← Κύπρος

Γεωργίου ν. Χριστοφή, Αρ. Αγωγής: 8629/12, 22/1/2020

Γεωργίου ν. Χριστοφή, Αρ. Αγωγής: 8629/12, 22/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8629/12 Μεταξύ: XXXXX Ν. Γεωργίου Ενάγουσας -και- XXXXX Χριστοφή Εναγομένου Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Πανταζή Για τον Εναγόμενο: κ. Παρτασίδης ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου για κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό που προέκυψε κατόπιν συμφωνίας δανείου. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Σύμφωνα, όμως, με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα, τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις, Αμβρόσιος Κυπριανού ν. Ευρυδίκη Βασιλείου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1320, Evangelou Alexandros Camera House Ltd και Άλλος ν. Minerva Finance & Investments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1734 και Kennedy Hotels Ltd ν. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον Εναγόμενο, ο οποίος είναι αδελφός της, συνήψε δάνειο στο όνομά της και εκ μέρους του Εναγόμενου στη ΣΠΕ Ορούντας για το ποσό των £
  2. Από το πιο πάνω ποσό θα επωφελείτο ο Εναγόμενος τις £
  3. 000 και η Ενάγουσα τις £
  4. Ήταν όρος της επίδικης συμφωνίας ότι ο Εναγόμενος θα αποπλήρωνε ο ίδιος το δάνειο μέχρι του ποσού των £
  5. 000, καθότι το πιο πάνω ποσό δεν αποτελούσε δωρεά και δεν δόθηκε χαριστικώς. Ο Εναγόμενος από τις 02.11.2000 μέχρι 15.11.2001 κατέθετε διάφορα ποσά στον λογαριασμό της Ενάγουσας προς αποπληρωμή του εν λόγω δανείου. Συνολικά ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των £
  6. Περί τα τέλη του 2001 ο Εναγόμενος ζήτησε από την Ενάγουσα να συνάψει εκ νέου δάνειο στο όνομά της και για λογαριασμό του. Η Ενάγουσα κατά ή περί τις 28.12.2001 προχώρησε με τη σύναψη δανείου ύψους £
  7. Ο Εναγόμενος από τις 04.09.2003 μέχρι 14.10.2006 κατέθετε διάφορα ποσά έναντι του πιο πάνω δανείου. Συνολικά κατέθεσε το ποσό των £1.
  8. Κατά ή περί τις 13.05.2009 τα δύο δάνεια συνενώθηκαν και εκδόθηκε ένα νέο δάνειο για το ποσό των €
  9. Επιπλέον, κατόπιν προφορικής συμφωνίας της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο ο Εναγόμενος κατέθεσε στον λογαριασμό της Ενάγουσας το συνολικό ποσό των €
  10. Η Ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της έστειλε επιστολή ημερομηνίας 06.08.2012 με την οποία καλούσε τον Εναγόμενο να αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Αξίωσε, δε περαιτέρω οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του προέβη σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Άνευ βλάβης και διαζευκτικά με την πιο πάνω άρνησή του ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δόθηκαν από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο δυνάμει δωρεάς και/ή χαριστικώς και η τυχόν αποπληρωμή τους θα γινόταν μόνο και εάν και εφόσον ο Εναγόμενος επιθυμούσε ή/και είχε την οικονομική ευχέρεια να το πράξει. Η Ενάγουσα στην απάντηση στην Υπεράσπιση συνένωσε τα επίδικα θέματα με τον Εναγόμενο. Παραδεκτά γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Παραδεκτά γεγονότα μπορούν να προκύψουν μεταξύ άλλων μέσω των δικογράφων και δια των δηλώσεων των συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Tο Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη & Ν.Σάντη σελ.
  2. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 19.04.19 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα δάνεια που εκδόθηκαν από την ΣΠΕ Ορούντας, ήτοι το δάνειο, ημερομηνίας 02.10.2000, και το δάνειο του Δεκέμβρη του 2001, συγχωνεύτηκαν στις 13.05.2009 και το υπόλοιπο στις 02.04.2019 ανερχόταν στο ποσό των €49,
  3. Μαρτυρία Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η Ενάγουσα ως ΜΕ1 και η XXXXX Νικολάου ως ΜΕ
  4. Η κυρίως εξέτασή της ΜΕ1 έγινε μέσω γραπτής δήλωσης. Η ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 έγγραφο κατάστασης λογαριασμού ημερομηνίας 25.07.12, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού ημερομηνίας 25.07.12, ως Τεκμήριο 3 βιβλιάριο καταθέσεων, ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 25.07.2012, ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού ημερομηνίας 28.11.11, ως Τεκμήριο 6(Α) με 6(Ζ) κατέθεσε αποδείξεις πληρωμής εκδοθείσες από τη ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας. Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι το έτος 2000 λόγω άμεσης ανάγκης του αδελφού της ο τελευταίος της ζήτησε να του δανείσει χρήματα. Επειδή η ίδια δεν είχε χρήματα, συμφώνησε να συνάψει δάνειο στο όνομά της από τη ΣΠΕ Ορούντας και να του δώσει το προϊόν του δανείου. Ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να λάβει ο ίδιος δάνειο στο όνομά του, καθότι είχε ήδη διάφορα άλλα δάνεια. Σύμφωνα με την Ενάγουσα η συμφωνία τους έγκειτο στο ότι η ίδια θα υπέβαλε αίτηση για δάνειο εξ £
  5. Από το πιο πάνω ποσό θα έδιδε στον Εναγόμενο το ποσό των £
  6. Εξήγησε ότι και στο παρελθόν είχε δώσει στον Εναγόμενο το ποσό των £5.000 και συμφώνησε ότι θα του χάριζε το πιο πάνω ποσό. Δήλωσε, όμως, ότι για το νέο δάνειο θα αναλάμβανε ο Εναγόμενος να πληρώνει τη μηνιαία δόση μέχρι την εξόφληση του ποσού των £7.000 πλέον τόκους. Στις 02.10.2000 εκδόθηκε το σχετικό δάνειο και η Ενάγουσα έδωσε το ποσό των £
  7. 000 στον Εναγόμενο. Ακολούθως τον Δεκέμβρη του 2001 ο Εναγόμενος της ζήτησε να του δανείσει το ποσό των £
  8. Έτσι η Ενάγουσα προέβη εκ νέου σε δανεισμό από τη ΣΠΕ Ορούντας υποθηκεύοντας το σπίτι της. Ακολούθως το δάνειο εκδόθηκε και η ίδια έδωσε το ποσό των £
  9. 000 στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν γεωργός, σε διάφορα διαστήματα έδιδε στην Ενάγουσα προϊόντα που παρήγαγε. Η ίδια τα πουλούσε και ό,τι εισέπραττε το κατέθετε έναντι του πρώτου δανείου. Συνολικά τα ποσά αυτά ανέρχονται στο ποσό των £
  10. Ο Εναγόμενος ουδέν άλλο ποσό κατέβαλε και υποσχόταν στην Ενάγουσα ότι θα διευθετούσε το δάνειο. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι περί της ύπαρξης καθυστερήσεων στα δύο δάνεια το 2008 όταν έλαβε επιστολή από την Τράπεζα. Ακολούθως τα δύο δάνεια συνενώθηκαν και η Ενάγουσα κατέβαλλε το ποσό των €546 μηνιαίως έναντι αυτών. Η ίδια επανειλημμένα ζητούσε από τον Εναγόμενο να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις των δανείων, αλλά ο τελευταίος της απαντούσε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Περί τις αρχές του έτους 2012 οι θυγατέρες του Εναγόμενου πρότειναν στην Ενάγουσα να καταθέτουν το ποσό των €300 μηνιαίως για λογαριασμό του Εναγόμενου. Σε διάφορες ημερομηνίες στο έτος 2012 οι θυγατέρες του Εναγόμενου προέβησαν σε έξι καταθέσεις των €300 έκαστη. Τον Δεκέμβρη του 2012 η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν θα τηρούσε τη συμφωνία και δεν θα πλήρωνε τις δόσεις. Τόνισε ότι τα ποσά των δανείων ουδέποτε δόθηκαν χαριστικά στον Εναγόμενο και ούτε δόθηκαν ως δωρεά σ' αυτόν. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής είχε στενές σχέσεις με τον αδελφό της όπως και με τις θυγατέρες αυτού. Δέχθηκε, επίσης, ότι στο παρελθόν έδωσε χρήματα στον αδελφό της. Διευκρίνισε, όμως, ότι δεν ζήτησε τα πιο πάνω ποσά, καθότι εκείνα τα χρήματα τα έδωσε χαριστικά. Σε σχέση με τα προϊόντα που λάμβανε από τον αδελφό της σε διάφορες ημερομηνίες εξήγησε ότι ο αδελφός της δεν της ζήτησε λεφτά, επειδή ο ίδιος ήξερε ότι το προϊόν από την πώληση αυτό κατατίθετο στον λογαριασμό του. Δεν γνώριζε, όμως, το κατά πόσο ο αδελφός της πληροφορείτο ότι τα ποσά από τα πιο πάνω προϊόντα έμπαιναν στον επίδικο λογαριασμό. Συμφώνησε ακολούθως ότι ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό προσωπικά. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί προέβη σε νέο δάνειο προς τον αδελφό της αφού ο ίδιος δεν πλήρωσε το προηγούμενο, απάντησε πως η ίδια δεν ήξερε ότι δεν πλήρωνε, καθότι οι Συνεργατικές τότε δεν έστελλαν καταστάσεις λογαριασμού. Η ίδια ρωτούσε τον Εναγόμενο και ο τελευταίος απαντούσε «Θα τα κανονίσω». Εξήγησε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος τότε ήταν μέλος της Συνεργατικής. Διευκρίνισε ακολούθως ότι το ποσό των £
  11. 114 προέκυψε από την πώληση των αντικείμενων και προϊόντων που της έδωσε ο αδελφός της. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η συμφωνία ήταν ότι ο Εναγόμενος θα αναλάμβανε να πληρώνει την τράπεζα απευθείας. Σε ερώτηση να προσδιορίσει πότε θα αποπλήρωνε τα επίδικα δάνεια ο αδελφός της, απάντησε ότι ο αδελφός της θα πλήρωνε στη Συνεργατική και όχι στην ίδια. Η ίδια πληροφορήθηκε το 2008 ότι δεν πλήρωνε ο αδελφός της. Ανέφερε ακολούθως ότι τότε στη Συνεργατική η πρακτική ήταν ο δανειολήπτης να κατέθετε όσα μπορούσε και δεν έστελλαν καταστάσεις λογαριασμού. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της ίδιας και του αδελφού της για αποπληρωμή του δανείου. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι τα επίδικα ποσά δόθηκαν χαριστικά. Αρνήθηκε, περαιτέρω, την υποβολή ότι τυχόν αποπληρωμή θα γινόταν μόνο εάν και εφόσον ο Εναγόμενος επιθυμούσε και είχε την οικονομική ευχέρεια να το πράξει. Συμφώνησε με την υποβολή ότι οι θυγατέρες του Εναγόμενου κατέθεσαν έξι μηνιαίες δόσεις σε λογαριασμό που υπέδειξε η ίδια μετά από παράκλησή της. Αρνήθηκε όμως την υποβολή ότι οι θυγατέρες του Εναγόμενου έδωσαν το πιο πάνω ποσό ως βοήθεια χαριστικώς. Επόμενη μάρτυρας ήταν η XXXXX Νικολάου υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, ως ΜΕ
  12. Η ΜΕ2 προηγουμένως εργαζόταν στη ΣΠΕ Ορούντας, η οποία μετονομάστηκε διαδοχικά σε ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας, Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα και πλέον λειτουργεί ως Ελληνική Τράπεζα. Η ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 18.04.
  13. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Ενάγουσας τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε ο Εναγόμενος. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος, ως ΜΥ
  14. Η κυρίως εξέταση του Εναγόμενου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης κατάθεσης. Στην κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το 2000 αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και απευθύνθηκε στην αδελφή του για οικονομική υποστήριξη. Ο λόγος που απευθύνθηκε στην αδελφή του ήταν διότι δεν μπορούσε ο ίδιος να συνάψει δάνειο μέσω τράπεζας στο όνομά του ή στο όνομα της συζύγου του. Δήλωσε ότι η συμφωνία με την αδελφή του ήταν να του δωρίσει χρήματα και τυχόν αποπληρωμή θα γινόταν μόνο αν και εφόσον οι οικονομικές του συνθήκες άλλαζαν και είχε την οικονομική ευχέρεια να το πράξει. Δήλωσε ότι λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν μπόρεσε να δώσει οποιοδήποτε ποσό στην αδελφή του. Τον Δεκέμβρη του 2001 η αδελφή του συνήψε όντως δεύτερο δάνειο με την τράπεζα με σκοπό να του δώσει ξανά χρήματα. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με το ύψος των ποσών που η αδελφή του ισχυρίζεται πως του έδωσε. Δήλωσε ότι ποτέ δεν είπε στην αδελφή του ή ότι συμφώνησε να πληρώνει οποιανδήποτε δόση. Ανέφερε ακολούθως ότι η αδελφή του έπαιρνε από τον ίδιο διάφορα γεωργικά προϊόντα τα οποία ο ίδιος τα έδιδε με χαριστική διάθεση. Η Ενάγουσα ουδέποτε του ανέφερε ότι πωλούσε τα πιο πάνω προϊόντα και δεν γνώριζε ότι τα χρήματα από την πώληση αυτών κατατίθεντο έναντι των δόσεων του δανείου. Δήλωσε ότι δεν ήταν ασυνήθιστο στη μεταξύ τους αδελφική σχέση να δωρίζει ο ένας του άλλου διάφορα ποσά και υλικά αγαθά όταν υπήρχε ανάγκη. Ανέφερε ότι δυστυχώς δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην αδελφή του, αφού μετά βίας μπορεί να πληρώσει τα έξοδα διαβίωσής του. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι όντως ζήτησε χρήματα από την Ενάγουσα. Δεν θυμόταν όμως πιο ποσό ζήτησε. Συμφώνησε, όμως, ότι του δόθηκε το ποσό των £7.
  15. Σε ερώτηση αν ζήτησε χρήματα εκ νέου το 2001 απάντησε «Δεν θυμούμαι». Συμφώνησε, όμως, με την υποβολή ότι τον Δεκέμβρη του 2001 ζήτησε από την Ενάγουσα να τον δανείσει £
  16. Ανέφερε ότι ο ίδιος ζήτησε λεφτά από την Ενάγουσα, αλλά δεν γνώριζε ότι ήταν κατόπιν δανείου που η αδελφή του τα εξασφάλισε. Συμφώνησε παράλληλα ότι τον επίδικο χρόνο ήταν μέλος της ΣΠΕ Ορούντας. Ακολούθως επανέλαβε ότι δεν θυμάται ούτε τον χρόνο ούτε με ποιον τρόπο έλαβε το ποσό των £
  17. Το ίδιο ανέφερε και σε σχέση με το ποσό των £
  18. Συμφώνησε, όμως, ότι υπάρχει μεταφορά χρημάτων ύψους £
  19. 000 στις 28.12.
  20. Δήλωσε ότι σε σχέση με τα διάφορα γεωργικά προϊόντα τα οποία έπαιρνε η Ενάγουσα από το σπίτι του, ο ίδιος δεν γνώριζε πώς τα διέθετε. Δέχθηκε ακολούθως ότι η Ενάγουσα επικοινώνησε μαζί του για πληρωμή του ποσού αλλά ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα και ακολούθως έλαβε την αγωγή. Σε υποβολή ότι οφείλει τα πιο πάνω ποσά στην Ενάγουσα, απάντησε ότι δεν τα οφείλει, καθότι η συμφωνία ήταν ότι θα πλήρωνε μόνο όταν και εφόσον θα μπορούσε. Επόμενη μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η θυγατέρα του Εναγομένου XXXXX Χριστοφή ΜΥ
  21. Η ΜΥ2 με τη μαρτυρία της προώθησε τη θέση ότι τα χρήματα που έδωσαν οι θυγατέρες του Εναγομένου στην Ενάγουσα τα έδωσαν ως δωρεά προς αυτή. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω, επίσης, κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα δικόγραφα και την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι ουσιαστικό επίδικο θέμα είναι το κατά ποσό τα οποιαδήποτε τυχόν χρήματα που δόθηκαν από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο δόθηκαν χαριστικά ή όχι. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία της ΜΕ1 χαρακτηρίζεται από συνοχή και σταθερότητα. Η θέση της ΜΕ1 ότι προέβη σε δύο δανεισμούς με τη ΣΠΕ Ορούντας, ως ήταν τότε υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Επιπλέον, από τα ενώπιόν μου παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι τα δυο δάνεια συγχωνεύθηκαν σε ένα. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 2012 λάμβανε μηνιαίως το ποσό των € 300 σε λογαριασμό της από τις θυγατέρες του Εναγομένου υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία και συγκεκριμένα από τα Τεκμήρια 6 Α με 6 Ζ. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι έδωσε χρήματα στον Εναγόμενο ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και έγινε δεκτή από τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα η θέση της ότι έδωσε στον αδελφό της το έτος 2000 το ποσό των Λ.Κ 7.000 έγινε δεκτή από τον Εναγόμενο. Επίσης, η θέση της ότι έδωσε το ποσό των Λ.Κ. 15.000 στον Εναγόμενο τον Δεκέμβρη του 2001 επιβεβαιώνεται και από την κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο
  2. Επιπλέον, ο Εναγόμενος κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2001 ζήτησε από την αδελφή του να του δανείσει το ποσό των ΛΚ
  3. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν ότι έδωσε τα επίδικα ποσά χρημάτων στον Εναγόμενο όχι ως δάνειο, αλλά ως δωρεά. Επί του συγκεκριμένου σημείου η θέση της Ενάγουσας ήταν σταθερή και πειστική. Επίσης, το γεγονός ότι έλαβε κάποια προϊόντα και αντικείμενα από τον Εναγόμενο, τα οποία πώλησε και το προϊόν από την πώλησή τους το κατέθεσε έναντι του δανείου, δεν κατατείνει στο συμπέρασμα ότι και η ίδια έδωσε τα επίδικα ποσά ως δωρεά. Το ότι ο Εναγόμενος έδωσε κάποια προϊόντα με χαριστική διάθεση δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όλες οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διέποντο από χαριστική διάθεση. Επιπλέον, η θέση της ότι την επίδικη περίοδο οι Συνεργατικές τράπεζες δεν απέστελλαν καταστάσεις λογαριασμού δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και ούτε η ΜΕ2 υπάλληλος της Συνεργατικής τράπεζας κατέθεσε οποιαδήποτε προειδοποιητική επιστολή που τυχόν στάλθηκε στην Ενάγουσα, πριν το έτος 2008, σε σχέση με τα επίδικα δάνεια που η Ενάγουσα συνήψε. Επομένως, η θέση της ότι πληροφορήθηκε το 2008 περί το ότι ο Εναγόμενος δεν πλήρωνε τα επίδικα δάνεια στην Τράπεζα μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, η θέση της ότι δάνεισε τα επίδικα χρηματικά ποσά ουσιαστικά επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον ως προς το ποσό των Λ.Κ 15.000, από τον Εναγόμενο, ο οποίος δέχθηκε, κατά την αντεξέτασή του, ότι τον Δεκέμβριο του 2001 ζήτησε από την Ενάγουσα να του δανείσει το ποσό των Λ.Κ 15.
  4. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΕ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ
  5. Η ΜΕ2 δεν αντεξετάσθηκε και η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 στερείται λογικής και πειστικότητας και χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Ο ΜΥ1, ενώ αρχικά προέβαλε τη θέση ότι τα χρήματα τα έλαβε χαριστικά και ως δωρεά, κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι το 2001 ζήτησε Λ.Κ 15.000 δάνειο από την αδελφή του. Η προβολή δυο αντικρουόμενων θέσεων σε σχέση με το βασικό επίδικο ζήτημα αποδυναμώνει αναπόφευκτα την αξιοπιστία του Εναγομένου. Παρά τα πιο πάνω, η θέση του ότι τα χρήματα του δόθηκαν χαριστικά και ότι ο ίδιος θα εξοφλούσε μόνο εάν και εφόσον είχε την οικονομική δυνατότητα, αφίσταται της λογικής. Εάν ο Εναγόμενος λάμβανε τα επίδικα ποσά χρημάτων ως δωρεά ή από χαριστική αιτία, δεν θα είχε υποχρέωση να τα επιστρέψει, είτε είχε την οικονομική δυνατότητα είτε όχι. Η αναφορά του σε υπό προϋποθέσεις επιστροφή των ποσών που έλαβε δεν συμβαδίζει με την έννοια της δωρεάς και της λήψης χρημάτων από χαριστική αιτία. Συνεπώς, η βασική του θέση δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Εναγομένου για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα της υπό κρίση αγωγής. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2 Οι αναφορές της ΜΥ2 σε σχέση με την αιτία που, οι θυγατέρες του Εναγομένου, κατέθεσαν τις 6 δόσεις των € 300 σε λογαριασμό της Ενάγουσας, δεν μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα θέματα. Συγκεκριμένα η διάθεση των θυγατέρων του Εναγόμενου να καταβάλουν χρήματα σε λογαριασμό της Ενάγουσας ακόμη και χαριστικώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι και η Ενάγουσα κατέβαλε τα επίδικα ποσά στον Εναγόμενο ως δωρεά ή χαριστικά. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, των παραδεκτών γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Οι διάδικοι είναι αδέλφια. Η Ενάγουσα περί το έτος 2000 προέβη σε δανεισμό με την ΣΠΕ Ορούντας για το συνολικό ποσό των Λ.Κ 9.000 και έδωσε το ποσό των Λ.Κ 7.000 στον Εναγόμενο με την συμφωνία όπως ο Εναγόμενος καταβάλει τις δόσεις του εν λόγω δανείου. Η Ενάγουσα σε διάφορες περιόδους έλαβε από τον Εναγόμενο γεωργικά προϊόντα και διάφορα αντικείμενα, τα οποία πώλησε. Το προϊόν από την πώληση των πιο πάνω προϊόντων το κατέθετε στον λογαριασμό δανείου που τηρείτο στη ΣΠΕ Ορούντας και το λόγισε έναντι των χρημάτων που έδωσε στον Εναγόμενο. Συνολικά τα ποσά αυτά ανέρχονται στο ποσό των £
  6. 114 ή το ισάξιο σε € 1,957.81 Τον Δεκέμβριο του 2001 ο Εναγόμενος ζήτησε εκ νέου χρήματα από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα ζήτησε από την Ενάγουσα να του δώσει το ποσό των Λ.Κ 15.
  7. Η Ενάγουσα, συνομολόγησε εκ νέου δάνειο με την ΣΠΕ Ορούντας από το προϊόν του οποίο έδωσε το ποσό των Λ.Κ 15.000 στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος κατά τον χρόνο που λάμβανε τα πιο πάνω ποσά ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώνει απευθείας τις δόσεις των δανείων, που συνήφθηκαν από την Ενάγουσα και Τραπεζικό ίδρυμα, στο βαθμό και έκταση που αφορούσαν τα ποσά που ο ίδιος έλαβε. Η Ενάγουσα πληροφορήθηκε το ότι ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε τις δόσεις των επίδικων δανείων μόλις το
  8. Τα δάνεια που συνήψε η Ενάγουσα για να δώσει τα επίδικα ποσά στον Εναγόμενο συγχωνεύτηκαν στις 13.05.2009 και το υπόλοιπο στις 02.04.2019 ανερχόταν στο ποσό των €
  9. 459,
  10. Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε. Από τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι τον Αύγουστο του 2012 οι θυγατέρες του Εναγομένου κατέθεσαν το συνολικό ποσό των € 1.800 σε λογαριασμό της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω ποσά η Ενάγουσα τα κατέθεσε έναντι των δανείων που συγχωνεύθηκαν και τα λόγισε έναντι του δεύτερου δανείου αρχικού ύψους Λ.Κ
  11. 000 που έδωσε στον Εναγόμενο. Έκτοτε ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε από ή εκ μέρους του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Ακολούθως καταχωρήθηκε η υπό κρίση αγωγή. Συνολικά η Ενάγουσα έδωσε το ποσό των Λ.Κ 21.000, ή το ισάξιο σε € 35,880.63 στον Εναγόμενο. Η ΣΠΕ Ορούντας σε κάποιο στάδιο μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Δυτικής Λευκωσίας, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας, Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα και πλέον λειτουργεί ως Ελληνική Τράπεζα. Νομική Πτυχή Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης το φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αποτελεί δε καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν είτε την καθιστούν ανεδαφική. Σχετική, είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα ( ανωτέρω). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα είναι το κατά ποσό τα χρήματα, τα οποία δόθηκαν από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο, δόθηκαν ως δάνειο ή ως δωρεά με χαριστική διάθεση. Διευκρινίζεται ότι το γεγονός και μόνο της καταβολής χρημάτων από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του δανείου. Σχετική είναι η απόφαση Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162. Ως προς τον τρόπο απόδειξης της σύμβασης δανείου διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, Τόμος 2, παρ. 39-264 υπό τον τίτλο «Απόδειξη δανείου» («Proof of Loan»), ως ακολούθως: «If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν αποδειχτεί ή γίνει παραδεκτό ότι χρήματα πληρώθηκαν από τον Α προς το Β, τότε, στην απουσία οποιονδήποτε συνθηκών που να υποδηλούν τεκμήριο δωρεάς, τότε υπάρχει εκ πρώτης όψεως υποχρέωση αποπληρωμής των χρημάτων; Συνεπώς, αν ο Β ισχυριστεί ότι πρόθεση ήταν όπως τα λεφτά συνιστούν δώρο, το βάρος είναι πάνω του να το αποδείξει αυτό ως γεγονός.» Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι η καταβολή χρημάτων μπορεί να μην αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη δανείου, εντούτοις δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υποχρέωση αποπληρωμής, όταν δεν υφίστανται συνθήκες που υποδηλούν την ύπαρξη του τεκμηρίου δωρεάς. Στην υπό κρίση υπόθεση ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι δημιουργείται τεκμήριο δωρεάς. Επομένως, το πρώτο ζήτημα, το οποίο χρήζει διερεύνησης είναι η νομική φύση της δωρεάς. Επί του προκειμένου διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Volume 52, έτους 2014, παράγραφος 201, ως ακολούθως : «A gift made between living persons (inter vivos) may be defined shortly as the transfer of any property from one person to another gratuitously while the donor is alive and not in expectation of death. It is an act whereby something is voluntarily transferred from the true owner in possession to another person with the full intention that the thing shall not return to the donor.» Προκύπτει από τον ανωτέρω ορισμό, ότι εννοιολογική προϋπόθεση της ύπαρξης σύμβασης δωρεάς είναι η μεταβίβαση πράγματος με πλήρη επίγνωση και πρόθεση ότι αυτό δεν θα επιστραφεί. Στην υπό κρίση υπόθεση από την αξιόπιστη ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι τα επίδικα ποσά δεν δόθηκαν με την πρόθεση ότι δεν θα επιστρέφονταν στην Ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια θέση δεν προωθήθηκε από τον Εναγόμενο. Αντίθετα η θέση του Εναγομένου ήταν ότι τα χρήματα θα επιστρέφονταν εάν και εφόσον είχε τη δυνατότητα ο Εναγόμενος να το πράξει. Έτσι ακόμα και εάν γινόταν δεκτή η θέση του Εναγομένου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει έγκυρη συμφωνία δωρεάς, αφού η θέση του περί πιθανότητας επιστροφής των επίδικων ποσών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε πλήρης πρόθεση πως το κατ' ισχυρισμόν δωριζόμενο ποσό δεν θα επιστρεφόταν ποτέ στην Ενάγουσα. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι δεν πληρούνται οι εννοιολογικές προϋποθέσεις για κατάταξη των γεγονότων της παρούσας στην έννοια της δωρεάς. Εφόσον, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να υπάρξει έγκυρη σύμβαση δωρεάς, έπεται ότι δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί και το όποιο τεκμήριο δωρεάς επικαλείται η πλευρά του Εναγομένου. Συνεπώς, υπό τα δεδομένα της παρούσας, δεν μπορεί να επιτύχει η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου περί ύπαρξης τεκμηρίου δωρεάς. Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση η καταβολή χρημάτων από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο θεμελιώνει εκ πρώτης όψεως υποχρέωση επιστροφής τους. Επιπρόσθετα, μέσα από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία, προκύπτει ότι τα επίδικα πόσα δεν δόθηκαν χαριστικώς στον Εναγόμενο, αλλά δόθηκαν με την υποχρέωση να τα εξοφλήσει. Η εξόφληση θα γινόταν μέσω της καταβολής των δόσεων των δανείων, τα οποία συνήφθηκαν από την Ενάγουσα για να δοθούν τα επίδικα χρήματα στον Εναγόμενο. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την πιο πάνω υποχρέωσή του. Τα πιο πάνω στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα απέδειξε ότι παραχώρησε δάνειο στον Εναγόμενο. Σχετική είναι η απόφαση Koshelev Vasily ν. Miomir Mladenovich
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Συνεπώς, προκύπτει ότι η Ενάγουσα δάνεισε το ποσό των Λ.Κ 21.000, ή το ισάξιο σε € 35,880.63 στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα λόγισε έναντι του πιο πάνω ποσού προς όφελος του Εναγομένου συνολικά το ποσό των € 3,703.
  2. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος οφείλει το ποσό των € 32,177.
  3. Επιδίκαση Τόκου Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα αξιώνει ποσοστό επιτοκίου προς 8% ετησίως από 2.10.
  4. Ως προς το ζήτημα επιδίκασης τόκου ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 627, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.... εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία που να δεικνύει ότι υπήρχε συμφωνία για καταβολή συγκεκριμένου ποσοστού επιτοκίου ή ότι η καταβολή του αξιούμενου ποσοστού επιτοκίου προκύπτει κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών. Συνεπώς, η αξίωση για καταβολή επιτοκίου προς 8% δεν μπορεί να επιτύχει. Η Ενάγουσα, συνεπώς, δικαιούται στην καταβολή νόμιμου τόκου από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των € 32,177.25 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.