Κωνσταντίνου ν. Ιακωβίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3915/18, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3915/18 Μεταξύ: XXXXX Λοΐζου Κωνσταντίνου, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και
- XXXXX Ιακωβίδης, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Δημοσθένους, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 3.7.19 για απόρριψη της αγωγής Ημερομηνία: 20.1.20 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή : κα Κότσαπα Για Ενάγοντα - Καθ ου η Αίτηση : κα. Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος 1 υπέβαλε αίτηση επιζητώντας την απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα εναντίον του γιατί, α. δεν αποκαλύπτεται εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν υπάρχει εύλογη αιτία ή βάση αγωγής β. διαγραφή του ονόματος του εναγομένου 1 από την αγωγή γιατί κακώς συνενώθηκε για τον λόγο ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία, ή βάση αγωγής εναντίον του και γ. γιατί η αγωγή είναι κακόβουλη παραπλανητική, επιπόλαιη και/η ενοχλητική και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του εναγομένου
- Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.27 Θ.1-3, Δ.9 Θ. 10, Δ.19 Θ.1, 4, 5 26, Δ.48 Θ 1-9 και τα άρθρα 29(γ), 31 και 43 του Ν.14/
- Ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση έφερε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου. Συμπυκνωμένοι οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι τα ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα δεν συνηγορούν στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, και ότι ο ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 1 και δικαιούται σε θεραπεία. Και οι δυο ομνύοντες παραπέμπουν σε ευρεία παράθεση παραγράφων εκ της εκθέσεως απαιτήσεως για να αναδείξει, η κάθε πλευρά, την ύπαρξη ή μη, αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου
- Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση δια της αντίστοιχης εκ μέρους των δικηγόρων των δύο πλευρών προώθησης γραπτών αγορεύσεων. Προστίθεται ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα διαλαμβάνονται τόσο στις ένορκες δηλώσεις, όσο και στις αντίστοιχες θέσεις των συνηγόρων, επί των οποίων συνοπτική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Από την αγόρευση της κας Κότσαπα προκύπτει, ως κοινός παρονομαστής, η εισήγηση περί ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγομένου 1 γιατί επιγραμματικά α. δεν αποκαλύπτεται η ιδιότητα, ή η σχέση υπό την οποία ο ενάγων ενάγει και με την οποία ενάγει τον εναγόμενο 1 β. ότι, υπό την ιδιότητα των διαδίκων που προβάλλονται στα δικόγραφα, δεν προκύπτει βάση αγωγής και τούτο γιατί δεν υφίσταται δικαίωμα σε μέτοχο να ενάγει συνεπεία μείωσης της αξίας των μετοχών της εταιρείας, ούτε και υπάρχει δικαίωμα σε μέτοχο να ενάγει τον παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας, γιατί την εξουσία αυτή την διατηρεί μόνο η εταιρεία και γ. δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα προσωπικά εναντίον του παραλήπτη δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης αναφορικά με τις ενέργειες του. Γίνεται επίσης εκτεταμένη παραπομπή σε σχετικές αποφάσεις επί των διαφόρων εγειρομένων θεμάτων. Η κα Γεωργίου από την πλευρά της αναφέρεται στη νομική πτυχή της αίτησης, με αναφορά σε νομολογία, παραπέμποντας σε σειρά παραγράφων εκ της εκθέσεως απαιτήσεως, οι οποίες σύμφωνα με την εισήγηση, αποκαλύπτουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του εναγόμενου
- ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Η Δ.27 αντιστοιχεί στην Αγγλική O.25, r, 2, 3 και
- Στο Annual Practice του 1956 σελ. 574 - 575, στην αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή O.25, r.4 αναφέρεται ότι τέτοια αίτηση μπορεί (may) να υποβληθεί πριν την καταχώριση υπεράσπισης, όπως και μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων, αλλά πριν η υπόθεση οριστεί για ακρόαση. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν την καταχώριση εκθέσεως υπερασπίσεως εκ μέρους του εναγομένου 1, ήτοι ακολούθησε την καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως εκ μέρους του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό. Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.α ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, Πολ. Έφεση 168/2010, ημερ.24.2.16, αναφέρονται τα εξής: «Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση: «Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438.». Επεξηγείται περαιτέρω, λόγω της δραστικότητας του μέτρου, ότι οι εξουσίες κάτω από την Διαταγή αυτή ασκούνται μόνο όταν το θέμα είναι ξεκάθαρο (beyond doubt). Στην υπόθεση Mepa Underwritting Management Ktd κ.ά ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)2 Α.Α.Δ. 772, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιό λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος (Βλ. Wilson v. Church [1878] 9 Ch. 552, 557). Το δικονομικό βάθρο προσφέρεται από την Δ.9. Θ.3 θ.10 και την Δ.27. θ.3 (Βλ. The Heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandrioti
(1963)2 C.L.R 167, 170 στην οποία έχει νομολογηθεί ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποταθούν δυνάμει της Δ.9 θ.10 για να διαγραφούν τα ονόματα τους λόγω κακής συνένωσης, πριν από την δίκη εάν ενόμιζαν ότι κακώς συνενώθηκαν ως διάδικοι)». Προκύπτει συνεπώς, ότι αποκλειστική πηγή αναζήτησης του ανυπόστατου, ή της απουσίας και ανυπαρξίας αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής, είναι αποκλειστικά η έκθεση απαιτήσεως. Ο ενάγων δια της εκθέσεως απαιτήσεως αξιώνει εναντίον των εναγομένων ειδικές αποζημιώσεις για το ποσό των €5.000.
- Προκύπτει από την έκθεση απαιτήσεως ότι ο ενάγων ήταν μέτοχος κατά 90% στην εταιρεία Cyfast και ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως παραλήπτης της εταιρείας αυτής. Ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως φερόμενος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα. Καταγράφεται εκτενώς η σχέση του ενάγοντα με τον εναγόμενο 2, καθώς και διάφορα γεγονότα που οδήγησαν στην υπογραφή πληρεξουσίων εγγράφων από τον ενάγοντα στον εναγόμενο
- Στη συνέχεια (παράγραφος 28) αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2, χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο και/ή πληρεξούσια που του έδωσε, με τη συνέργεια και/η ανοχή του εναγομένου 1 προέβηκε σε διάφορες δόλιες και/η απατηλές και/ή παράνομες ενέργειες οι οποίες ήταν βλαπτικές και/η δημιούργησαν ζημιά και/ή για τις οποίες ο εναγόμενος 2 δεν έδωσε κανένα ποσό στον ενάγοντα και/ή στην Cyfast. Ακολουθεί αριθμός λεπτομερειών, 15 τον αριθμό, διαφόρων επί τούτου περιουσιακών στοιχείων και στοιχείων ενεργητικού. Δια της παραγράφου 29 της εκθέσεως απαιτήσεως, στην έκταση που αφορούν την πιο πάνω εταιρεία, ότι οι δόλιες, απατηλές και παράνομες ενέργειες του εναγόμενου 2 έγιναν γνωστές στον εναγόμενο 1 και/ή έγιναν με την έγκριση του, ο οποίος συνωμότησε με τον εναγόμενο 2 να απογυμνώσουν την εταιρεία και τα περιουσιακά της στοιχεία και κατ' επέκταση να μειώσουν την αξία των μετοχών της εταιρείας και/ή να καταδολιεύσουν τον ενάγοντα και να προσποριστούν όφελος. Προβάλλει διαζευκτικά, στην παράγραφο 30, ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν ομού και/ή κεχωρισμένα αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος θεματοφύλακα στην διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντα. Εν συνεχεία ακολουθούν λεπτομέρειες αποτελούμενες από 46 υποπαραγράφους. Κεντρικό σημείο αναφοράς, είναι ότι δια των ενεργειών, πράξεων ή και παραλείψεων που καταλογίζονται στους εναγόμενους 1 και 2, ο ενάγων υπέστη ζημιά επί συμφερόντων του, ως άμεσου ή έμμεσου δικαιούχου κινητής και ακίνητης περιουσίας που περιήλθε στην κατοχή των εναγομένων. Επίσης, από την ανάγνωση των λεπτομερειών της παραγράφου 30 προκύπτει, με βάση όσα καταλογίζονται στους εναγόμενους, στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους, ότι ο ενάγων, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι απώλεσε διάφορα περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, και μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 2 χρησιμοποίησε πλαστογραφημένο έγγραφο της πιο πάνω εταιρείας προβαίνοντας σε διάφορες ενέργειες, πλαστογράφησε επιταγές της εταιρείας, πώλησε όλα τα οχήματα της εταιρείας και πληρώθηκε και ιδιοποιήθηκε διάφορα ποσά από χρεώστες της εταιρείας. Η εξαντλητική παράθεση των λεπτομερειών κρίνεται αχρείαστη. Καταληκτικά (παράγραφος 31), ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι με αθέμιτα, δόλια, και απατηλά μέσα τον καταδολίευσαν και/ή τον εξαπάτησαν και/η μείωσαν την αξία της περιουσίας της εταιρείας του, και επέδειξαν αμέλεια και αδιαφορία στην πώληση της περιουσίας του, ή της εταιρείας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ιδιοποιήθηκαν και/ή κατακράτησαν και/ή έκλεψαν παράνομα την κινητή και ακίνητη περιουσία του ιδίου ή και της εταιρείας. Στην υπόθεση Χατζήκυριακος ν. Κυθραιώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119 εξηγήθηκε ότι: «Ορθά η συζήτηση είχε περιστραφεί γύρω από το αν οι ισχυρισμοί που ο ίδιος ο ενάγων προέβαλε, όπως φαίνονται στην ειδική οπισθογράφηση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επιδίωξε ή κάποιες από αυτές. Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176 Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305». Προκύπτει εκ των παρατεθέντων, ότι ο ενάγων δια της αγωγής του στηρίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της απάτης και της συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων 1 και 2, ως περιγράφεται ανωτέρω, ώστε με τις δόλιες, απατηλές ή και παράνομες ενέργειες και πράξεις που τους καταλογίζει, να υποστεί ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων είχε άμεσο ή και έμμεσο συμφέρον. Κατά την κρίση του δικαστηρίου η έκθεση απαιτήσεως, ως συνοπτικά έχει αναφερθεί, υπό όποια σκοπιά και αν αντικριστεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία, ή έστω κάποια βάση αγωγής εναντίον του εναγόμενου 1 (reasonable cause of action), δυνάμει της Δ.27, Θ.3. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 1975, 12η Έκδοση, σελ.142, υποδεικνύεται πως εφόσον η έκθεση απαιτήσεως αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής (some cause of action), ή κάποιο ερώτημα κατάλληλο για εξέταση, ακόμα και αν αυτό είναι αδύνατο, δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη της αγωγής. Ως δε περαιτέρω υποδεικνύεται στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, ακόμα και εκεί που η αγωγή μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που νόμιμα μπορεί να επιτρέψει το δικαστήριο, η αγωγή δεν απορρίπτεται. Η διαγραφή δικογράφου, ως πολύ παραστατικά επεξηγείται στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται, αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό, αναντίλεκτα ανυπόστατο. Και στη βάση όσων έχουν εκτεθεί, η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν είναι τέτοια, που να την καθιστά ή και να κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατη. Άλλωστε, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ. 21, το παρόν δικονομικό διάβημα δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντα, ούτε και εξετάζει την ουσία της επίδικης διαφοράς, παρά μόνο, εκείνο που εξετάζεται, είναι η δια της εκθέσεως απαιτήσεως αποκάλυψη ή μη αγώγιμου δικαιώματος. Η ορθή η μη δικογράφηση και καταγραφή όλων των ουσιωδών γεγονότων στην έκθεση απαιτήσεως, διαφέρει από την ανυπαρξία αιτίας αγωγής που καθιστά ολόκληρο το δικόγραφο αναντίλεκτα ανυπόστατο. Στην Λουκά ανωτέρω, υπεδείχθη ότι ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής γίνεται εκεί όπου διαπιστώνεται ότι πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και ότι η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Υποδεικνύεται περαιτέρω, ότι δεν μπορεί να μείνει κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Ως αποτέλεσμα, για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται σε βάρος του εναγομένου 1 - αιτητή και υπέρ του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Ν.Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο