← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ), Αρ. Αγωγής: 2217/15, 13/1/2020

ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ), Αρ. Αγωγής: 2217/15, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2217/15 Μεταξύ: XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ Ενάγοντας και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ) Εναγόμενη ----------------- Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Κοζάκου Για Εναγόμενη: κα Αντωνιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στην παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, πρώην υπάλληλος της αρχικά εναγόμενης Σ.Π.Ε. ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ και από το 1985 γραμματέας και γενικός διευθυντής της, η τελευταία του έστειλε κατά/ή περί την 26/08/14 και ενόσω ήταν στην υπηρεσία της, επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε ότι κατά την κρίση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η οποία είχε διενεργήσει έλεγχο στην εναγόμενη, είχαν προκύψει σοβαρότατα πειθαρχικά και/ή ποινικά αδικήματα που αφορούσαν το πρόσωπο του. Με την ίδια επιστολή η εναγόμενη πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι επειδή αποφάσισε να διεξάγει πλήρη έρευνα στη βάση των διαπιστώσεων της Κεντρικής θα τον έθετε σε αναγκαστική άδεια με πλήρεις απολαβές και με άμεση ισχύ οπόταν του απαγόρευσε να προσέρχεται στην εργασία του. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ενώ αυτός είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς περί διάπραξης οποιασδήποτε φύσης αδικημάτων, η εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι κατά την έρευνα της δεν μπόρεσε να εντοπίσει διάφορους φακέλους δανείων οι οποίοι φέρονταν προηγουμένως να ήταν στην κατοχή του και με επιστολή της ημερομηνίας 12/02/15, τον πληροφόρησε ότι θα παρέπεμπε το θέμα ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής όπου αυτός έπρεπε να παρουσιαστεί. Παρά το ότι εμφανίστηκε στη διαδικασία επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του και υπερασπίζοντας τις εναντίον του κατηγορίες, η Πειθαρχική Επιτροπή, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ουδέποτε εξέδωσε την απόφαση της. Στις 27/04/15, ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας, η εναγόμενη του κοινοποίησε γραπτώς απόφαση της με την οποία τον έθετε σε διαθεσιμότητα και η οποία διαθεσιμότητα ίσχυσε μέχρι τις 27/10/15 που ο ενάγοντας αφυπηρέτησε. Την απόφαση του για διαθεσιμότητα ο ενάγοντας την θεωρεί παράνομη και κακόβουλη. Ισχυρίζεται επίσης ο ενάγοντας ότι στις 02/12/15 καταχωρήθηκε νέο πειθαρχικό κατηγορητήριο εναντίον του από την εναγόμενη το οποίο όμως μέχρι σήμερα αδικαιολόγητα και παράνομα δεν έχει προωθηθεί. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι για όσο καιρό αυτός βρισκόταν σε διαθεσιμότητα, ήτοι για 6 μήνες από 27/04/15 έως 27/10/15, του καταβάλλετο μόνο το ήμισυ των μηνιαίων απολαβών του, οι οποίες κανονικά ανέρχονταν στο ποσό των €7.187,22 και ότι του αποκόπηκαν, παράνομα ως ισχυρίζεται, μισθοί ύψους €21.561,66 . Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παράνομα και αδικαιολόγητα δεν του κατεβλήθη ούτε 13ος μισθός εκ €7.187,22 αλλά ούτε και η άδεια του εκ €7.187,

  1. Πρόσθετα όλων των πιο πάνω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επειδή η εναγόμενη δημοσίευσε τόσο την επιστολή της 26/08/14 όσο και την επιστολή της 27/04/15, οι οποίες επιστολές του απέδιδαν ψευδώς και κακοβούλως τη διάπραξη ποινικών, πειθαρχικών και αστικών αδικημάτων, ο ίδιος έχει δυσφημιστεί, η τιμή και αξιοπρέπεια του έχουν πληγεί και ο ίδιος έχει υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών του και σύμφωνα με το αιτητικό (prayer) τόσο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου όσο και της Ε/Α, ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη, τις εξής θεραπείες: «(α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Εναγόμενης ημ.27/04/15 με την οποίαν τέθηκε σε διαθεσιμότητα ο Ενάγοντας και η οποία κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα με «άνευ βλάβης» επιστολή της Εναγόμενης ημ. 27/04/15 είναι παράνομη και άκυρη (β) Αποζημιώσεις διότι παράνομα τέθηκε σε διαθεσιμότητα ο Ενάγοντας και παράνομα η Εναγόμενη προχώρησε στην αποκοπή των απολαβών του Ενάγοντα. (γ) Αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη του Ενάγοντα (δ) Αποζημιώσεις για δυσφήμιση του Ενάγοντα (ε) Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση του Ενάγοντα. (στ) Επιστροφή των παρανόμως κατακρατηθέντων απολαβών του Ενάγοντα ήτοι: €21.566,66 κατακρατιθέντες μισθοί €7.187,22 δέκατος τρίτος μισθός €7.187,22 άδεια (ζ) Νόμιμο Τόκο
  2. *η) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία απορρίπτει ως νομικά και πραγματικά ανυπόστατες τις αξιώσεις του ενάγοντα προβάλλοντας τους δικούς της ισχυρισμούς επί των επίδικων γεγονότων. Δέχεται η εναγόμενη με το δικόγραφο της ότι όντως ο ενάγοντας είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα κατόπιν σχετικής απόφασης καθώς και ότι του αποκόπηκε μέρος των μισθών του, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό έγινε με κάθε νομιμότητα και σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς και διαδικασίες της. Προβάλλει δε η εναγόμενη και ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα με την οποία αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαθεσιμότητα του τελευταίου ήταν νόμιμη καθώς και ειδικές και γενικές αποζημιώσεις εναντίον του ενάγοντα για παράβαση των συμβατικών και νομοθετικών υποχρεώσεων του απέναντι της. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω ισχυρισμών της επί της ουσίας της υπόθεσης, η εναγόμενη προβάλλει και προδικαστική ένσταση με την οποία υποστηρίζει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή του ενάγοντα αφ' ης στιγμής ο τελευταίος «.ισχυρίζεται εξαναγκασμό σε παραίτηση και/ή παράνομη αποκοπή μισθών.». Υποστηρίζει συναφώς η εναγόμενη ότι αποκλειστική αρμοδιότητα στην παρούσα περίπτωση έχει το Εργατικό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Με την απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που καταχώρησε ο ενάγοντας απορρίπτει την προδικαστική ένσταση περί αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και προβάλλει απλά τη θέση ότι «δεν τίθεται θέμα τοπικής δικαιοδοσίας, αλλά αρμοδιότητας την οποία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Εργατικό». Της ολοκλήρωσης της δικογραφίας ακολούθησε η έκδοση οδηγιών δυνάμει της παλαιάς Δ.30 από το Δικαστήριο που επιλαμβάνετο τότε της υπόθεσης και όταν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 09/10/19, έθεσα αυτεπάγγελτα στις δύο πλευρές τον προβληματισμό μου ως προς το θέμα της καθ' ύλης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θέμα το οποίο αν και εγείρετο ως προδικαστικό θέμα με την υπεράσπιση εντούτοις δεν επιχειρήθηκε να αποφασιστεί προηγουμένως. Ευνόητο είναι ότι θέματα δικαιοδοσίας επιβάλλεται, όπου παρέχεται η δυνατότητα, να εξετάζονται προδικαστικά ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,

(2012)1 Α.Α.Δ. 625) είτε αυτά ήθελαν εγερθούν από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα ακόμα και κατ' έφεση (βλ. μεταξύ άλλων Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Αυτό γιατί η καθ' ύλη αναρμοδιότητα ενός Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί από τη όποια στάση ήθελαν τηρήσουν οι διάδικοι αλλά ούτε και συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε, εφόσον η διαδικασία θεωρείται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εξ' υπαρχής άκυρη (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ TOLKACHEVA, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2019, 6/9/2019, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1 και Νικολαΐδη ανωτέρω) Αφού αμφότερες οι πλευρές ζήτησαν και έλαβαν χρόνο να μελετήσουν το θέμα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω. Η μεν κα Κοζάκου υποστήριξε εκ μέρους του ενάγοντα ότι λαμβανομένων υπόψη των όσων αναφέρονται στην Ε/Α, δικόγραφο το οποίο η συνήγορος χαρακτήρισε ως τον «καθρέπτη της αιτίας αγωγής», η απαίτηση του πελάτη της στηρίζεται στο παράνομο και στις συνέπειες της διαθεσιμότητας στην οποία αυτός τέθηκε από την εναγόμενη και όχι σε οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό τερματισμό της απασχόλησης τους ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/1967και κατ' επέκταση να ενεργοποιείται η αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει του αρ. 30
(1)και του αρ.12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 8/1967. Με άλλα λόγια, αυτό που εισηγήθηκε η συνήγορος, η οποία δεν αρνήθηκε ότι δυνάμει του Ν. 8/67 το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί «απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου . συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων», είναι ότι για να τίθεται θέμα τέτοιας αποκλειστικής δικαιοδοσίας του εν λόγω Δικαστηρίου θα πρέπει να υπάρχει τερματισμός απασχόλησης που στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει. Προς επίρρωση δε της θέσης της αυτής η συνήγορος επικαλέστηκε μεταξύ άλλων αποφάσεις όπως η ELIAS MARINE CONSULTANTS LTD ν. SARAH KHOURY DAOU, ECLI:CY:AD:2016:D550, Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2011, 13/12/2016, Zαβρού Tάκης ν. Aνδρέα Xαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447, Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμ. Πλεον. Προσωπικού
(1993)1 ΑΑΔ 1020 και Μικρού Αντωνία και Άλλοι ν. Meridian Hotels Ltd (Aeneas Hotel)
(2003)1 ΑΑΔ 1320. Στην αντίπερα όχθη η κα Αντωνιάδου, επικαλούμενη και αυτή τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α του ενάγοντα, υποστήριξε ότι εφόσον ο τελευταίος, εργοδοτούμενος της εναγομένης κατά τον ουσιώδη χρόνο, αξιώνει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση και δεδουλευμένους μισθούς, δεν μπορεί παρά να ενεργοποιείται η αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών το οποίο, συνεπεία του νομοθετικού ορισμού που δίνεται στον όρο «εργατική διαφορά», είναι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει τέτοια διαφορά. Υποστήριξε περαιτέρω η συνήγορος ότι λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο ενάγοντας δεν αξιώνει μεγαλύτερες αποζημιώσεις από αυτές που μπορούν να αποδοθούν από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ότι το εν λόγω Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει και οποιαδήποτε παρεμφερή θέματα, τίποτα στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ώστε να δικαιολογεί αφαίρεση της δικαιοδοσίας από το εν λόγω Δικαστήριο ώστε να δοθεί στο Επαρχιακό. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά ότι το υπό κρίση δικαιοδοτικό θέμα που έχει εγερθεί αφορά στη ρίζα της διαδικασίας («goes to the root of the proceedings») και ότι δυνάμει του «νέου» αρ.64Α του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει πλέον την εξουσία να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αν ήθελε φανεί ότι είναι εκείνο το Δικαστήριο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία. Σημειώνω επίσης και το ότι ως αμφότερες οι πλευρές δέχονται, ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, εδράζεται στα δικόγραφα και ιδιαιτέρως στην Έκθεση Απαίτησης, αντιπαραβαλλόμενος προς τις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες (βλ. GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480). Σύμφωνα με τη νομολογία συνεπώς, αυτό που πρέπει να εξεταστεί για σκοπούς του υπό κρίση θέματος είναι το τι ακριβώς συνάγεται από τη σχετική δικογραφία να συνιστά το επίδικο αντικείμενο της απαίτησης του ενάγοντα (βλ. Λογγίνου και GURKINA ανωτέρω). Υπενθυμίζω εδώ ότι η βασική θέση του ενάγοντα είναι ότι επειδή στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα τερματισμού της απασχόλησης, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.24/67ώστε να αποκτά αποκλειστική δικαιοδοσία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το ότι αξιώνονται και δεδουλευμένοι μισθοί, υποστηρίζεται περαιτέρω, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση ενώ η αξίωση και για αποζημιώσεις συνεπεία δυσφήμησης ενισχύει τη θέση ότι είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία. Από μια πρώτη θεώρηση της πιο πάνω βασικής θέσης του ενάγοντα προκύπτει ότι αυτή βρίσκει νομικό έρεισμα στο εξής απόσπασμα από την υπόθεση Ζαβρού στην οποία με παρέπεμψε η κα Κοζάκου. «Η εισήγηση παραγνωρίζει πως δεν διεκδίκησε ο εφεσίβλητος αποζημιώσεις για τερματισμό της απασχόλησής του, που αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των διατάξεων τις οποίες επικαλέστηκε. Τα Άρθρα 3 και 30
(2)του Νόμου είναι άσχετα προς την υπόθεση και δεν είναι σ'αυτά που στηρίχτηκε η πρωτόδικη απόφαση και, ενώπιόν μας, η επιχειρηματολογία του εφεσίβλητου. Εν πάση περιπτώσει, αφού χρειάστηκε να αναφερθούμε στο θέμα, ίσως είναι ενδεδειγμένο να σημειώσουμε τα εξής: Ενώ πράγματι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου η εκδίκαση αξιώσεων για αποζημιώσεις λόγω τερματισμού απασχόλησης όταν αυτές υπερβαίνουν το ύψος της αποζημίωσης που είναι δυνατό να επιδικαστούν δυνάμει του Νόμου (βλ. Phassouri Plantations v. Georghiou
(1982)1 C.L.R. 766, Στέλιος Στυλιανίδης v. The British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517, δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η πρόταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία στις περιπτώσεις τερματισμού απασχόλησης που διάρκεσε λιγότερο από 26 βδομάδες. (Βλ. Κapsou v. Airliban
(1988)1 C.L.R. 152). To πραγματικό ερώτημα, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνίσταται στο κατά πόσο η αντιγνωμία σε σχέση με την αξίωση του εφεσιβλήτου είναι εργατική διαφορά (με την έννοια των ερμηνευτικών διατάξεων του Άρθρου 2 του Νόμου), που αναφύεται όπως ορίζει το Άρθρο 30
(1)"συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου η οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· ή έστω παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα τέτοιας διαφοράς". Η αξίωση του εφεσίβλητου δεν αφορά σε θέμα που ρυθμίζεται από το Νόμο. Ο Νόμος καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, την πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και την πληρωμή λόγω πλεονασμού. Οι δεδουλευμένοι μισθοί δεν οφείλονται κατ'εφαρμογή οποιασδήποτε από τις διατάξεις του Νόμου. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 A.A.Δ. 1020, είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της. Η αξίωση του εφεσίβλητου δεν είναι εργατική διαφορά που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Και αφού συνιστά τη μόνη αξίωση του εφεσίβλητου δεν μπορεί να είναι "θέμα" παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό τέτοιας διαφοράς. Στην απουσία νόμου που να παρέχει τη δικαιοδοσία γι'αυτή σε άλλο δικαστήριο, αυτή ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). (Βλ. μεταξύ άλλων την υπόθεση Ηλίας Ηλία ν. Mαρίνας Aλωνεύτη δια της μητρός της Mάρως Aλωνεύτη
(1995)1 C.L.R. 938.» (Έμφαση δική μου) Προσεκτικότερη όμως ανάγνωση της Ε/Α του ενάγοντα, επί της οποίας κρίνεται και το υπό κρίση δικαιοδοτικό θέμα, αποκαλύπτει ότι οι θεραπείες που ο τελευταίος επέλεξε να αξιώσει με την παρούσα αγωγή δεν του επιτρέπουν να επικαλείται το πιο πάνω απόσπασμα ώστε να δικαιολογήσει το γιατί είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να τις χορηγήσει και αυτό λόγω της προβολής της αξίωσης για αποζημιώσεις συνεπεία εξαναγκασμού σε παραίτηση, θέμα το οποίο όχι μόνο διέπεται ρητά από το αρ.7
(1)του Ν.24/67[1] αλλά και ρητά αναφέρεται στο αρ.30 του ιδίου νόμου ότι εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Δεν έχει βέβαια διαφύγει της προσοχής μου ότι στους δικογραφημένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ε/Α, ο ενάγοντας αναφέρει ότι ενόσω ήταν σε διαθεσιμότητα αφυπηρέτησε λόγω ορίου ηλικίας, ισχυρισμός ο οποίος ίσως να μην συνάδει με την καταληκτική απαίτηση του στο αιτητικό (prayer) του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και της Ε/Α για αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση. Ως όμως είναι νομολογημένο, η βάση επί της οποίας εδράζεται μία αγωγή είναι αυτή που διατυπώνεται στο κλητήριο, δηλαδή στο prayer, όπου «.ό,τι εκεί εκτίθεται υπό μορφή πυρήνα, μπορεί στην έκθεση απαίτησης να προσλάβει . επεκτάσεις οι οποίες να αναλύονται σε διάφορες αιτίες αγωγής με ρητή μάλιστα εξειδίκευσή τους. Ωστόσο, η επέκταση δεν μπορούσε να περιλαμβάνει νέα αιτία αγωγής, δηλαδή αιτία η οποία δεν απέρρεε από ό,τι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης και δεν επιτρέπεται επέκταση της βάσης της αγωγής, όπως διατυπώθηκε, με την προσθήκη νέας αιτίας αγωγής.διευκρινίζεται ότι όπου στη γενική οπισθογράφηση αναφέρεται συγκεκριμένη αιτία αγωγής, είναι δυνατό με την έκθεση απαίτησης να γίνει επέκταση και σε άλλη ίσως στενότερη αιτία αγωγής, δεδομένου πάντοτε ότι προκύπτει από τον πυρήνα που εκτίθεται στη γενική οπισθογράφηση: βλ. Brickfield Properties Ltd., v. Newton [1971] 1 W.L.R. 862 στη σελ. 870.» (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389). Τα όσα δε προβάλλονται στο κυρίως σώμα μιας Ε/Α, συνιστούν απλά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων ο ενάγοντας προτίθεται, αλλά και δεσμεύεται, να αποδείξει κατά τη δίκη ώστε να δικαιολογήσει το βάσιμο του «πυρήνα» της απαίτησης του και να πετύχει έτσι τη θεραπεία που αξιώνει. Το αν οι συγκεκριμένοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί μπορούν ή όχι να στοιχειοθετήσουν ή να καταδείξουν ως βάσιμο τον «πυρήνα» της αγωγής αυτό είναι θέμα αποκλειστικά της ουσίας της υπόθεσης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση αγωγής σε κάτι εντελώς διαφορετικό από τον «πυρήνα» της. Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας επέλεξε, τόσο στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο του όσο και στο αιτητικό της Ε/Α να θέσει ρητά ως «πυρήνα» τον εξαναγκασμό σε παραίτηση και να δημιουργήσει έτσι το δικαιοδοτικό θέμα που ηγέρθη. Αυτό του υπεδείχθη από την αρχή από την υπεράσπιση αλλά και από το Δικαστήριο. Παρά ταύτα μέχρι και σήμερα επιμένει να προωθεί την αγωγή του στη βάση του συγκεκριμένου «πυρήνα» και δεν μπορεί τώρα να ισχυρίζεται οτιδήποτε διαφορετικό, ως ουσιαστικά επιχειρήθηκε να γίνει μέσω της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του. Η ουσία λοιπόν παραμένει ότι ο ενάγοντας ζητά με την παρούσα αγωγή αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση. Η εν λόγω αξίωση όμως, η οποία συνιστά τη βάση επί της οποίας ο ενάγοντας θα καλέσει στο τέλος το Δικαστήριο να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο τερματίστηκε η εργασιακή σχέση ώστε να του αποδώσει και τις ανάλογες αποζημιώσεις που ζητά, ενεργοποιεί τις πρόνοιες του Ν.24/67 και κατ' επέκταση εντάσσει την υπόθεση αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι οι υπόλοιπες αξιώσεις του ενάγοντα περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από την γενικότερη συμπεριφορά που κατά τον ίδιο επέδειξε η εναγόμενη εργοδότρια προς το πρόσωπο του μέχρι και που η εργασιακή σχέση τερματίστηκε κατά τον τρόπο που αυτός θεωρεί ότι δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων στη βάση εξαναγκασμού σε παραίτηση, οι εν λόγω αξιώσεις δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ως συμπληρωματικά ή παρεμπίπτοντα θέματα αυτού του «πυρήνα» της αγωγής που ο ίδιος ο ενάγοντας επιμένει να προωθεί. Συνεπώς, και αυτές οι αξιώσεις συμπαρασύρονται, ως άλλωστε προνοεί και το αρ.30
(1)του Ν.24/67 και η σχετική νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μικρού ανωτέρω) στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η ειδική αποκλειστικότητα της οποίας δικαιοδοσίας υπερισχύει της γενικότερης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε και στην υπόθεση Μικρού που με παρέπεμψε η κα Κοζάκου, «Ο περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμος του 1967 (Ν. 8/67)δυνάμει του οποίου εγκαθιδρύθηκε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στα νομικά ζητήματα τα οποία μπορεί να επιλύσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η φύση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και η διαδικασία που ακολουθεί δεν το εμποδίζουν να ασχοληθεί με θέματα όπως ο λίβελλος». Παρομοίως, στην παρούσα υπόθεση η αξίωση του ενάγοντα για την κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση που του προκάλεσε η εναγόμενη δεν προβάλλεται να είναι ασύνδετη με την γενικότερη κατ' ισχυρισμό στάση που επέδειξε απέναντι του η εναγόμενη εργοδότρια του μέχρι και τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της εργασιακής σχέσης κατά τρόπο που δικαιολογεί την επιδίκαση αποζημιώσεων συνεπεία εξαναγκασμού σε παραίτηση. Επομένως, ούτε αυτή η πτυχή της αξίωσης του ενάγοντα αρκεί για να δικαιολογηθεί η αφαίρεση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Εργατικού Δικαστηρίου. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να εκδικάσει την αγωγή του ενάγοντα διαπιστώνεται και για ακόμη ένα λόγο. Προς επίρρωση τη δικής του θέσης, ο ενάγοντας επικαλέστηκε την υπόθεση Ζαρβού και ιδιαίτερα την αναφορά που εκεί γίνεται σε σχέση με την αναρμοδιότητηα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όταν η υπόθεση αφορά σε δεδουλευμένος μισθούς και δεν συνδέεται με τερματισμό απασχόλησης. Κατά τον χρόνο όμως που αποφασίστηκε η Ζαβρού
(1996), η μόνη «εργασιακή» νομοθεσία που υφίστατο τότε και που κλήθηκε το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση να εξετάσει για σκοπούς του θέματος δικαιοδοσίας σε σχέση με αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς, ήταν ο Ν.24/67, ο οποίος Νόμος όμως, όπως επεσήμανε τότε το Δικαστήριο, δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια για το θέμα αυτό. Ήταν δε στη βάση αυτής της διαπίστωσης που το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση βάσισε ρητά το σκεπτικό του ως προς το ότι για θέματα δεδουλευμένων μισθών, αρμοδιότητα είχε τότε το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών - «Στην απουσία νόμου που να παρέχει τη δικαιοδοσία γι'αυτή σε άλλο δικαστήριο, αυτή ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)». Μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης στη Ζαβρού όμως, επήλθε θεσμική αλλαγή στο θέμα «δεδουλευμένοι μισθοί εργοδοτούμενου» με την θέσπιση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν. 35(I)/2007), ο οποίος Νόμος επιβάλλει πλέον την υποχρέωση στους εργοδότες να πληρώνουν πλήρως τον μισθό στους εργοδοτούμενους τους (αρ.5), απαγορεύει, με κάποιες εξαιρέσεις, την αποκοπή οποιουδήποτε μέρους του μισθού (αρ.10) και καθιστά ως αποκλειστικά «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, . το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών». Υπάρχει επομένως από το 2007 ειδικός νόμος που παρέχει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Εργατικό Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του αν τερματίστηκε ή όχι η απασχόληση, να αποφασίσει οποιαδήποτε θέμα αφορά σε αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς, περιλαμβανομένων και απολαβών σε σχέση με άδειες και 13ο μισθό (βλ. ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΙΟΤΑΤΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση αρ. 151/2016, 1/11/2019), ως δηλαδή είναι και οι εδώ αξιώσεις του ενάγοντα. Το ότι ο ενάγοντας δεν επικαλείται στην αγωγή του το εν λόγω νομοθέτημα είναι άνευ σημασίας διότι δεν πρόκειται για νομοθετικές πρόνοιες που δημιουργούν κάποιο ξεχωριστό και ανεξάρτητο αγώγιμο δικαίωμα που θα πρέπει να τύχει επίκλησης στο δικόγραφο αλλά για δικαιοδοτικής φύσης πρόνοιες Νόμου και μάλιστα πρόνοιες που χορηγούν αποκλειστική δικαιοδοσία σε συγκεκριμένο Δικαστήριο. Συνάγεται επομένως ότι η Ζαβρού έχει ουσιαστικά καταστεί δια Νόμου άνευ ισχύος τουλάχιστο σε σχέση με το θέμα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να αποφασίζει επί αξιώσεων για δεδουλευμένους μισθούς. Ούτε αυτή η πτυχή της αγωγής του ενάγοντα συνεπώς εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Για όλους συνεπώς τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αγωγή του ενάγοντα, ως αυτή προβάλλεται στα δικόγραφα του, δεν μπορεί να τύχει εκδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο λόγω έλλειψης καθ' ύλη δικαιοδοσίας και ότι το αποκλειστικά αρμόδιο δικαιοδοτικά Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στο οποίο η αγωγή θα πρέπει, κατ' εφαρμογή του αρ.64Α του Ν.14/60, να παραπεμφθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης τίθεται προς εξέταση το θέμα της ανταπαίτησης της εναγόμενης, η ευπαίδευτη συνήγορος της οποίας υποστήριξε ότι η εν λόγω ανταπαίτηση θα πρέπει να παραμείνει στο Επαρχιακό Δικαστήριο διότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του. Το διακαιοδοτικό αυτό θέμα θα προσεγγιστεί βεβαίως με γνώμονα τις ίδιες αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω αφού για σκοπούς ανταπαίτησης ο εναγόμενος αντιμετωπίζεται ουσιαστικά ως ενάγοντας και το δικόγραφο της ανταπαίτησης ως Ε/Α. Προσεκτική ανάγνωση της ανταπαίτησης και ιδιαίτερα της θεραπείας υπό στοιχείο Α με την οποία ζητείται αναγνώριση του νόμιμου των ενεργειών της εναγόμενης που οδήγησαν στη διαθεσιμότητα του ενάγοντα και κατ' επέκταση στην αποκοπή των μισθών του, φανερώνει ότι η ουσία της ανταπαίτησης άπτεται ουσιαστικά των ίδιων επίδικων θεμάτων με την αγωγή, τα οποία όμως, ως ανέφερα ανωτέρω, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Εργατικού Δικαστηρίου να τα αποφασίσει. Μέρος βέβαια των θεραπειών που αξιώνονται με την ανταπαίτηση αφορούν και σε αποζημιώσεις που η εναγόμενη εργοδότρια αξιώνει εναντίον του ενάγοντα εργοδοτούμενου και όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Daou ανωτέρω), δεν υπάρχει καμία νομοθετική ρύθμιση που να προβλέπει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσίας να παρέχει θεραπείες προς εργοδότη έναντι εργοδοτούμενου στη βάση του όρου «εργατική διαφορά». Υπό αυτή τη σκοπιά συνεπώς, θα μπορούσε να λεχθεί ότι σε σχέση με την ανταπαίτηση για αποζημιώσεις εναντίον του ενάγοντα, ήτοι οι θεραπείες υπό στοιχεία Β και Γ, είναι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει την απαιτούμενη καθ' ύλη αρμοδιότητα. Προκύπτει όμως εδώ το εξής νομικό θέμα. Η ανταπαίτηση της εναγόμενης για αποζημιώσεις εδράζεται στο βάσιμο του ισχυρισμού της ότι ο ενάγοντας επέδειξε κατά την εργοδότηση του αντισυμβατική και αντιθεσμική συμπεριφορά, ισχυρισμός όμως ο οποίος συνιστά και τη βάση επί της οποίας η εναγόμενη υπερασπίζεται το κατ' εκείνη νόμιμο των αποφάσεων της για διαθεσιμότητα του ενάγοντα και αποκοπή του μισθού του. Αν επομένως η επιτυχία της αξίωσης της εναγόμενης για επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον του ενάγοντα εξαρτάται από το κατά πόσο θα αποδειχτεί στο τέλος ότι ο τελευταίος ενήργησε αντισυμβατικά και την ίδια στιγμή αυτό θα είναι και το ουσιώδες θέμα που θα απασχολήσει την εξέταση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης για διαθεσιμότητα και αποκοπή των μισθών του ενάγοντα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ήτοι το αποκλειστικά δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστήριο να προβεί σε μια τέτοια εξέταση, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ενδείκνυται να προχωρεί παράλληλα, σε δύο ισόβαθμα Δικαστήρια διαφορετικής όμως δικαιοδοσίας, η εκδίκαση του ίδιου θέματος απλά και μόνο διότι διαφέρουν οι θεραπείες που μπορούν να αποδοθούν από το κάθε Δικαστήριο; Κατά την άποψη μου η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική και αυτό με γνώμονα την ευαισθησία και το καθήκον του Δικαστηρίου να διασφαλίσει ότι δεν θα δημιουργηθεί ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις από δύο ισόβαθμα Δικαστήρια εφόσον κάτι τέτοιο «αποτελεί κάποιας μορφής υπέρβαση εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης» (βλ. μεταξύ άλλων Ritchie Russell και Άλλοι,
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω απόφαση παραπέμπει όπως η Γεώργιος Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 καθώς επίσης και την ΚΟΝΝΑΡΗ ν. ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2018:A405, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 35/2014, 18/9/2018). Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία του Εργατικού Δικαστηρίου άπτεται της εξέτασης και απόφασης επί των ουσιωδών θεμάτων που διέπουν τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση και «σταματά» μόνο στο σημείο όπου θα πρέπει να επιδικασθούν αποζημιώσεις υπέρ της εναγόμενης αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, θεωρώ πως η πιο ορθή και δίκαιη λύση υπό τις περιστάσεις είναι να αναστείλω την αξίωση της εναγόμενης για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις μέχρις ότου όλα τα άλλα θέματα αποφασιστούν από το Εργατικό Δικαστήριο και διατάξω όπως αυτή η πτυχή της ανταπαίτησης εξεταστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο αναλόγως της απόφασης στην οποία θα καταλήξει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών σε σχέση με τη νομιμότητα και ορθότητα των επίδικων αποφάσεων και ενεργειών της εναγόμενης. Το ότι συνεπεία του νομολογιακού περιορισμού που αναφέρεται ανωτέρω, οι θέσεις της εναγόμενης δεν μπορούν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως έχουν, ήτοι υπό τη μορφή και ανταπαίτησης, δεν συνιστά εμπόδιο στην παραπομπή εφόσον, ως το αρ. 64Α
(3)Ν.14/60ορίζει, «Σε περίπτωση παραπομπής, δυνάμει του παρόντος άρθρου, αγωγής ή αίτησης ή υπόθεσης σε καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό σε διάστημα τριάντα ημερών από την παραπομπή εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, δυνάμει του αρ.64Α Ν.14/60, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση στο βαθμό που αυτή αφορά στην υπό στοιχείο Α θεραπεία της διακόπτονται και παραπέμπονται για εκδίκαση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις της ανταπαίτησης, αυτές αναστέλλονται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στη διαδικασία που θα εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, περιλαμβανομένης και της έκδοσης απόφασης σε οποιαδήποτε τυχόν έφεση ήθελε ασκηθεί. Δίδονται επίσης ανάλογες οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως μεριμνήσει για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για να τεθεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ώστε να δοθούν οι προβλεπόμενες από το αρ.64Α οδηγίες. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, οι μέχρι σήμερα σχετικές διαταγές που έχουν εκδοθεί προφανώς ακυρώνονται λόγω του ότι εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας. Όσον αφορά όμως τα έξοδα που προέκυψαν για σκοπούς εκδίκασης του θέματος της δικαιοδοσίας, ενόψει του ότι η πλευρά της εναγόμενης δεν επεδίωξε ποτέ να προωθήσει το θέμα αν και το είχε εγείρει ως προδικαστική ένσταση στο δικόγραφο της, συμβάλλοντας έτσι στην δημιουργία και αύξηση των εξόδων της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 7.-
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοιαν του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.