ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. FBME BANK LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 1986/2012, 29/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1986/2012 ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αιτητή Και
- FBME BANK LTD
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26/1/18 για Διορισμό Παραλήπτη Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/Γενικό Εισαγγελέα: κα Ε. Ρωσσίδου-Παπακυριακού, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Μ. Κυρμίζη-Αντωνίου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1: Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Ειδικό Διαχειριστή της FBME Bank Ltd (Υποκατάστημα Κύπρου): Δρ. Π. Ν. Κούρτελλος και κα Ε. Πεύκου για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Κεντρική Τράπεζα Κύπρου: κα Μ. Φράγκου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει ως Παραλήπτη των πιο κάτω χρηματικών ποσών που έχουν δεσμευτεί με το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23/11/2012 και αριθμό αίτησης 1986/2012 τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχο του τα χρηματικά ποσά τα οποία βρίσκονται στον πιο κάτω λογαριασμό που τηρείται στην Καθ' ης η Αίτηση 1 FBME Bank Ltd.: Ποσό USD1,006,848 που έχει δεσμευτεί στον λογαριασμό της εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD με αριθμό 401201 USD στην FBME BANK LTD και επιπλέον ποσά €45.508 και €85.918 τα οποία μεταφέρθηκαν στον πιο πάνω λογαριασμό από τις χρεωστικές κάρτες που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD με αρ. XXXXX5104 και 5XXXXX7102 και οι οποίες τώρα είναι κλειστές. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον εν λόγω Παραλήπτη να θέσει υπό τον έλεγχο του τa πιο πάνω χρηματικά ποσά τα οποία να μεταφερθούν ως η παράγραφος (δ) πιο κάτω, στο Γενικό Κυβερνητικό λογαριασμό στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αρ. IBAN XXXXX1010 και swift code XXXXXNACC, για σκοπούς φύλαξης με στόχο την μελλοντική δήμευση σε περίπτωση έκδοσης Διατάγματος Δήμευσης ή απόδοσης του πίσω στους νόμιμους δικαιούχους του λογαριασμού σε περίπτωση αποδέσμευσης. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο τα πιο πάνω ποσά μη επιβαρυνθούν με οποιεσδήποτε χρεώσεις ή επιβαρυντικά επιτόκια κατά τη διάρκεια της κατάθεσης τους στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό και οποιεσδήποτε συναλλαγματικές διαφορές υποστούν τα εν λόγω ποσά μη επιβαρύνουν την Κυπριακή Δημοκρατία. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Ειδικό Διαχειριστή του υποκαταστήματος της Καθ΄ ης η Αίτηση 2, να μεταφέρει σε ευρώ με τραπεζικό έμβασμα, τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο (α) πιο πάνω, στον Γενικό Κυβερνητικό λογαριασμό που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πιο πάνω. (ε) Τη γνωστοποίηση του Διατάγματος αυτού στον Ειδικό Διαχειριστή του Υποκαταστήματος της FBME BANK LTD και στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της επηρεαζόμενης εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD (103 Sham Peng Tong Plaza, Victoria, Mahe, Seychelles) με συστημένη ταχυδρομική επιστολή ή στον πραγματικό της ιδιοκτήτη Emade Echadi μέσω των αρμοδίων Ολλανδικών Αρχών. Νομική Βάση Η Αίτηση αυτή βασίζεται στα άρθρα 43ΙΑ
(1), 43ΙΣΤ
(1), 14
(7)και
(8), 23, 72, 72A των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων 2007-2016, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 2, στην Απόφαση - Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22 Ιουλίου 2003 σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη συγκάλυψη, έρευνα, κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος (Κυρ. Ν. 18(ΙΙΙ)/95)άρθρο 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηξενοφώντος, μέλους της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (Μ.Ο.Κ.Α.Σ) στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 23/11/2012 μετά από Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Αίτηση με αριθμό 1986/2012, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Απόφαση για την εγγραφή και εκτέλεση του Διατάγματος Δέσμευσης ημερ. 11/9/2012 που εκδόθηκε από τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Ολλανδίας αναφορικά με: (
- i)τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται στους λογαριασμούς των χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD (Λευκωσία) με αριθμούς XXXXX5104 και XXXXX7102 (
- ii)του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD με αριθμό 401201USD στην FBME BANK LTD και (iii) του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD με αριθμό XXXXX9573 στην πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. · Τα ποσά που βρίσκονταν στους λογαριασμούς των χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD με αριθμούς XXXXX5104 και XXXXX7102 ύψους €45.508 και €85.918 μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της NEOTEX ADVANCED LTD με αρ. 401201USD και οι χρεωστικές κάρτες έκλεισαν. · Η εταιρεία NEOTEX ADVANCED LTD συστάθηκε στις 15/7/2011 στις Σεϋχέλλες με αρ. εγγραφής 093858. Πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο Emade Echadi. · Σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή Εξυγίανσης εξέδωσε στις 21/7/2014 Διάταγμα δυνάμει των εξουσιών που της παρέχονται από το Άρθρο 2Α των Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμων του 2013 έως 2014 με το οποίο έθεσε υπό καθεστώς εξυγίανσης το υποκατάστημα της FBME BANK LTD στην Κύπρο. Επίσης, η Κεντρική Τράπεζα ανέστειλε την άδεια λειτουργίας της FBME BANK LTD στην Κύπρο στις 21/12/2015. · Ειδικός Διαχειριστής του Υποκαταστήματος της FBME BANK LTD έχει διοριστεί και είναι σήμερα ο XXXXX Ιακωβίδης. · Ενόψει των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και του ότι τα πιο πάνω ποσά που αποτελούν το αντικείμενο του Διατάγματος Δέσμευσης στην Αίτηση με αρ. 1986/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας εξακολουθούν να παραμένουν δεσμευμένα στους λογαριασμούς που τηρούνται στην FBME BANK LTD, η Μ.Ο.Κ.Α.Σ επανειλημμένα με επιστολές της προς την Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας ζήτησε όπως ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των δεσμευμένων ποσών όπως απαιτείται από το Δικαστικό Διάταγμα Δέσμευσης και τους σχετικούς Νόμους και όπως τα ποσά αυτά διαφυλαχθούν στο σύνολό τους, ανεξάρτητα εάν τελικά αποδεσμευτούν προς όφελος των δικαιούχων των λογαριασμών ή δημευθούν. Καμία απάντηση δεν λήφθηκε από την Κεντρική Τράπεζα. Παρόμοια επιστολή στάληκε και στον Ειδικό Διαχειριστή της FBME BANK LTD. · Ενόψει του ότι το Υποκατάστημα της FBME BANK LTD στο οποίο τηρούνται οι δεσμευμένοι λογαριασμοί βρίσκεται ακόμη υπό καθεστώς εξυγίανσης με άγνωστη κατάληξη όσον αφορά τη μελλοντική του πορεία έτσι ώστε ενδεχομένως να καθίσταται μη ασφαλής η τήρηση των πιο πάνω δεσμευμένων ποσών προς συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου και τις πρόνοιες του Νόμου ο Αιτητής αιτείται για σκοπούς διασφάλισης των δεσμευμένων ποσών τον διορισμό του Γενικού Εισαγγελέα ως Παραλήπτη, ο οποίος να πάρει στην κατοχή του και υπό τη φύλαξή του τα εν λόγω ποσά. · Η λήψη του πιο πάνω μέτρου διαχείρισης των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων είναι αναγκαία, ορθή και δίκαια προς διασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας που αφορά τη διαδικασία που προβλέπεται σε σχέση με δέσμευση και δήμευση περιουσιακών στοιχείων και για να μην υπάρξει κίνδυνος απώλειας ή επηρεασμού των πιο πάνω δεσμευμένων με δικαστικό διάταγμα χρηματικό ποσό. Ένσταση Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στην οποία ο βασικός λόγος που εξειδικεύεται στους λόγους ένστασης είναι ότι το Αιτητικό (δ) της Αίτησης είναι παράτυπο και/ή λανθασμένο εφόσον ο Ειδικός Διαχειριστής έχει διοριστεί από την Αρχή Εξυγίανσης στο Υποκατάστημα της Καθ' ης η Αίτηση 1 και όχι στην Καθ' ης η Αίτηση 1 η οποία βρίσκεται σε εκκαθάριση και ότι ο Ειδικός Διαχειριστής του Υποκαταστήματος δεν νομιμοποιείται να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθότι δεν την εκπροσωπεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Τυχόν έγκριση της Αίτησης και έκδοση του Διατάγματος υπό στοιχείο (δ) θεωρείται, κατά την Καθ' ης η Αίτηση 1, ως παρέμβαση του Ειδικού Διαχειριστή του Υποκαταστήματος στη διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1 και στις εξουσίες των Εκκαθαριστών της. Ένορκη δήλωση Π. Κατσαπρόκκη Η Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Κατσαπρόκκη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Deposit Insurance Board της Ηνωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (εφεξής Εκκαθαριστές) που είχαν διοριστεί βάση του Δικαίου της Τανζανίας από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας ως Εκκαθαριστές της Καθ' ης η Αίτηση 1. Στην Ένορκη δήλωση του Π. Κατσαπρόκκη που συνοδεύει την Ένσταση γίνεται αναφορά στα γεγονότα που αφορούν: · Στο ότι μέχρι τις 10/5/17 η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας να εκτελεί τραπεζικές δραστηριότητες. · Στο ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατείχε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου να λειτουργεί Υποκατάστημα στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών. · Στην έκδοση Ειδοποίησης ημερ. 17/7/14 από την Υπηρεσία Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ (FinCEN) με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση 1 ονομάζετο «πιστωτικό ίδρυμα πρωτίστης ανησυχίας για ξέπλυμα χρήματος». · Στην Απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης να θέσει το Υποκατάστημα υπό εξυγίανση δημοσιεύοντας για τον σκοπό αυτό το περί της Πώλησης Εργασιών του Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd Διάταγμα του 2014 (εφεξής ΚΔΠ 356/14) και στον διορισμό Ειδικού Διαχειριστή. · Στην αναστολή του μέτρου εξυγίανσης στις 15/10/15 που αφορούσε την πώληση των εργασιών του Υποκαταστήματος. · Στην ανάκληση της άδειας της Καθ' ης η Αίτηση 1 να λειτουργεί Υποκατάστημα στην Κύπρο στις 21/12/15. · Στην καταχώρηση στις 22/12/15 από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και την Αρχή Εξυγίανσης της Αίτησης Εκκαθάρισης 905/15 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία επιζητείτο η ειδική εκκαθάριση της FBME η οποία απερρίφθη κατόπιν ακροάσεως στις 10/5/17. · Στη διακοπή όλων των τραπεζικών εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση 1 από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας στις 5/5/17, στην ανάκληση της άδειας της θέτοντάς την υπό εκκαθάριση και διορίζοντας ως Εκκαθαριστές το Deposit Insurance Board. Βασικά, εκείνο που προβάλλεται είναι ότι ο Ειδικός Διαχειριστής ουδέποτε κατείχε οποιαδήποτε εξουσία ώστε να ενεργεί εκ μέρους της FBME Bank Ltd και να την αντιπροσωπεύει σε οποιαδήποτε διαδικασία, είτε να διαχειρίζεται ή να μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην Τράπεζα και ειδικότερα κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης εφόσον η FBME έχει τεθεί σε εκκαθάριση στη χώρα σύστασης της από τις 10/5/17 και ενόψει του ότι όλες οι εξουσίες και δικαιώματα έχουν περιέλθει στους Εκκαθαριστές της FBME. Επιπλέον, προβάλλεται ότι οι μόνοι που θα μπορούσαν να διαταχθούν από το Δικαστήριο να προβούν σε οποιαδήποτε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας είναι οι Εκκαθαριστές αφού αυτοί έχουν την εξουσία να ενεργούν εκ μέρους της FBME. Τέλος, αναφέρεται ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης με το αιτητικό (δ) θα συνιστούσε παράνομη και αδικαιολόγητη παρέμβαση στις εργασίες και στον σκοπό διορισμού των Εκκαθαριστών. Ένσταση από μέρους του Ειδικού Διαχειριστή - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τον Ειδικό Διαχειριστή της FBME BANK LTD (Υποκατάστημα Κύπρου) Χρ. Ιακωβίδη, στην οποία οι βασικοί λόγοι Ένστασης που εξειδικεύονται είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: · Οι σκοπούμενες θεραπείες στερούνται νομικού περιεχομένου. · Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή καταχρηστική. · Το δικαιοδοτικό βάθρο επί του οποίου ερείδεται η Αίτηση δεν τυγχάνει εφαρμογής και/ή η Αίτηση τελεί σε σύγκρουση και/ή αντίθεση με τον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων 1997 ως 2015 και/ή την οικεία ημεδαπή νομοθεσία και/ή νομολογία. · Οι αιτούμενες θεραπείες συγκρούονται με το καθεστώς ειδικής διαχείρισης του Υποκαταστήματος της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην ημεδαπή και με τις εξουσίες και/ή τα καθήκοντα του Ειδικού Διαχειριστή. · Ουδέν χρηματικό ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο και/ή δεσμευμένο στον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης και/ή επηρεαζόμενης εταιρείας (Neotex Advanced Ltd) κατά τον τρόπο που περιγράφει και/ή δικογραφεί ο Αιτητής το αντικείμενο της Αίτησης, τουναντίον ο επίδικος λογαριασμός αφορά και/ή αποτυπώνει ορισμένο πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο οφείλεται κατά το σύνηθες πλαίσιο παροχής τραπεζικών υπηρεσιών στο πλαίσιο σύμβασης κατάθεσης μετά της αναφερόμενης εταιρείας. · Ουδέν απολύτως χρηματικό ποσό τελεί κεχωρισμένο (not segregated) στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό και/ή ουδέν συγκεκριμένο ποσό χρημάτων είναι επιδεκτικό δικαιώματος ιδιοκτησίας στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό ώστε δεν είναι δυνατή η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. · Η Αίτηση δέον απορριφθεί καθώς εκείνο που τελεί υπό δέσμευση σε ενεστώτα χρόνο είναι το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού της Κατηγορούμενης και/ή επηρεαζόμενης εταιρείας και όχι ρευστοποιήσιμη περιουσία αυτής κατά τον τρόπο που ορίζεται στον Νόμο. · Η Αίτηση δεν αφορά σε ρευστοποιήσιμη περιουσία αλλά ορισμένη χρηματική οφειλή προς την επηρεαζόμενη εταιρεία σε συγκεκριμένο χρόνο, η οποία οφειλή μάλιστα ως μη αποτελούσης ρευστοποιήσιμης περιουσίας και/ή ρευστοποιήσιμης κατά τον ενεστώτα χρόνο δεν εκπίπτει των μέτρων εξυγίανσης και/ή του καθεστώτος ειδικής διαχείρισης του Υποκαταστήματος της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Κύπρο. · Η Αίτηση ουδόλως λαμβάνει υπόψην το καθεστώς εξυγίανσης. · Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. · Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα να προβεί στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων καθ' ότι αυτά θα τελούν σε αντίθεση με την ενάσκηση των εξουσιών που απονέμονται δυνάμει ειδικού νόμου στον Ειδικό Διαχειριστή, τοιαύτες δε θεραπείες θα συνεπάγονται την παράβαση και/ή παράκαμψη των αποτελεσμάτων της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών. · Η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της FBME BANK LTD (Cyprus Branch). Ένορκη δήλωση Σ. Χρίστου Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Σ. Χρίστου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Ειδικού Διαχειριστή της FBME BANK LTD (Υποκατάστημα Κύπρου). Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Ο Ειδικός Διαχειριστής έχει διοριστεί δυνάμει της Πράξης Διορισμού του, ημερ. 11/1/2016, της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (εφεξής η ΚΤΚ) υπό την ιδιότητά της ως της Αρχής Εξυγίανσης και δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας που αφορά στην Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τεκμήριο 2). · Η FBME είναι εταιρεία συσταθείσα στην Τανζανία η οποία διατηρούσε εγγεγραμμένο Υποκατάστημα («branch») στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 με αριθμό εγγραφής ΑΕ1830 (εφεξής το Υποκατάστημα). Το Υποκατάστημα ενεγράφη στην Κύπρο στις 17/11/2003 υπό την ονομασία "Federal Bank of the Middle East Limited". Στις 20/9/2015 το όνομα του Υποκαταστήματος άλλαξε σε "FBME Bank Limited". · Χώρα σύστασης της FBME BANK LTD (εφεξής η FBME) είναι η Τανζανία ενώ εγγεγραμμένη διεύθυνση του Υποκαταστήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία ευρίσκεται στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, Αριθμός 90, Κτήριο J&P, 1391, Λευκωσία, ενώ διατηρούσε παράρτημα και στη Λεμεσό. · Το Υποκατάστημα (μαζί με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και τις εργασίες του) υπάγεται στη ρύθμιση και εποπτεία της ΚΤΚ, και λειτουργούσε δυνάμει της άδειας διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών που χορηγήθηκε στην FBME, ως αυτή τροποποιείτο, με την τελευταία τροποποίηση της την 1η Ιανουαρίου 2008. Η FBME δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν. 17(Ι)/2013(ως έχει αντικατασταθεί από τον Νόμο που Ρυθμίζει την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών και Συναφή Θέματα, Ν. 22(Ι)/2016)τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης μέσω του Διατάγματος 356/2014 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών και έτσι εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Η ΚΤΚ ως Αρχή Εξυγίανσης είχε διορίσει από τις 21/7/2014, Ειδικό Διαχειριστή της FBME για διευκόλυνση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ο Ε.Δ. ασκεί τις αρμοδιότητες και εξουσίες που ορίζονται στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο. Σε πρώτο χρόνο ως Ε.Δ. είχε διοριστεί ο κ. XXXXX Χριστοφίδης ο οποίος σε δεύτερο χρόνο αντικαταστάθηκε από τον κ. XXXXX Aνδρονίκου του οποίου ο διορισμός έληξε στις 31/12/2015 για να αντικατασταθεί από τον Χριστάκη Ιακωβίδη περί τις 11/1/2016 ο οποίος κατέχει τη θέση του Ε.Δ. μέχρι και σήμερα κατόπιν συνεχόμενων ανανεώσεων του διορισμού του. · Στις 15/10/2015 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης που αφορούσε στην πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος στην Κύπρο και να εισηγηθεί την ανάκληση της άδειας που δόθηκε στην FBME για διεξαγωγή τραπεζικών υπηρεσιών εντός δικαιοδοσίας μέσω του Υποκαταστήματος στην Κύπρο. Στις 21/12/2015 η εν λόγω άδεια ανακλήθηκε και έκτοτε ουδεμία τραπεζικής φύσης εργασία προσφέρεται από το Υποκατάστημα. · Περαιτέρω στις 22/12/2015 η ΚΤΚ και/ή η Αρχή Εξυγίανσης είχαν καταχωρήσει την υπ' Αρ. XXXXX/2015 Αίτηση δια της οποίας ζητείτο η έκδοση διατάγματος Ειδικής Εκκαθάρισης της FBME και ο διορισμός Ειδικού Εκκαθαριστή. Κατόπιν ακροάσεως, η εν λόγω Αίτηση απορρίφθηκε στις 10/5/2017. Εναντίον της απόφασης αυτής έχει καταχωρηθεί Έφεση υπ' αρ. 168/2017 ως και Αντεφέσεις, Απόφαση κατ' έφεσιν έχει επιφυλαχθεί στις 29/3/2018. Αντίγραφο της Απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 10/5/2017 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5. · Περί τις 9/4/2016 η ΚΤΚ προχώρησε σε δημοσίευση διά της οποίας ανακοινωνόταν η Ενεργοποίηση της Διαδικασίας Καταβολής Αποζημίωσης από το Ταμείο Εγγύησης Καταθετών Τραπεζών για καταθέσεις που τηρούνται στην FBME Bank Ltd- Cyprus Brach βάσει των διατάξεων του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016 («ο Νόμος»), ιδίως των άρθρων 4(α)(
- i)και 10
(1)(α) του Νόμου, και τις διατάξεις των περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2016 όπως έχουν τροποποιηθεί. Διά της εν λόγω ανακοίνωσης γνωστοποιήθηκε ότι θα καταβαλλόταν αποζημίωση στους καταθέτες της FBME Bank Ltd - Cyprus Branch σε σχέση με όσες καταθέσεις τους στη FBME Bank Ltd - Cyprus Branch Σύστημα Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων που έχει συσταθεί δια του Νόμου. Αντίγραφο της εν λόγω ανακοίνωσης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- · Περί τις 5/5/2017, λίγες μέρες προ της εκδόσεως απόφασης στην Αίτηση για Ειδική Εκκαθάριση της FBME, η ΚTT ανακάλεσε την άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών της FBME και η Τράπεζα με απόφαση της ΚΤΤ ετέθη σε διαδικασία εκκαθάρισης. Ως εκ τούτου η ΚΤΤ προχώρησε στον διορισμό περί τις 8/5/2017 του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων της Ηνωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (DIB), ως «Εκκαθαριστή» της FBME. · Έχουν προωθηθεί από αριθμό πιστωτών/καταθετών στην ημεδαπή δικαστικές διαδικασίες σχετικές με τα γεγονότα που σχετίζονται με το υπόβαθρο και της παρούσας διαδικασίας, ήτοι το καθεστώς εξυγίανσης κι έχει στο μεταξύ εκδοθεί αριθμός ενδιάμεσων ή τελικών δικαστικών αποφάσεων. Συγκεκριμένα εκκρεμούν τόσο αγωγές ενώπιων των Επαρχιακών Δικαστηρίων από πιστωτές/καταθέτες, όσο και Προσφυγές εναντίον των αποφάσεων της Αρχής Εξυγίανσης και της ΚΤΚ εκ μέρους της FBME. Αριθμός ενδιάμεσων αποφάσεων έχουν στο μεταξύ εκδοθεί από τα ημεδαπά Δικαστήρια. Ένορκη δήλωση Κ. Αλεξάνδρου Στην Ένσταση κατεχωρήθη ένορκη δήλωση και από τον Ειδικό Διαχειριστή Κ. Αλεξάνδρου ο οποίος αντικατέστησε τον Χρ. Ιακωβίδη στις 9/11/2018 με την οποία υιοθετήθηκε το σύνολο των λόγων Ένστασης καθώς και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 17/5/18 της Σ. Χρίστου. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Σ. Χρίστου Στην Ένσταση κατεχωρήθη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Σ. Χρίστου στην οποία 3 αναφέρθηκε στην Αίτηση Εκκαθάρισης 123/19 που κατεχωρήθη στο Ε.Δ. Λευκωσίας στις 19/2/19 από την ΚΤΚ με την οποία αξιώνεται η Εκκαθάριση τ ου Υποκαταστήματος της FBME BANK LTD στην Κύπρο. Η ομνύουσα εκφράζει την πεποίθηση, τόσο ένεκα επαγγελματικής ιδιότητας καθώς και στη βάση πληροφόρησης από συναδέλφους που χειρίζονται την εν λόγω Αίτηση, ότι η καταχώρηση της Αίτησης Εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος και η έγκρισή της θα συνεπάγεται όπως η εκκαθάριση του Υποκαταστήματος πραγματοποιηθεί και τεθεί κάτω από την εποπτεία και τον έλεγχο του Κυπριακού Δικαστηρίου και σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, οπότε υπό τούτων και εντός της Κυπριακής δικαιοδοσίας θα τελούν και θα παραμείνουν τα περιουσιακά στοιχεία του Υποκαταστήματος, σε παρόντα χρόνο τελούν υπό το θεσμικό έλεγχο και προστασία του Ειδικού Διαχειριστή και κατ' επέκταση το ενεργητικό θα διανεμηθεί σε καταθέτες και πιστωτές σύμφωνα με την οικεία ημεδαπή νομοθεσία. Επιπλέον η Σ. Χρίστου αναφέρει ότι στις 22/2/19 η ΚΤΚ στο πλαίσιο της Αίτησης αναγνώρισης υπ' αρ. XXXXX/17 ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας, καταχώρισε Αίτηση για αναστολή της εκδίκασης της Αίτησης αναγνώρισης και/ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας στο πλαίσιο αυτής, μέχρι της εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος και/ή μέχρι της έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος και/ή μέχρι την εκδίκαση απόφασης σε τυχόν Έφεση επί τελεσίδικης απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης. Διαζευκτικά με το πιο πάνω διάταγμα αξιώνεται η έκδοση διατάγματος για τη συνένωση της Αίτησης Εκκαθάρισης του υποκαταστήματος μαζί με την Αίτηση Αναγνώρισης. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Κατά το στάδιο της Ακρόασης τόσο η πλευρά του Αιτητή όσο και η πλευρά του Ειδικού Διαχειριστή προώθησαν με πλήρως εμπεριστατωμένο και βοηθητικό για το Δικαστήριο τρόπο τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 δήλωσε εξ αρχής ότι άνευ βλάβης της θέσης κατά πόσο ο Ειδικός Διαχειριστής εντέλλεται να εκπροσωπεί το Υποκατάστημα στην Κύπρο, πράγμα το οποίο, όπως ανέφερε, αποτελεί αντικείμενο άλλης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 δεν είχε ένσταση στην έκδοση των Διαταγμάτων τα οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει ο Αιτητής. Όσον αφορά την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, εκ μέρους της κατεχωρήθη στον φάκελο της υπόθεσης σχετικό σημείωμα το οποίο υιοθέτησε η κα Φράγκου ενώπιον του Δικαστηρίου και στο οποίο σημείωμα υποστηρίχτηκε βασικά η θέση ότι η κατάθεση στους επίδικους λογαριασμούς δεν αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία εντός της έννοιας του Άρθρου 13 του Νόμου. Εξέταση Αίτησης Στις 23/11/2012 μετά από Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Αίτηση με αριθμό 1986/2012, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Διάταγμα για την εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης Δέσμευσης ημερ. 11/9/2012, των αρμοδίων Δικαστικών Αρχών της Ολλανδίας αναφορικά με: i. τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται στους λογαριασμούς των χρεωστικών καρτών που εκδόθηκαν από την FBME BANK LTD (Λευκωσία) με αριθμούς XXXXX5104 και XXXXX7102 ii. του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD με αριθμό 401201USD στην FBME BANK LTD και iii. του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό της εταιρείας RANDIUS LTD με αριθμό XXXXX9573 στην πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Επισημαίνεται ότι της Αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση του Διατάγματος δέσμευσης ημερ. 11/9/2012 των Αρχών της Ολλανδίας είχε προηγηθεί επίσημο αίτημα από τις Ολλανδικές Αρχές οι οποίες διερευνούσαν ποινική υπόθεση για πιθανή διάπραξη αδικημάτων απάτης, κατάχρησης και νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων εντός του έτους 2012 κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα της Ολλανδίας[1]. Με βάση τα αναντίλεκτα στην παρούσα υπόθεση γεγονότα, η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 1 (FBME) είναι εταιρεία συσταθείσα στην Τανζανία η οποία διατηρούσε εγγεγραμμένο Υποκατάστημα («branch») στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 με αριθμό εγγραφής ΑΕ1830 (εφεξής το Υποκατάστημα). Το Υποκατάστημα ενεγράφη στην Κύπρο στις 17/11/2003 υπό την ονομασία "Federal Bank of the Middle East Limited". Στις 20/9/2015 το όνομα του Υποκαταστήματος άλλαξε σε "FBME Bank Limited". Χώρα σύστασης της FBME BANK LTD (εφεξής η FBME) είναι η Τανζανία ενώ εγγεγραμμένη διεύθυνση του Υποκαταστήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία ευρίσκεται στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, Αριθμός 90, Κτήριο J & P, 1391, Λευκωσία, ενώ διατηρούσε παράρτημα και στη Λεμεσό. Το Υποκατάστημα (μαζί με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και τις εργασίες του) υπάγεται στη ρύθμιση και εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (εφεξής ΚΤΚ), και λειτουργούσε δυνάμει της άδειας διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών που χορηγήθηκε στην FBME, ως αυτή τροποποιείτο, με την τελευταία τροποποίηση της την 1η Ιανουαρίου
- Η FBME τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν. 17(Ι)/2013(ως έχει αντικατασταθεί από τον Νόμο που Ρυθμίζει την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών και Συναφή Θέματα, Ν. 22(Ι)/2016)μέσω του Διατάγματος 356/2014 της ΚΤΚ , ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών και έτσι εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Η ΚΤΚ, ως Αρχή Εξυγίανσης, είχε διορίσει από τις 21/7/2014, Ειδικό Διαχειριστή της FBME για διευκόλυνση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Σε πρώτο χρόνο ως Ε.Δ. είχε διοριστεί ο XXXXX Χριστοφίδης ο οποίος σε δεύτερο χρόνο αντικαταστάθηκε από τον XXXXX Aνδρονίκου του οποίου ο διορισμός έληξε στις 31/12/2015 για να αντικατασταθεί από τον XXXXX Ιακωβίδη περί τις 11/1/2016 ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τον XXXXX Αλεξάνδρου στις 12/11/
- Στις 15/10/2015 η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης που αφορούσε στην πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος στην Κύπρο και να εισηγηθεί την ανάκληση της άδειας που δόθηκε στην FBME για διεξαγωγή τραπεζικών υπηρεσιών εντός δικαιοδοσίας μέσω του Υποκαταστήματος στην Κύπρο. Στις 21/12/2015 η εν λόγω άδεια ανακλήθηκε και έκτοτε ουδεμία τραπεζικής φύσης εργασία προσφέρεται από το Υποκατάστημα. Όπως προκύπτει, το επίδικο Διάταγμα αφορά Απόφαση Δέσμευσης ημερ. 11/9/12 που εκδόθηκε στην Ολλανδία η οποία ενεγράφη και εκτελέστηκε στην Κύπρο με βάση τις πρόνοιες του Μέρους IVA του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (Ν.188(Ι)/2007)ως έχει τροποποιηθεί. Όπως ορθά επισημάνθηκε από την κα Παπακυριακού, το Μέρος IVA εντάχθηκε στην εν λόγω Νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο 58(Ι)/2010, ούτως ώστε να εναρμονιστεί η ημεδαπή νομοθεσία με τις Αποφάσεις-Πλαΐσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2003/577/ΔΕΥ σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 2006/783/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 43Α «απόφαση δέσμευσης» σημαίνει κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης «περιουσιακών» στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο». Ο δε όρος «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνει «κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, υλικό ή άυλο, κινητό ή ακίνητο και νόμιμο τίτλο ή έγγραφο που αποδεικνύει τίτλο ή συμφέρον επ' αυτού, το οποίο περιουσιακό στοιχείο, σύμφωνα με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης: (α) αποτελεί προϊόν καθορισμένου αδικήματος ή ισοδυναμεί, εν όλω ή εν μέρει, με την αξία τέτοιου προϊόντος, ή (β) αποτελεί το μέσο ή το αντικείμενο του αδικήματος αυτού». Σύμφωνα με το Άρθρο 43ΙΑ Απόφαση Δέσμευσης που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 43Γ καθίσταται εκτελεστή ως εάν επρόκειτο για διάταγμα που εκδόθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Περαιτέρω στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 ο όρος «δέσμευση» σημαίνει προσωρινή απαγόρευση της μεταβίβασης, της καταστροφής, της διάθεσης ή της μετακίνησης περιουσίας ή την προσωρινή ανάληψη της φύλαξης ή του ελέγχου της περιουσίας. Όπως προέκυψε, μετά την επίδοση του εκδοθέντος Διατάγματος Δέσμευσης υπήρξε από πλευράς FBME συμμόρφωση σε αυτό. Όπως ορθά επισημαίνεται από την πλευρά του Αιτητή, σκοπός ενός διατάγματος δέσμευσης είναι η διατήρηση περιουσίας μέχρι την έκδοση διατάγματος δήμευσης και την συνεπακόλουθη ικανοποίηση της εκτέλεσης του ή μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας χωρίς την έκδοση διατάγματος δήμευσης σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης και τη συνεπακόλουθη επιστροφή της περιουσίας[2]. Για να μπορέσει δε να καταστεί δυνατή η μελλοντική δήμευση για τη συγκεκριμένη περιουσία - που είναι και ο σκοπός της δέσμευσής της - η περιουσία αυτή θα πρέπει να διαφυλαχθεί από οποιονδήποτε κίνδυνο καταστροφής. Σχετική είναι η ακόλουθη παραπομπή από το Σύγγραμμα Millinghton and Sutherland Williams on the Proceeds of Crime 3rd Ed.
(2009)στις παραγράφους 2.01 και 2.02 στη σελίδα 15: "An application for a restraint order to prevent the dissipation of assets is frequently the first step a prosecutor will take in the confiscation process. Restraint orders are most commonly sought shortly before or just after criminal proceedings have been commenced, but they can be sought at any stage prior to the conclusion of those proceedings.[..] Purpose of restraint orders Many months, or even years, may elapse between a criminal investigation getting underway and a defendant ultimately standing trial. The aims of the legislation would clearly be defeated if a defendant against whom a confiscation order may be made could deal freely with his assets while awaiting trial: he would be able to dispose of his property to ensure he was effectively 'judgment proof' by the time the trial takes place.[..]" Η αναγκαιότητα στην προκειμένη περίπτωση για την επιδίωξη έκδοσης διατάγματος διορισμού Παραλήπτη, σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε η πλευρά του Αιτητή, προέκυψε λόγω του ότι, κατά τον Αιτητή, οι προσπάθειες της Μ.Ο.Κ.Α.Σ να λάβει επιβεβαίωση από την ΚΤΚ ως Αρχή Εξυγίανσης για τη διαφύλαξη των δεσμευμένων ποσών απέβησαν άκαρπες. Ως επιπλέον λόγο επικαλείται την ανάγκη διατήρησης αυτών καθ' αυτών των χρηματικών ποσών και όχι τη λογιστική αποτύπωση τους στα βιβλία της Τράπεζας όπως είναι η θέση του Ειδικού Διαχειριστή. Προβάλλεται, τέλος, ότι το γεγονός και μόνο της καταχώρησης Ένστασης από μέρους του Ειδικού Διαχειριστή δείχνει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος και την ανάγκη τα ποσά να τεθούν υπό τη φύλαξη του παραλήπτη, δηλ. του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας[3]. Το Υποκατάστημα της FBME τελεί υπό καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει της ΚΔΠ 356/2014. Ο ρόλος αλλά και η νομική θέση του Ειδικού Διαχειριστή υπό εξυγίανση τραπεζικού ιδρύματος καθορίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 46 του Νόμου που Ρυθμίζει την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών και Συναφή Θέματα, Ν. 22(Ι)/2016. Σχετικές είναι, ανάμεσα σε άλλες, οι πιο κάτω πρόνοιες: «Διορισμός ειδικού διαχειριστή 46.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να διορίσει ειδικό διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού του και με την επιφύλαξη του σκοπού διορισμού του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(2)και των εξουσιών του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(3): (ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο οποίος προβλέπει το διορισμό προσώπου με τις ίδιες ή παρόμοιες εξουσίες και αρμοδιότητες ως ειδικός διαχειριστής, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της αρχής εξυγίανσης, χωρίς δε αυτή τη σύμφωνη γνώμη, η εφαρμογή τους είναι εξ αρχής άνευ εννόμου αποτελέσματος, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει ότι το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο έχει ή πρόκειται να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(2)(α) Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο με σκοπό την προώθηση των στόχων εξυγίανσης που προβλέπονται στο άρθρο 41 και την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σε υπό εξυγίανση ίδρυμα ή/και την επίβλεψη της εκκαθάρισης του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. (β) Εν ανάγκη, το καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο (α) υπερισχύει κάθε άλλου διοικητικού καθήκοντος σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος ή το κυπριακό δίκαιο, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους.
(3)(α) Για την επίτευξη του σκοπού διορισμού του, ο ειδικός διαχειριστής έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος και διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος τις οποίες ασκεί μόνον υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης. (β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), ο ειδικός διαχειριστής δύναται, σύμφωνα με τους όρους εντολής του, να απαιτεί ή να επιβάλλει όρους για οτιδήποτε από τα ακόλουθα: (viii) τη διατήρηση συγκεκριμένων επιπέδων προληπτικής ρευστότητας και ιδίων κεφαλαίων∙ (x) τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου ή ενέργειας ή την αποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών.» Στην υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται ο διορισμός του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Παραλήπτη της περιουσίας που είναι αντικείμενο του Διατάγματος Δέσμευσης στον οποίο να ανατεθούν συγκεκριμένες εξουσίες με βάση τα προβλεπόμενα στα εδάφια
(7)και
(8)του Άρθρου 14 του Νόμου. Στο εδάφιο
(7)του Άρθρου 14 του Ν.188(Ι)/2007 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «
(7)Το δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης να διορίσει παραλήπτη- (α) Για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχό του ρευστοποιήσιμη περιουσία˙ και (β) για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.»
(8)Το δικαστήριο δύναται κατά το διορισμό του παραλήπτη να επιβάλει τους όρους που κρίνει αναγκαίους και να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται περιουσία για την οποία έχει διορίσει o παραλήπτης να την παραδώσει σε αυτόν. Παρόμοιες πρόνοιες με αυτές των εδαφίων
(7)και
(8)του Άρθρου 14 εντοπίζονται και στην Αγγλική νομοθεσία και συγκεκριμένα στο Proceeds of Crime Act (POCA) 2002, Άρθρα 48 και 49 για διορισμό από το Δικαστήριο Παραλήπτη (Management Receiver). Η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα The Proceeds of Crime 3η Έκδοση, Millington and Sutherland Williams, Chapter 4: Management Receivers, στις σελίδες 61-62 στην οποία με έχει παραπέμψει η πλευρά του Αιτητή, είναι σχετική: "A restraint order, coupled with disclosure and repatriation provisions, will in most cases prove sufficient to preserve the value of realizable property pending the making and enforcement of a confiscation order. Banks will immediately freeze a defendant's accounts on being served with a copy of the order.[..] In some cases, however, a restraint order alone will not be an effective means of preserving the value of the defendant's assets pending the determination of the proceedings ..[..] in circumstances such as these, further measures need to be taken to manage and preserve the realizable property of the defendant while the restraint order remains in force. POCA (Proceeds of Crime Act) gives the Court the power, on the application of the prosecutor, to appoint a receiver to take possession of and manage the defendant's realizable property pending the conclusion of the proceedings. Receivers appointed for such purpose are referred to as management receivers to distinguish them from enforcement receivers who are appointed after a confiscation order has been made to realize the defendant's assets in satisfaction of the order." Είναι ορθή η επισήμανση από πλευράς του Αιτητή ότι τα εδάφια
(7)και
(8)του Άρθρου 14 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις απόφασης δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που έχει εγγραφεί με βάση το Μέρος IVA του Νόμου[4]. Στο Άρθρο 13 του Νόμου η έννοια της «ρευστοποιήσιμης περιουσίας» προσδιορίζεται ως εξής: «13.
(1)Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), "ρευστοποιήσιμη περιουσία" σημαίνει- (α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό˙ και (β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά της συγκεκριμένης αυτής περιουσίας ή περιουσία που έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας είτε αυτή βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε βρίσκεται στο εξωτερικό: Νοείται ότι, για σκοπούς της παραγράφου (β), η απαγορευμένη μεταβίβαση περιουσίας περιλαμβάνει το προϊόν του αδικήματος ή άλλη περιουσία η αξία της οποίας είναι ισοδύναμη με το προϊόν του αδικήματος.
(2)Στην έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση με βάση διάταγμα δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε σε ποινική υπόθεση.» Επισημαίνεται ότι για τους σκοπούς του Άρθρου 13 «κατηγορούμενος» περιλαμβάνει πρόσωπο για το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «περιουσία» σημαίνει περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, ακίνητη περιουσία, κινητή περιουσία η οποία περιλαμβάνει χρήματα, υλικά ή άυλα στοιχεία, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή πράξεις με οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσο τα κεφάλαια που βρίσκονται στο λογαριασμό της NEOTEX ADVANCED LTD στην FBME (Υποκατάστημα Κύπρου) αποτελούν περιουσία της Κατηγορούμενης εταιρείας και μάλιστα ρευστοποιήσιμη περιουσία ως αυτή προσδιορίζεται στο Άρθρο 13 του Νόμου για σκοπούς ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού Άρθρου 14 που αφορά σε διορισμό Παραλήπτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ 427: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα.» Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν είναι παρά αναπαραγωγή των αρχών του Αγγλικού Τραπεζικού Δικαίου όπως διαμορφώθηκαν κατά τον 18ο αιώνα. Σχετική είναι η υπόθεση Foley v. Hill 2 HLC 28
(1848)II House of Lords Cases Clark's 28 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: "Money, when paid into a bank, ceases altogether to be the money of the principal (see Parker v. Marchant , 1 Phillips 360); it is then the money of the banker, who is bound to return an equivalent by paying a similar sum to that deposited with him when he is asked for it. The money paid into the banker's, is money known by the principal to be placed there for the purpose of being under the control of the banker; it is then the banker's money; he is known to deal with it as his own; he makes what profit of it he can, which profit he retains to himself, paying back only the principal, according to the custom of bankers in some places, or the principal and a small rate of interest, according to the custom of bankers in other places. The money placed in the custody of a banker is, to all intents and purposes, the money of the banker, to do with it as he pleases; he is guilty of no breach of trust in employing it; he is not answerable to the principal if he puts it into jeopardy, if he engages in a hazardous speculation; he is not bound to keep it or deal with it as the property of his principal, but he is of course answerable for the amount, because he has contracted, having received that money, to repay to the [37] principal, when demanded, a sum equivalent to that paid into his hands". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Απόλυτα κατατοπιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Law Relating to Financial Services, 8η Έκδοση
(2015)υπό τον τίτλο «The debtor-creditor relationship and other implied terms» στη σελίδα 7: "Certain important matters flow from the principle that deposited money becomes the property of the bank. First, the bank is free to do what it likes with the money and is not bound to account to its customer for what it does with it. The customer does not own the money he has deposited, even in equity. He merely owns the right to be repaid the debt that the bank owes him. The bank is only liable to repay this money to the customer when he demands it. Unlike normal debtors, banks are not obliged to 'seek out their creditors'. Second if the bank fails to repay on the customer's demand, the customer ranks only as an unsecured creditor in any claim against an insolvent bank." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίσθηκε από τον Λόρδο Templeman στην υπόθεση Space Investments Ltd. v Canadian Imperial Bank of Commerce Trust Co. (Bahamas) Ltd. and Others [1986] 1 WLR 1072: "A customer who deposits money with a bank authorises the bank to use that money for the benefit of the bank in any manner the bank pleases. The customer does not acquire any interest in or charge over any asset of the bank or over all the assets of the bank. The deposit account is an acknowledgement and record by the bank of the amount from time to time deposited and withdrawn and of the interest earned. The customer acquires a chose in action, namely the right on request to payment by the bank of the whole or any part of the aggregate amount of principal and interest which has been credited or ought to be credited to the account. If the bank becomes insolvent the customer can only prove in the liquidation of the bank as unsecured creditor for the amount which was, or ought to have been, credited to the account at the date when the bank went into liquidation". Όπως δε τέθηκε από τον Δικαστή Mackinnon LJ στην υπόθεση Hirschhorn v. Evans Barclays Bank Ltd garnishee [1938] 3 All E R 491 στη σελ. 498: "There is, of course, never any question of property in the credit balance of a bank account. The relation of banker and customer is simply that of debtor and creditor .". Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Paget's Law of Banking 13η έκδοση σελ. 205: "When monies are paid into an account they are reckoned as belonging to the bank.". Σχετική είναι και η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS Specific Contracts, 38η έκδοση, 2008, Τόμος 2 στις σελ. 384-385: "The basic relationship of banker and customer, however, is established, as has been shown, by the opening of an account. When a banker opens an account for the customer the relationship established is one of a debtor and creditor. When the account is in credit, the customer is the creditor and the banker the debtor. Consequently, funds deposited by the customer become the bank's money; the customer acquires a debt or chose in action claimable from the bank". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρόμοιες αναφορές εντοπίζονται και στο Σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, στη σελίδα 120, ως ακολούθως: "Indeed, it is now well established that the property in the customer's money passes to the bank following its deposit and that money paid into a bank account belongs legally and beneficially to the bank and not to the account holder [.]". ....................................... "Accordingly, the essence of the banker-customer contract is the bank's right to use deposits for its own purposes and its undertaking to repay an amount equal to that deposited, with or without interest, either at call or at a fixed time [..]." ....................................... (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται ότι τα ποσά που κατατίθενται στο λογαριασμό που ένας πελάτης διατηρεί με την τράπεζα είναι λάθος να περιγραφούν ως τα μετρητά του. Πρόκειται για μία μη εξασφαλισμένη οφειλή. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, στη σελίδα 223 : "When an amount is paid into the customer's current account, be it by means of cash, a cheque payable to him, or a giro transfer, the sum in question is forthwith regarded as being lent by the customer to the bank. In this manner, the amounts paid to the credit of the customer's account are converted into debts owed to him by the bank. In reality, the indebtedness of the payor of the amount remitted is substituted with a debt incurred by the bank. This analysis is of importance in two respects. First, it is wrong to describe the amount standing to the customer's credit as his cash. It is an unsecured debt that, in the bank's insolvency, will rank as subordinate to preferential claims and to secured debts. The customer is thus in the position of a general creditor." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 216 αναφέρεται ότι η σχέση πιστωτή και οφειλέτη η οποία υφίσταται μεταξύ καταθέτη και Τράπεζας έχει τις ακόλουθες πρακτικές συνέπειες: i. Όταν η Τράπεζα τεθεί υπό εκκαθάριση ο καταθέτης δεν δύναται ούτε να επικαλεστεί οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα σε σχέση με το ποσό του πιστωτικού υπολοίπου της κατάθεσης του, ούτε να εισπράξει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Ως εκ τούτου οι καταθέτες θεωρούνται ως μη εξασφαλισμένοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έπονται εκείνων των προνομιούχων και εξασφαλισμένων πιστωτών. ii. Το πιστωτικό υπόλοιπο μιας κατάθεσης συνιστά συμβατική οφειλή της Τράπεζας έναντι του καταθέτη ενώ το ποσό της κατάθεσης, μετά την κατάθεση του, απορροφάται στο ενεργητικό της Τράπεζας και λογίζεται, πλέον, περιουσία της Τράπεζας. Ως εκ τούτου η Τράπεζα είναι ελεύθερη να χρησιμοποιεί τα λεφτά που έχουν κατατεθεί για τους δικούς της σκοπούς και συναλλαγές με τρόπο ώστε να επωφελείται και χωρίς να χρειάζεται να δίδει λογαριασμό στον καταθέτη για τα κέρδη που εξασφαλίζει. Παρατίθεται πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα το οποίο έχει ως εξής: "The main legal consequence of an economic conception that treats a bank as a reservoir of money is that the customer is deemed to have lent to the bank the amounts standing to the credit of his account. Three practical consequences flow from this analysis. First, where a bank becomes insolvent, a customer is neither entitled to assert any proprietary claim to the funds paid into his account nor to recover those funds in specie.28 Accordingly, customers are regarded as unsecured general creditors whose claims are subordinate to those of preferential and secured creditors.29 As a general creditor, the customer is only entitled to a dividend that is equivalent to a pro rata share of any surplus remaining after secured and preferential claims have been paid. Secondly, the balance due to the customer constitutes a mere chose in action giving the customer a debt claim against his bank for the sums deposited, whilst the property in the money itself passes to the bank. Accordingly the bank is free to use the deposited money for its own purposes and dealings and does not have to account to the customer for profits made with his particular deposits. The customer is only entitled to demand the return of a sum equivalent to his deposits, and an interest payable according to the terms governing the account.[..]" Όπως προκύπτει με βάση τις πιο πάνω αυθεντίες και συνοψίζοντας τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, το ποσό της όποιας κατάθεσης συνιστά, ως αποτέλεσμα και/ή επακόλουθο της κατάθεσης, στοιχείο περιουσίας του τραπεζικού/πιστωτικού ιδρύματος. Το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ενός καταθέτη αποτελεί απεικόνιση της οφειλής - χρέους της τράπεζας προς τον καταθέτη. Τα κεφάλαια της κατάθεσης απορροφούνται λοιπόν στο όλο ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος ως δικά του (του πιστωτικού ιδρύματος) πλέον περιουσιακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, η κατάθεση κάποιου προσώπου σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο αλλά συμβατική οφειλή της τράπεζας έναντι του καταθέτη. Ο καταθέτης δεν έχει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα αλλά δικαιώματα πιστωτή με αναφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του. Για να το θέσουμε διαφορετικά, το όποιο κεφάλαιο κατατίθεται από ένα πρόσωπο σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε πιστωτικό ίδρυμα απορροφάται στο όλο ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος ως δικό του πλέον περιουσιακό στοιχείο και το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης[5]. Εν ολίγοις, το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δεν αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο της ύποπτης και/ή Κατηγορούμενης εταιρείας NEOTEX ADVANCED LTD, ούτε συνιστά περιουσία της εν λόγω εταιρείας. Και τούτο γιατί η χρηματική οφειλή της τράπεζας έναντι του καταθέτη δεν ταυτίζεται με ιδιοκτησιακό δικαίωμα του καταθέτη με αποτέλεσμα το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού να μην αποτελεί ρευστοποιήσιμη περιουσία εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Η θέση της κας Παπακυριακού ότι το Διάταγμα Δέσμευσης δεσμεύει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε συγκεκριμένο λογαριασμό και ότι το Διάταγμα επενεργεί επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου "in rem" δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο[6]. Ούτε και η θέση ότι η δέσμευση, ως αποτέλεσμα του επίδικου Διατάγματος Δέσμευσης, είναι επί του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού και όχι «η λογιστική αποτύπωση του» ή «μια λογιστική καταχώρηση στα βιβλία της τράπεζας»[7] με αποτέλεσμα το εν λόγω Δικαστικό Διάταγμα να επενεργεί δεσμευτικά όχι μόνο για τον κάτοχο του λογαριασμού αλλά και για την ίδια την Τράπεζα να χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο το δεσμευμένο ποσό, βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο[8]. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεσμευμένα, ουσιαστικά, δεν είναι ορισμένα κεφάλαια αλλά ορισμένο πιστωτικό υπόλοιπο ως προς το οποίο η εταιρεία NEOTEX ADVANCED LTD, έχει να λαμβάνειν ως πιστωτής στη βάση συμβατικής οφειλής της Τράπεζας έναντι της και συμφώνως των όρων της σύμβασης κατάθεσης που υφίσταται μεταξύ τους[9]. Η δε εταιρεία δεν έχει δικαιώματα σε συγκεκριμένα χρήματα αλλά έχει δικαιώματα πιστωτή με αναφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού της. Μέσω δε του Διατάγματος δέσμευσης και στο πλαίσιο εφαρμογής του ο Ειδικός Διαχειριστής του Υποκαταστήματος της FBME έχει παγώσει τον επίδικο λογαριασμό - μη επιτρέποντας την απόσυρση και/ή διάθεση από τον καταθέτη οποιουδήποτε ποσού από τον συγκεκριμένο λογαριασμό και/ή δεσμεύοντας την ικανότητα της Κατηγορούμενης/Ύποπτης Εταιρείας να προχωρεί σε κινήσεις αναφορικά με τον εν λόγω λογαριασμό - ο οποίος (λογαριασμός) δεν αποτελεί οτιδήποτε άλλο εκτός από μία λογιστική απεικόνιση ή καταχώρηση του πιστωτικού υπολοίπου του καταθέτη σε συγκεκριμένο χρόνο. Δεν υφίσταται εν προκειμένω συγκεκριμένο ποσό το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί ή να απομονωθεί (segregated) και το οποίο είναι ξεχωριστό από το σύνολο του ενεργητικού της Τράπεζας. Των πιο πάνω λεχθέντων με βάση το Διάταγμα Δέσμευσης ημερ. 11/9/2012 υπό δέσμευση βρίσκεται το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού της NEOTEX ADVANCED LTD και όχι συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο συνιστά περιουσιακό στοιχείο της εν λόγω εταιρείας. Επαναλαμβάνω ότι η κυριότητα του κατατεθέντος κεφαλαίου ανήκει στην Τράπεζα. Αποτέλεσμα τούτου είναι να μην υφίσταται εν προκειμένω «ρευστοποιήσιμη περιουσία» της Εταιρείας εντός της έννοιας του Άρθρου 13 του σχετικού Νόμου. Αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 72Α[10] του Νόμου το οποίο, με βάση τα όσα υποστήριξε η πλευρά του Αιτητή, εξαιρεί από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης περιλαμβανομένης οποιασδήποτε μελλοντικής εκκαθάρισης το εκδοθέν Διάταγμα Δέσμευσης. Αποτέλεσε εισήγηση της κας Παπακυριακού ότι με βάση το πιο πάνω Άρθρο η υποχρέωση/οφειλή του πιστωτικού ιδρύματος να έχει δεσμευμένα, σύμφωνα με το Διάταγμα Δέσμευσης, τα χρήματα που αφορά δεν επηρεάζεται από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης καθότι το Διάταγμα Δέσμευσης εκδόθηκε πριν από τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της ότι στην προκειμένη περίπτωση τα δεσμευμένα χρηματικά ποσά δεν έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Η θέση του κ. Κούρτελλου αναφορικά με την εμβέλεια εφαρμογής του πιο πάνω Άρθρου ήταν ότι αυτό περιορίζεται σε εκείνα τα Διατάγματα τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί χωρίς να επεκτείνεται και σε Διατάγματα τα οποία πρόκειται να εκδοθούν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση βρίσκεται σε ισχύ το Διάταγμα Δέσμευσης που έχει εκδοθεί στις 23/11/2012. Όπως υποστήριξε ο κ. Κούρτελλος, εφόσον μέσω της υπό κρίση Αίτησης επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος για διορισμό Παραλήπτη με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 14 του Νόμου, η ορθή ερμηνεία του Άρθρου 72Α είναι ότι δεν τίθεται, όπως το έθεσε, θέμα ασυλίας από τη νομοθεσία περί Εξυγίανσης στην περίπτωση τέτοιου είδους Διατάγματος και γενικότερα στις περιπτώσεις Διαταγμάτων που η Μ.Ο.Κ.Α.Σ θα αποπειραθεί να εξασφαλίσει. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, με δεδομένη τη χρήση του παρακείμενου χρόνου στο Άρθρο 72Α το οποίο, όπως επεσήμανε, αναφέρεται ρητώς σε Διάταγμα που έχει εκδοθεί ή/και εγγραφεί, το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται σε όσα Διατάγματα έχουν ήδη εκδοθεί προ και μετά την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας περί Εξυγίανσης και δεν επεκτείνεται σε Διατάγματα που επιδιώκεται να εκδοθούν σε μελλοντικό χρόνο, όπως είναι η περίπτωση των επιδιωκόμενων στην προκείμενη περίπτωση Διαταγμάτων. Αντίθετη, βεβαίως, ήταν η θέση της κας Παπακυριακού η οποία υποστήριξε ότι περιουσία για την οποία έχει εκδοθεί οποτεδήποτε σχετικό διάταγμα με βάση τις Διατάξεις του Νόμου, δεν επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Εξυγίανσης. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου για το ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά σε ρευστοποιήσιμη περιουσία της Κατηγορούμενης και/ή επηρεαζόμενης εταιρείας σύμφωνα με το Άρθρο 13 του Νόμου, θεωρώ ότι εξέταση του πεδίου εφαρμογής και/ή ερμηνείας του Άρθρου 72Α του Νόμου παρέλκει. Μπορεί η περιουσία αντικείμενο του Διατάγματος Δέσμευσης να μην επηρεάζεται βάσει των διαλαμβανομένων στο Άρθρο 72Α του Νόμου από την Νομοθεσία περί εξυγίανσης, ζήτημα το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν αποφασίζεται και μένει ανοικτό για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης, αλλά, με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε ανωτέρω, πουθενά δεν προνοείται ότι προκειμένου για κεφάλαια καταθέσεων ύποπτα ως προϊόντα οργανωμένου εγκλήματος αυτά δεν θεωρούνται, άμα τη καταθέσει τους, μέρος του ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύματος όπου έχουν κατατεθεί και άρα περιουσιακό στοιχείο του ρηθέντος πιστωτικού ιδρύματος. Εν ολίγοις το καθοριστικό στην υπό κρίση Αίτηση είναι ότι δεν πληρούνται οι όροι του δικαιοδοτικού Άρθρου 14 του Νόμου ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης Διατάγματος Παραλαβής εφόσον η υπό κρίση Αίτηση για διορισμό Παραλήπτη για ανάληψη κατοχής δεν αφορά σε περιουσία της Κατηγορούμενης εταιρείας αλλά σε περιουσιακό στοιχείο του πιστωτικού ιδρύματος. Κατάληξη Για τους λόγους πιο πάνω έχουν παρατεθεί η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και συνεπώς, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπειαν, αυτά επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 και του Ειδικού Διαχειριστή της FBME Bank Ltd (Υποκατάστημα Κύπρου). (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε ένορκη δήλωση Αντιγόνης Χατζηξενοφώντος που υποστήριζε την Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης Δέσμευσης ημερ. 1/11/2012. [2] Δέστε την υπόθεση In the matter of Stanford International Bank Ltd
(2010)EWCA Civ 137 όπου λέχθηκαν τα εξής σε αναφορικά με τη φύση του διατάγματος δήμευσης (restraint order) στις παραγράφους 163 και 179: "163. An English restraint order made under s 41 POCA is an anticipatory and protective order, sharing many characteristics with a civil freezing order. It is designed to preserve assets against the possibility of a future confiscation order. It is defined as an order "prohibiting any specified person from dealing with any realisable property held by him.": s 41
(1). The specified person need not be, and often is not, an actual or potential defendant. "179. A restraint order alters no rights; it merely freezes the property to which it is applied.." [3] Δέστε σελίδα 27 της Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη. [4] Δέστε εδάφιο
(1)του Άρθρου 43ΙΣΤ του Νόμου 188(Ι)/2007 ως έχει τροποποιηθεί. [5] Δέστε και την υπόθεση Hareto Trading limited v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά Αγωγή υπ.αρ. 2166/2013 η οποία αφορούσε ενδιάμεση Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υπόθεση όπου η Ενάγουσα είχε κατάθεση σε λογαριασμό που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα με πιστωτικό υπόλοιπο όπου ο έντιμος Δικαστής Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) ανέφερε στο τα εξής σχετικά: «Οι καταθέσεις της Ενάγουσας απορροφήθηκαν λοιπόν στο όλο ενεργητικό της Λαϊκής ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία. Αυτά μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, όπως και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής. Γι' αυτό και δεν τίθεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος.[.] Η κατάθεση της Ενάγουσας που αναφέρεται στα εξαιτούμενα διατάγματα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Όπως εξηγήθηκε, δεν συνιστά η κατάθεση περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, ότι η Ενάγουσα θα λάβει, είναι αποζημιώσεις.» [6] Δέστε σελίδα 19 και σελίδες 25-26 της Γραπτής Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη εκ μέρους του Αιτητή. [7] Όπως αναφέρθηκε στην Γραπτή Αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή στη σελίδα 19: «Είναι το περιεχόμενο του τραπεζικού λογαριασμού που δεσμεύεται και χρειάζεται να παραμείνει δεσμευμένο για να ικανοποιηθεί το Διάταγμα δήμευσης και όχι απλώς μια λογιστική καταχώρηση στα βιβλία της τράπεζας». Επίσης στη σελίδα 25 της ίδιας Αγόρευσης αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «Ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός δίνει δικαίωμα επί συγκεκριμένου χρηματικού ποσού και είναι αυτό το ποσό που έχει δεσμευτεί με βάση το διάταγμα δέσμευσης. Είναι το περιεχόμενο του λογαριασμού που έχει δεσμευτεί..» [8] Δέστε σελίδες 29-31 της Γραπτής Αγόρευσης της κας Παπακυριακού και κας Κυρμίζη εκ μέρους του Αιτητή. [9] Όπως επισημάνθηκε στην Ενδιάμεση Απόφαση στην υπόθεση Hareto Trading limited v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού, υπ.αρ. 2166/2013, ημερ. 23/10/2013 από τον έντιμο Δικαστή Χ. Μαλαχτό Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε): · «Η κατάθεση κάποιου προσώπου στη Λαϊκή δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο. Απλά σημαίνει πως ο καταθέτης είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή το συγκεκριμένο ποσό. · Η υποχρέωση αποπληρωμής του μέχρι €100.000 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το όποιο υπόλοιπο της υποχρέωσης παραμένει στη Λαϊκή. [.] · Δεν εγείρεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. [..]» [10] «72Α. Περιουσία που αποτελεί αντικείμενο είτε διατάγματος που έχει εκδοθεί ή έχει εγγραφεί με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ήτοι διάταγμα δέσμευσης, επιβάρυνσης, κατακράτησης ή δήμευσης, είτε εγγραφής διατάγματος ή απόφασης δέσμευσης, παγώματος ή δήμευσης, και το οποίο διάταγμα εκδόθηκε πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 έως 2016, ή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από την εφαρμογή των διατάξεων των πιο πάνω νόμων ή οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης που εκδόθηκε δυνάμει αυτών ή από μέτρα εκκαθάρισης ή ειδικής εκκαθάρισης αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή οποιαδήποτε άλλα μέτρα, ανεξάρτητα από το εάν η περιουσία τελικά δημευθεί ή αποδεσμευθεί.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο