιστωτών της, γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, όπως και στην υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση, ενώ από την άλλη, η εναγόμενη δεν προέβη σε κανένα δικονομικό διάβημα για τη μη προώθηση της αγωγής. Σε τυχόν έγκριση του αιτήματος, οι ενάγοντες δεν θα είναι σε θέση να προχωρήσουν τις υποθέσεις αυτές και να ανακτήσουν από τους αδικοπραγούντες ποσό πέραν των 100.000.000 δολαρίων. Τέλος, αναφέρεται ότι τα αιτούμενα υπό στοιχείο 2 και 3 της αίτησης αποτελούν προστακτικά διατάγματα, τα οποία μπορούν να εκδοθούν μόνο στη βάση του Άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, που δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση του αιτήματος, γεγονός που καθιστά μοιραία τη νομιμότητα του δικονομικού μέτρου. Στην αντίπερα όχθη, συνοπτικά, είναι η θέση της πλευράς των αιτητών ότι μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ο ενάγων έχει καθήκον να δείξει την απαραίτητη σπουδή και επιμέλεια ώστε να εκδικαστεί με κάθε δυνατή ταχύτητα η ουσία της αγωγής του. Δεν δικαιούται να επαναπαυτεί, ούτε και να επιδεικνύει τακτικές κωλυσιεργίας, προκειμένου να παρατείνει όσο το δυνατόν περισσότερο την ισχύ της προσωρινής θεραπείας. Παραπέμπει προς τούτο σε σχετική νομολογία. Με αναφορά στην Δ.26 Θ.1, εισηγείται ότι αν ο ενάγων δεν έχει καταχωρίσει έκθεση απαιτήσεως κατά την ημέρα που είναι ορισμένη για ακρόαση η αίτηση, τότε το δικαστήριο έχει εξουσία είτε να απορρίψει την αγωγή, είτε να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα θεωρεί πρέπον. Πρόκειται για διακριτική εξουσία που ασκείται δικαστικά. Η συμπεριφορά των εναγόντων, από της εξασφαλίσεως των διαταγμάτων μέχρι και σήμερα είναι καταχρηστική, αφού παρέλειψαν να προωθήσουν την αγωγή. Το γεγονός ότι πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης για να προωθηθούν διαδικασίες εναντίον των πραγματικών αδικοπραγήσαντων, δεν μεταβάλει την ουσία, ούτε και τη νομική θεώρηση των πραγμάτων, αφού εκδόθηκαν προσωρινά ενδιάμεσα διατάγματα, η ισχύς των οποίων εκπνέει με την έκδοση τελικής απόφασης επί της ουσίας της αγωγής. Οι ένορκες δηλώσεις που αντιστοίχως υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και κυρίως την ένσταση, στην ουσία τους προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα και θέσεις κυρίως νομικές, οι οποίες αποτελούν μέρος των τελικών αγορεύσεων των συνηγόρων. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, γίνεται αναφορά στο έργο και τις ενέργειες του προσωρινού εκκαθαριστή αναφορικά με την εταιρεία, καθώς και στη λήψη δικαστικών μέτρων που λήφθηκαν εκ μέρους του. Επισυνάπτονται προς τούτο σειρά εγγράφων. Είναι η θέση του ομνύοντος ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και να θέσουν σε κίνδυνο το διάταγμα αποκάλυψης, με βάση το οποίο κατέστη δυνατό να ληφθούν δικαστικά μέτρα για ανάκτηση χρημάτων που έχουν αποξενωθεί. Αν το αίτημα της εναγομένης γίνει αποδεκτό, τότε οι πιστωτές της εταιρείας θα υποστούν τεράστια ζημιά, αφού πολλές από τις πληροφορίες σε σχέση με τις αδικοπραξίες που έγιναν, λήφθηκαν από τα αποκαλυφθέντα έγγραφα. Αντίθετα, αν απορριφθεί το αίτημα η εναγομένη 1 δεν θα υποστεί καμιά ζημιά, ούτε και ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Προστίθεται εδώ, ότι η κρινόμενη αίτηση επιδόθηκε και στους δικηγόρους των εναγομένων 2 και 3 και ο κ. Χριστοφόρου που εμφανίστηκε εκ μέρους τους, ανέφερε ότι υποστηρίζει το αίτημα των εναγομένων
  1. Είναι ορθό ότι τα διατάγματα αποκάλυψης στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών ή και μαρτυρίας προς έγερση αγωγής εκ μέρους προτιθέμενου ενάγοντα, εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου. Στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ.258 - 260 επεξηγείται ο σκοπός και η φύση τέτοιων διαταγμάτων. Πολύ συνοπτικά, ως επεξηγείται, ο προτιθέμενος ενάγων έχει τη δυνατότητα να κινηθεί πρώτα με αγωγή εναντίον εμπλεκόμενων προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες ή έγγραφα που θα τον βοηθήσουν να εξακριβώσει την ταυτότητα του κύριου αίτιου που διέπραξε την αδικοπραγία σε βάρος του. Στη συνέχεια η δικαιοδοσία αυτή επεκτάθηκε και σε άλλα είδη αποκάλυψης. Πρόκειται για δικαιοδοσία που μπορεί να ασκηθεί και πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο, με την έγερση αγωγής εναντίον των εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων, μπορεί να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα, δυνάμει των προνοιών του Αρ.32 του Νόμου 14/60, για αποκάλυψη πληροφοριών, στην βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του πραγματικού αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Avila ανωτέρω, που παραπέμπει και ο κ. Χριστοδούλου για τους ενάγοντες, γίνεται εκτεταμένη αναφορά και επεξήγηση της φύσης τέτοιων διαταγμάτων. Στο σύγγραμμα Diclosure, 4η έκδοση σελ.77, υπό τον τίτλο Procedure, επεξηγείται ότι τέτοια διαδικασία προς έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal μπορεί να αρχίσει είτε με αγωγή, είτε με εναρκτήρια κλήση. Μπορεί το διάταγμα να είναι η μοναδική επιζητούμενη θεραπεία, ή μπορεί να είναι υποβοηθητική άλλης θεραπείας. Υποδεικνύεται όμως, ότι αν υπάρχουν γεγονότα τα οποία θα πρέπει να διερευνηθούν κατά την δίκη και πριν την έκδοση του διατάγματος, τότε δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα. Μόνο σε καθαρές υποθέσεις μπορεί να δοθεί τέτοιο διάταγμα, ή ακόμα και χωρίς ειδοποίηση. Τέτοιο διάταγμα, ως επεξηγείται, μπορεί να εκδοθεί και στα πλαίσια υπάρχουσας αγωγής. Προκύπτει συνεπώς, ότι η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε τέτοιας φύσεως προσωρινό διάταγμα, όχι μόνο δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ή και τερματίζεται, αλλά παραμένει εκκρεμής και προς εκδίκαση, όπως όλες οι άλλες αγωγές. Προς αυτή την κατεύθυνση στην Avila ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι: «Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Το εγχείρημα συνεπώς της δικονομικής, αλλά και ουσιαστικής αποσύνδεσης τέτοιας φύσεως αγωγής, από όλες τις υπόλοιπες αγωγές που εκδίδονται ενδιάμεσα παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν έχει έρεισμα. Η αγωγή, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης, παραμένει καθ' όλα ζωντανή. Εν πάση περιπτώσει, με την αγωγή επιζητούνται και άλλα διατάγματα, πέραν των ήδη εκδοθέντων, τα οποία εξακολουθούν να ευρίσκονται, μαζί με τα υπόλοιπα, σε εκκρεμοδικία. Η ουσία είναι ότι από την 8.6.15 που οι ενάγοντες καταχώρισαν την εν τίτλω αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δεν καταχώρισαν την έκθεση απαιτήσεως τους εντός των τασσόμενων υπό των Θεσμών προθεσμιών, ούτε και έλαβαν κανένα δικονομικό μέτρο, ή και κάποιο άλλο διάβημα για να την προωθήσουν. Ούτε και μπορούν να μέμφονται την εναγόμενη 1, ή και να επικαλούνται προς απόρριψη της κρινόμενης αίτησης, την καθυστέρηση εκ μέρους της να προωθήσει το παρόν δικονομικό διάβημα. Πρόκειται για δικονομική υποχρέωση των εναγόντων πηγάζουσα ευθέως εκ της Δ.26 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα εξής:
  2. If the plaintiff, being bound to deliver a, statement of claim, does not deliver the same within the time allowed for that purpose, the defendant may, at the expiration of that time, apply by summons to the Court to dismiss the action with costs, for want of prosecution ; and on the hearing of such application the Court may, if no statement of claim shall have been delivered, order the action to be dismissed accordingly, or may make such other order on such terms as the Court shall think just. Το γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν αποτελεί άλλοθι για τους ενάγοντες στην αδράνεια που επέδειξαν να προωθήσουν την παρούσα αγωγή. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι και οι δυο πλευρές αναφέρονται σε νομολογία που αφορά την κατ' έφεση απόρριψη εκδοθέντων διαταγμάτων, λόγω μη έγκαιρης καταχώρισης εκθέσεως απαιτήσεως. Το κύριο ζητούμενο όμως εδώ, είναι η απόρριψη αυτής τούτης της αγωγής δυνάμει της Δ.26 Θ1, λόγω μη καταχώρισης της εκθέσεως απαιτήσεως. Αν το αίτημα εγκριθεί, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα, αφού ως υπεδείχθη στην υπόθεση Ιωάννου ν. Μανώλη κ.ά
(1998)1 1423, η ισχύς του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι προσωρινής φύσεως και ισχύει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής, ή μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου. Ως υπεδείχθη, απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από ενδιάμεση αίτηση, εκτοπίζεται από την τελική απόφαση στην αγωγή. Αν υπάρχει πρόθεση να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ, θα πρέπει αυτό να γίνει με ρητό τρόπο. Επικαλείται η πλευρά των εναγόντων, μεταξύ άλλων, και τις υποθέσεις T.A Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ 1802, και Melouskia ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν περιπτώσεις στην καθυστέρηση καταχώρισης έκθεσης απαίτησης, που αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Για παράδειγμα στην Micrologic ανωτέρω, 9 μήνες μετά από την καταχώριση του γενικά οπισθογραφημένου εντάλματος, οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για απόρριψη της, δυνάμει της Δ.
  1. Δεν είχε στο μεταξύ ενεργοποιηθεί και η διαδικασία της Δ.26 Θ.
  2. Η εφεσείουσα, εκκρεμούσης της διαδικασίας της ακρόασης του προσωρινού διατάγματος, αποτάθηκε με μονομερή αίτηση για παράταση του χρόνου και αφού προηγουμένως εκδόθηκε απόφαση επί του προσωρινού διατάγματος, το αίτημα για παράταση εγκρίθηκε. Η αίτηση για απόρριψη της αγωγής απεσύρθη, αφού στερείτο αντικειμένου. Η καθυστέρηση οφειλόταν σε διαβουλεύσεις προς συμβιβασμό της υπόθεσης και σε φόρτο του δικηγόρου. Κρίθηκε ότι η μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση της ενδιάμεσης θεραπείας, ώστε να μοιάζει ως αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση. Η παρατηρηθείσα καθυστέρηση περίπου 10 μηνών, στην υπόθεση αυτή, ενώ φανερώνει σφάλμα και προκαλεί ανησυχία, δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση. Και αυτό, στη βάση του γεγονότος ότι ζητήθηκε, μονομερώς, παράταση χρόνου από το δικαστήριο, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση εκ μέρους της άλλης πλευράς, καθώς και στο γεγονός ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις προς διευθέτηση μεταξύ των δικηγόρων. Υπεδείχθη ότι δεν είναι άτοπη η αναγνώριση περιθωρίων για τέτοιο σκοπό, ήτοι των διαπραγματεύσεων, και δικαιολογεί σε κάποιο βαθμό την καθυστέρηση. Στην Melouskia ανωτέρω, εκδόθηκαν διατάγματα εναντίον των εναγομένων 10-
  3. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξίωναν, μεταξύ άλλων, και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από τους εναγόμενους για ζημιές που υπέστηκαν λόγω των παρανόμων πράξεων των εναγομένων. Οι εναγόμενες - εφεσείουσες, με αίτηση τους πέτυχαν διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως. Λόγω της αναστολής, οι ενάγοντες δεν είχαν καταχωρίσει έκθεση απαιτήσεως. Το Εφετείο, με αναφορά και παραπομπή σε αποφάσεις που χαρακτηρίζουν απαράδεκτη την τακτική επιδίωξης και εξασφάλισης ενδιάμεσης θεραπείας χωρίς την παράλληλη προώθηση εκδίκασης της αγωγής, διέκρινε την περίπτωση των εναγόντων, γιατί η προώθηση της αγωγής, ήτοι η ετοιμασία και καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως, είχε ως προϋπόθεση την παροχή πληροφοριών για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα, τα οποία όμως ανεστάλησαν μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίθηκε ότι η μη καταχώριση εκθέσεως απαιτήσεως δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα Diclosure ανωτέρω, διάταγμα αποκάλυψης μπορεί να εκδοθεί και σε εκκρεμούσα αγωγή, ακόμα και εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου. Στην Melouskia ανωτέρω, ως φαίνεται, τέτοια ήταν η περίπτωση. Υπεδείχθη όμως και το εξής, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σημαντικό: «Θα παρατηρούσαμε όμως ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το δικονομικώς ορθό είναι να υποβάλλεται αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης (Δ.20 θ.1 και Δ.57 θ.2) και, όπου αυτό δεν γίνεται, να καταχωρείται από την άλλη πλευρά αίτηση για απόρριψη της αγωγής (Δ.26 θ.1) αν όντως το ενδιαφέρον της για την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου είναι γνήσιο. Στην παρούσα όμως περίπτωση ουδέν έγινε, όπως δεν ενεργοποιήθηκε και από το Δικαστήριο ο μηχανισμός της Δ.26 θ.13 για απόρριψη της αγωγής ώστε, εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της δυνατότητας ετοιμασίας της έκθεσης απαίτησης ενόψει της αναστολής των διαταγμάτων να εξεταστεί - όπως είναι και το δικονομικώς ορθό - από το πρωτόδικο Δικαστήριο». Στην υπόθεση Medochemie Ltd v. UCB S.A.
(1998)1 Α.Α.Δ 2159, αναφέρθησαν τα εξής: «Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τους νόμους και τη δικονομία, οι δε διατάξεις τους εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τους διάδικους και το Δικαστήριο. Όπου οι διάδικοι επιδεικνύουν ολιγωρία στη διεκπεραίωση της υπόθεσης, το Δικαστήριο εφαρμόζει τους νόμους και τους δικονομικούς κανόνες. Έχει δε και εγγενή εξουσία να διασφαλίζει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε χειρισμό της υπόθεσης από τους διάδικους. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, να υποδείξουμε πως αν το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου λειτουργούσε κανονικά, ως όφειλε, θα εφαρμοζόταν η Δ.26, θ.13
(1)με αποτέλεσμα, αφού εδίδετο ειδοποίηση στους εφεσίβλητους για τη μη καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως τους, και μετά την παρέλευση του χρόνου που αναφέρεται σ' αυτή, η υπόθεση να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είχε διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή». Κατά συνέπεια, η καθυστέρηση στην υποβολή της κρινόμενης αίτησης εκ μέρους των εναγομένων 1, δεν απαλλάσσει το δικαστήριο, ως υποδεικνύει η Medochemie ανωτέρω, από του να διασφαλίσει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Και εκεί και όπου διαπιστωθεί κατάχρηση, έχει εγγενή εξουσία να την καταστείλει, ανεξάρτητα από τους χειρισμούς των διαδίκων. Η εισήγηση των εναγόντων για απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης στην υποβολή της, θα οδηγούσε και σε ένα άτοπο και συγχρόνως παράλογο αποτέλεσμα. Η αγωγή, δεδομένων και των θέσεων τους ότι δεν απαιτείται η προώθηση της, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, θα παραμείνει επί μιας αγνώστου διαρκείας στασιμότητα, και το ενδιάμεσο διάταγμα να παραμείνει, εσαεί και να διατηρείται τελικά, ως αυτοσκοπός εξυπηρέτησης των εναγόντων. Και αυτό ακριβώς καλείται το δικαστήριο να καταστείλει, ανεξάρτητα από τους χειρισμούς των διαδίκων. Άλλωστε, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφεση 39/2010, ημερ.23.1.14, που παραπέμπει και ο κ. Μακρίδης για τους αιτητές, η υποχρέωση για προώθηση της υπόθεσης βρίσκεται στους ώμους των εφεσιβλήτων προς όφελος των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα. Υπεδείχθη ότι: « Αυτό το βάρος υφίσταται, ανεξάρτητα αν η εφεσείουσα δεν έχει καταχωρίσει αίτηση για απόρριψη της αγωγής προηγουμένως» Το δικαστήριο επανέρχεται στο τεθέν από την πλευρά των εναγόντων ζητήματος, ήτοι, αν οι αρχές που αναφέρθησαν στην Melouskia ανωτέρω, δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, ως είναι η κρινόμενη υπόθεση, αφού αυτό εμμέσως πλην σαφώς αφήνει να νοηθεί, αλλά και τελικά προωθεί, η πλευρά των εναγόντων. Στην υπόθεση Κοζάκου κ.ά ν. Νικολάου, Πολ. Έφεση Ε127/2013, ημερ.13.6.17, αναφέρθησαν τα εξής: «Συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι, αν και ο Εφεσίβλητος καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 4.7.2012, εξασφαλίζοντας όπως προαναφέραμε αυθημερόν και το επίδικο διάταγμα, παρήλθαν 18 περίπου μήνες προτού προχωρήσει στην καταχώρηση της ΄Εκθεσης Απαίτησής του. Προηγήθηκαν, προς τον σκοπό αυτό, δύο αιτήσεις εκ μέρους των Εφεσειόντων για απόρριψη της αγωγής λόγω μη καταχώρησης του υπό αναφορά δικογράφου. Ηταν η προσέγγιση της πλευράς των Εφεσειόντων ότι η συμπεριφορά αυτή του Εφεσίβλητου θα πρέπει να οδηγήσει από μόνη της στον τερματισμό της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, για τον λόγο ότι η συνέχισή του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου αναγνώρισε ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας, εισηγήθηκε όμως ότι αυτή δεν μπορεί βάσιμα να οδηγήσει σε απόρριψη της έφεσης και επικαλέσθηκε ως λόγο τις διαπραγματεύσεις που λάμβαναν χώραν με τραπεζικό ίδρυμα προς τον σκοπό επίλυσης της όλης διαφοράς. Στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, υποδείχθηκε, per curiam, η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης. Λέχθηκε, συγκεκριμένα, "Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης." Ακολούθησε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες εφαρμόσθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Vuitton (Akis Express v. Akis Express
(1998)1 Α.Α.Δ.149, Goody's Evagorou Ltd. v. Lani RestaurantsLtd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. v.ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, Κίτσιoς κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262 και Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 244). Προσεκτική ανασκόπηση της πιο πάνω νομολογίας οδηγεί στην κατάληξη ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράλειψη έγκαιρης καταχώρησης του δικογράφου της ΄Εκθεσης Απαίτησης κάλυπτε εκτεταμένο χρονικό διάστημα και είχε ως κοινή συνισταμένη την επακόλουθη υπόσκαψη της συνταγματικής επιταγής για ταχεία εκδίκαση προς τελικό καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων. Από το σύνολο της νομολογίας αναδύεται η απαράδεκτη συμπεριφορά παράλειψης καταχώρησης του υπό αναφορά δικογράφου ακόμη και όταν εκδικαζόταν η έφεση ή, στην καλύτερη περίπτωση, καταχώρησής του λίγες μέρες πριν την εκδίκαση της κατ΄ έφεση διαδικασίας που αφορούσε την προσβολή εκδοθέντος πρωτοδίκως απαγορευτικού διατάγματος. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, το Εφετείο οδηγήθηκε στην απόρριψη των εφέσεων, χωρίς να εξετάσει την ουσία τους, τονίζοντας ότι η συμπεριφορά αυτή και η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην προώθηση εκδίκασης της υπόθεσης, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας» Οι ίδιες αρχές τέθηκαν και στην Melouskia ανωτέρω, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, αφορούσε και αυτή, ως η παρούσα, διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, όπως και στην Avila ανωτέρω, που ομοίως αφορούσε διατάγματα Norwich Pharmacal. Προκύπτει εξ αυτών, ότι ο χαρακτήρας ενός ενδιαμέσου διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του Άρ.32 του Ν.14/60 και του Κεφ.6, ανεξάρτητα από το είδος, την φύση και την ισχύ του, παραμένει προσωρινός, μέχρι της τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε. Και ότι οι διαχρονικές αρχές που τέθηκαν στην Κοζάκου ανωτέρω, τυγχάνουν εφαρμογής επί όλων των ενδιαμέσων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Η εισήγηση συνεπώς του κ. Χριστοδούλου, που ποικιλοτρόπως εκφράζεται και προωθείται δια της γραπτής του αγορεύσεως, ότι η φύση τέτοιων διαταγμάτων, εφ' όσον εκδοθούν, είναι τέτοια ώστε, ουσιαστικά, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο προς εκδίκαση, λόγω της δικονομικής διάκρισης τους από άλλες αγωγές που εκδίδονται παρεμπίπτοντα διατάγματα, δεν υποστηρίζεται από την πιο πάνω νομολογία. Ούτε και το γεγονός ότι με την αγωγή επιδιώκονται οι ίδιες θεραπείες με τα εκδοθέντα διατάγματα διαφοροποιεί την όλη κατάσταση. Προς αυτή την κατεύθυνση, το ακόλουθο απόσπασμα από την Avila ανωτέρω, είναι απόλυτα διαφωτιστικό: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στην X Ltd v. Morgan Grampian (Publishers) Ltd
(1991)1 AC 1, HL, αποφασίστηκε ότι δεν απαγορεύεται ή αντενδείκνυται η απόδοση quia timet injunction προς εμποδισμό της κυκλοφορίας πληροφοριών που δόθηκαν στον εναγόμενο κατά παράβαση σχέσης εμπιστευτικότητας, έστω και αν η κυρίως αγωγή έχει σκοπό την αποκάλυψη της ταυτότητας του πληροφοριοδότη που κατά παράβαση αυτής της εμπιστευτικότητας διοχέτευσε πληροφορίες στον εναγόμενο». ( ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Εκείνο που αβίαστα και διαυγώς προκύπτει, είναι πως τα διατάγματα Norwich Pharmacal, δεν παύουν να έχουν προσωρινό χαρακτήρα και διατηρούν τον χαρακτήρα προσωρινής και ενδιάμεσης θεραπείας. Καθ' όσον δε αφορά την έκθεση απαιτήσεως επί τέτοιας φύσεως αγωγής, αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση από τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η υποχρέωση δυνάμει της σχετικής Διαταγής 26 Θ.1 και 13
(1)παραμένει καθόλα ενεργή και ουσιαστική. Δεν πρόκειται συνεπώς περί μάταιης προώθησης της αγωγής, ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων, που θα δημιουργούσε ακόμα περισσότερα δικαστικά έξοδα και σπατάλη δικαστικού χρόνου. Ούτε και ευσταθεί η εισήγηση ότι επειδή πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης πριν την έγερση αγωγής, μετά την έκδοση των διαταγμάτων και την συμμόρφωση με αυτά, δεν υφίσταται πλέον λόγος να προωθηθεί η αγωγή, οι θεραπείες της οποίας είναι ταυτόσημες με τις ενδιάμεσες θεραπείες, αφού με αυτό τον τρόπο αποφασίζεται τελεσίδικα και η αγωγή. Αυτό για να έχει βάση, θα πρέπει να εκδίδεται τελικό διάταγμα επί των θεραπειών της αγωγής και όχι να παραμένει σε εκκρεμότητα τόσο η αγωγή, όσο και το διάταγμα, που εξ ορισμού είναι και παραμένει προσωρινό. Στην Avila ανωτέρω, που παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόντων, εκείνο που υπεδείχθη είναι ότι σε κατάλληλες περιπτώσεις, μπορεί να εκδοθούν διατάγματα ταυτόσημα με τις αιτούμενες στην αγωγή θεραπείες και όχι ότι τερματίζεται, εξ αυτού του λόγου, η αγωγή. Ομοίως και στο πιο πάνω σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, σελ.152, εκείνο που τονίζεται είναι ότι εκεί όπου υπάρχει ταυτοσημία θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την ενδιάμεση θεραπεία, τα δικαστήρια να αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση, η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής. Παρεμβάλλεται εδώ ότι, σύμφωνα με τον φάκελο του δικαστηρίου, ο πρωτοκολλητής, την 27.4.18 απέστειλε ειδοποίηση στους δικηγόρους των εναγόντων, δυνάμει της Δ.26 Θ.13
(1), όπως εντός 14 ημερών καταχωρίσουν την έκθεση απαιτήσεώς τους, πλην όμως, ως προκύπτει, ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε εκ μέρους τους. Πέραν όσων έχουν αναφερθεί, τίθεται το ερώτημα αν το δικαστήριο έχει εξουσία να ακυρώσει μόνο το διάταγμα που έγινε απόλυτο εκ συμφώνου, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και διαδικασίας, ανεξάρτητα από την τύχη της αγωγής. Η εισήγηση των εναγόντων είναι ότι μπορούν να παραμεριστούν μόνο στις περιπτώσεις όπου αυτό έγινε με δόλο, παραπλάνηση ή με κάποιο άλλο μεμπτό τρόπο. Το αίτημα όμως εδώ στηρίζεται στην κατάχρηση της διαδικασίας, ήτοι για την μη προώθηση της αγωγής για 4 και πλέον χρόνια. Άμεσα σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ikos Cif Ltd, Πολ. Έφεση 35/15, ημερ.3.3.15, στην οποία ενώ καταχωρήθηκε έκθεση απαιτήσεως και τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν εκ συμφώνου απόλυτα, επιστράφηκε μάλιστα και η κατατεθείσα τραπεζική εγγύηση, το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης εκ μέρους του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή λόγω καθυστέρησης στην προώθησή της. Υπεδείχθη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ένα διάταγμα είτε έγινε εκ συμφώνου είτε όχι απόλυτο, δεν αναιρεί το προσωρινό του χαρακτήρα αφού, εκ της φύσεως του, ισχύει απλώς μέχρι τέλους της αγωγής. Έπεται συνεπώς και για τους πιο πάνω λόγους, ότι το εκδοθέν εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση, λόγω έλλειψης προώθησης της αγωγής, γεγονός που συνιστά κατάχρηση. Το κυρίαρχο ερώτημα όμως είναι τι γίνεται με την αγωγή, αφού αν αυτή απορριφθεί, ως το σχετικό υπό στοιχείο 4 της αιτήσεως, το διάταγμα, εξ ορισμού, εκτός αν άλλως διαταχθεί, εκτοπίζεται με την απόρριψη της αγωγής (βλπ. Ιωάννου ανωτέρω). Η Δ.26 Θ. 1 παρέχει διακριτική εξουσία στο δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, να απορρίψει την αγωγή, ή να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα με όρους που κρίνει δίκαιο. Και το ερώτημα που αναφύεται, είναι ποιες είναι εκείνες οι συνθήκες και περιστάσεις που επικαλούνται οι ενάγοντες για την μη καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως τους, δεδομένου πάντοτε ότι για 4 και πλέον χρόνια δεν έλαβαν κανένα δικονομικό διάβημα προς αυτή την κατεύθυνση, παρά και την προς τούτο σχετική ειδοποίηση του πρωτοκολλητή, που να μην δικαιολογεί την απόρριψη της αγωγής, ή να παρέχει έρεισμα ώστε να ασκηθεί με κάποιο άλλο τρόπο η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Στην ουσία, οι ενάγοντες θεωρούν ότι η αγωγή έχει επιλυθεί, λόγω της έκδοσης εκ συμφώνου ενός εκ των αιτούμενων διαταγμάτων και της ταυτοσημίας του με ορισμένες εκ των αξιούμενων στη γενική οπισθογράφηση θεραπειών, και της εν συνεχεία συμμόρφωσης των εναγομένων με αυτά. Το ζήτημα όμως αυτό έχει ήδη απαντηθεί με αρνητικό πρόσημο. Το γεγονός δε, σύμφωνα με τον ομνύοντα για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, ότι ηγέρθησαν αγωγές στη Κύπρο και το εξωτερικό σε σχέση με τα αποκαλυφθέντα έγγραφα, δεν αλλοιώνει την κατάσταση πραγμάτων, ούτε και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, συνιστά λόγο απόρριψης του αιτήματος, και διατήρησης τελικά της κατάστασης πραγμάτων σε αορίστου και αγνώστου διαρκείας εκκρεμοδικία. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε αίτηση εκ μέρους των εναγόντων για παράταση του χρόνου για την καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως, ώστε να ακουστεί επί τούτου και η πλευρά των εναγομένων 1, ούτε και υπεβλήθη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κάποιο αίτημα που να δικαιολογεί, έστω, παράταση του χρόνου, για να δοθεί χρόνος για την καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως, ώστε να έχουν την ευκαιρία να ακουστούν επί τούτου και να εκθέσουν τις θέσεις και τις απόψεις τους και οι εναγόμενοι 1. Το θέμα παρέμεινε κενό και μετέωρο. Στην υπόθεση Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, υπεδείχθησαν τα εξής: «Όπου η επίλυση επίδικου θέματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκλειστικός κριτής της άσκησης της εξουσίας είναι ο δικαστής στον, οποίο εναποτίθεται η δικαιοδοσία. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αναθεωρείται με γνώμονα την ορθότητα της απόφασης κατά την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια που περιορίζουν την ευχέρεια επέμβασης σε δυο μόνο περιπτώσεις: (α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκησή της εξωγενείς παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο». Η κατάσταση πραγμάτων ως έχει εκτεθεί είναι τέτοια, ώστε δεν υπάρχει κανένα υπόβαθρο, ούτε και κάποιο άλλο περιθώριο, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, ως είναι η εισήγηση τους, για την απόρριψη της αίτησης. Αντίθετα, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, αποκλίνει θετικά υπέρ της απόρριψης της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1, λόγω έλλειψης προώθησής της. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται, ως η υπ' αριθμό 4 αιτούμενη θεραπεία. Συνεπακόλουθα, το εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 εκτοπίζεται και ακυρώνεται, ως η υπ' αριθμό 1 αιτούμενη θεραπεία. Η απόρριψη της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1, αναπόφευκτα οδηγεί και στην απόρριψη της αίτησης των εναγόντων ημερ.5.4.19. Τίθεται το ερώτημα εκ μέρους του κ. Μακρίδη για τους εναγόμενους 1 - αιτητές, αν η αγωγή απορριφθεί και το εκδοθέν διάταγμα ακυρωθεί, τι μέλλει γενέσθαι με τα χρησιμοποιηθέντα, εκ μέρους των εναγόντων έγγραφα, τα οποία οι εναγόμενοι 1 αποκάλυψαν στα πλαίσια συμμόρφωσης τους με το διάταγμα. Πρόκειται για τα υπ' αριθμό 2 και 3 αιτητικά της αίτησης. Παρέπεμψε προς τούτο για σκοπούς καθοδήγησης, με την έννοια της πειστικής αξίας, στην υπόθεση υπ' αριθμό 2103/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Stepanek κ.ά ν. Elizwood Trading Ltd κ.ά, ημερ.7.2.12, υπό Τ.Θ. Οικονόμου Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, Q.C 6η έκδοση, υπό τον τίτλο «Ordering the return of documents when an order for compulsory disclosure is aside inter partes or on appeal», σελ.633 και 634, το οποίο κατά την κρίση του δικαστηρίου τυγχάνει εφαρμογής και σε ανάλογα διατάγματα Norwich Pharmacal, ως είναι η κρινόμενη περίπτωση, αναφέρονται τα εξής: «What is the position when a search order or an order for almost immediate compulsory disclosure is set aside inter partes or on appeal! The position appears to be as follows. «
(7)A defendant whose documents have been seized by the other party under a court order which has been set aside can get them back from that other party based on: (
  1. a)his own title to the documents; or (
  2. b)the jurisdiction of the court to put that party into the position as if the order had not been made. That is a restorative jurisdiction which gives rise to substantive legal rights as a result of the judgment or order being set aside». Εξηγείται στη συνέχεια - σελ.635 υπό στοιχείο 9 - ότι εκ πρώτης όψεως, στην πράξη, η ακύρωση ενός διατάγματος Anton Pillar, παρέχει το δικαίωμα στον εναγόμενο να πάρει πίσω τα διάφορα έγγραφα. Στην περίπτωση που τα διάφορα έγγραφα που παραδόθηκαν, σε κάθε περίπτωση, θα αποτελέσουν αντικείμενο αποκάλυψης στην αγωγή, ή ήδη έχουν αποκαλυφθεί, τότε προς αποφυγή εξόδων και ταλαιπωρίας, είναι λογικό να μην διαταχθεί η επιστροφή τους. Παρεμβάλλεται εδώ, σύμφωνα με την αναντίλεκτη και παραδεκτή εκ μέρους των εναγόντων θέση του ομνύοντος για τους αιτητές - δες παραγράφους 15 - 21 της ένορκης δήλωσης αιτητών και αντίστοιχη παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως των εναγόντων - ότι οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπ' αριθμό XXXXX/17 αγωγή εναντίον της εναγομένης 1, αντίγραφα δε των σχετικών δικογράφων επισυνάπτονται ως τεκμ.2 -8, στην ένορκη δήλωση των αιτητών. Οι ενάγοντες, ως λέχθηκε, την 5.4.19, υπέβαλαν αίτηση επιζητώντας διάταγμα με το οποίο να τους επιτρέπεται η χρήση των αποκαλυφθέντων δυνάμει του διατάγματος εγγράφων, στα πλαίσια της πιο πάνω υπ' αριθμό XXXXX/17 αγωγής. Η ακρόαση της αίτησης εκκρεμούσε και πρόκειται για την αίτηση που έχει ήδη απορριφθεί. Ο κ. Μακρίδης παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα αποσπάσματα και παραπομπές σε αποφάσεις από την πιο πάνω υπόθεση Stepanek, διαφωτιστικές ως προς την υποχρέωση του διαδίκου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα αποκάλυψης. Στην υπόθεση Riddick v. Thames Board Mills Ltd [1977] 3 All ER 677, 687 στην οποία αναφέρθησαν τα εξής: «A party who seeks discovery of documents gets it on condition that he will make use of them only for the purposes of that action, and no other purpose. To use a document produced for inspection for a collateral or ulterior purpose is a misuse against which the court will proceed for contempt or by injunction.» Επίσης, παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cobra Golf Inc. and another v. Rata and others [ Ch. 1996 C. No. 2602] - [1998] Ch. 109: «A party to litigation gives an implied undertaking that he will not use the material disclosed by his opponent on discovery otherwise than for the proper purposes of the action in which the discovery is given. The giving of discovery in litigation is regarded as an essential element in the doing of the fullest justice, but it does involve an invasion of the parties' right to privacy in respect of their documents and the undertaking is in a sense given as the price for such invasion. It is intended to limit the invasion to the extent necessary to deal justly with the particular case, and it is also regarded as assisting in discouraging litigants from any inclination to give less than full and frank discovery. ...» Τέλος, παραπέμπει στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας στην υπόθεση Hearne v Street
(2008)235 CLR 125, όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα: «where one party to litigation is compelled, either by reason of a rule of court, or by reason of a specific order of the court, or otherwise to disclose documents or information, the party obtaining the disclosure cannot, without leave of the court, use it for any purpose other than that for which it is given unless it is received into evidence.» Αποτελεί παραδεκτό δεδομένο ότι οι ενάγοντες έκαμαν χρήση των εγγράφων, δια της καταχώρισης της πιο πάνω αγωγής εναντίον της εναγομένης
  1. Βέβαια το ζητούμενο εδώ δεν είναι αυτό. Ούτε και οι παράπλευρες συνέπειες που προκύπτουν από αυτό, αναφορικά με το τι έγινε στο παρελθόν. Το ερώτημα που εγείρεται είναι, εν όψει της απόρριψης της αγωγής και της ακύρωσης του ενδιαμέσου διατάγματος, τι γίνεται με τα αποκαλυφθέντα έγγραφα, στη βάση των αιτούμενων θεραπειών 2 και
  2. Από τις πιο πάνω αποφάσεις και συγγράμματα σκιαγραφείται το σκηνικό, και αποτελεί χρήσιμο βοήθημα ως προς το τελικό ζητούμενο. Εξάγεται ότι η χρήση των αποκαλυφθέντων εγγράφων, εν όψει της απόρριψης της αγωγής και της ακύρωσης του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος, αφαιρεί πλέον, την ούτως ή άλλως υφιστάμενη και εξυπακουόμενη υποχρέωση της μη χρήσης των εγγράφων για άλλο σκοπό, κάθε νόμιμο υπόστρωμα για την κατοχή και χρήση τους από τους ενάγοντες. Η απόρριψη ομοίως της αγωγής, εκ των πραγμάτων δεν εγείρει ζήτημα αποκάλυψης των εγγράφων στα πλαίσια της αγωγής σε μελλοντικό στάδιο. Και αυτό, καθ' όσον αφορά τους εναγομένους
  3. Ως εκ τούτου και σε σχέση με τις υπ' αριθμό 2 και 3 αιτούμενες θεραπείες, εκδίδονται ανάλογα διατάγματα. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, ήτοι προς όφελος των αιτητών - εναγομένων 1 και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων. Τόσο τα έξοδα της αγωγής, όσο και της παρούσας αίτησης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Αναφορικά με την απορριφθείσα, λόγω του αποτελέσματος αίτηση ημερ.5.4.19, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.