Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 148/2018, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 148/2018 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.8549) Επί τοις αφορώσι την Εκούσια Εκκαθάριση της Εταιρείας ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.8549) ------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2020 (Αίτηση ημερ. 19/11/19 για παράταση του χρόνου καταχώρησης της έφεσης υπό του κ. XXXXX Α. Νεοφύτου) Για τον αιτητή: κ. Χ. Α. Νεοφύτου προσωπικά και κα Μιχαηλίδου Για την καθ' ης η αίτηση εταιρεία και τους μετόχους Ευανθία Αριστείδου και Όμηρο Αργυρού: κ. Παπαπολυβίου για κ.κ. Κ. Χρυσοστομίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης από πλευράς αιτητή είναι, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, κάπως ιδιόμορφο και ίσως πρωτοφανές. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι από της καταχώρησης της κυρίως διαδικασίας, η οποία ήχθη αρχικά με μονομερή αίτηση η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως, και μέχρι σήμερα, έλαβαν χώρα αρκετές δικαστικές «μάχες» μεταξύ των διαδίκων, τόσο σε πρωτόδικο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, με τις εκατέρωθεν θέσεις να περιέχονται σε ογκώδη «δικόγραφα» και ένορκες δηλώσεις. Παρά ταύτα η διαμάχη των διαδίκων ως προς το χειρισμό των εσωτερικών δρώμενων στην εταιρεία «Όμηρος» (εφ' εξής εταιρεία) όχι μόνο δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί από τις μέχρι σήμερα εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μάλιστα, όπως αμφότερες οι πλευρές δηλώνουν και προκύπτει και από τις παραστάσεις τους, έπεται και συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση όμως, το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών με την παρούσα διαδικασία γεγονότων έχει ήδη συνοψιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην Πολ. Εφ. 370/2018, Αναφορικά με την Αίτηση του XXXXX Α. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 24/10/2019 και η οποία αποτέλεσε το λόγο για τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω έφεση: «Σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας Αρτοποιεία Όμηρος Αριστείδου Λτδ (στο εξής η Εταιρεία), στις 29.10.2016, εγκρίθηκε ψήφισμα με το οποίο η Εταιρεία θα τίθετο υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης με εκκαθαριστές τούς XXXXX Νεοφύτου και XXXXX Μιχαηλίδου. Η έγκριση του πιο πάνω ψηφίσματος δεν επέφερε και την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μετόχων. Ό,τι όμως ενδιαφέρει την παρούσα είναι ότι στις 27.2.2018 ο εκ των διορισθέντων εκκαθαριστών XXXXX Νεοφύτου, κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στο εξής το κατώτερο Δικαστήριο) την εταιρική αίτηση 148/2018 με την οποία επεδίωξε, αφενός, να απαγορευτεί στους μετόχους και διευθυντές της Εταιρείας να προβάλλουν εμπόδια στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης και αφετέρου να διατάσσεται ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης να «αποδεχτεί τη Θέσμια δήλωση Φερεγγυότητας της Διευθύντριας της Εταιρείας Μ.Ι. (Κ) Αριστείδου για σκοπούς της διαδικασίες εκούσιας εκκαθάρισης της Εταιρείας». Η πιο πάνω αίτηση του Χρ. Νεοφύτου προσέκρουσε σε ένσταση των μετόχων της Εταιρείας Ε.Γ.Α[1] και Ό.Α., οι οποίοι κατέχουν το 80% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας ενώ το υπόλοιπο 20% κατέχεται από τη Μ.Ι. (Κ.) Α. και τελικά η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στο πλαίσιο της οποίας - μεταξύ άλλων - οι ενιστάμενοι προέβαλαν και τη θέση ότι ο Χρ. Νεοφύτου δεν διορίστηκε νομότυπα εκκαθαριστής της Εταιρείας. Το κατώτερο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 266
(1)[2] του περί Εταιρειών Νόμου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των άρθρων 261-264, 266
(2)
(3)και
(4), 268 και 275-283, κατέληξε (ερμηνευτικά) στο συμπέρασμα ότι χωρίς την εμπρόθεσμη υποβολή της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας δεν ήταν δυνατό για τους μετόχους της Εταιρείας να υποδείξουν εκκαθαριστές. Με δεδομένο δε ότι τέτοια Δήλωση δεν είχε υποβληθεί αποφάσισε πως «το ψήφισμα ημερομηνίας 29.10.2016 για εκούσια εκκαθάριση της υπό αναφορά εταιρείας δεν εγκρίθηκε νομότυπα καθότι αυτού του ψηφίσματος δεν προηγήθηκε χρονικά η Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας από τους συμβούλους της εταιρείας και συνεπώς δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι ούτε το ψήφισμα για το διορισμό του κ. XXXXX Νεοφύτου και της κας XXXXX Μιχαηλίδου εγκρίθηκε νομότυπα. Προκύπτει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μη νομότυπης έγκρισης ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση και διορισμό εκκαθαριστή της υπό αναφορά εταιρείας ότι ο ισχυρισμός πως ο κ. XXXXX Νεοφύτου είναι ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας δεν ευσταθεί και για το λόγο αυτό απορρίπτεται.». Η πιο πάνω απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου προσβλήθηκε από τον XXXXX Νεοφύτου (εφεσίβλητος στην παρούσα) με διαδικασία Certiorari, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της Εταιρείας και των Ε.Α. και Ό. Α. (εφεσειόντων στην παρούσα υπόθεση). Με θετική γι΄ αυτόν κατάληξη καθότι ο αδελφός Δικαστής που επελήφθη της αιτήσεως του, εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου κρίνοντας πως η ερμηνεία που δόθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 266 του Κεφ. 113 ήταν εσφαλμένη. Παραθέτουμε επί τούτου αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση. «Το εκδικάσαν Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω απόφασή του στη βάση της ερμηνείας που το ίδιο έδωσε στις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 266 του Νόμου. Εμφανώς, αυτό δεν αντιλήφθηκε ορθά το νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου γίνεται η θέσμια δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 266
(1)και ότι αυτή κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι και δεν απαιτείται να γίνεται σε κάθε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης εταιρείας. Η πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει με σαφήνεια από τη χρήση στο άρθρο 266
(1)της λέξης «δύναται», και, ειδικά, στην πρόβλεψη σε αυτό ότι: «οι σύμβουλοι της εταιρείας ή, ..., η πλειοψηφία των συμβούλων, δύναται σε συνεδρία των συμβούλων να κάνουν θέσμια δήλωση». Επομένως, σαφώς, δεν απαιτείται να γίνεται θέσμια δήλωση σε κάθε περίπτωση που υιοθετείται πρόταση για εκούσια εκκαθάριση εταιρείας. Σύμφωνα δε και με το άρθρο 263 του Νόμου, εφόσον ληφθεί τέτοια απόφαση, «Εκούσια εκκαθάριση θεωρείται ότι αρχίζει από την ημερομηνία έγκρισης του ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση.»» Σημειώνω εδώ ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η πρωτόδικη απόφαση του αδελφού Δικαστή που επιχειρείται τώρα να εφεσιβληθεί από τον αιτητή εκδόθηκε στις 30/03/18, ότι η ισχύς της εν λόγω απόφασης αναστάληκε από τον έντιμο Γιασεμή Δ. στις 04/04/18 στα πλαίσια της Πολ. Αιτ. 30/18 με την οποία δόθηκε άδεια στον αιτητή να καταχωρήσει αίτηση για Certiorari, ότι παρέμεινε υπό αναστολή ισχύος μέχρι και τις 25/10/18 όταν ο Γιασεμής Δ. την ακύρωσε εξ' ολοκλήρου εκδίδοντας σχετικό ένταλμα Certiorari στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης Αρ. 34/2018, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 25/10/2018 και ότι η εν λόγω ακυρωτική απόφαση παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και τις 24/10/19 που εκδόθηκε η απόφαση στην προαναφερόμενη Πολ. Έφ. 370/18 αντικείμενο της οποίας ήταν το certiorari του Γιασεμή Δ. Το Εφετείο που εξέτασε την έφεση που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν εναντίον της ακυρωτικής απόφασης του Γιασεμή Δ. αποφάσισε να ανατρέψει την εν λόγω απόφαση με το εξής σκεπτικό: «Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση ως εσφαλμένη με επτά
(7)Λόγους Έφεσης, πλην όμως προέχει η εξέταση των Λόγων Έφεσης 2, 3 και 4 με τους οποίους προβάλλεται πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος για δύο αλληλένδετους μεταξύ τους λόγους. Ο πρώτος, ότι ο εφεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου με έφεση και, ο δεύτερος, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την καταφυγή στη διαδικασία Certiorari παρά τη δυνατότητα έφεσης.. Έχοντας υπόψιν τις πιο πάνω (βασικές) αρχές, δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά σε σχέση με το ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως το κατώτερο Δικαστήριο «δεν αντιλήφθηκε ορθά το νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου γίνεται η θέσμια δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 266
(1)» δεν δικαιολογούσε αφ΄ εαυτής την έκδοση και του επίδικου διατάγματος. Τούτο γιατί, ακόμη και στην περίπτωση που το κατώτερο Δικαστήριο αντιλήφθηκε λανθασμένα το νομικό πλαίσιο, αυτό μόνο με έφεση μπορούσε να διορθωθεί και όχι με προνομιακό ένταλμα. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που το καταλογισθέν στο κατώτερο Δικαστήριο νομικό σφάλμα ήταν έκδηλο - κάτι που δεν ήταν εφόσον ο έλεγχος της ερμηνείας που έδωσε το κατώτερο Δικαστήριο στο άρθρο 266
(1)επέβαλλε και τη συσχέτιση του εν λόγω άρθρου με τα 261-264, 266
(2)
(3)και
(4), 268 και 275-283 του Κεφ. 113, στοιχείο που απαιτούσε περαιτέρω έρευνα - και πάλιν δεν θα έπρεπε σύμφωνα με τη νομολογία να εκδοθεί το επίδικο ένταλμα χωρίς την κατάδειξη εξαιρετικών περιστάσεων. Ωστόσο η παράμετρος αυτή δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο προχώρησε στην έκδοση του επίδικου εντάλματος κατ΄ ακολουθία της δικής του θεώρησης ότι το κατώτερο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 266
(1)του Κεφ. 113, η οποία θεώρηση δεν συνάδει με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας και ακολούθως την έκδοση προνομιακού εντάλματος. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση επιτυγχάνει χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης, η δε πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα, πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, προς όφελος των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου.» Ως αποτέλεσμα της απόφασης στην Πολ. Έφ. 370/18, το υπό Γιασεμή Δ. εκδοθέν Certiorari ακυρώθηκε και επανήλθε ουσιαστικά η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης της 30/03/18 με την οποία είχε τότε αποπερατωθεί πρωτοδίκως η κυρίως διαδικασία. Καμία πλευρά δεν αμφισβητεί, όπως άλλωστε φαίνεται και από το κείμενο των αποφάσεων τόσο του Γιασεμή Δ. όσο και της έφεσης, ότι και στις δύο εκείνες διαδικασίες, η πλευρά των καθ' ων η αίτηση πρόβαλε επιχειρηματολογία τόσο σε σχέση με την ουσία της απόφασης της 30/03/18 όσο και με το δικαιοδοτικό θέμα του κατά πόσο επρόκειτο για περίπτωση κατάλληλη για προνομιακό ένταλμα, το οποίο ήταν τελικά και το επιχείρημα που εξετάστηκε και τελεσφόρησε κατ' έφεση. Σημειώνω εδώ ότι αν και κατά την προφορική του αγόρευση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, εμμέσως πλην σαφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος των εδώ καθ' ων η αίτηση υποστήριξε αρχικά ότι στα πλαίσια της έφεσης 370/18 διατυπώθηκε και κρίση επί της ουσίας της απόφασης της 30/03/18, η θέση αυτή, όπως στην πορεία αναγνώρισε ο κ. Παπαπολυβίου και προκύπτει και από το προαναφερθέν σχετικό απόσπασμα της έφεσης δεν ευσταθεί και κατέστη κοινώς αποδεκτό ότι «ουδείς αποφάσισε σε εφετειακό βαθμό επί της ορθότητας ή όχι» της πρωτόδικης απόφασης της 30/03/18 (βλ. πρακτικό 27/12/19). Έχοντας σκιαγραφήσει όσο το δυνατό πιο συνοπτικά γίνεται το πραγματικό (factual) υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης προχωρώ να παραθέσω την ουσία των εκατέρωθεν θέσεων. Η μεν πλευρά του αιτητή, επικαλούμενη τα αρ. 203, 261 - 292, 298 - 325, Κεφ. 113 και τους σχετικούς κανονισμούς του 1951 και 1933, τις Δ.35 θ.2 και 19, Δ.48 θ.1 - 9 και Δ.57, το αρ. 31 του Ν.14/60, το αρ. 30Σ και το αρ. 6 της ΕΣΔΑ, ζητά διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/18 για περίοδο 30 ημερών από της έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Σύμφωνα με την Ε/Δ του αιτητή η οποία υποστηρίζει την αίτηση, οι εξαιρετικές περιστάσεις που αναδύονται από το πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό έχει παρατεθεί ανωτέρω, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση της αίτησης έτσι ώστε να διασφαλιστούν όλα τα σχετικά συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή ως διάδικου αλλά και για να μπορέσει να υπάρξει τελεσίδικη δικαστική κρίση σε εφετειακό επίπεδο ως προς την ουσία της διαφοράς των μερών. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω σε έκταση τις θέσεις που προβάλλει ο κ. Νεοφύτου προς υποστήριξη της αίτησης, αυτές είναι λεπτομερώς καταγραμμένες τόσο στην Ε/Δ όσο και στα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά την ακρόαση. Επισημαίνω απλά ότι στην Ε/Δ του αιτητή, πέραν της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται ως προς το βάσιμο της προτιθέμενης έφεσης, γίνεται και μια εκτενής ανάλυση αφ' ενός της πραγματικής και νομικής αβεβαιότητας που κατά τον τελευταίο συνεπάγεται η απόφαση στην έφεση 370/18 λόγω του ότι εκεί αποφασίστηκε μόνο ένα συγκεκριμένο διαδικαστικό/δικαιοδοτικό θέμα σε σχέση με τις εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο όμως δεν σχετίζεται ούτε με την ουσία της διαφοράς αλλά ούτε και με την ορθότητα της ουσίας της κρίσης του Γιασεμή Δ. η οποία άπτετο της ουσίας της απόφασης της 30/03/18 και αφ' ετέρου της δικονομικής αμηχανίας που κατά τον αιτητή έχει πλέον προκληθεί σε σχέση με το θέμα της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/
- Αυτό γιατί, υποστηρίζει ο αιτητής, η ισχύς της απόφασης της 30/03/18 αναστάληκε από Δικαστή του Ανωτάτου τέσσερεις μέρες μετά που εκδόθηκε, στη συνέχεια και μετά από περίπου εφτά μήνες η απόφαση ακυρώθηκε με προνομιακό ένταλμα επίσης από Δικαστή του Ανωτάτου και μετά πάροδο 1½ έτους η ισχύς της επαναφέρθηκε κατόπιν απόφασης και πάλι του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενώ στο μεσοδιάστημα, συνεπεία του Certiorari της 25/10/18, η πρωτόδικη διαδικασία είχε επανανοιχθεί και συνέχιζε κανονικά ωσάν να και δεν είχε ποτέ εκδοθεί απόφαση στις 30/03/
- Κατά τον αιτητή, όλη αυτή η αβεβαιότητα και αμηχανία επιβάλλει όπως η παρούσα αίτηση εγκριθεί αφού πλέον, μόνο με εφετειακή απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και της διαφοράς των μερών μπορούν να επιλυθούν τα μεταξύ τους θέματα ενώ σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θα επηρεαστεί δυσμενώς και η εταιρεία αλλά και ο ίδιος ο αιτητής ως εκκαθαριστής της, θέμα για το οποίο επίσης γίνεται εκτενής αναφορά στην Ε/Δ. Στην αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ένσταση στην αίτηση και με 19 συνολικά λόγους ένστασης υποστηρίζουν κυρίως ότι για όλα όσα παραπονείται ο αιτητής και τα οποία ο τελευταίος επικαλείται για να στηρίξει την παρούσα αίτηση του, αυτά είναι αποτέλεσμα των δικών του ενσυνείδητων επιλογών, τις συνέπειες των οποίων δεν θα πρέπει να του επιτραπεί να αποφύγει. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε πλήρη έκταση ούτε τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση εφόσον και αυτές προβάλλονται λεπτομερώς στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση και αποτέλεσαν αντικείμενο της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου τους η οποία είναι επίσης καταγραμμένη. Επισημαίνω απλά ότι οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο αιτητής ουσιαστικά επιχειρεί τώρα, καταχρηστικά και ανεπίτρεπτα, να διορθώσει τα δικά του σφάλματα, να λάβει μία δεύτερη ευκαιρία για να προσβάλει την εναντίον του απόφαση της 30/03/18, να θέσει την εταιρεία σε νομικό κενό προς εξυπηρέτηση των προσωπικών του κινήτρων και σε βάρος της πρώτης και των μετόχων της, να παρατείνει την εκκρεμοδικία σε βάρος των καθ' ων η αίτηση και ουσιαστικά να διατηρήσει «εν ζωή» τα όσα πραγματικά και νομικά ανυπόστατα και αυθαίρετα ισχυρίστηκε κατά την κυρίως διαδικασία και τα οποία ήδη αποτέλεσαν αντικείμενο της δικαστικής κρίσης της 30/03/18 η οποία θα πρέπει πλέον να θεωρηθεί ως τελεσίδικη. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα καθώς και σε σχέση με το θέμα της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/18, η θέση των καθ'ών η αίτηση είναι ότι η προθεσμία ξεκίνησε να «μετρά» από την ίδια ημέρα που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και δεν επηρεάστηκε καθόλου από την αναστολή που διατάχθηκε στις 04/04/18 στα πλαίσια της άδειας για certiorari και αυτό διότι καμία νομοθετική πρόνοια δεν υπάρχει που να προνοεί το αντίθετο. Εφόσον δε, υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, ο ίδιος ο αιτητής επέλεξε από μόνος του να αναλώσει το χρόνο του σε άλλα ένδικα μέσα αντί να καταχωρήσει έφεση ως έπρεπε, αυτή η επιλογή του δεν μπορεί παρά να επενεργήσει εναντίον του και να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ομολογουμένως ενδιαφέροντα θέματα έθιξαν ενώπιον μου οι συνήγοροι τόσο μέσω των έγγραφων παραστάσεων των πελατών τους όσο και με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, προφορικές και γραπτές. Απλή ανάγνωση των πρακτικών που τηρήθηκαν κατά τις αγορεύσεις τους στις 27/12/19 καταδεικνύει ότι τουλάχιστον από νομικής πλευράς, το θέμα δεν είναι απλό και αυτό ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ότι, όπως αμφότερες οι πλευρές διαπιστώνουν, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε σχετική νομοθετική πρόνοια που να διέπει το πώς αντιμετωπίζονται οι προθεσμίες για καταχώρηση έφεσης στην περίπτωση όπου πρωτόδικη απόφαση αναστέλλεται αρχικά από δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ακυρώνεται μετά με ένταλμα certiorari και στη συνέχεια επαναφέρεται κατόπιν ακύρωσης του certiorari στα πλαίσια έφεσης η οποία όμως δεν αποφάσισε οτιδήποτε επί της ουσίας της υπόθεσης αλλά μόνο το ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για προνομιακό ένταλμα αλλά για έφεση. Πρόσθετα των πιο πάνω, έλαβα υπόψη μου και «.την πολύ καλά γνωστή βασική αρχή που αβίαστα προκύπτει από την ομολογουμένως πλούσια επί του θέματος νομολογία μας, που δεν είναι άλλη από την αρχή ότι, η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35, Θ. 2 για την άσκηση έφεσης, ούσα συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή, αυτή πρέπει να τηρείται. Δεν είναι δυνατό από τη μια να τάσσονται προθεσμίες και από την άλλη αυτές να παρακάπτονται αβασάνιστα και χωρίς αποχρώντα λόγο. Παράκαμψη των προβλεπόμενων για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, προθεσμιών είναι δυνατό μόνο εκεί όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη καλών λόγων οι οποίοι, κρινόμενοι υπό το φως των περιστάσεων, δικαιολογούν την εφαρμογή της εξαίρεσης του κανόνα. Σε μια τέτοια περίπτωση μάλιστα, η δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο να εφαρμόσει την εξαίρεση, μετατρέπεται σε υποχρέωση του να εγκρίνει την παράταση. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, γιατί για άσκηση διακριτικής ευχέρειας πρόκειται, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εκεί και όπου το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, το αίτημα για παράταση πρέπει να εγκρίνεται. (Μιχαηλίδης ν. Τρύφωνος (πιο πάνω), Θεόδωρος Χόππης ν. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Λτδ. κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 12/13, ημερομηνίας 15/4/2013)» (βλ. ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, Αίτηση Αρ. 2/2013, 7/5/2014) Δράττομαι της παραπομπής στην υπόθεση Θεοδωράκη ανωτέρω για να αναφέρω ότι αυτή είναι και η μόνη απόφαση σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου που εντόπισα και στην οποία αυτό που απασχόλησε ήταν το κατά πόσο δικαιολογείται η παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης στην περίπτωση όπου ο αιτητής ανάλωσε το χρόνο του προσπαθώντας να εξασφαλίσει προνομιακό ένταλμα, αν και σε εκείνη την περίπτωση, ο αιτητής, αντίθετα με την παρούσα, είχε αποτύχει να εξασφαλίσει άδεια για καταχώρηση αίτησης για certiorari. Σημειώνω ότι ούτε οι συνήγοροι εντόπισαν οποιαδήποτε απόφαση με παρόμοια γεγονότα παρά την ενδελεχή έρευνα που αμφότεροι φαίνεται ότι διενήργησαν, ενώ η Θεοδωράκης πρέπει να διέλαθε της προσοχής τους και γι' αυτό δεν με παρέπεμψαν σε αυτή. Οι άλλες βέβαια αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι είναι επίσης βοηθητικές, εφόσον όμως τα θέματα που απασχολούν στην παρούσα διαδικασία προσομοιάζουν σε κάποιο μεγαλύτερο βαθμό με τα επίδικα θέματα στην Θεοδωράκης, στην οποία να σημειωθεί λήφθηκε υπόψη και η νομολογία που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι (βλ. αναφορές που γίνονται εκατέρωθεν στην υπόθεση Xόππης), θα δώσω ιδιαίτερη έμφαση στην εν λόγω απόφαση. Στην υπόθεση Θεοδωράκη λοιπόν τα γεγονότα είχαν ως εξής: «Με στόχο την ανατροπή της (πρωτόδικης) απόφασης, ο αιτητής επέλεξε, αντί να αμφισβητήσει την ορθότητα της με έφεση, να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της, καταχωρώντας προς τούτο αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας, για να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου Certiorari. Η αίτηση του για άδεια απορρίφθηκε στις 9/8/2013, βασικά γιατί ο αδελφός μας Δικαστής που εκδίκασε την αίτηση έκρινε ότι, στον αιτητή, παρείχετο εναλλακτικό ένδικο μέσο και δη αυτό της έφεσης και ότι δεν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν παράκαμψη της αναγκαιότητας χρήσης του συγκεκριμένου εναλλακτικού ένδικου μέσου. Ούτε η απόφαση του αδελφού μας Δικαστή εφεσιβλήθηκε. Πριν η προθεσμία έφεσης εναντίον της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, . εκπνεύσει, ο αιτητής, καταχωρώντας προς τούτο δύο αιτήσεις, μια στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο και μια στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ζήτησε, από μεν το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο όπως του παρασχεθεί νομική αρωγή με σκοπό την καταχώριση έφεσης εναντίον της εν λόγω απόφασης (Αίτηση ημερομηνίας 9/8/2013), από δε το Οικογενειακό Δικαστήριο, παράταση της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης (Αίτηση ημερομηνίας 13/8/2013).. Η αίτηση του για παράταση, ημερομηνίας 13/8/2013, εκδικάστηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο και απορρίφθηκε με απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις 25/10/
- Κάμνοντας χρήση των προνοιών της Δ.35, Θ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο αιτητής επανέφερε το αίτημα του για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης εναντίον της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/7/2013, αυτή τη φορά ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, καταχωρώντας προς τούτο, στις 13/11/2013, την παρούσα αίτηση. Η αίτηση του αιτητή για νομική αρωγή ημερομηνίας 9/8/2013, εγκρίθηκε στις 5/2/2014..» Εξετάζοντας την αίτηση με γνώμονα μεταξύ άλλων και τις σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα «παράτασης χρόνου», το Εφετείο στη Θεοδωράκης κατέληξε να την απορρίψει, μεταξύ άλλων διότι: «Στην κρινόμενη περίπτωση δεν αμφισβητείται, στην ουσία αποτελεί κοινό έδαφος, ότι ο αιτητής αρχικά επέλεξε, επιλογή η οποία, ως εκ των υστέρων διεφάνη ήταν λανθασμένη, να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο με στόχο την εξασφάλιση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με απώτερο σκοπό την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 30/7/
- Ωστόσο, στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση, δεν κάμνει οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά στους λόγους που τον ώθησαν αντί να εφεσιβάλει την απόφαση, να προβεί στη συγκεκριμένη επιλογή, η οποία, αν μη τι άλλο, ήταν αποκλειστικά δική του. Στην ενώπιον μας αγόρευση του βέβαια, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, .απέδωσε την επιλογή του αιτητή σε λανθασμένη νομική συμβουλή. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, . η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα οποιαδήποτε κενά ενδεχομένως αυτή παρουσιάζει, δεν μπορούν να πληρωθούν με την αγόρευση του δικηγόρου. Οι λανθασμένες νομικές συμβουλές δεν προσφέρουν, ως είναι η θέση του κ. Βραχίμη, ασφαλές καταφύγιο για σκοπούς αποφυγής των συνεπειών που η συγκεκριμένη επιλογή συνεπάγεται, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα λανθασμένης νομικής συμβουλής, αφήνεται να παρέλθει η περίοδος καταχώρισης έφεσης. Το συγκεκριμένο στοιχείο, εκεί όπου τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ορθό τρόπο, θα τύχει αξιολόγησης μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία. Στην εδώ περίπτωση βέβαια, ο αιτητής καταχώρισε τόσο την αίτηση για νομική αρωγή, όσο και την αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, πριν η προθεσμία για έφεση εκπνεύσει. . Δεν μας διαφεύγει, εξάλλου αυτό είναι προφανές, ότι, απόρριψη της παρούσας αίτησης αναπόφευκτα θα εξαφανίσει το σκοπό για τον οποίο το αίτημα του για νομική αρωγή εγκρίθηκε και το οποίο υπενθυμίζουμε είναι για να καταχωρίσει έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 30/7/
- Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με περιορισμό, σε μεγάλο μάλιστα βαθμό, του πεδίου εντός του οποίου το Δικαστήριο λειτουργεί στα πλαίσια άσκησης της επί του προκειμένου διακριτικής του ευχέρειας. Στην ουσία, θα προκαταλάμβανε και θα προκαθόριζε το αποτέλεσμα. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συναξιολογηθεί με όλα τα άλλα γεγονότα. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν, όχι απλά ουσιαστικό, αλλά κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698 και Ρολάνδος Ευαγόρου ν. Lapertas Fisheries Ltd.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1505).» Από το πιο πάνω σκεπτικό συνάγεται ότι η επιλογή ενός αιτητή να επιδιώξει ανατροπή μιας πρωτόδικης απόφασης με προνομιακό ένταλμα αντί με έφεση συνιστά μεν παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την εξέταση μεταγενέστερου αιτήματος για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης, ιδιαίτερα αν το αρχικό εγχείρημα ήθελε αποτύχει, δεν συνιστά όμως από μόνος του τέτοιο καθοριστικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί άνευ εταίρου σε απόρριψη του αιτήματος για παράταση. Αντιθέτως, «το συγκεκριμένο στοιχείο. θα τύχει αξιολόγησης μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία (εφόσον) τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν, όχι απλά ουσιαστικό, αλλά κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.» (βλ. Θεοδωράκη). Θα διαφωνήσω συνεπώς με την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι επειδή δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση που να διέπει τέτοιες περιπτώσεις αυτό συνεπάγεται ότι το γεγονός της αρχικής αναστολής και ακύρωσης μιας απόφασης με προνομιακό ένταλμα ουσιαστικά θα πρέπει να αγνοηθεί κατά την εξέταση μεταγενέστερου αιτήματος για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης και δη όταν το προνομιακό ένταλμα ακυρώθηκε κατ' έφεση μόνο διότι κρίθηκε ως δικαιοδοτικά ακατάλληλο διάβημα. Μια έφεση άλλωστε, όπως και κάθε δικαστική διαδικασία, για να δικαιολογείται η ύπαρξη της και να μην συνιστά απλά θέμα μάταιης και ακαδημαϊκής συζήτησης, θα πρέπει να έχει κάποιο αντικείμενο και η εκδίκαση της να εξυπηρετεί κάποιο ουσιαστικό σκοπό. Μία απόφαση συνεπώς η οποία έπαυσε να έχει οποιαδήποτε ισχύ, όπως είναι τουλάχιστο η περίπτωση όπου ακυρώνεται από αρμόδιο Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζει να συνιστά δεσμευτική απόφαση εναντίον της οποίας μπορεί να ασκηθεί έφεση που θα έχει κάποιο αντικείμενο ή θα εξυπηρετεί κάποιο ουσιαστικό σκοπό. (βλ. π.χ Αθανασίου Γεωργία ν. Νίκου Τούλουπου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1176 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εταιρείας Ρέϊνμοου Πλήτσιγκ και Ντάϊγκ Κο Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2055). Διαφορετική βέβαια είναι η περίπτωση όπου η έφεση αφορά στην ορθότητα ή μη της ακυρωτικής απόφασης όπου εκεί είναι η ακύρωση που συνιστά το αντικείμενο της έφεσης. Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά από πλευράς αιτητή σε σχέση με το αν μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς η επιλογή του να καταχωρήσει αίτηση για προνομιακό ένταλμα αντί έφεσης. Αυτό γιατί εκ του αρχικού αποτελέσματος εκείνης της διαδικασίας, προκύπτει ότι ο αιτητής δικαιώθηκε δικαστικά για τη συγκεκριμένη επιλογή του από δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστή να το πράξει, ήτοι Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μάλιστα όχι μία αλλά δύο φορές (αίτηση για άδεια και αίτηση για certiorari) και παρέμεινε πλήρως δικαιωμένος για περίοδο πέραν του 1½ έτους από την έκδοση της απόφασης της 30/03/
- Στο τέλος βέβαια αποφασίστηκε ότι η πρωτόδικη κρίση του Δικαστή του Ανωτάτου και κατ' επέκταση η επιλογή του αιτητή ήταν εσφαλμένες, στοιχείο το οποίο σίγουρα δεν αγνοείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, όμως δεν μπορεί ούτε να αγνοηθεί ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα, ήτοι από τις 04/04/18 μέχρι και τις 24/10/19 που αποφασίστηκε η έφεση 370/18, είχε δικαστικά κριθεί ότι ο αιτητής είχε κάνει την ορθή επιλογή και η απόφαση της 30/03/18 ήταν νομικά ανίσχυρη. Ούτε όμως θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι συνεπεία της αρχικής δικαστικής δικαίωσης της συγκεκριμένης επιλογής του, ο αιτητής, όπως και όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι παράγοντες στην υπόθεση περιλαμβανομένου και του παρόντος πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν με όλες τις αποφάσεις του Γιασεμή Δ., οι οποίες τεκμαίρονταν νόμιμες και δεσμευτικές μέχρι ανατροπής τους και δεν τίθετο θέμα να δικαιούτο τότε ο αιτητής να καταχωρήσει και έφεση εναντίον της απόφασης της 30/03/
- Μάλιστα δε, σε περίπτωση που ο αιτητής καταχωρούσε μια τέτοια έφεση ενώ εκκρεμούσαν οι αποφάσεις του Γιασεμή Δ., θα διέτρεχε τον κίνδυνο όχι μόνο να θεωρηθεί ότι ανέτρεψε ο ίδιος τη διαδικασία certiorari αφού θα έθετε «αμέσως τη διαφορά των διαδίκων έξω από το πλαίσιο του ΄Αρθρου 155.4 του Συντάγματος» αλλά και ότι ενεργούσε καταχρηστικά (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥ ΜΙΤΣΙΓΚΑ, Πολιτική Εφεση Αρ. 208/2013 , 13/3/2014). Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η αρχική δικαστική επικύρωση της νομικής και πραγματικής ορθότητας της επιλογής του αιτητή, επέβαλλε στον τελευταίο και καθήκον να προωθήσει επιμελώς την πρωτόδικη διαδικασία που είχε πλέον πετύχει να επανανοίξει με το certiorari που εξασφάλισε και ούτε σε αυτό το θέμα εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό από πλευράς αιτητή. Αντιθέτως, ανάγνωση των πρακτικών που τηρήθηκαν κατά τις πρωτόδικες εμφανίσεις από τις 25/10/18 που εκδόθηκε το certiorari μέχρι και της έκδοσης της απόφασης στην έφεση 370/18 στις 24/10/19, αποκαλύπτει ότι ο αιτητής ήταν απρόθυμος να συγκατατεθεί στα αιτήματα της άλλης πλευράς όπως μην εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης μέχρι να αποφασιστεί η έφεση 370/18 - «.θεωρούμε επιβεβλημένο να ακολουθηθούν οι θεσμοί και να δοθούν οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση εκ μέρους των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφεται η αρχική αίτηση η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και εκκρεμεί από τις 27/02/
- η ορθή προσέγγιση είναι να δικαστεί η αίτηση υπό την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 25/10 .» (βλ. πρακτ. 22/01/18), «.εμείς θεωρούμε ότι καμία έφεση δεν μπορεί να επηρεάζει διαδικασίες. εγώ δεν γνωρίζω καμία νομολογία ότι . το Δικαστήριο πρέπει να περιμένει την περάτωση οποιασδήποτε διαδικασίας..» (βλ. πρακτ. 25/02/19), «. η άλλη πλευρά δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε αίτημα για αναστολή της διαδικασίας . σε καμία περίπτωση αποφάσεις οι οποίες έχουν εφεσιβληθεί δεν χάνουν την ισχύ τους εκκρεμούσας οποιασδήποτε διαδικασίας έφεσης εκτός και αν υπάρχει ρητή αναφορά κάτι που στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται .» (βλ. πρακτ. 07/05/19) και τέλος «.θεωρούμε ότι με την απόφαση του Α. Δ. ημερ. 25.10.18 και την επαναφορά του φακέλου ενώπιον σας το Δικαστήριο σας έχει υποχρέωση να εκδικάσει την αίτηση που εκκρεμεί.ζητούμε να οριστεί για ακρόαση το συντομότερο δυνατό» (βλ. πρακτ. 11/06/19). Μάλιστα δε, αυτή η στάση του αιτητή, η οποία έγινε τελικά αποδεχτή από το Δικαστήριο οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, χαρακτηρίστηκε από τον κ. Παπαπολυβίου και τότε αλλά και τώρα, ως «ασφυκτική» για τον ίδιο και τους πελάτες του (βλ. πρακτικά 07/05/19). Αυτή όμως η «ασφυκτική» πίεση του αιτητή να προχωρήσει μετά την πρωτόδικη δικαίωση του από το Ανώτατο Δικαστήριο και να εκδικάσει το συντομότερο δυνατό την ουσία της υπόθεσης του δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει προς όφελος του, αφού αν μη τι άλλο καταδεικνύει διάδικο ο οποίος ουδόλως αδιαφόρησε σε οποιοδήποτε στάδιο για την προώθηση των κατ' ισχυρισμό δικαιωμάτων του. Στη πορεία βεβαίως ο αιτητής συγκατατέθηκε στην αναμονή αφού όμως συγκατατέθηκε και σε επισπευσμένη εκδίκαση της έφεσης των καθ' ων η αίτηση. Κοντολογίς, στην παρούσα περίπτωση έχουμε ένα αιτητή ο οποίος καταχώρησε μια δικαστική διαδικασία με την οποία ζητούσε διάφορες θεραπείες. Αφού διεξήχθη ακρόαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής στερείτο του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος για να αξιώνει τις εν λόγω θεραπείες οπόταν και απέρριψε την αίτηση σημειώνοντας ότι «.παρέλκει να εξεταστούν τα θέματα τα οποία η επίδικη αίτηση εγείρει.» (βλ. απόφαση 30/03/18). Ο αιτητής αποφάσισε να ασκήσει τα συνταγματικά του δικαιώματα και να επιχειρήσει μέσω του Ανωτάτου Δικαστηρίου την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Ενήργησε άμεσα προς τούτο και μάλιστα εντός τριών ημερών. Επέλεξε όμως να αποταθεί στην προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου αντί στην εφετειακή, με πλήρη βέβαια επίγνωση της διαφοράς των δύο αυτών δικονομικών μέσων. Δικαιώθηκε προκαταρκτικά για την επιλογή του αυτή και πέτυχε την δικαστική αναστολή της ισχύος της απόφασης. Ακολούθως, συμμορφούμενος πλήρως με τις σχετικές οδηγίες του Ανωτάτου, προχώρησε και πάλι άμεσα και καταχώρησε την αίτηση του για προνομιακό ένταλμα εντός της προθεσμίας που όρισε το Ανώτατο (17/04/18). Παρήλθε στη συνέχεια μια περίοδος 6 μηνών η οποία αναλώθηκε στην ακρόαση της αίτησης και στην έκδοση απόφασης από το Ανώτατο και για την οποία ουδείς μέμφεται τον αιτητή. Καθ' όλη αυτή την περίοδο δε, η αναστολή ισχύος της απόφασης της 30/03/18 που είχε εξασφαλισθεί αρχικά, συνέχισε να ισχύει. Τελικά ο αιτητής δικαιώθηκε εκ νέου από το Ανώτατο Δικαστήριο για την επιλογή του να αιτηθεί προνομιακό ένταλμα αντί να καταχωρήσει έφεση και με σχετική δικαστική κρίση που ασκήθηκε επί της ουσίας της απόφασης της 30/03/18, πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι την πλήρη ανατροπή και ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης. Ακολούθως και αφού πέτυχε να επανανοίξει την πρωτόδικη διαδικασία, ο αιτητής επανήλθε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και απαίτησε όπως εξεταστούν το συντομότερο και επί της ουσίας τους πλέον «.τα θέματα τα οποία η επίδικη αίτηση εγείρει.» και τα οποία δεν είχαν προηγουμένως εξεταστεί. Η αντίδικη πλευρά «δυσφόρησε» για την ασφυκτική πίεση που της ασκούσε ο αιτητής και επικαλούμενη την έφεση που αυτή καταχώρησε εναντίον της έκδοσης του certiorari, ζήτησε όπως παραταθεί η εκδίκαση μέχρι να αποφασιστεί η έφεση. Υποστήριξε μάλιστα ότι επειδή το Εφετείο ενδέχετο να αποφανθεί επί της ουσίας της απόφασης της 30/03/18, αν προχωρούσε εκ νέου η πρωτόδικη ακροαματική διαδικασία υπήρχε ο κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις. Ταυτόχρονα όμως η εν λόγω πλευρά ζήτησε και χρόνο ώστε να επιχειρήσει να συμπληρώσει τη μαρτυρία που συνόδευε την αρχικά καταχωρηθείσα ένσταση της ώστε σε περίπτωση νέας ακρόασης, είτε πριν την έκδοση απόφασης στην έφεση είτε σε περίπτωση που η έφεση ήθελε απορριφθεί, να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι θέσεις της και είναι γι' αυτό το λόγο και μόνο που το Δικαστήριο, παρά την αρχική ένσταση του αιτητή, δέχτηκε να αναβάλει την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης σε άλλη ημερομηνία (βλ. πρακτ.07/05/19). Οι επόμενοι πέντε μήνες, ήτοι μέχρι και τις 24/10/19, αναλώθηκαν, αφ' ενός στην ενδιάμεση διαδικασία που ενεργοποίησαν οι αντίδικοι του αιτητή, οι οποίοι καταχώρησαν την αίτηση τους για συμπληρωματική στις 11/06/19 και αφ' ετέρου στην εκδίκαση της έφεσης που επίσης καταχώρησαν οι τελευταίοι, διαδικασία στην οποία να σημειωθεί ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο αιτητής και συγκατατέθηκε σε επισπευσμένη εκδίκαση αλλά και ενήργησε αναλόγως. Στις 24/10/19 και ενώ ήταν κοινώς αντιληπτό και αποδεκτό ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε παύσει να υφίσταται από τον προηγούμενο χρόνο, ήτοι από τις 25/10/18 που ακυρώθηκε με certiorari, το Εφετείο εξέδωσε απόφαση με την οποία όμως έκρινε μόνο ότι από δικαιοδοτικής πλευράς, δεν έπρεπε η μονομελής σύνθεση του Ανωτάτου να θεωρήσει ορθή την επιλογή του αιτητή να αιτηθεί προνομιακό ένταλμα εφόσον τα θέματα που ήγειρε ο τελευταίος μόνο στα πλαίσια έφεσης θα μπορούσαν να αποφασιστούν. Ακυρώθηκε συνεπώς η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί 1 ½ χρόνο προηγουμένως και με την οποία απορρίφθηκε η πρωτόδικη διαδικασία στις 30/03/18 και αυτόματα ο αιτητής κατέληξε να «χάνει» εκ νέου την πρωτόδικη διαδικασία με αναδρομική ουσιαστικά ισχύ, ήτοι από τις 30/03/
- Μέχρι και τις 24/10/19 όμως, η πρωτόδικη διαδικασία ήταν «εν ζωή» και σε ενεργή εκκρεμοδικία και όλοι, μαζί και το Δικαστήριο, ενεργούσαν ωσάν να και δεν είχε ποτέ εκδοθεί η απόφαση της 30/03/
- Μάλιστα δε, αν η υπόθεση προλάβαινε να εκδικαστεί πριν την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, θα υπήρχε μια νέα, καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, εναντίον της οποίας αμφότερες οι πλευρές θα είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση. Τώρα όμως, ακόμη και αυτή η αίτηση των καθ' ων η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής μαρτυρίας, η οποία αν και προωθήθηκε δεν πρόλαβε να εκδικαστεί και ακόμη εκκρεμεί, έχει ουσιαστικά καταστεί άνευ αντικειμένου και υπόκειται σε απόρριψη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και αντισταθμίζοντας την αναστάτωση στα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την απόφαση του Εφετείου στις 24/10/19 και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας και χωρίς να παραγνωρίζεται ο κανόνας για αυστηρή τήρηση της προθεσμίας που τίθεται για την άσκηση έφεσης, προθεσμία ούσα συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης, κρίνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση υφίστανται τέτοιοι καλοί λόγοι, οι οποίοι, κρινόμενοι υπό το φως όλων των ομολογουμένως εξαιρετικών και ιδιάζουσων περιστάσεων της υπόθεσης, δικαιολογούν την προς όφελος του αιτητή άσκηση της δικαστικής δυνατότητας για εφαρμογή της εξαίρεσης στον κανόνα. Μάλιστα δε, η εν λόγω δυνατότητα για εφαρμογή της εξαίρεσης ίσως στη συγκεκριμένη περίπτωση να μετατρέπεται και σε υποχρέωση έγκρισης της παράτασης (βλ. λεχθέντα στη Θεοδωράκη ανωτέρω και Χόππης). Για την κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου και το ότι τα όσα ο αιτητής προτίθεται να προβάλει στα πλαίσια έφεσης προς ανατροπή της ουσίας της απόφασης της 30/03/18, φέρεται να έτυχαν αρχικά, έστω στα πλαίσια μονομελούς δικαιοδοσίας, κάποιας επιδοκιμασίας σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου και αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στη συνέχεια σε εφετειακό επίπεδο. Ακόμη όμως και αυτά τα επί του προκειμένου σχόλια του Εφετείου ενισχύουν θεωρώ την αναγκαιότητα όπως το νομικό θέμα που προκύπτει από την απόφαση της 30/03/18 αποφασιστεί τελεσίδικα στα πλαίσια σχετικής έφεσης ώστε να υπάρξει όντως τελεσίδικη κρίση επί της ουσίας της διαφοράς των μερών. Σημειώνω τέλος ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι μέρος της συζήτησης που έγινε στα πλαίσια της υπό κρίσης αίτησης επεκτάθηκε και στο κατά πόσο, υπό το φως της αναστολής που δόθηκε στις 04/04/18 από το Γιασεμή Δ., είχε παρέλθει ή όχι η προθεσμία των 6 εβδομάδων για καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/
- Το θέμα όμως αυτό θεωρώ καθίσταται άνευ ουσιαστικής σημασίας εφόσον ως είναι νομολογημένο, η παρέλευση ή μη της προθεσμίας δεν συνιστά άνευ ετέρου λόγο για να μη δοθεί η αιτούμενη παράταση αφού το όλο θέμα θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης. Ακόμη δηλαδή και αν έχει παρέλθει η προθεσμία, το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι στο που οφείλεται η καθυστέρηση και αν η εν λόγω καθυστέρηση ήθελε κριθεί υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη, τότε θα δοθεί η αιτούμενη παράταση (βλ. Χόππης ανωτέρω). Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, συντρέχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην εδώ περίπτωση του αιτητή που δικαιολογούν, είτε παρήλθε η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης είτε όχι, όπως η πλάστιγγα γείρει υπέρ του και η υπό κρίση αίτηση εγκριθεί ώστε να του δοθεί ο αιτούμενος χρόνος για να μπορέσει να καταχωρήσει την προτιθέμενη έφεση του εναντίον της απόφασης της 30/03/
- Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται και ο χρόνος του αιτητή για την υποβολή έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/18 παρατείνεται για τριάντα μέρες
(30)από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο αιτητής είναι ο επιτυχόν διάδικος της διαδικασίας και παράλληλα το πρόσωπο που εξασφαλίζει την παράταση, λαμβανομένων υπόψη των ιδιόμορφων γεγονότων και νομικών θεμάτων που απασχόλησαν το Δικαστήριο, ως αυτά αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές και οι οποίες παρέμειναν μέχρι σήμερα να εκκρεμούν, ήτοι η αίτηση ημερ. 11/06/19 που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση για να τους δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ και η αίτηση του αιτητή ημερ. 02/12/19 για αναστολή των ενδοεταιρικών διαδικασιών μέχρι εκδίκασης της παρούσας αίτησης, αυτές, όπως αμφότεροι οι συνήγοροι αναγνώρισαν κατά την ακρόαση, έχουν πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου και ως τέτοιες απορρίπτονται. Για τους ίδιους λόγους διατάσσω όπως σε σχέση και με τις δύο αυτές αιτήσεις η κάθε πλευρά επωμιστεί τα αντίστοιχα έξοδα της. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο