MALKHASYAN ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χατζηνικόλα, Αριθμός αγωγής: 4201/2012, 7/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου Αριθμός αγωγής: 4201/2012 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ MALKHASYAN Ενάγοντα και ΧΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧΧ Χατζηνικόλα Εναγόμενη 7 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χρ. Λειβαδιώτου Για Εναγόμενη: κ. Χριστοφόρου δια Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις €4.919,50 για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη το όχημα του συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Ισχυρίζεται ότι η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει τον αποβιώσαντα XXXXX Χατζηνικόλα, οδηγό του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος. Η Εναγόμενη αρνείται την αξίωση και ισχυρίζεται με τη σειρά της ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα συνέβη λόγω αποκλειστικής αμέλειας του ιδίου του Ενάγοντα. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κ. ΧΧΧΧΧ Τουνζικιάν (ΜΕ2). Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο Αστ. XXXXX Ο. Πέτρου (ΜΥ1). Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ότι ήταν και είναι ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX03 (Τεκμήριο 3). Στις 28.6.2009 και περί ώρα 8:30μμ οδηγούσε το όχημα του στον παραλιακό δρόμο Μενεού, παρά το ΚΑΑΥ με κατεύθυνση προς Κίτι, με συνοδηγό τον ανήλικο ανιψιό του και επιβάτη τον ανήλικο υιό του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, δεν είχε ακόμα σκοτεινιάσει και ο ίδιος είχε αναμμένα τα χαμηλά φώτα του οχήματος του. Η κίνηση ήταν μέτρια και οδηγούσε με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων ανά ώρα. Αναφέρει ότι «σε κάποιο σημείο του δρόμου είδα μπροστά μου και στη δική μου αριστερή πορεία του δρόμου, να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένα αυτοκίνητο σαλούν στη πορεία μου. Την πρώτη φορά που το είδα ήταν από απόσταση περίπου 150 μέτρα, γιατί μετά ο δρόμος έκανε μια ελαφριά στροφή. Εγώ ελάττωσα κάπως την ταχύτητα μου γιατί νόμισα ότι θα πάει προς τα δεξιά του δρόμου για να σταματήσει στην παραλία, η οποία ήταν στα αριστερά μου σύμφωνα με την πορεία μου. Αμέσως του έκανα φλάς με τα φώτα μου για να αντιδράσει, αλλά αυτό συνέχισε να έρχεται κατά πάνω μου και σε δευτερόλεπτα βρέθηκε μπροστά μου. Ήταν σαν να μην είχε μέσα οδηγό. Τότε εγώ έκανα απεγνωσμένες προσπάθειες να το αποφύγω (είχα μέσα στο αυτοκίνητο μου και 2 ανήλικα παιδιά), πάτησα ελαφρά τα φρένα και μανούβραρα στρίβοντας το τιμόνι μου προς τα δεξιά, αλλά παρόλο τούτο αυτό το αυτοκίνητο επέπεσε επί του αυτοκινήτου μου και προκάλεσε σύγκρουση.» Υποστήριξε ότι ο άλλος οδηγός του «έκοψε το δρόμο και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε το διαφορετικό. ο χρόνος ήταν δευτερόλεπτα και δεν υπήρχε άλλο περιθώριο να προλάβω να κάνω κάτι άλλο. Ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος και δίπλα χωράφια. Αριστερά μου ήταν η θάλασσα και απ' ότι είχα προσέξει προηγουμένως είχε λίγο (μικρό) παγκέτο ο δρόμος και η θάλασσα ήταν πιο χαμηλά κανένα μέτρο. Σίγουρα αν πήγαινα αριστερά θα αναποδογυριζόμουν. Εξάλλου έπρεπε να ενεργήσω αστραπιαία και αυτό έκανα.» Κατά την κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι την επόμενη μέρα μετέβηκε στο σημείο του ατυχήματος, μέτρησε τον δρόμο και διαπίστωσε ότι το πλάτος του δρόμου «ήταν περίπου 6,50 μέτρα. Δεν συμφωνώ όμως με το συμπέρασμα της Αστυνομικής Έκθεσης. Είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα της Αστυνομίας και δεν έχει βγάλει ορθά συμπεράσματα.» Η αστυνομική έκθεση και συνημμένο σχεδιάγραμμα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας παρουσίασε εκτίμηση του εκτιμητή κ. ΧΧΧΧΧ Τζιηρκαλλή ημερομηνίας 2.11.2009 (Τεκμήριο 2) για τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη το όχημα του. Παρενθετικά σημειώνω ότι στην εκτίμηση Τεκμήριο 2, περιλαμβάνονται φωτογραφίες, καταγράφονται ζημιές σε διάφορα μέρη του οχήματος και ο εκτιμητής καταγράφει κατά πόσο τα διάφορα μέρη και εξαρτήματα επιδέχονται επισκευής ή χρειάζεται αντικατάσταση τους. Ο εκτιμητής καταλήγει ότι «As the vehicle had not been stripped down at the time of inspection there is certainly further unforeseen damage. Due to the nature of the damage this vehicle is beyond economical repairs therefore it is rendered as a total loss. Pre-accident value approx. €4,500 (four thousand five hundred euros). Salvage value approx. €1.300 (one thousand three hundred euros) offer from ΧΧΧΧΧ Tsendas.» Ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι τα έξοδα εκτίμησης ήταν €170,50 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Δεν παρουσίασε την απόδειξη πληρωμής του ποσού αυτού γιατί, ανέφερε, την είχε χάσει λόγω της παρόδου του χρόνου. Πλήρωσε, είπε, €26 για τη ρυμούλκηση του οχήματος του. Ούτε για την πληρωμή αυτού του ποσού παρουσίασε απόδειξη. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του Ενάγοντα, αυτός συμφώνησε ότι για το επίδικο ατύχημα είχε καταχωρηθεί εναντίον του ποινική υπόθεση στην οποία παραδέχτηκε ενοχή. Ανέφερε επίσης ότι «μου είχαν εξηγήσει στη διάρκεια της δίκης ότι έστω και 1% να είχα φταίξιμο στο συγκεκριμένο δυστύχημα πάλι θα καταδικαζόμουν και προς αποφυγή ταλαιπωρίας με την παραδοχή μου να πηγαίνω και να έρχομαι από Λευκωσία - Λάρνακα, δέχθηκα να δεχτώ ότι έφταιγα. 1% δέχτηκα ότι φταίω. Εγώ τότε δεν είχα, είχα χάσει τη δουλειά μου, δεν είχα μέσο να κινούμαι, ήταν πάρα πολύ δύσκολο για εμένα να πηγαινοέρχομαι στο Δικαστήριο Λάρνακας, μου επεξήγησαν ότι καλύτερα θα ήταν να πάρω ένα μέρος της ευθύνης μου στο δυστύχημα για να τελειώνω, γιατί δεν μπορούσα άλλο το πήγαινε έλα και τα έξοδα που κάθε φορά έπρεπε να πληρώσω για να πηγαινοέρχομαι και αυτός ήταν ο λόγος βασικά που δέχτηκα.» Ακολούθησε η εξής στιχομυθία κατά την αντεξέταση: «Ε. Με την παραδοχή σου κύριε μάρτυρα έχεις παραδεχθεί και κάποια γεγονότα, τα οποία αφορούσαν τον τρόπο που επισυνέβη το δυστύχημα. Θυμάσαι τα; Α. Δεν θυμούμαι για ποια γεγονότα αναφέρεστε, εγώ το μόνο που θυμούμαι μου είχαν πει να παραδεχτώ με μια μικρή ευθύνη, αλλά χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων μου όσον αφορά τις ζημιές του αυτοκινήτου μου έχω απαίτηση. Ε. Ποιος σου είπε αυτό το πράγμα; Α. Ο Δικαστής και η δικηγόρος μου.» Ερωτήθηκε στη συνέχεια ο Ενάγοντας εάν τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής είναι τα ίδια με αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Ο Ενάγοντας απάντησε «έχει 10 χρόνια αυτή η υπόθεση περίπου, το ότι δεν θυμάμαι ακριβώς αν εκείνα που γράφουν εκεί ως γεγονότα μαζί με αυτά που έχω γράψει εγώ ως γεγονότα να είναι τα ίδια δεν θυμάμαι.» Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι το ατύχημα συνέβη επειδή ο ίδιος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με το όχημα του αποβιώσαντα Κώστα Χατζηνικόλα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι το ίδιο βράδυ που είχε συμβεί το ατύχημα ο ίδιος επέστρεψε στο σημείο του δυστυχήματος περί τις 2:30πμ. Τα οχήματα είχαν μετακινηθεί και ήταν παρόντες «κάποιοι αστυνομικοί» οι οποίοι «μου έδειξαν κάποιο σχέδιο, αλλά όχι αυτό [το Τεκμήριο 4] αλλά το πρώτο. Μου είπαν υπόγραψε εδώ, εγώ ήμουν πολύ εξαντλημένος και με πονοκέφαλο, ούτε ήξερα καλά ελληνικά για να εξηγηθώ μαζί τους, τα μωρά μου με περίμεναν στο σπίτι, επειδή είχα 2 μωρά στο αυτοκίνητο είχα την έννοια τους πως ήταν. Εγώ υπολόγισα ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι προσπαθούσε να κατεβεί προς τη θάλασσα, προσπάθησα να του επιστήσω την προσοχή αναβοσβήνοντας τα φώτα». Υποστήριξε ότι η αστυνομία «είχε το σχεδιάγραμμα την πρώτη μέρα, μετά τη δεύτερη μέρα, μετά που έμαθαν ότι πέθανε ο άνθρωπος, άλλαξαν [το σχεδιάγραμμα]» και γι' αυτό δεν συμφωνεί με το Τεκμήριο
- Στην πορεία ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι το βράδυ του ατυχήματος είχε συμφωνήσει με ένα πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που είχε ετοιμαστεί. Του τέθηκε ότι άλλαξε τη στάση του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης όταν έμαθε ότι ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος είναι αποβιώσει. Απάντησε «[α]υτό το σχέδιο [το Τεκμήριο 4] εκάμαν το μετά, εκείνο το πρώτο σχέδιο είναι το ακριβές σχέδιο που έγινε το δυστύχημα. Το σχέδιο το οποίο εγώ παραδέχτηκα και έχουν γίνει τα γεγονότα του δυστυχήματος είναι πάνω στο πρώτο σχέδιο το οποίο εγώ έχω υπογράψει, αυτό το σχέδιο [Τεκμήριο 4] το έχουν ετοιμάσει την επόμενη μετά τον θάνατο του οδηγού και γι' αυτό το λόγο εγώ δεν συμφωνώ με αυτό το σχέδιο.» Να σημειώσω παρενθετικά ότι το «πρώτο σχέδιο» δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση ότι στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης είχε παραδεχτεί τα γεγονότα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 Α προς αναγνώριση. Ο Ενάγοντας απάντησε «παραδέχομαι μόνο 1% τις απαιτήσεις τις δικές μου, δεν αποποιούμαι των δικαιωμάτων μου όσον αφορά τις ζημιές. Δεν αποποιούμαι τα δικαιώματα μου. Έχω πάνω από 40 φορές μεταβεί στη Λάρνακα τη στιγμή που δεν είχα αυτοκίνητο και ο λόγος ήταν αυτός που έκαμα παραδοχή, για να τελειώνει η υπόθεση. Ή δεν μου εξήγησαν καλά ή δεν το έγραψαν καλά, εγώ του είπα το μέρος της ευθύνης που παραδεχόμουν είναι ποσοστό 1-2%, για ποιο λόγο πήγα 40 φορές στο Δικαστήριο αν παραδέχουμουν;». Αναφορικά με τον τρόπο που έγινε το ατύχημα, ακολούθησε η εξής συζήτηση στα πλαίσια της αντεξέτασης του Ενάγοντα: «Ε. Άρα στα 120 μέτρα που το είδες [το άλλο όχημα] έπιασες τα φρένα και ελάττωσες κάτω που 40 km. Σωστά; Α. Μάλιστα. Ε. Και έστριψες και δεξιά σωστά; Α. Όϊ. Ε. Λέεις μας στη δήλωση σου, ή δεν έστριψες δεξιά; Α. Εγώ είπα και ξαναλέω και τωρά ότι τότε εγώ κατάλαβα ότι ήθελε να σταθμεύσει στην παραλία. Συχνά πηγαίνω από αυτόν τον δρόμο και συχνά έρχονται και σταματούν στην παραλία. Ε. Εγώ σε ρώτησα κάτι συγκεκριμένο. Έστριψες δεξιά ή δεν έστριψες δεξιά για να αποφύγεις τη σύγκρουση; Α. Εκείνη τη στιγμή που ένιωσα ότι δεν θα σταματήσει εγώ έφυγα το αυτοκίνητο. Ε. Πού το έφυγες το αυτοκίνητο; Προς τα πού; Προς ποιάν κατεύθυνση; Α. Δεξιά. Επειδή στα αριστερά μου ήταν η θάλασσα στο ένα μέτρο και θα έμπαινα στη θάλασσα. Ε. Και τα φρένα που έπιασες και έκαμες χρήση, όπως είπες, έκαμες τα στη λωρίδα σου ή την άλλη λωρίδα την αντίθετη; Που έπιασες τα φρένα σου; Α. Στη δική μου λωρίδα. Ε. Μάλιστα. Όταν έστριψες δεξιά μπήκες και σε ένα χωράφι που ήταν δεξιά της αντίθεσης λωρίδας μετά τη σύγκρουση; Α. Όχι. Ε. Δηλαδή θέλεις να μας πεις τώρα ότι έστριψες δεξιά και εν μπήκες, έμεινες εντός της αντίθετης λωρίδας, δεν μπήκες σε χωράφι δεξιά όπως ήταν η αντίθετη σου λωρίδα; Α. Όχι, δεν μπήκα στο χωράφι. Ε. Άρα όπως μας λέεις εσύ και ο τρόπος που μας περιέγραψες το δυστύχημα, η θέση σου είναι ότι η σύγκρουση με το άλλο όχημα έγινε στη λωρίδα σου, γιατί σου έκοψε τον δρόμο; Α. Ναι στη δική μου λωρίδα. Ε. Μάλιστα. Και το αυτοκίνητο σου μετά που σταμάτησε; Α. Στη μέση του δρόμου. Ε. Στη μέση του δρόμου. Το αυτοκίνητο το άλλο; Α. Μες τη μέση του δρόμου. Ε. Όταν λες στη μέση του δρόμου σε ποιαν λωρίδα; Εννοείς σε κάποιαν από τις δύο λωρίδες ή γενικά στη μέση των δύο λωρίδων; Α. Στη μέση των λωρίδων.» Ο Ενάγοντας διαφώνησε σε υποβολή που του έγινε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στη λωρίδα πορείας του άλλου οχήματος, στο σημείο Χ1 στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
- Σε σχέση με τη ζημία του οχήματος του, ανέφερε ότι ο ενδιαφερόμενος αγοραστής για €1.300 που αναγράφεται στην εκτίμηση Τεκμήριο 3, δεν προσήλθε να αγοράσει το αυτοκίνητο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Τουνζικιάν (ΜΕ2), φίλος του Ενάγοντα και ένα από τα πρόσωπα της παρέας του Ενάγοντα που ήταν στην παραλία του Μενεού πριν συμβεί το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με την κατάθεση του, κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το δικό του όχημα περί τα 30 μέτρα πίσω από το όχημα του Ενάγοντα. «Σε κάποια στιγμή είδα το αυτοκίνητο του [Ενάγοντα]. να κτυπά ξαφνικά με ένα άλλο αυτοκίνητο που όπως φάνηκε ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Τα 2 αυτοκίνητα βρέθηκαν στη μέση περίπου του δρόμου, γύρισαν και σταμάτησαν πιο μακριά. Την ώρα της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του [Ενάγοντα] το είδα να μανουβράρει απότομα προς τα δεξιά.» Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ2 παρουσίασε και τέσσερεις φωτογραφίες (Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9). Για αυτές ανέφερε ότι του «τις έδωσε ο [Ενάγοντας] και ήταν τεκμήρια όπως του είπε στην ποινική υπόθεση για το ατύχημα αυτό στο Ποινικό Δικαστήριο στη Λάρνακα, και είναι φωτογραφίες που τις έβγαλε η αστυνομία.» Συνέχισε λέγοντας ότι όταν είδε το ατύχημα ο ίδιος έκανε ελιγμό και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Αποχώρησε από τη σκηνή όταν κλήθηκε το ασθενοφόρο. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το χρόνο του ατυχήματος η ορατότητα ήταν καλή, περί τα 100 μέτρα, παρά το ότι ο δρόμος έκανε ελαφριά στροφή. Πρόσθεσε ότι δεν είδε το όχημα του Εναγόμενου να έρχεται από απέναντι και το αντιλήφθηκε μόνο «εκείνη τη στιγμή που κτύπησαν». Υπέθεσε, είπε, ότι θα είχε έρθει από απέναντι όμως μπορεί να είχε έρθει και από τη θάλασσα. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΕ2 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι ο Μαρτούν μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και χτύπησε με το όχημα XXXXX
- Α. Δεν είδαμε έτσι πράμα. Ε. Μάλιστα. Αντιλήφθηκες οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την οδήγηση του Μαρτούν πριν τη σύγκρουση; Εκατάλαβες.. Είδες οτιδήποτε άλλο, το οποίο έκανε ο Μαρτούν πριν τη σύγκρουση; Α. Stopper μόνο, μόνο το φως. Τίποτε. Τι μπορώ να δω; Ε. Είδες κύριε ή υποθέτεις; Α. Τζιείνο που εκείνη τη μέρα έτσι που έκανε, θα πω ότι δεν θυμάμαι. Ε. Γιατί δεν το είπες στη δήλωση σου; Α. Που να ξέρω λεπτομέρειες, τι να δω; Ε. Μόνο τούτο δηλαδή; Α. Ναι... Εγώ να προσέχω το δικό μου αυτοκίνητο ή να δω τι γίνεται εκεί; Ε. Έκανε χρήση του stopper απότομα ή ελαφριά; Α. Δεν κατάλαβα εκείνη τη στιγμή.» .. Ε. Η σύγκρουση που έγινε; Α. Στον δρόμο. Ε. Που, σε ποιο σημείο; Α. Μέσα στη μέση φάνηκε, άκουσα ότι χτύπησε εκείνη τη στιγμή που ήμουν συγκεντρωμένος με την κόρη μου, μουσική ακούσαμε, τζιείνη τη στιγμή που κοίταζα χτύπησαν. Εν ηξέρω τι έγινε. ένας ο άλλος γύριζε δεν καταλάβαμε. Ε. Πώς έγινε; Α. Ακριβώς πώς ήρτε, από πού ήρτε τελευταία στιγμή, δεν κατάλαβα.» Αυτή ήταν η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του Ενάγοντα. Για την πλευρά της υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία ο Αστ. XXXXX Ο. Πέτρου (ΜΥ1), ο οποίος κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας, στον Κλάδο Διερεύνησης Ατυχημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας. Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι όταν ενημερώθηκε ο Αστυνομικός Σταθμός Κιτίου για το επίδικο ατύχημα, κλήθηκε ο ίδιος να το διερευνήσει. Μετέβη το χώρο του ατυχήματος όπου τα εμπλεκόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Οι οδηγοί των οχημάτων δεν ήταν εκεί γιατί είχαν ήδη διαμετακομιστεί στο νοσοκομείο. Στη σκηνή ο ΜΥ1 έλαβε μετρήσεις, έβγαλε φωτογραφίες και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο. Αναφορικά με το σχέδιο που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 4, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πρόκειται για το τελικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Πρόσθεσε όμως ότι το σημείο «Χ» που αποτυπώνεται στο σχέδιο του Τεκμηρίου 4, είχε υποδειχθεί από τον Ενάγοντα ως το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Παρενθετικά αναφέρω ότι το σημείο αυτό βρίσκεται στη μέση του δρόμου, επί της διαχωριστικής άσπρης γραμμής. Ο ίδιος, υποστήριξε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση, ότι το πραγματικό σημείο σύγκρουσης είναι σημειωμένο υπό «Χ1» στο σχέδιο. Εξηγώντας το συμπέρασμα του αυτό ανέφερε ότι από το σημείο «Χ1» ξεκινούν σημεία πλαγιολίσθησης του οχήματος του αποβιώσαντα τα οποία σταματούν στην τελική του θέση. Αναφέρθηκε επίσης σε ίχνη τροχοπέδισης του οχήματος του Ενάγοντα τα οποία προηγούνται του σημείου Χ1 και σταματούν σε αυτό καθώς και εκδορές επί της ασφάλτου στο συγκεκριμένο σημείο. Ειδικότερα σε σχέση με το όχημα KJZ 995 που οδηγούσε ο αποβιώσαντας, ο ΜΥ 1 υπέδειξε στις φωτογραφίες που παρουσίασε και σε συνάρτηση με το σχέδιο της σκηνής Τεκμήριο 4, ότι μετά στο σημείο «Χ1» υπάρχουν εκδορές επί της ασφάλτου που προήλθαν από το όχημα XXXXX
- Από το σημείο «Χ1» ξεκινούν επίσης τα σημάδια υπό «Β2» στο σχέδιο που προήλθαν από τρίψιμο των τροχών του οχήματος XXXXX95 και ειδικότερα ξεκινούν από τον μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος εκείνου και συνεχίζουν μέχρι το σημείο που κατέληξε το εν λόγω αυτοκίνητο στην τελική του θέση. Στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 παρουσίασε επίσης την κατάθεση που έλαβε από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 11). Παρενθετικά να σημειώσω ότι η κατάθεση λήφθηκε στις 29.6.
- Σε αυτή ο Ενάγοντας αναφέρει περίπου όσα και ανέφερε και κατά την κυρίως εξέταση του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τέλος κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ερωτήθηκε κατά πόσο ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι υπήρχαν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τα μόνα άλλα άτομα που είχε υπόψη του ήταν οι δύο ανήλικοι επιβαίνοντες στο όχημα του Ενάγοντα. Πρόσθεσε ότι δεν του αναφέρθηκε ποτέ ότι υπάρχει άλλος ανεξάρτητος μάρτυρας του ατυχήματος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι μετά το ατύχημα είχαν πρώτα πάει στη σκηνή συνάδελφοι του από τον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Όμως λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού, ο οποίος τελικά απεβίωσε, ειδοποιήθηκε να μεταβεί ο ίδιος στην σκηνή. Επανέλαβε, όταν ερωτήθηκε επί αυτού, ότι κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη σκηνή δεν εντόπισε ούτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη κάποιου αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος. Πρόσθεσε ότι τα όσα αποτυπώνει στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 4 αφορούν ευρήματα που διαπίστωσε στη σκηνή του ατυχήματος. Εξήγησε με λεπτομέρεια και με αναφορά σε συγκεκριμένες φωτογραφίες που αποτελούν μέρος της δέσμης φωτογραφιών Τεκμήριο 10 τα διάφορα ευρήματα στα οποία έκανε αναφορά στη μαρτυρία του και αποτύπωσε στο σχέδιο Τεκμήριο
- Επέμενε ιδιαίτερα στα ευρήματα που τον οδήγησαν να συμπεράνει ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που έχει σημειώσει υπό σημείο Χ1 στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 4, όπως έχω προαναφέρει. Εξήγησε ξανά ότι όταν έφτασε είχε συναντήσει τα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Έβγαλε φωτογραφίες, έκανε τις μετρήσεις του και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και μετά έδωσε άδεια να μετακινηθούν τα εμπλεκόμενα οχήματα. Επειδή όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά την σκηνή ήταν νύχτα και ο περιορισμένος φωτισμός δημιουργούσε περιορισμούς στην προσπάθεια του να αποτυπώσει τα ευρήματα του, επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή «με το πρώτο φως» και έλαβε ξανά φωτογραφίες. Διαφώνησε όταν του τέθηκε ότι δεν ενήργησε αμερόληπτα και ανεξάρτητα στη διερεύνηση του ατυχήματος. Ανέφερε επίσης ότι είχε ρωτήσει τον Ενάγοντα κατά πόσο οι ανήλικοι συνεπιβάτες του είχαν δει πως έγινε το ατύχημα και εκείνος απάντησε αρνητική. Την ίδια απάντηση του έδωσε και όταν τον ρώτησε εάν υπήρχε άλλος μάρτυρας του ατυχήματος. Θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι άλλα διερχόμενα οχήματα είχαν αλλοιώσει τα ευρήματα στη σκηνή και οι διαπιστώσεις του ΜΥ1 δεν μπορεί να θεωρηθούν ασφαλείς. Ειδικότερα, τέθηκε στον μάρτυρα ότι επειδή ο δρόμος ήταν κλειστός μετά το ατύχημα, άλλα διερχόμενα οχήματα είχαν αναγκαστεί να διασχίσουν από το χωράφι δεξιά και αριστερά των ακινητοποιημένων εμπλεκόμενων οχημάτων με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ταυτοποιηθούν τα ίχνη του οχήματος του Ενάγοντα. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε και στα πλαίσια της απάντησης του ανέφερε τα εξής: «...με την κατεύθυνση που είχε ο ενάγοντας αριστερά του οχήματος του, αριστερά των οχημάτων υπήρχε χώρος να περάσουν οχήματα, γι' αυτό φαίνονται λάδια που πέρασαν αυτοκίνητα από πάνω, στη δεξιά πλευρά δεν πέρασε κάποιο όχημα, αλλά αν εννοεί η κυρία Λειβαδιώτου αλλοιώθηκαν τα ίχνη, τα ίχνη φαινόντουσαν ολοκάθαρα, εγώ τα είδα με τα μάτια μου την ημέρα του δυστυχήματος και ακολούθησαν την πορεία από το σημείο που ξεκίνησαν τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι το σημείο που κατέληξε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο.» Εξηγώντας περαιτέρω τα ευρήματα του στη σκηνή του ατυχήματος και τις εικόνες από τις φωτογραφίες που έβγαλε, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τα δύο οχήματα είχαν έρθει σε επαφή στο μπροστινό αριστερό μέρος τους το καθένα. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΥ1, η συνήγορος του Ενάγοντα αμφισβήτησε έντονα την άποψη του ΜΥ1 ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν αυτό υπό «Χ1» επί του σχεδιαγράμματος της σκηνής (Τεκμήριο 4) και υποστήριξε ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ, που είχε υποδείξει ο Ενάγοντας. Ο ΜΥ1 διαφώνησε και επέμενε στη θέση του. Επανέλαβε τα ευρήματα που είχε εντοπίσει στη σκηνή από τα οποία οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στο σημείο «Χ1», όπως τα ανέφερα ήδη πιο πάνω. Διαφώνησε έντονα ότι η σύγκρουση συνέβη στο σημείο «Χ» που είχε υποδείξει ο Ενάγοντας αναφέροντας ότι «.με βάση τα ευρήματα στη σκηνή εμείς γυρέφκουμε τον τόπο που έγινε το μπαμ, το σημείο σύγκρουσης το λεγόμενο, ρωτούμε όμως τους εμπλεκόμενους να μας δείξουν το δικό τους, αν συμφωνούμε είναι το ένα, αν δεν συμφωνούμε είναι το άλλο. Με το σημείο που έδειξε ο ενάγοντας, το σημείο Χ συγκεκριμένα πάνω στο σχέδιο, το τοποθέτησα πάνω στο σχέδιο αλλά δεν είμαι σύμφωνος γιατί δεν υπάρχει κανένα ίχνος στο σημείο αυτό που να δείχνει σύγκρουση. Ενώ στο σημείο Χ1 ακολουθούν όλα τα ίχνη σε τούντη σύγκρουση που δείχνει το σχέδιο.» Αυτή ήταν συνοπτικά η δια ζώσης μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ακρόασης. Επιπρόσθετα αυτών οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν από κοινού και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα, μέρος των πρακτικών του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση 3343/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 16.5.2012 και 29.11.
- Στο πρακτικό ημερομηνίας 16.5.2012, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής παραθέτει στο Δικαστήριο τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο (Ενάγοντα στην παρούσα). Τα γεγονότα που ακούστηκαν στο Δικαστήριο περιλαμβάνουν ότι υπήρχε διαφωνία μεταξύ του εξεταστή του δυστυχήματος και του Ενάγοντα αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 4) και ότι η «διαφωνία ήταν ως προς το σημείο σύγκρουσης όπου ο κατηγορούμενος υπέδειξε ως τέτοιο το σημείο σύγκρουσης που είχε περιγράψει με τον σημείο Χ ο εξεταστής. Στη βάση ευρημάτων του καταδείκνυε ως είναι το σημείο σύγκρουσης το Χ1 δικαιολογώντας αυτό. Αφού στο Β1 και στο Β2 φαίνεται να υπήρχαν εκδορές επί της ασφάλτου που προκλήθηκαν από το αυτοκίνητο KJZ 995 και οι οποίες προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση και τρίψιμο του μπροστινού αριστερού τροχού του οχήματος KJZ 995 είναι το Β2 το οποίο προκλήθηκε άμεσα μετά την σύγκρουση». Το απόσπασμα των πρακτικών Τεκμήριο 14 καταγράφει, ουσιαστικά, την αγόρευση της συνηγόρου του κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής του για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι ενέργειες του κατηγορούμενου είναι «στο μεταίχμιο της στοιχειοθέτησης αμέλειας». Πριν ολοκληρώσω αυτή την ενότητα, σημειώνω ότι έγγραφο το οποίο είχε παρουσιαστεί και σημειωθεί ως «Τεκμήριο 5 Α προς αναγνώριση», δεν κατέστη τεκμήριο και συνεπώς δεν έχει ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς συνόψισαν αυτή και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στις τελικές τους αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Αξιολόγηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι σαφώς ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Ενόψει τη φύσης των επιδίκων θεμάτων, κρίνω ότι θα ήταν χρήσιμο να αρχίσω με την αξιολόγηση του ΜΥ
- Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν σαφής και θετική. Ήταν σταθερός και συνεπής τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία του είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας αξιόπιστης μαρτυρίας. Ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, επεξήγησε επαρκώς και με πειστικότητα τα ευρήματα του στη σκηνή τα οποία αποτυπώθηκαν τελικώς στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο
- Όταν αμφισβητήθηκε η θέση του σχετικά με το σημείο σύγκρουσης των εμπλεκόμενων οχημάτων, αυτός εξήγησε με λεπτομέρεια και πειστικότητα και με αναφορά στις φωτογραφίες που παρουσίασε, τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις εκείνες με βάση τις οποίες κατέληξε στο σημείο Χ1 ως το πραγματικό σημείο σύγκρουσης. Γενικά, η εντύπωση που σχημάτισα είναι ότι πρόκειται για ένα αμερόληπτο, αντικειμενικό και ανεξάρτητο μάρτυρα και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή σε ότι αφορά τα πραγματικά του ευρήματα. Υποβολές κατά την αντεξέταση του περί μεροληψίας και αλλότριων κινήτρων δεν στοιχειοθετήθηκαν και παράμεναν μετέωρες. Αποδέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία του. Ενόψει αυτής της κατάληξης, θεωρώ ότι η σκηνή όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, περιλαμβανομένων των σχετικών μετρήσεων και των τελικών θέσεων των εμπλεκόμενων οχημάτων και του σημείου σύγκρουσης είναι όπως απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής, Τεκμήριο 4, και όπως τα κατέθεσε ο ΜΥ
- Στο στάδιο αυτό της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχω επίσης κατά νου ότι τα όσα αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 4, και τα αντίστοιχα ευρήματα του ΜΥ1, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορούν να αποτελέσουν γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές αλλά και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας της μαρτυρίας[3]. Προχωρώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ1). Η συνολική εικόνα της μαρτυρίας του και η εντύπωση που άφησε ήταν αρνητική. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και η ποιότητα της με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Αντίθετα πρόκειται για πρόσωπο που ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που έκρινε ότι ήταν βοηθητικός για την υπόθεση του. Ο Ενάγοντας υποστήριξε σε διάφορα σημεία, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, ότι όταν είδε αρχικά το άλλο εμπλεκόμενο όχημα να κινείται στη λωρίδα του, υπέθεσε ότι ο οδηγός είχε πρόθεση να διασχίσει το δρόμο και να σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου (ως η δική του πορεία) για να σταματήσει στην παραλία. Ταυτόχρονα όμως, υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν κινήθηκε με το δικό του όχημα προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση γιατί «αριστερά ήταν η θάλασσα και απ' ότι είχα προσέξει προηγουμένως είχε λίγο (μικρό) παγκέτο ο δρόμος και η θάλασσα είναι πιο χαμηλά κανένα μέτρο. Σίγουρα αν πήγαινα αριστερά θα αναποδογυριζόμουν». Οι δύο αυτές θέσεις είναι ξεκάθαρα αντιφατικές. Η εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι το όχημα του Εναγόμενου θα μπορούσε να κινηθεί και να σταματήσει στο αριστερό παγκέτο όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να κάνει τον ίδιο ελιγμό γιατί, εξαιτίας της μορφολογίας του ιδίου εδάφους, το δικό του όχημα «σίγουρα θα αναποδογυριζόταν». Πρόκειται, κρίνω, για σκέψεις εκ των υστέρων και όχι για ειλικρινή μαρτυρία. Περαιτέρω, μόνο αρνητική εικόνα αφήνει η μαρτυρία του για την ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε για το ίδιο επίδικο ατύχημα. Υποστήριξε ότι, ενώ εκπροσωπείτο τότε από δικηγόρο, προέβη σε παραδοχή στην ποινική υπόθεση χωρίς ουσιαστικά να θεωρεί ότι είναι ένοχος. Αυτό το έκανε, συνέχισε, για να αποφύγει την ταλαιπωρία να προσέρχεται στο Δικαστήριο για σκοπούς της ακρόασης αλλά και γιατί δέχτηκε πιέσεις από το Δικαστήριο και την κατήγορο. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δείχνει στοιχεία προσώπου που δεν έχει ενδοιασμό να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου, χωρίς συναίσθηση της ευθύνης του να καταθέσει την αλήθεια. Οι αναφορές του ότι για την ποινική υπόθεση είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο 40 φορές, χωρίς ο αριθμός αυτός να έχει υποστηριχθεί με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της μαρτυρίας, δείχνει τάση υπερβολής και πρόθεση δημιουργίας εντυπώσεων. Υποστήριξε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο σημείο Χ, που βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής του δρόμου. Όμως αυτό δεν συνάδει με τα ευρήματα στην σκηνή αφού, δεν υπήρχαν στο σημείο αυτό ενδείξεις ότι εκεί έγινε η σύγκρουση. Αντίθετα, τα ανευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολήσθησης και εκδορές επί της ασφάλτου δείχνουν ότι η σύγκρουση συνέβη στο σημείο υπό Χ1 επί του Τεκμηρίου
- Αυτό υποστηρίζεται και από τις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Η διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή η εκδοχή του Ενάγοντα δεν συνάδει με τα πραγματικά ευρήματα στην σκηνή όπως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες και το σχέδιο, Τεκμήριο 4, ανατρέπουν τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα. Καταληκτικά, με γνώμονα την ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα, θεωρώ ότι δεν μπορώ να τον κατατάξω ως μάρτυρα της αλήθειας. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του για να καταλήξω σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Προχωρώ στη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικός. Η θέση του ήταν ότι δεν είχε αντιληφθεί τι προηγήθηκε του ατυχήματος και το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ενδεικτικό το ότι δεν είχε δει το όχημα του αποβιώσαντα να πλησιάζει το όχημα του Ενάγοντα - ανέφερε ότι δεν ήξερε αν ερχόταν από τη θάλασσα ή από απέναντι. Αυτό διότι εκείνη την ώρα ήταν συγκεντρωμένος στην συνεπιβάτιδα κόρη του και στη μουσική που άκουγε. Πέραν αυτών, από τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, φάνηκε ότι επιθυμούσε να βοηθήσει το φίλο του στο βαθμό που μπορούσε. Έτσι εξηγείται η θέση του ότι το όχημα του Ενάγοντα δεν είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα παρά το ότι τόσο στις φωτογραφίες τη σκηνής όσο και στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 4 η τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα είναι σχεδόν κάθετα, στη μέση των δύο λωρίδων, με το μπροστινό μέρος του οχήματος προς τη θάλασσα. Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών αναφορικά με τη μαρτυρία του, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στο συγκεκριμένο μάρτυρα στην κατάληξη μου σε ευρήματα. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Στις 28.6.2009 και περί ώρα 8:30μμ ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής XXXXX03 στον παραλιακό δρόμο Μενεού παρά το ΚΑΑΥ με κατεύθυνση προς Κίτι. Την ίδια ημέρα και ώρα ο ΧΧΧΧΧ Χατζηνικόλας οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX95 στον ίδιο δρόμο, αντίθετη κατεύθυνση. (β) Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. (γ) Η σύγκρουση έγινε στον χώρο που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής Τεκμήριο
- Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της δεξιάς λωρίδας του δρόμου, ως η πορεία του Ενάγοντα, και αποτυπώνεται υπό «Χ1» στο σχέδιο. Το σχέδιο παρουσιάζει επίσης και τις τελικές θέσεις των οχημάτων και λοιπά ευρήματα επί της σκηνής. Η σκηνή του ατυχήματος, οι ζημιές και θέσεις των οχημάτων και λοιπά ευρήματα αποτυπώνονται επίσης στις δέσμες φωτογραφιών Τεκμήρια 6 και 10 και στο σχέδιο Τεκμήριο
- (δ) Μετά το ατύχημα ο οδηγός του οχήματος XXXXX95 απεβίωσε. (ε) Για το επίδικο ατύχημα καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα η ποινική υπόθεση XXXXX/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία εκείνος παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος της αμελούς οδήγησης. Τα Τεκμήρια 13 και 14 είναι αποσπάσματα των πρακτικών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 29.11.2013 και 16.5.2012 στην εν λόγω υπόθεση. (στ) Ο κ. ΧΧΧΧΧ Τζιρκαλλής ετοίμασε την έκθεση Τεκμήριο 2 αναφορικά με το όχημα του Ενάγοντα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν η πλευρά του Ενάγοντα έχει αποδείξει, και σε πιο βαθμό, τις αξιώσεις που εγείρει. Ευθύνη. Η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα είναι ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βαραίνει τον αποβιώσαντα οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος. Η Εναγόμενη αρνείται τον ισχυρισμό αυτό και ισχυρίζεται με τη σειρά της ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια του Ενάγοντα. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[4]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά των εμπλεκομένων εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[5]. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον να λάβει προστατευτικά μέτρα για αποφυγή ατυχημάτων και το καθήκον αυτό εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[6]. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 γίνεται αναφορά στο καθήκον επιμέλειας όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο για την ασφάλεια των άλλων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει ποιο πρόσωπο ή ποια πρόσωπα και σε ποιο βαθμό, βαραίνει η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Συνιστά εύρημα ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο σημείο «Χ1» όπως σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής Τεκμήριο 4. Το σημείο «Χ1» βρίσκεται το μέσο περίπου της δεξιάς λωρίδας του δρόμου, ως η πορεία του Ενάγοντα. Σημειώνω επίσης ότι οι ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες, εστιάζονται στην αριστερή μπροστινή πλευρά και των δύο οχημάτων. Δηλαδή, κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, το όχημα του Ενάγοντα είχε εξέλθει της λωρίδας του και είχε μετακινηθεί περίπου στο μέσο της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, στην οποία κινείτο το όχημα του αποβιώσαντα. Ανέκοψε την πορεία του οχήματος εκείνου και επήλθε η σύγκρουση εντός της δεξιάς λωρίδας του δρόμου, δηλαδή στη λωρίδα όπου κινείτο το όχημα του αποβιώσαντα. Αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό ότι κατά την οδήγηση θα τηρεί την πορεία του και θα παραμένει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Αναμένεται επίσης από το μέσο συνετό οδηγό ότι δεν θα εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και δεν θα ανακόπτει με αυτό τον τρόπο την πορεία οχημάτων που οδηγούν σε αυτή. Αυτό επιβάλλει το καθήκον επιμέλειας. Η ενέργεια του Ενάγοντα να επιτρέψει στο όχημα του να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς καμιά εμφανή δικαιολογία ή λόγο, υπολείπεται της επιμέλειας που όφειλε να επιδείξει κατά την οδήγηση. Συνιστούσε δε αμέλεια στην έννοια του άρθρου 51
(1)του Κεφ.
- Συνεπεία της αμέλειας του Ενάγοντα, ανακόπηκε η ελεύθερη πορεία του οχήματος του αποβιώσαντα και προκλήθηκε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ακολουθεί ότι ο Ενάγοντας ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα. Η θέση του Ενάγοντα ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρει και ο αποβιώσαντας δεν στοιχειοθετείται με βάση τα ευρήματα. Δεν υπάρχει εύρημα που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο αποβιώσαντας ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει με τρόπο που να συνιστά αμέλεια ώστε να ευθύνεται επίσης για το ατύχημα. Να σημειώσω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 επιχειρήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα να προωθηθεί η θέση ότι ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας τα οποία ενδεχομένως να προκάλεσαν το επίδικο ατύχημα ή να συνέτειναν στην πρόκληση του. Οι θέσεις αυτές δεν είναι δικογραφημένες. Ως εκτός δικογράφων, δεν μπορώ να τις λάβω υπόψη στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Επιπρόσθετα, δεν έχουν προωθηθεί με θετική μαρτυρία κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Ενάγοντα. Με αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του αποβιώσαντα και καταλήγω ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια του Ενάγοντα. Ειδικές ζημιές. Η κατάληξη μου αναφορικά με το θέμα της ευθύνης καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Για σκοπούς όμως πληρότητας θα εξετάσω και το ζήτημα των αποζημιώσεων που διεκδικεί ο Ενάγοντας. Όπως είναι καλά γνωστό, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει αν δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγοντας αξιώνει συνολικό ποσό €4.919,50, ισχυριζόμενος ότι αντιπροσωπεύει ζημιές που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του αξιώνει: (α) ποσό €4,500 για την «ολοσχερή απώλεια» του οχήματος του, (β) ποσό €87 για την «έκθεση αστυνομίας», (γ) ποσό €136 για «φωτογραφικό υλικό αστυνομίας», (δ) ποσό €170,50 για «έκθεση εκτιμητή οχήματος (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.)», (ε) ποσό €26 για «ρυμούλκηση οχήματος». Ξεκινώντας από την αξίωση για ποσά €170,50 και €26, για αυτά η μόνη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί είναι η μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία δεν έχει κριθεί αξιόπιστη. Άλλη μαρτυρία, πχ αποδείξεις πληρωμής, δεν έχουν παρουσιαστεί. Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει με την απαιτούμενη αυστηρότητα τις συγκεκριμένες αξιώσεις του και συνεπώς, ακόμα και αν κατέληγα ότι η ευθύνη για το ατύχημα βάραινε αποκλειστικά τον άλλο εμπλεκόμενο δηγό, δεν θα μπορούσα να του αποδώσω τα συγκεκριμένα ποσά. Ούτε θα μπορούσα να αποδώσω τα ποσά €87 και €136 αντίστοιχα που ο Ενάγοντας αξιώνει για «έκθεση αστυνομίας» και «φωτογραφικό υλικό αστυνομίας». Για τα συγκεκριμένα ποσά καμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να τα αποδεικνύει με την απαιτούμενη αυστηρότητα. Παραμένει η αξίωση του Ενάγοντα για ποσό €4,500 για την «ολοσχερή απώλεια» του οχήματος του. Κρίνω ότι δεν θα μπορούσα να αποδώσω ούτε το εν λόγω ποσό στον Ενάγοντα ακόμα και σε περίπτωση που επιτύγχανε η αγωγή του. Για να αποδείξει τη συγκεκριμένη αξίωση ο Ενάγοντας, κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, είχε παρουσιάσει την έκθεση του κ. Τζιρκαλλή, Τεκμήριο
- Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Ως τέτοια, η βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί αξιολογείται σε συνάρτηση με αριθμό παραγόντων[7]. Αποτελεί καθήκον ενός διάδικου να προσκομίσει στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Η πλευρά του Ενάγοντα επέλεξε να μην προσκομίσει άμεση μαρτυρία για να προωθήσει την αξίωση για €4.
- Δεν εξηγήθηκαν οι λόγοι που ο κ. Τζιρκαλλής, συντάκτης του Τεκμηρίου 2, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 δεν έγινε αποδεκτό από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ένεκα της μη παρουσίας του κ. Τζιαρκαλλή δεν δόθηκε η ευκαιρία στην Υπεράσπισης να αμφισβητήσει την μεθοδολογία που ακολούθησε ο κ. Τζιρκαλλής στην εκτίμηση των ζημιών που εντόπισε, τον τρόπο που κατέληξε στα ποσά που σημειώνει ως κόστος αντικατάστασης ή επισκευής των διαφόρων ανταλλακτικών, στην κατάληξη του αναφορικά με την αξία του οχήματος προ του ατυχήματος και την εναπομείνασα αξία (salvage value)που καταγράφει στο Τεκμήριο
- Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα στο περιεχόμενο της έκθεσης του κ. Τζιρκαλλή Τεκμήριο
- Ακολουθεί ότι δεν θα μπορούσα να βασιστώ σε αυτή για να καταλήξω σε συμπέρασμα αναφορικά με την αντίστοιχη ζημιά που υπέστη το όχημα XXXXX
- Κατάληξη. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 καιΟμήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2]Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Charalambous v Kaifa
(1986)1 CLR 278, Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 646, Θρασυβούλου ν Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 293, Τεκλίμα Λτδ ν Α.Τ. Lanitis
(1987)1 CLR 614 [4]Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και ElpinikiPanayiotouvGeorghiosKyriakouMavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [5]Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [6]Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 [7] Άρθρο 27, Κεφ. 9 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο