← Κύπρος

CYPRUS PREMIUM AUTOMOBILES LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7617/2011, 7/1/2020

CYPRUS PREMIUM AUTOMOBILES LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7617/2011, 7/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7617/2011 Μεταξύ: CYPRUS PREMIUM AUTOMOBILES LIMITED Ενάγουσα και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος 7 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Δαμιανού διά Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Φλωρέντζου δια Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αποκατάσταση (restitution) σε σχέση με ποσά που πλήρωσε στο Τμήμα Τελωνείων ως φόρο κατανάλωσης για την εισαγωγή και εκτελωνισμό τεσσάρων οχημάτων. Ισχυρίζεται ότι η πληρωμή των εν λόγω ποσών έγινε ένεκα πλάνης περί το νόμο και/ή έγινε ως αποτέλεσμα πίεσης και ότι η είσπραξη των ποσών αυτών από το Τμήμα Τελωνείων συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό. Διεκδικεί αποκατάσταση για την ισχυριζόμενη ζημιά της καθώς και συναφείς αναγνωριστικές αποφάσεις. Αξιώνει περαιτέρω τιμωρητικές ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις που εγείρει η Ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν η Ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, η ευθύνη δεν βαραίνει την πλευρά του. Συνιστά επίσης δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να επιληφθεί της αγωγής. Η έκταση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση ήταν μεγάλη. Κατέθεσαν συνολικά πέντε πρόσωπα στο Δικαστήριο ενώ περί των εβδομήντα εγγράφων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Μέρος των γεγονότων κατέστη παραδεκτό για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώ αριθμός τεκμηρίων κατατέθηκε από κοινού. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι έχω παρακολουθήσει με προσοχή τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων και μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω επίσης μελετήσει τις εισηγήσεις και επιχειρήματα των συνηγόρων της κάθε πλευράς όπως τα ανέπτυξαν στις τελικές τους αγορεύσεις, καθώς και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε στο Δικαστήριο τέσσερεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ο οποίο εργάζεται από το 1995 στο Τμήμα Πωλήσεων της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1). Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Αγγελή, υπεύθυνος λογιστηρίου του ομίλου εταιρειών στον οποία ανήκει η Ενάγουσα εταιρεία (ΜΕ2). Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Πλατρίτης, αγοραστής ενός εκ των επίδικων οχημάτων (ΜΕ3). Τέταρτος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τεχνικός διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας και τώρα βοηθός γενικός διευθυντής (ΜΕ4). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα ΧΧΧΧΧ Νεοφυτίδου, Ανώτερη Τελωνειακή Λειτουργός, προϊστάμενη του Τομέα Δασμολογίου στο Αρχιτελωνείο (ΜΥ1). Παρά την έκταση και όγκο της μαρτυρίας, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και επί των οποίων στηρίζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας αλλά και τα οποία επικαλείται η πλευρά του Εναγόμενου προς υπεράσπιση, είναι ουσιαστικά κοινώς αποδεκτά ή δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Οι μάρτυρες που έχει παρουσιάσει η κάθε πλευρά είχαν σκοπό, με τη μαρτυρία τους, να συμπληρώσουν το πλέγμα των γεγονότων που η κάθε πλευρά θεωρούσε σημαντικά. Δεν προωθήθηκαν ασύμφωνες ή αντίθετες εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων δεν διέκρινα να αμφισβητείται η αλήθεια της μαρτυρίας τους επί των γεγονότων. Αυτό που επιδιώχθηκε μέσω της αντεξέτασης ήταν να δοθούν διευκρινίσεις σε σχέση με τα γεγονότα και να παρουσιαστούν περαιτέρω λεπτομέρειες και πληροφορίες για τις θέσεις που η κάθε πλευρά επικαλείται ή για τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν από τα γεγονότα και δεδομένα. Από την πλευρά μου, έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο και ποιότητα της μαρτυρίας τους, δεν αμφισβητώ ότι όλοι οι μάρτυρες ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Θεωρώ ότι προσπάθησαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα, στο βαθμό που τους επέτρεπε η μνήμη τους και η εμπλοκή τους. Επομένως, αποδέχομαι όσα κατέθεσαν αναφορικά με γεγονότα για τα οποία είχαν ίδια γνώση. Να σημειώσω παρενθετικά ότι κάποιοι από τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους εξέφρασαν απόψεις ή επιχειρήματα σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία, τα επίδικα θέματα ή επί νομικών ζητημάτων. Δεν έχω λάβει υπόψη αυτό το μέρος της μαρτυρίας τους στην κατάληξη μου επί της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω, στη βάση των γεγονότων που κατέστησαν παραδεκτά, των συγκλίσεων που προκύπτουν από τα δικόγραφα και του μέρους της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτό ή δεν αμφισβητήθηκε, παραθέτω συνοπτικά τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Αυτά συνιστούν και τα δικά μου ευρήματα:

  1. Η Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένη ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή, διάθεση και εμπορία αυτοκινήτων διαφόρων τύπων. Σε αυτά περιλαμβάνονται και οχήματα Land Rover, Defender 90 SVX - Anniversary edition που κατασκευάστηκαν στην Αγγλία το 2008 σαν επετειακά (στο εξής τα «επίδικα οχήματα»).
  2. Στον καθορισμό της τιμής πώλησης ενός οχήματος στο κοινό, η Ενάγουσα εταιρεία λαμβάνει υπόψη την αξία του οχήματος καθώς και το κόστος μεταφοράς, εκτελωνισμού και εγγραφής του στην Κύπρο καθώς και τους δασμούς και τέλη που αυτό συνεπάγεται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, κατά τον ουσιώδη χρόνο.
  3. Εξουσία και αρμοδιότητα για την επιβολή φόρων και δασμών επί εισαγόμενων εμπορευμάτων (περιλαμβανομένων μηχανοκίνητων οχημάτων) έχει το Τμήμα Τελωνείων (στο εξής το «Τελωνείο»). Η επιβολή φόρων και δασμών γίνεται αφού τα εμπορεύματα καταταχθούν από το Τελωνείο σε συγκεκριμένη δασμολογική κλάση.
  4. Η δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων, περιλαμβανομένων μηχανοκίνητων οχημάτων, γίνεται με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 2658/1987 του Συμβουλίου για τη Δασμολογική και Στατιστική Ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο. Το Παράρτημα Ι του Κανονισμού αυτού τροποποιείται τακτικά και αποτελεί το εκάστοτε ισχύον δασμολόγιο της Ε.Ε. Για την κατάταξη των επίδικων οχημάτων βάσει των Κανόνων Συνδυασμένης Ονοματολογίας, σχετικές είναι οι δασμολογικές κλάσεις 8703 και 8704: (α) η δασμολογική κλάση 8703 αφορά επιβατικά αυτοκίνητα και άλλα οχήματα που είναι κατασκευασμένα κυρίως για τη μεταφορά προσώπων, και (β) η δασμολογική κλάση 8704 αφορά οχήματα για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Η δασμολογική κλίμακα 8703 προβλέπει ψηλότερους δασμούς από τη δασμολογική κλίμακα
  5. Το Τελωνείο εξέδωσε προς όλο το τελωνειακό προσωπικό εγκυκλίους ημερομηνίας 9.7.2007, 29.7.2008 και 22.3.2010 (Τεκμήρια 63, 64 και 65) που αφορούν τη δασμολογική κατάταξη οχημάτων των δασμολογικών κλάσεων 8703 και 8704
  6. Κατά τον επίδικο χρόνο, για οχήματα που είχαν κατασκευαστεί στην Αγγλία, οι αρμόδιες Αγγλικές αρχές εξέδιδαν Πιστοποιητικά Συμμόρφωσης σε σχέση με επιβατικά οχήματα. Πιστοποιητικά Συμμόρφωσης δεν εκδίδονταν για εμπορικού τύπου οχήματα. Η αρμόδια Αγγλική αρχή εξέδιδε Πιστοποιητικό Καταλληλότητας για εμπορικού τύπου οχήματα.
  7. Οι αρμόδιες Αγγλικές αρχές είχαν κατατάξει τα επίδικα οχήματα ως εμπορικά και είχαν εκδώσει σε σχέση με αυτά Πιστοποιητικά Καταλληλότητας (Τεκμήρια 15 και
  8. Σχετικά επίσης τα Τεκμήρια 14 και 21).
  9. Στην Κύπρο, αρμόδιο τμήμα για την εγγραφή ενός οχήματος είναι το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (στο εξής το «ΤΟΜ»). Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία κατά τον επίδικο χρόνο, στην κατηγορία οχημάτων Μ εγγράφονταν από το ΤΟΜ επιβατικού τύπου οχήματα. Στην κατηγορία Ν εγγράφονταν εμπορικού τύπου οχήματα.
  10. Τα επίδικα οχήματα είναι πετρελαιοκίνητα, με ταχύτητες και έχουν μόνο μια σειρά θέσεων για επιβάτες (του οδηγού και του συνοδηγού) η οποία είναι ξεχωριστή από τον πίσω χώρο με μόνιμο διαχωριστικό. Ο κυβισμός τους ανέρχεται σε 2402 cc, έχουν ειδικά συστήματα στερεώσεως φορτίων στον χώρο πίσω από τα καθίσματα του οδηγού και συνοδηγού όπου δεν υπάρχουν ζώνες ασφαλείας. (Σχετικό το Τεκμήριο 15). Επίσης τα επίδικα οχήματα δεν έχουν ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενα καθίσματα, δεν έχουν καθρέφτες με ηλεκτρονικό χειρισμό, δεν έχουν πολυτελείς ζάντες. Διαθέτουν seat heating για τις θέσεις οδηγού και συνοδηγού (Σχετικό το Τεκμήριο 62).
  11. Παλαιότερα μοντέλα Land Rover Defender 90, με παρόμοια χαρακτηριστικά, που είχε εισάξει η Ενάγουσα είχαν εκτελωνιστεί και εγγραφεί ως εμπορικά (Τεκμήρια 57, 57Α, 58 , 59 και 60).
  12. Δύο οχήματα ακριβώς τα ίδια με τα επίδικα, τα οποία αγοράστηκαν στην Αγγλία και εισήχθηκαν στην Κύπρο από ιδιώτες, τρίτα πρόσωπα, εκτελωνίστηκαν ως εμπορικά και εγγράφηκαν ως εμπορικά στην κατηγορία Ν
  13. Πρόκειται για: (α) το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX3316, μοντέλο Defender 90 2.4 Puma Soft Top Anniversary με αριθμό εγγραφής XXXXX64 και ημερομηνία εγγραφής 5.3.2009, και (β) για το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX8526, μοντέλο Defender 90 2.4 Puma Soft Top Anniversary με αριθμό εγγραφής XXXXX85 και ημερομηνία εγγραφής 28.5.
  14. Τα δύο αυτά οχήματα είχαν αγοραστεί αρχικά στην Αγγλία και μετά εισήχθηκαν στην Κύπρο. (Σχετικό το Τεκμήριο 61).
  15. Τον Δεκέμβριο 2008, η Ενάγουσα εισήγαγε από την Αγγλία δύο εκ των επίδικων οχημάτων. Επρόκειτο για: (α) το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX4543 (στο εξής το «1ο επίδικο όχημα»), και (β) το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX4517 (στο εξής το «2ο επίδικο όχημα»). Κατά την εισαγωγή τους τοποθετήθηκαν στη Δημόσια Αποθήκη Αποταμίευσης με αριθμό XXXXX00CY με τη διασάφηση XXXXX3201 (Τεκμήριο 1).
  16. Η Ενάγουσα, ως θέμα πρακτικής, πριν την εισαγωγή κάποιου καινούργιου οχήματος λαμβάνει τη θέση του ΤΟΜ για την κατηγοριοποίηση του ώστε να είναι σε θέση να υπολογίσει το κόστος του οχήματος αλλά και για σκοπούς ορθής υποβολής στοιχείων, κατά τον εκτελωνισμό τους, στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ.
  17. Πριν την εισαγωγή των επίδικων οχημάτων, ο ΜΕ1 απέστειλε το Πιστοποιητικό Καταλληλότητας που είχε εκδοθεί από τις Αγγλικές αρχές και ζήτησε τη διαβεβαίωση του ΤΟΜ ότι ενέπιπταν στην κατηγορία Ν1 (εμπορικά) (Τεκμήριο 15). Ο λειτουργός του ΤΟΜ κ. ΧΧΧΧΧ Καλαϊτζής, στις 10.6.2008 σημείωσε χειρόγραφα επί του Τεκμηρίου 15: «Τα οχήματα κατασκευής Land Rover μοντέλο Land Rover Defender 90 κατηγορίας Ν1 όπως περιγράφονται στις σελίδες 1-7 [του πιστοποιητικού καταλληλότητας] πληρούν τις απαραίτητες εγκρίσεις και μπορούν να εγγραφούν».
  18. Το 1ο επίδικο όχημα εκτελωνίστηκε στις 21.1.
  19. Εκτελωνίστηκε με τη διασάφηση XXXXX4725 (Τεκμήριο 2), στη δασμολογική κλάση 8704 ως Pick-up. Αυτό έγινε στη βάση πληροφοριών που η Ενάγουσα ή ο τελωνειακός της αντιπρόσωπος καταχώρησαν στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ. Κατά τον εκτελωνισμό καταβλήθηκε συνολικό ποσό €7.499 που αφορούσε φόρο κατανάλωσης εκ ποσού €3.163 και ΦΠΑ εκ ποσού €4.
  20. Με επιστολή της ημερομηνίας 3.6.2009 (Τεκμήριο 31) ο ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας ζητούσε από τον Τομέα Δασμολογίου του Τελωνείου όπως πληροφορηθεί για την δασμολογική κατάταξη διαφόρων μοντέλων αυτοκινήτων. Μεταξύ αυτών ήταν και τα προαναφερόμενα δύο επίδικα οχήματα.
  21. Το 1ο επίδικο όχημα πωλήθηκε σε πελάτη της Ενάγουσας έναντι τιμής πώλησης €42.000 (Τεκμήριο 18). Ενεγράφη στο ΤΟΜ στις 4.11.2009 με αριθμό εγγραφής XXXXX01 (Τεκμήριο 19) σαν «ελαφρύ φορτηγό (Ν1)». Κατά την εγγραφή είχε ζητηθεί από το ΤΟΜ και είχε παρασχεθεί από την Ενάγουσα το Πιστοποιητικό Καταλληλότητας του οχήματος που είχε εκδοθεί από τις Αγγλικές αρχές.
  22. Στις 28.8.2009 η Ενάγουσα έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία και το 2ο επίδικο όχημα. Για τον εκτελωνισμό του εν λόγω οχήματος η Ενάγουσα κατέθεσε η διασάφηση υπ' αριθμό XXXXX4536 (Τεκμήριο 3) και το όχημα τελωνίστηκε στη δασμολογική κλίμακα 8704 ως Pick-up. Αυτό έγινε και πάλιν στη βάση πληροφοριών που η Ενάγουσα ή ο τελωνειακός της αντιπρόσωπος κατέθεσαν στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ. Καταβλήθηκε συνολικό ποσό €7.856 που αφορούσε φόρο κατανάλωσης εκ ποσού €3.123 και ΦΠΑ εκ ποσού €4.
  23. Το εν λόγω όχημα κρατήθηκε από την ίδια την Ενάγουσα σαν αυτοκίνητο δοκιμής για σκοπούς επίδειξης (Σχετικό το Τεκμήριο 20).
  24. Ευθύνη για την καταχώρηση ορθών και πλήρων στοιχείων στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ έχει ο εκάστοτε εισαγωγέας εμπορευμάτων ή ο τελωνειακός του αντιπρόσωπος.
  25. Λόγω της επετειακής έκδοσης των επίδικων οχημάτων και της συγκριτικά χαμηλής τους τιμής, η ζήτηση για αυτά ήταν αυξημένη. Η Ενάγουσα παρήγγειλε από το εργοστάσιο ακόμα δύο εκ των επίδικων οχημάτων τα οποία έφτασαν στο λιμάνι Λεμεσού περί τα τέλη Οκτωβρίου
  26. Τα εν λόγω οχήματα διέθεταν Πιστοποιητικό Καταλληλότητας ως εμπορικά από τις αρμόδιες Αγγλικές αρχές. Πρόκειται για: (α) το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX4849 (στο εξής το «3ο επίδικο όχημα), και (β) το όχημα με αριθμό πλαισίου XXXXX5363 (στο εξής το «4ο επίδικο όχημα»).
  27. Τα εν λόγω οχήματα τοποθετήθηκαν στις 10.11.2009 στη Δημόσια Αποθήκη Αποταμίευσης με αριθμό XXXXX00CY με τη διασάφηση XXXXX1332 (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στη Δημόσια Αποθήκη Αποταμίευσης με αριθμό XXXX00CY, το πρώτο με τη διασάφηση XXXXX2248 (Τεκμήριο 5) και το δεύτερο με τη διασάφηση XXXXX6763 (Τεκμήριο 6). Η μεταφορά έγινε αφού το εκτελωνιστικό γραφείο με το οποίο συνεργάζεται η Ενάγουσα την ενημέρωσε ότι, μετά από έλεγχο, το Τελωνείο αποφάσισε ότι τα δύο οχήματα έπρεπε να τοποθετηθούν στην αποθήκη αποταμίευσης με καθεστώς οχημάτων τύπου επιβατικά και όχι σαν εμπορικά. Διαφορετικά, ο λειτουργός του Τελωνείου είχε ενημερώσει την εκτελωνιστική εταιρεία ότι η Ενάγουσα θα καταγγέλλετο για εσφαλμένη καταχώρηση στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ και θα επιβαρυνόταν με πρόστιμο.
  28. Στις 24.11.2009 το Τμήμα Τελωνείων απάντησε (Τεκμήριο 32) στην επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 3.6.2009 (Τεκμήριο 31). Την πληροφόρησε ότι το 1ο και 2ο επίδικο όχημα που είχε αρχικά εισαγάγει, κατατάσσονταν στη δασμολογική κλάση 8703, ως επιβατικά οχήματα. Στην απαντητική επιστολή, το Τελωνείο αναφέρει ότι για σκοπούς κατάταξης λήφθηκαν υπόψη οι πρόνοιες της σχετική νομοθεσίας και κανονισμών. Το Τελωνείο καταλήγει ότι τα εν λόγω οχήματα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως εμπορικά λόγω του τρόπου κατασκευής τους και των χαρακτηριστικών τους, αλλά κατατάσσονταν ως επιβατικά οχήματα μεταφοράς προσώπων και ανήκουν στην κατηγορία οχημάτων SUV.
  29. Το 3ο επίδικο όχημα είχε παραγγελθεί από την Ενάγουσα για λογαριασμό του πελάτη της κ. ΧΧΧΧΧ Πλατρίτη (ΜΕ3), πριν τη λήψη της προαναφερόμενης επιστολής του Τελωνείου (Τεκμήριο 32).
  30. Η Ενάγουσα ενημέρωσε τον ΜΕ3 για το ζήτημα που είχε προκύψει με τη δασμολογική κατάταξη του 3ου επίδικου οχήματος από το Τελωνείο καθώς και ότι η εκτελώνιση του οχήματος ως επιβατικού θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους για τον ίδιο πέραν των €12.000 σε επιπλέον δασμούς. Τότε ο ΜΕ3 απέστειλε στο Τμήμα Τελωνείων στην Αγγλία τις προδιαγραφές του οχήματος (Τεκμήριο 49) και ζήτησε την άποψη τους για την δασμολογική κατάταξη του οχήματος. Στην απάντηση του, το Τμήμα Τελωνείων στην Αγγλία (Τεκμήριο 21) ενημέρωσε τον ΜΕ3 ότι οχήματα αυτών των προδιαγραφών θεωρούνται ότι είναι οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων.
  31. Ο ΜΕ3 αποφάσισε να επωμισθεί ο ίδιος επιπλέον €12.000 από τους αυξημένους δασμούς ώστε το αυτοκίνητο να εκτελωνιστεί. Έλαβε αυτή την απόφαση γιατί θεώρησε ότι με την εγγραφή του στο ΤΟΜ ως επιβατικό θα αυξανόταν αντίστοιχα και η αξία του. Για το λόγο αυτό έδωσε στην Ενάγουσα οδηγίες να προχωρήσει με τον εκτελωνισμό.
  32. Το 3ο επίδικο όχημα τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία στις 28.1.2010 με τη διασάφηση XXXXX5704 (Τεκμήριο 7), στην οποία η Ενάγουσα μέσω του τελωνειακού της αντιπροσώπου το δήλωσε ως επιβατικό στη δασμολογική κατάταξη
  33. Καταβλήθηκε συνολικό ποσό €23.750,96 που αφορούσε φόρο κατανάλωσης εκ ποσού €17.284,79 και €6.466,17 Φ.Π.Α. Κατά την πληρωμή του εν λόγω ποσού δηλώθηκε διαμαρτυρία αναφορικά με τη δασμολογική του κατάταξη (Τεκμήρια 22 και 23). Εάν το συγκεκριμένο όχημα είχε καταταγεί στην κατηγορία του εμπορικού από το Τελωνείο και δασμολογηθεί ανάλογα τότε το πληρωτέο ποσό θα ήταν €7.433, που θα αφορούσε φόρο κατανάλωσης εκ ποσού €3.123 πλέον €4.310 Φ.Π.Α. Δεν ασκήθηκε προσφυγή σε σχέση με τους φόρους ύψους €23.750 που επιβλήθηκαν για το συγκεκριμένο όχημα.
  34. Έτσι αντί €41.000 που είχε αρχικά συμφωνήσει να πληρώσει για την αγορά του 3ου επίδικου οχήματος ο ΜΕ3, πλήρωσε τελικά €53.000 (Τεκμήριο 24). Η Ενάγουσα δεσμεύτηκε να επιστρέψει στον κ. Πλατρίτη οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί υπέρ της στα πλαίσια της παρούσας αγωγή σε σχέση με το όχημα του.
  35. Με επιστολές ημερομηνίας 3.2.2010 και 8.3.2010 το δικηγορικό γραφείο Τορναρίτη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ενεργώντας εν μέρους του ΜΕ3 διαμαρτυρήθηκε προς τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και προς τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων αντίστοιχα προβάλλοντας τη θέση ότι η περίπτωση του οχήματος του έτυχε άνισης μεταχείρισης σε σύγκριση με τις περιπτώσεις του 1ου και 2ου εκ των επίδικων οχημάτων που είχαν εκτελωνισθεί προγενέστερα ως εμπορικά (Τεκμήρια 66 και 67). Η επιστολή που είχε σταλεί προς το Τελωνείο απαντήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 6.4.2010 (Τεκμήριο 69) στην οποία το Τελωνείο εκφράζει τη θέση ότι η δασμολόγηση του 3ου επίδικου οχήματος ήταν ορθή.
  36. Η διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων εισηγήθηκε με επιστολή της ημερομηνίας 8.3.2010 (Τεκμήριο 66) προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών όπως το θέμα επιλυθεί με τη μη διεξαγωγή ελέγχου στα δύο οχήματα που είχαν ήδη τελωνιστεί από τρίτα πρόσωπα ως η παράγραφος 11 ανωτέρω και σε σχέση με εκείνα να μην ζητηθεί η καταβολή φόρων. Εισηγήθηκε επίσης όπως για οχήματα που τελωνίστηκαν με την ορθή - κατά το Τελωνείο - δασμολόγηση μη επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό και όπως οχήματα που ακόμα δεν είχαν εκτελωνισθεί, να τελωνίζονταν με την καταβολή των αναλογούντων φόρων. Η εισήγηση έγινε δεκτή στις 14.3.2010 από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, με την προσυπογραφή του Τεκμηρίου
  37. Στις 31.5.2010 διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων με επιστολή προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών (Τεκμήριο 70) ζήτησε έγκριση για την έκδοση Εκ Των Υστέρων Βεβαίωσης Τελωνειακής Οφειλής προς την Ενάγουσα εταιρεία για την είσπραξη της διαφοράς στους δασμούς που είχαν προκύψει σε σχέση με το 1ο και 2ο επίδικο όχημα. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών στις 27.6.2010, χειρόγραφα, επί της επιστολής Τεκμήριο 70 σημείωσε την έγκριση του.
  38. Στις 16.7.2010 εκδόθηκε από το Τελωνείο προς την Ενάγουσα η Εκ Των Υστέρων Βεβαίωση Άλλης Τελωνειακής Οφειλής υπ' αριθμό 348/2010 (Τεκμήριο 9) με την οποία απαιτήθηκαν φόροι ύψους €17.914,94 πλέον τόκοι σε σχέση με τον εκτελωνισμό του 1ου επίδικου οχήματος (Τεκμήρια 12 και 13).
  39. Την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε από το Τελωνείο προς την Ενάγουσα η Εκ Των Υστέρων Βεβαίωση Άλλης Τελωνειακής Οφειλής απ' αριθμό 347/2010 (Τεκμήριο 8) με την οποία απαιτήθηκαν φόροι ύψους €17.914,61 πλέον τόκοι σε σχέση με τον εκτελωνισμό του 2ου επίδικου οχήματος (Τεκμήρια 10 και 11).
  40. Σύμφωνα με τις δύο προαναφερόμενες Εκ Των Υστέρων Βεβαιώσεις Άλλης Τελωνειακής Οφειλής (Τεκμήρια 8 και 9) το κάθε ένα από τα δύο εκείνα οχήματα «διαθέτει υψηλό κυβισμό μηχανής που ανήκει στην κατηγορία οχημάτων τύπου SUV, το οποίο αν και έχει δυνατότητα φορτίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κύριος προορισμός του είναι η μεταφορά φορτίου και ως εκ τούτου με βάση τη κατασκευή του και τα χαρακτηριστικά του κατατάσσεται στη Δ.Κ. 8703». Ως αποτέλεσμα της επανακατάταξης προέκυπτε ο επιπλέον φόρος κατανάλωσης.
  41. Η Ενάγουσα πλήρωσε υπό διαμαρτυρία το συνολικό ποσό των €35.829,55 που αφορούσαν οι Βεβαιώσεις (Τεκμήρια 8 και 9) για να αποφύγει άλλα τυχόν μέτρα που ενδεχομένως να λαμβάνονταν εναντίον της για αποφυγή πληρωμής δασμών κάτι που θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στη φήμη της Ενάγουσας στην αγορά και στους κατασκευαστές που αντιπροσωπεύει.
  42. Στις εν λόγω Βεβαιώσεις (Τεκμήρια 8 και 9) η Ενάγουσα ενημερώνεται για το δικαίωμα της να καταχωρήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός 75 ημερών από τη λήψη τους καθώς και να καταχωρήσει αίτημα αναθεώρησης εντός 60 ημερών. Η Ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτηση αναθεώρησης και δεν καταχώρησε προσφυγή σε σχέση με τις Βεβαιώσεις.
  43. Στις 3.12.2010 ο ΜΕ3 μαζί με τον ΜΕ1 μετέβηκαν στο ΤΟΜ με σκοπό την εγγραφή του 3ου επίδικου οχήματος ως επιβατικό. Οι λειτουργοί του ΤΟΜ, μετά από επιτόπιο έλεγχο του οχήματος αρνήθηκαν την εγγραφή του στην κατηγορία επιβατικών οχημάτων γιατί θεώρησαν ότι το όχημα είναι εμπορικό. Ενημέρωσαν στον ΜΕ3 ότι εάν ήθελε να εγγράψει το όχημα του ως επιβατικό τότε θα έπρεπε να γίνουν σε αυτό οι προβλεπόμενες μετατροπές. Ο ΜΕ3 υπολογίζει ότι το κόστος των μετατροπών αυτών θα ανέλθει περί τις €5.
  44. Μέχρι σήμερα το 3ο επίδικο όχημα δεν έχει εγγραφεί ως επιβατικό.
  45. Στις 26.1.2011, ο διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 26) προς το ΤΟΜ με την οποία ζητούσε γνωμάτευση αναφορικά με την εγγραφή οχημάτων ιδίου τύπου ως τα επίδικα.
  46. Το ΤΟΜ απάντησε με επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος κ. XXXXX Κολέττα ημερομηνίας 9.3.2011 (Τεκμήριο 27). Σύμφωνα με την επιστολή, με βάση τον Κανονισμό 23

(1)της Κ.Δ.Π. 218/2010 όχημα αυτού του τύπου «δεν δύναται να εγγραφεί ως όχημα κατηγορίας Μ1 [επιβατικό] γιατί δεν συνοδεύεται από ισχύον πιστοποιητικό συμμόρφωσης. Σημειώνεται ότι το εν λόγω όχημα, δύναται να εγγραφεί ως όχημα κατηγορίας Ν1 [εμπορικό] νοουμένου ότι αυτό καλύπτεται από έγκριση τύπου ΕΚ» ως προνοείται στον Κανονισμό 23
(1)(β)(ι).
  1. Ο ΜΕ3 απέστειλε, μέσω του δικηγόρου του επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία παραπονείτο στην Ενάγουσα για την όλη κατάσταση και ζητούσε να ενημερωθεί για τα μέτρα που προτίθετο να λάβει η Ενάγουσα για αποκατάσταση της ζημιάς του (Τεκμήριο 41). Η επιστολή απαντήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας με επιστολή στις 8.6.2011 (Τεκμήριο 42) στην οποία η Ενάγουσα ενημέρωνε τον ΜΕ3 ότι είχε πρόθεση να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των αρμοδίων αρχών.
  2. Ο ΜΕ3 είχε τηλεφωνική επικοινωνία για το θέμα με τον Διευθυντή του ΤΟΜ, στον οποίο απέστειλε και επιστολή ημερομηνίας 16.12.2011 με την οποία ζητούσε επίλυση του ζητήματος (Τεκμήριο 50). Ο Διευθυντής του ΤΟΜ απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 29.12.2011 (Τεκμήριο 51) στην οποία, μεταξύ άλλων, εκφράζει τη θέση ότι για να εγγραφεί το 3ο επίδικο όχημα ως επιβατικό τότε θα έπρεπε να ακολουθηθεί την προβλεπόμενη διαδικασία όπως αυτή επεξηγείται το «εγχειρίδιο αλλαγών/μετατροπών/προσαρμογών για οχήματα κατηγορίας Μ1». Προσθέτει ότι το ΤΟΜ δεν ευθύνεται για τις αποφάσεις του Τελωνείου.
  3. Στις 16.12.2011 ο ΜΕ3 απέστειλε επίσης επιστολή προς το Διευθυντή του Τελωνείου (Τεκμήριο 52) στην οποία παραπονείται για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, εκφράζει την άποψη ότι το Τελωνείο όφειλε να γνωρίζει ότι το ΤΟΜ δεν θα ενέγραφε το όχημα ως επιβατικό και ζητά επιστροφή των επιπλέον δασμών που πλήρωσε. Ο Διευθυντής του Τελωνείου απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 3.2.2012 (Τεκμήριο 53) και επανέλαβε τη θέση ότι η απόφαση του Τελωνείου για τη δασμολόγηση ήταν ορθή. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι είχε προηγηθεί σύσκεψη μεταξύ του Τελωνείου και του ΤΟΜ για το θέμα όμως και τα δύο τμήματα εμμένουν στην ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων τους επί του ζητήματος.
  4. Στις 7.2.2012 ο ΜΕ3 υπέβαλε παράπονο για το ζήτημα στην Επίτροπο Διοίκησης (Τεκμήριο 54). Η Επίτροπος Διοίκησης απάντησε στις 22.1.2013 (Τεκμήριο 55) και τον ενημέρωσε ότι επειδή εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, η ίδια δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια.
  5. Το 2ο επίδικο όχημα που η Ενάγουσα είχε εισαγάγει τον Οκτώβριο 2009 δεν εκτελωνίστηκε τότε ένεκα αυτών των εξελίξεων και παρέμεινε ατελώνιστο στις αποθήκες bonded και αδιάθετο μέχρι 27.9.
  6. Αυτό διότι οι αυξημένοι δασμοί είχαν σαν αποτέλεσμα αντίστοιχη αύξηση στην τιμή αγοράς του οχήματος. Επιπλέον, ένεκα του χρόνου που είχε παρέλθει, η παραγωγή του συγκεκριμένου μοντέλου είχε σταματήσει από τον κατασκευαστή και αυτό δεν το καθιστούσε ελκυστικό σε προτιθέμενους αγοραστές. Τελικά πωλήθηκε στην εταιρεία L.G. Biomed Solutions Limited (Τεκμήριο 28) στις 26.9.2013 σε τιμή €37.500 που η Ενάγουσα θεωρεί ότι ήταν «επί μεγάλης ζημιάς της» (Τεκμήριο 29). Τελωνίστηκε αφού καταβλήθηκε ποσό €25.271,35 που αφορούσε φόρο κατανάλωσης €17.284,79 πλέον €7.986,56 Φ.Π.Α. Εάν είχε δασμολογηθεί ως εμπορικό τότε το πληρωτέο ποσό θα ήταν €8.295 που θα αφορούσε φόρο κατανάλωσης €3.123 πλέον €5.172 Φ.Π.Α.
  7. Δεν ασκήθηκε προσφυγή από την Ενάγουσα ή από τον κ. Πλατρίτη αναφορικά με οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ενέργειες και/ή αποφάσεις του ΤΟΜ ή του Τελωνείου.
  8. Συνιστά θέση της Ενάγουσας, την οποία εξέφρασε μέσω του ΜΕ2 ότι αναφορικά με το κάθε ένα από τα τέσσερα επίδικα οχήματα έχει υποστεί ζημιά ένεκα της διχογνωμίας μεταξύ του Τελωνείου και του ΤΟΜ. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας παρουσίασε, ως μέρος γραπτής δήλωσης που υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του, πίνακες που ετοίμασε αναφορικά με το κάθε όχημα. Σε αυτούς παρουσιάζει και καταγράφει τα ποσά που πλήρωσε η Ενάγουσα σε σχέση με την αγορά, εκτελωνισμό, φόρους, δασμούς και άλλα έξοδα για το κάθε όχημα, καθώς και τα ποσά που εισέπραξε από την πώληση αυτών που τελικά πωλήθηκαν. Αναφορικά με το κάθε επί μέρους ποσό, παρουσίασε και σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις. Συγκεκριμένα: (α) 1ο επίδικο όχημα (με αριθμό πλαισίου XXXXX4543). Αναφορικά με το συγκεκριμένο όχημα, θέση της Ενάγουσας είναι ότι η ζημιά που υπέστη ανέρχεται σε €29.276,
  9. Αυτό το ποσό προκύπτει από την πρόσθεση του κόστους αγοράς, δασμών και επιπλέον δασμών, χρηματικών επιβαρύνσεων, τόκο που επιβλήθηκε από το Τελωνείο και άλλων εξόδων καθώς και ποσού €2.100 που συνιστά το «ελάχιστο κέρδος» της Ενάγουσας (που επεξηγήθηκε από τον ΜΕ2 ως «το ελάχιστο κέρδος το οποίο είναι απαραίτητο για σκοπούς κάλυψης των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας πχ. μισθοί υπαλλήλων, ηλεκτρικό ρεύμα κτλ»). Τα ποσά αυτά συμποσούνται σε €52.352,
  10. Από αυτό το ποσό η Ενάγουσα αφαιρεί ποσό €10.470,43 που θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει τη μείωση της αξίας του κατά 20% γιατί χρησιμοποιείτο ως αυτοκίνητο δοκιμής (test drive car) καθώς και ποσό €12.605,71 που θεωρεί ότι αντιστοιχεί στη σημερινή του αξία πώλησης. (Σχετικά τα Τεκμήρια 33, 34, 35, 1, 9, 12, 13) (β) 2ο επίδικο όχημα (με αριθμό πλαισίου XXXXX4517). Αναφορικά με το συγκεκριμένο όχημα, θέση της Ενάγουσας είναι ότι η ζημιά που υπέστη ανέρχεται σε €17.026,
  11. Αυτό το ποσό προκύπτει από την πρόσθεση του κόστους αγοράς, δασμών, κόστος εγγραφής και άδειας κυκλοφορίας, επιπλέον δασμών, χρηματικών επιβαρύνσεων, τόκο που επιβλήθηκε από το Τμήμα Τελωνείων και το «ελάχιστο κέρδος». Αυτά τα ποσά συμποσούνται σε €53.665,68, από το οποίο η Ενάγουσα αφαίρεσε ποσό €36.638,74 που εισέπραξε από την πώληση του. (Σχετικά τα Τεκμήρια 36, 37, 34, 38, 39, 1, 19, 40, 8, 10, 11 και 18). (γ) 3ο επίδικο όχημα (με αριθμό πλαισίου XXXXX4849). Αναφορικά με το συγκεκριμένο όχημα το οποίο αγοράστηκε από τον ΜΕ3, θέση της Ενάγουσας είναι ότι η ζημιά της ανέρχεται στο ποσό των €14.161,79 που αφορά τη διαφορά των δασμών που θα πλήρωνε εάν αυτό είχε δασμολογηθεί ως εμπορικό. (Σχετικά τα Τεκμήρια 24, 41 και 42). Σε περίπτωση που επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας το ποσό αυτό ή μέρος αυτού, έχει αναλάβει την υποχρέωση να επιστρέψει στον ΜΕ3 ποσό €13.000 που είχε επιβαρυνθεί εκείνος κατά τον εκτελωνισμό και το υπόλοιπο θα παραμείνει στην ίδια (Τεκμήρια 41 και 42). (δ) 4ο επίδικο όχημα (με αριθμό πλαισίου XXXXX4849). Αναφορικά με το συγκεκριμένο όχημα το οποίο αγοράστηκε από την εταιρεία L.G. Biomed Solutions Limited, θέση της Ενάγουσας είναι ότι η ζημιά της ανέρχεται στο ποσό των €14.820,
  12. Το ποσό αυτό προκύπτει από το άθροισμα του κόστους αγοράς, δασμών, έξοδα εγγραφής και άδεια κυκλοφορίας, άλλα έξοδα και το «ελάχιστο κόστος», που συμποσούνται σε €46.649,
  13. Από το ποσό αυτό η Ενάγουσα αφαιρεί ποσό €31.829,24 που είναι η τιμή που το πώλησε στον αγοραστή και παραμένει το ποσό που ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη ζημιά της. (Σχετικά τα Τεκμήρια 43, 44, 45 46, 47, 48 και 29) Όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά δεν περιλαμβάνουν Φ.Π.Α. Αυτά είναι συνοπτικά τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν αυτά στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό τη βάση αγωγής που η Ενάγουσα επικαλείται και τις θεραπείες που αξιώνει. Η Ενάγουσα εδράζει τις αξιώσεις της στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η εξέλιξη αυτής τη κατηγορίας δικαίου είναι διαρκής. Κατά γενικό κανόνα, ένας ενάγοντας δεν έχει αυτόματο αγώγιμο δικαίωμα να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και που κατέστησε τον τελευταίο αδίκως πλουσιότερο[1]. Η αποκατάσταση όμως ενάγοντα στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού αποτελεί θεραπεία που δημιουργήθηκε από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσει τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου[2]. Στην Κύπρο, η θεραπεία αυτή κωδικοποιείται στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  14. Όπως επεξηγείται στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μιχάλης Ζένιος Λτδ ν Touch Properties and Investments Limited, ECLI:CY:AD:2019:A225, Πολιτική έφεση 484/2012 ημερομηνίας 10.6.2019: «.μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα.» Στην υπόθεση εκείνη το Εφετείο είχε ακολουθήσει την προγενέστερη απόφαση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν Δημητρίου Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική έφεση 278/2010 ημερομηνίας 15.10.2015, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης.» Θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας όπως την εκφράζει στην τελική της αγόρευση είναι ότι πρέπει «να θεωρείται πλέον ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ως αυτοτελής βάση αγωγής (cause of action) και η αποκατάσταση (restitution) να αποτελεί την κύρια θεραπεία (remedy)». Στο κοινοδίκαιο φαίνεται ότι υπάρχει μια τάση για επέκταση των περιπτώσεων εκείνων στις οποίες ο ενάγοντας μπορεί να επικαλεστεί στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού για να επιζητήσει θεραπεία[3]. Τα Κυπριακά Δικαστήρια τηρούν μια θετική στάση έναντι αυτής της εξελικτικής πορείας. Όμως, η Κυπριακή νομολογία δεν έχει ακόμα αναγνωρίσει ρητά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως μια ανεξάρτητη και αυτόνομη βάση αγωγής[4]. Δεν υπάρχει ενιαία νομοθεσία για την εκτελώνιση και εγγραφή οχημάτων. Υπάρχουν ειδικές νομοθεσίες που ρυθμίζουν το κάθε στάδιο. Η θέση του Εναγόμενου, με την οποία συμφωνώ, είναι ότι τόσο το Τμήμα Τελωνείων όσο και το ΤΟΜ ενήργησαν, νόμιμα, εντός των εξουσιών τους στις ενέργειες και αποφάσεις τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Συνεπώς δεν διακρίνω πράξη ή παράλειψη από πλευράς του Εναγόμενου που να συνδέεται με παράβαση συμβατικού, αστικού ή συνταγματικού δικαιώματος ώστε να δύναται η Ενάγουσα να εγείρει αξίωση στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εν πάσει περιπτώσει, για να επιτύχει μια αξίωση προς αποκατάσταση το Δικαστήριο πρέπει να αναλογιστεί τα πιο κάτω ερωτήματα[5]. Αυτά δεν είναι οι μοναδικοί παράγοντες που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο όταν αποφασίζει εάν μια περίπτωση είναι κατάλληλη για να δοθεί θεραπεία αυτής της φύσης. Όμως είναι χρήσιμα ως κατευθυντήριες γραμμές για το Δικαστήριο στην απόφαση του: (α) κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ωφεληθεί ή πλουτίσει, (β) κατά πόσο ο πλουτισμός έγινε σε βάρος του ενάγοντα, (γ) κατά πόσο ο πλουτισμός ήταν αδικαιολόγητος και (δ) εάν υπάρχουν οποιεσδήποτε υπερασπίσεις για την στάση του εναγόμενου. Ακολουθώντας αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης μπορεί να αποδοθεί θεραπεία αποκατάστασης στην Ενάγουσα με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συμφωνώ με την θέση της Ενάγουσας ότι εκ των πραγμάτων ο Εναγόμενος έχει προσποριστεί όφελος με την είσπραξη των δασμών που είχε επιβληθεί από το Τελωνείο κατά την εισαγωγή των επίδικων οχημάτων. Το όφελος αυτό ήταν εις βάρος της Ενάγουσας η οποία κατέβαλε τα ποσά. Ποια όμως είναι η ορθή απάντηση στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα; Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που κατ' ισχυρισμό ωφελήθηκε ο Εναγόμενος προήλθε από την απόφαση του Τελωνείου για τη δασμολογική κατάταξη των επίδικων οχημάτων. Ένεκα της απόφαση του Τελωνείου, τα επίδικα οχήματα δασμολογήθηκαν ως επιβατικά, κλάση που βαρύνεται με επαυξημένα τέλη και δασμούς σε σύγκριση την αντίστοιχη με εμπορικά οχήματα. Η Ενάγουσα, για τους λόγους και υπό τις συνθήκες που καταγράφονται στα ευρήματα, πλήρωσε τους αυξημένους δασμούς. Η πλευρά της Ενάγουσας έχει προσπαθήσει - τόσο μέσω των έγγραφων προτάσεων και μέσω της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου της - να πείσει ότι ο πλουτισμός κατέστη αδικαιολόγητος λόγω της «διχογνωμίας» του Τελωνείου και του ΤΟΜ. Όμως, στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι στην πραγματικότητα αυτό που κατά την Ενάγουσα καθιστά τον πλουτισμό αδικαιολόγητο είναι το λανθασμένο της απόφασης του Τελωνείου. Από τις θέσεις των μαρτύρων που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας είναι φανερό ότι συμφωνεί με τη στάση του ΤΟΜ και υιοθετεί την απόφαση του ότι η ορθή κατάταξη των επίδικων οχημάτων είναι ως εμπορικά. Το παράπονο της είναι ότι η απόφαση του Τελωνείου να τα κατατάξει τη δασμολογική κλάση 8703 ως επιβατικά και να τα δασμολογήσει ως τέτοια ήταν λανθασμένη και της προκάλεσε οικονομική ζημιά για την οποία διεκδικεί αποκατάσταση. Η δασμολόγηση όμως από το Τελωνείο - τόσο για το 3ο και 4ο επίδικο όχημα κατά την εκτελώνιση τους, όσο και για το 1ο και 2ο επίδικο όχημα αναδρομικά μέσω των Εκ Των Υστέρων Βεβαιώσεων (Τεκμήρια 8 και 9) - είναι κατά τεκμήριο νόμιμη και ορθή. Η πλευρά της Ενάγουσας παραπονείται για τη «διχογνωμία» μεταξύ των αρμοδίων τμημάτων του κράτους. Όπως η συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε στην τελική της αγόρευση «μόνο στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να εγερθεί το θέμα όσον αφορά τη σημασία των γεγονότων αυτών που διέπουν (όχι τη δημιουργία της υποχρέωσης για καταβολή φόρου) την επιστροφή της διαφοράς των φόρων κατανάλωσης ήτοι το δικαίωμα του κράτους να κατακρατεί την εν λόγω διαφορά όταν αρνείται να το εγγράψει για σκοπούς κυκλοφορίας ως επιβατικό, ενώ κατά την εκτελώνιση εισπράττει για τα εν λόγω οχήματα δασμούς για επιβατικά αυτοκίνητα. Είναι πρόδηλο ότι η διεκδίκηση από μέρους των Εναγόντων για τα εν λόγω ποσά μπορεί να γίνει μόνο με αγωγή. Μόνο στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να αποφασιστούν τα θέματα τα οποία προκύπτουν από τη διχογνωμία των Εναγομένων». Ο συλλογισμός της Ενάγουσας είναι κατά την κρίση μου λανθασμένος και εν γένει αντιφατικός. Από τη μια, δεν παραπονείται για το έννομο της απόφασης του Τελωνείου και για αυτό το λόγο δεν έχει καταχωρήσει προσφυγή, όπως εξήγησε η συνήγορος τους. Όμως είναι φανερό από τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Ενάγουσα ότι από την πρώτη στιγμή θεώρησε την απόφαση του Τελωνείου λανθασμένη. Αυτό κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες που παρουσίασε στο Δικαστήριο, αυτό προκύπτει από τις επικοινωνίες και αλληλογραφία που είχαν με τα αρμόδια τμήματα του κράτους, αυτό δηλώνει στις έγγραφες προτάσεις της και αυτή ήταν η θέση που προβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΥ
  2. Ορθή, κατά την Ενάγουσα, ήταν και παραμένει η κρίση του ΤΟΜ που είχε εκφραστεί από την αρχή όταν είχε ζητηθεί προκαταρτικά η θέση του για την εγγραφή των οχημάτων πριν την εισαγωγή τους και παρέμεινε η ίδια έκτοτε. Το πραγματικό παράπονο της Ενάγουσας και η «γενεσιουργός αιτία» της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί δεν είναι η «διχογνωμία» μεταξύ του Τελωνείου και ΤΟΜ. «Γενεσιουργός αιτία» είναι η απόφαση του Τελωνείου για τη δασμολογική κατάταξη των επίδικων οχημάτων. Ακόμα και αν το ΤΟΜ συμφωνούσε να τα εγγράψει ως επιβατικά, δηλαδή ακόμα και αν η διχογνωμία δεν υπήρχε, η Ενάγουσα πάλιν θα υποστήριζε ότι είχε υποστεί ζημιά. Εδώ έγκειται και η αντιφατικότητα της θέσης της Ενάγουσας. Οι μάρτυρες που παρουσίασε υποστήριζαν ότι λόγω των χαρακτηριστικών και προδιαγραφών των συγκεκριμένων οχημάτων δεν θα μπορούσαν να πωληθούν ως επιβατικά. Θέση των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 ήταν ότι κανένας αγοραστής δεν θα ενδιαφερόταν να πληρώσει τιμή η οποία θα ήταν αυξημένη λόγω των δασμών επιβατικού οχήματος για όχημα με εκείνες τις προδιαγραφές και χαρακτηριστικά. Αυτό το οποίο διακρίνω είναι ότι η διχογνωμία αφ΄ εαυτής δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η απόφαση για δασμολόγηση ως επιβατικών των επίδικων οχημάτων που η Ενάγουσα πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να πωλήσει ως επιβατικά στο κοινό ή που δεν θα της ήταν οικονομικά συμφέρον να πωλήσει ως επιβατικά. Το σημείο στο οποίο επιστρέφει ο συλλογισμός είναι ότι το παράπονο της Ενάγουσας είναι το λανθασμένο της απόφασης του Τελωνείου. Αυτή η απόφαση την «ενοχλεί» επιχειρηματικά. Για λόγους που επεξηγήθηκαν με σαφήνεια, λογική και πειστικότητα από τους μάρτυρες που παρουσίασε, η αύξηση της τιμής πώλησης των επίδικων οχημάτων που προκλήθηκε εξαιτίας της δασμολογικής τους κατάταξης κατέστησε τα οχήματα «μη εμπορεύσιμα» υπό την έννοια ότι ήταν απομακρυσμένο να υπάρξει ενδιαφέρον για αγορά ενός οχήματος με τα χαρακτηριστικά των επίδικων (όπως καταγράφονται στην παράγραφο 9 πιο πάνω) σε τιμή, που εξαιτίας της υψηλής δασμολόγησης, θα ήταν σημαντικά αυξημένη. Ακόμα και αν το ΤΟΜ συμφωνούσε να εγγράψει τα οχήματα ως επιβατικά αυτά θα παρέμεναν ασύμφορα επιχειρηματικά για τους ίδιους λόγους. Αυτό το οποίο έμμεσα επιδιώκει η Ενάγουσα είναι ο έλεγχος της ορθότητας ή νομιμότητας της απόφαση του Τελωνείου στην κατάταξη των επίδικων οχημάτων. Αναλώθηκε αρκετός χρόνος, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση της ΜΥ1, για το κατά πόσο η δασμολογική κλάση στην οποία το Τμήμα Τελωνείων είχε κατατάξει τα επίδικα οχήματα ήταν η ορθή, σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές των επίδικων οχημάτων. Επανέρχομαι τότε στο τρίτο ερώτημα. Συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα μπορεί να υπάρξει μόνο εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι η απόφαση του Τελωνείου ήταν λανθασμένη ή παράνομη. Θεωρώ ότι εάν οι αποφάσεις και ενέργειες του Τελωνείου ήταν ορθές κα νόμιμες τότε αυτό δεν μπορεί να συνυπάρξει με εύρημα ότι δασμοί που εισπράχθηκαν δυνάμει αυτών συνιστούν αδικαιολόγητο πλουτισμό. Προχωρώντας και στο τέταρτο ερώτημα, εάν το Τελωνείο ενεργούσε εντός των πλαισίων των καθηκόντων του και νόμιμα στην δασμολόγηση των επίδικων οχημάτων, πως μπορεί αυτό να μη θεωρηθεί ικανή υπεράσπιση; Θα ήταν θεωρώ στρέβλωση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού να αποδοθεί θεραπεία για αδικαιολόγητο πλουτισμό για αποκατάσταση αποτελεσμάτων διοικητικής πράξης τη οποίας η νομιμότητα ή η ορθότητα δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε κάθε περίπτωση το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να ελέγξει τις επίδικες αποφάσεις του Τελωνείου. Αυτή η αρμοδιότητα ανήκει νόμο στο Διοικητικό Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Έτσι, κάπως ανορθόδοξα, προχωρώ στην προδικαστική ένσταση που ήγειρε στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα, στην ένσταση του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων γιατί αυτό το οποίο η Ενάγουσα επιδιώκει είναι η αναθεώρηση και/ή ο έλεγχος της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Αυτό, συνεχίζει, μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια προσφυγής που η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Δεν επιδιώχθηκε η εκδίκαση επί της ένστασης του Εναγόμενου προδικαστικά αλλά η πλευρά της Υπεράσπισης επέλεξε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφασίσει επί του θέματος μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, στο τέλος της διαδικασίας. Ενόψει της φύσης των εγειρόμενων ζητημάτων, του πλέγματος των γεγονότων και της βάσης αγωγής που επικαλείται η Ενάγουσα, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι θα ήταν ορθότερο το ζήτημα να εξεταστεί στο τέλος της δίκης. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι το παρόν Δικαστήριο ενέχει δικαιοδοσία καθότι το επίδικο θέμα ανήκει στην σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς περιορίζεται σε χρηματική απαίτηση[6] και συνεπώς το όλο θέμα εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Στην ουσία της, η επίδικη διαφορά, εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου γιατί αφορά αποφάσεις της διοίκησης για επιβολή φορολογίας. Το Τελωνείο ενεργούσε για την προαγωγή και εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και συνεπώς οι ενέργειες του εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου[7]. Ο καθορισμός δασμολογικής κλάσης ενός προϊόντος κατά την εισαγωγή του στη Δημοκρατία, που επιφέρει επιβολή φόρου ή δασμού, θεωρώ ότι είναι πράξη που ανάγεται στο δημόσιο δίκαιο. Ο έλεγχος της ορθότητας απόφασης για επιβολή φορολογίας εμπίπτει στον ακυρωτικό έλεγχο του Διοικητικού Δικαστηρίου. Αυτό ισχύει και για αποφάσεις του Τμήματος Τελωνείων[8]. Από τη στιγμή που η απόφαση επιβολής φορολογίας δεν προσβλήθηκε στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος εντός της καθορισμένη προθεσμίας, τότε η νομιμότητα και εγκυρότητα της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο έχει υποστεί ζημιά συνεπεία πράξης της διοίκησης που έχει κηρυχτεί άκυρη μετά από προσφυγή, δικαιούται να διεκδικήσει δικαστικά δίκαια και εύλογη αποζημίωση ή άλλη θεραπεία[9]. Συνιστά όμως προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει προηγηθεί (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο, (β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την απόφαση προς τη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμόδιου τμήματος της διοίκησης να το εξετάσει. Εάν η ο Εναγόμενος διατασσόταν να αποκαταστήσει τη ζημιά που ισχυρίζεται η Ενάγουσα τότε το αποτέλεσμα θα ήταν το κράτος να έχει εισπράξει χαμηλότερους δασμούς από τους προβλεπόμενους, για οχήματα που τελωνίστηκαν ως επιβατικά και που θα έπρεπε να είχαν δασμολογηθεί ως τέτοια. Η επιτυχία της αγωγής θα δημιουργούσε αυτή τη στρέβλωση και τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν και νομικά ανεπίτρεπτο και ανεπιθύμητο. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι για να δικαιούτο να αποκατασταθεί ή να αποζημιωθεί για τη δικογραφημένη ζημιά της η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε προηγηθεί ακύρωση των πράξεων του Τελωνείου στα πλαίσια Προσφυγής. Να σημειώσω παρενθετικά ότι δεν αμφισβητώ ότι η οικονομική ζημία της Ενάγουσας από την κατάσταση που δημιουργήθηκε είναι αυτή που περιέγραψε ο ΜΕ4 και παραθέτω στην παράγραφο 45 των ευρημάτων μου πιο πάνω. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας εξήγησε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια το κάθε ποσό στο οποίο αναφέρθηκε στη μαρτυρία του και τεκμηρίωσε τις θέσεις του με τα έγγραφα, επιστολές, τιμολόγια και αποδείξεις που παρουσίασε. Όμως, για να δικαιούται η Ενάγουσα να απαιτεί αποζημιώσεις έπρεπε προηγουμένως να έχει επιτύχει ακύρωση των διοικητικών πράξεων που ισχυρίζεται ότι προκάλεσαν τη ζημιά της. Τέτοια ακύρωση δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Αυτό εκθεμελιώνει το υπόβαθρο των αξιώσεων που εγείρει η Ενάγουσα. Καταλήγοντας επί αυτού του ζητήματος, κρίνω ότι η ένσταση που εγείρει ο Εναγόμενος σε σχέση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι ορθή. Αυτό που συγκεκαλυμμένα επιδιώκει η Ενάγουσα είναι η αναθεώρηση των αποφάσεων του Τελωνείου και, αφού υπάρξει συμπέρασμα για το λανθασμένο ή αντινομικό των αποφάσεων αυτών, απόδοση αποζημίωσης για τη ζημιά της Ενάγουσας συνεπεία των εν λόγω αποφάσεων. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει νομιμότητα ή την ορθότητα της επιβολής φορολογίας από το Τελωνείο. Παρά την κατάληξη αυτή, για σκοπούς πληρότητας επανέρχομαι στην ουσία της υπόθεση της Ενάγουσας η οποία, διαζευκτικά με τα όσα έχω προαναφέρει ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε αποκατάσταση ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε σχέση με τα ποσά που πλήρωσε τελώντας υπό πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα, στη βάση των αρχών που καθιερώθηκαν στην Kleinwort Benson Ltd v Lincoln City Council [1998] All ER. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη συνήγορο της Ενάγουσας, η Ενάγουσα τελούσε «υπό πλάνη όταν κατέβαλε τους αυξημένους δασμούς ή τέλη και τις εκ των υστέρων «δήθεν οφειλές» που απαιτήθηκαν από [τον Εναγόμενο], τούτο γιατί, δεν γνώριζαν και/ή δεν μπορούσαν να προβλέψουν την ανακολουθία/διχογνωμία των μετέπειτα αποφάσεων των Εναγομένων. Τονίζεται ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημέρωσαν ότι το ΤΟΜ δεν θα αποδεχόταν να εγγράψει [το επίδικο όχημα] ως επιβατικό. Συνωδά ότι οι Ενάγοντες τελούσαν υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ή το νόμο όταν προέβαιναν στην παραγγελία και των 4 επίδικων οχημάτων ένεκα των μέχρι τότε παραστάσεων των Εναγομένων.» Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Πριν την εισαγωγή των επίδικων οχημάτων, η Ενάγουσα είχε λάβει γραπτώς τη θέση του ΤΟΜ ότι τα επίδικα οχήματα θα εγγράφονταν ως εμπορικά. Είχε ζητήσει και τη θέση του Τελωνείου όμως δεν περίμενε να λάβει απάντηση πριν την εισαγωγή τους. Κατά τον εκτελωνισμό και εγγραφή των δύο πρώτων οχημάτων δεν γνώριζε ότι, εκ των υστέρων, το Τελωνείο θα άλλαζε την δασμολογική κατάταξη με τις Βεβαιώσεις (Τεκμήρια 8 και 9). Όταν όμως πλήρωνε τα επιπλέον ποσά με βάση αυτές, είχε ενημερωθεί για το δικαίωμα της να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο ή να ζητήσει αναθεώρηση της απόφασης του Τελωνείου. Ενημερώθηκε γραπτώς και ρητά στις ίδιες τις βεβαιώσεις. Για το 3ο επίδικο όχημα ενώ πλήρωσε υπό διαμαρτυρία και πάλιν δεν προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για το 4ο όχημα. Η θέση του ΤΟΜ σε σχέση με την εγγραφή των οχημάτων ήταν γνωστή εξ αρχής. Προβάλλεται τέλος τη θέση από την πλευρά της Ενάγουσας ότι κατά την πληρωμή των αυξημένων τελών ενεργούσαν «υπό καθεστώς πίεσης και/ή εκβιασμού από πρόσωπο που βρισκόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε δεσπόζουσα θέση και εν πάσει περιπτώσει η είσπραξη τους αποτελεί για τον Εναγόμενο προϊόν αδικαιολόγητου πλουτισμού». Αναφορικά με τη θέση περί πίεσης και εκφοβισμού, στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρει ότι «όλα τα αυτοκίνητα βρίσκονταν ήδη στην Κύπρο και δύο από αυτά είχαν ήδη εκτελωνιστεί και το ένα πωληθεί σε πελάτη, ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να τα επιστρέψουν πίσω στους κατασκευαστές». Και πάλιν όμως δεν διακρίνω ότι υπήρχε τέτοια πίεση που να δικαιολογεί την παράληψη καταχώρησης Προσφυγής εναντίον της φορολογίας που επιβλήθηκε. Στοιχεία εκφοβισμού δεν έχω εντοπίσει. Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι η αξίωση της Ενάγουσας για τιμωρητικές ή επαυξημένες αποζημιώσεων δεν μπορεί να επιτύχει. Συγκεφαλαιώνοντας, για όλους τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. Τα επιδικασθέντα έξοδα, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύγγραμμα Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελ. 12, Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1998] 4 All E.R. 513 [2] Παναγιώτης Κιτσή ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 [3] Investment Trust Companies v HMRC [2012] EWHC 458 [4] Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Minerva Finance Investment Ltd. v Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311 [5] Banque Financiere de la Cite v. Parc (Battessea) Ltd [1998] 1 All E.R. 737, Investment Trust Companies v HMRC [2012] EWHC 458 [6] Σχετική η Ανδρέας Ε. Μιχαήλ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ 470 [7] Shoham (Cyprus) Limited v Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 404 [8] Κώστας Προκοπίου Λτδ ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Υπόθεση 725/2007, ημερομηνίας 10.9.2010 [9] Γενικός Εισαγγελέας ν Χαράλαμπος Ταλιαδώρος κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 11381 και 11403 ημερομηνίας 25.4.2005 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.