LENAS GENERAL CONSTRUCTIONS LTD ν. ΦΙΣΕΝΤΖΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 929/15, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 929/15 Μεταξύ: LENAS GENERAL CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων και XXXXX ΦΙΣΕΝΤΖΙΔΗΣ Εναγόμενος ----------------- (Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης ημερ. 06/12/19) Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Φ. Τρίγγας Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Τ. Παπαπέτρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και τοποθέτησης αλουμινίων, αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό €16.380, ως ποσό που ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται για υπηρεσίες που παρείχαν στον τελευταίο μεταξύ 03/09/12 και 22/10/2012, ήτοι τοποθέτηση αλουμινίων σε κτήριο ιδιοκτησίας του κατόπιν αποδοχής γραπτής προσφοράς ημερ. 03/09/
- Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι παρά το ότι εξέδωσαν και έστειλαν στον εναγόμενο σχετικό τιμολόγιο μαζί με σχετική κατάσταση λογαριασμού με αρ. 320281, λογαριασμό που διατηρούσαν στο όνομα του τελευταίου σε σχέση με τις υπηρεσίες και προϊόντα που του παρείχαν, εντούτοις αυτός ουδέποτε εξόφλησε το χρέος του. Με την υφιστάμενη υπεράσπιση του ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ουδέποτε συμβλήθηκε προσωπικά με τους ενάγοντες και ότι η οποιαδήποτε συνεργασία και συμφωνία των εναγόντων έγινε με συγκεκριμένη αρχιτεκτονική εταιρεία, η οποία είναι και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο αναφέρουν οι ενάγοντες ότι εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες. Ανεξαρτήτως και άνευ βλάβης της θέσης του αυτής όμως και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι κάποια συμφωνία έγινε μεταξύ των εναγόντων και του ιδίου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι επειδή η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι οι ενάγοντες θα τοποθετούσαν κάποια αλουμίνια στο ακίνητο με αντάλλαγμα τη διαφήμιση τους, αν και όντως εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες εντούτοις ο ίδιος δεν τους οφείλει το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Αφού στη συνέχεια δόθηκαν και ολοκληρώθηκαν οι σχετικές προδικαστικές οδηγίες με βάση την «παλαιά» Δ.30, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Λόγω δε έγκρισης αιτημάτων αναβολών που είχαν δοθεί κυρίως λόγω προσπαθειών που γίνονταν για σκοπούς διευθέτησης, η τελευταία φορά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, ήταν στις 17/09/19 όταν η πλευρά του εναγόμενου ανέφερε ότι ενδέχετο μέχρι τέλους εκείνου του μήνα να επέλθει πλήρης διευθέτηση. Κρίθηκε τότε ορθότερο και αυτό για σκοπούς αποφυγής δέσμευσης του προγράμματος του Δικαστηρίου με υποθέσεις οι οποίες δεν θα οδηγούνταν σε ακρόαση, να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες σε σύντομο χρόνο με ταυτόχρονη επισήμανση ότι σε περίπτωση που η υπόθεση δεν θα διευθετείτο, τότε θα οριζόταν αμέσως για ακρόαση. Τελικά οι προσπάθειες για διευθέτηση δεν τελεσφόρησαν οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 09/12/
- Επειδή όμως εκφράστηκε πρόθεση από πλευράς εναγόμενου να υποβληθεί αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης, δόθηκαν οδηγίες όπως τέτοια αίτηση καταχωρηθεί και οριστεί το αργότερο μέχρι 15/11/19 ώστε να καταστεί δυνατό να αποπερατωθεί χωρίς να εκτροχιαστεί η ημερομηνία ακρόασης. Την εν λόγω αίτηση της, ήτοι την υπό κρίση αίτηση, η πλευρά του εναγόμενου την καταχώρησε τελικά στις 06/12/19 και αυτή ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 30/01/20 με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί δικονομικό πρόβλημα όταν η υπόθεση ήχθη για ακρόαση της ουσίας στις 09/12/
- Για τους λόγους που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό εκείνης της ημερομηνίας, κρίθηκε ότι παρά τη μη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, τόσο η πλευρά του εναγόμενου όσο και η πλευρά του ενάγοντα, η οποία ζήτησε χρόνο να τοποθετηθεί στην αίτηση ουσιαστικά συγκατατιθέμενη έτσι στην αναβολή της ακρόασης, είχαν ενεργήσει καλόπιστα. Κρίθηκε όμως επιβεβλημένο όπως αποφασιστεί το συντομότερο η αίτηση του εναγόμενου οπόταν αφού δόθηκε άδεια για να της επιληφθεί το Δικαστήριο εκείνη την μέρα αντί στις 30/01/20, η εν λόγω αίτηση ορίστηκε απ' ευθείας για ακρόαση με οδηγίες όπως τυχόν ένσταση καταχωρηθεί μέχρι 23/12/19 που ήταν και η τελευταία μέρα πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Σε πλήρη συμμόρφωση με τις εν λόγω οδηγίες η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε την ένσταση της στις 23/12/19 και αμφότεροι συνήγοροι προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις 09/01/20, ήτοι αμέσως μετά με την επανέναρξη του Δικαστικού έτους. Παραθέτω συνοπτικά το περιεχόμενο αίτηση και ένστασης. Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος ζητά να του επιτραπεί αριθμός τροποποιήσεων οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την προβολή του ισχυρισμού ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ήταν ένας εκ των ιδιοκτητών του ακινήτου στο οποίο εκτελέστηκαν οι επίδικες εργασίες κατά 1/3 μερίδιο αν και «νόμιμος κάτοχος και/ή καρπωτής και/ή ενοικιαστής» του ακινήτου ήταν συγκεκριμένη αρχιτεκτονική εταιρεία, άλλη όμως από την εταιρεία που αναφέρεται στην υφιστάμενη υπεράσπιση και της οποίας εταιρείας τα γραφεία στεγάζονται στο εν λόγω ακίνητο. Είναι δε ο προτιθέμενος ισχυρισμός του εναγόμενου ότι είναι η εν λόγω εταιρεία, που με την έγκριση των ιδιοκτητών, ανέλαβε την ευθύνη και/ή τα έξοδα για όλες τις εργασίες που έγιναν στο ακίνητο περιλαμβανομένων και των επίδικων και που συμφώνησε σχετικά με τους ενάγοντες. Παρόμοιο ισχυρισμό ο εναγόμενος επιθυμεί να εισαγάγει και στην υφιστάμενη προδικαστική ένσταση του η ουσία της οποίας παραμένει να είναι ότι η όποια συνεργασία ή συμφωνία οδήγησε στις επίδικες εργασίες αυτή ήταν μεταξύ των εναγόντων και της προαναφερόμενης εταιρείας. Επιθυμεί επίσης ο εναγόμενος να αντικαταστήσει τον ισχυρισμό του ότι «.σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο.» η εν λόγω συμφωνία ήταν για τοποθέτηση αλουμινίων με αντάλλαγμα τη διαφήμιση των εναγόντων, με τον ισχυρισμό ότι η οποιαδήποτε τυχόν προφορική συμφωνία έγινε με τους ενάγοντες και την εταιρεία, η οποία εταιρεία εκπροσωπείτο τότε από τους διευθυντές και/ή τους νόμιμους αντιπρόσωπους της μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, αυτή έγινε το 2011 και ότι αυτό που είχε συμφωνηθεί τότε ήταν ότι «οι ενάγοντες θα τοποθετούσαν τα αλουμίνια στο ακίνητο ως αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή για τις εργασίες που οι ενάγοντες λάμβαναν από την εταιρεία διαχρονικά .με σκοπό να συνεχίσει η προώθηση και/ή διαφήμιση των εργασιών και/ή προϊόντων των εναγόντων στους πελάτες της εταιρείας. ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι η εταιρεία θα κατέβαλλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στους ενάγοντες έναντι της τοποθέτησης των αλουμινίων». Στη βάση αυτού του ισχυρισμού ο εναγόμενος ζητά να του επιτραπεί να εισάγει στην υπεράσπιση του τον ισχυρισμό ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η προαναφερόμενη εταιρεία οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Τέλος ο εναγόμενος επιθυμεί να περιορίσει και την υφιστάμενη παραδοχή ως προς την πλήρη εκτέλεση των επίδικων εργασιών στο ότι δεν είναι όλες αλλά οι περισσότερες εξ' αυτών των εργασιών που έγιναν ως η συμφωνία με τους ενάγοντες. Σύμφωνα με την Ε/Δ του εναγόμενου που υποστηρίζει την αίτηση, οι πιο πάνω τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες όταν διαφάνηκε ότι τελικά δεν θα επέρχετο διευθέτηση οπόταν η υπεράσπιση έτυχε προσεκτικότερης μελέτης για σκοπούς ακρόασης. Τότε είναι, κατά τον εναγόμενο, που διαπιστώθηκε ότι στην υφιστάμενη υπεράσπιση είχε αναγραφεί λανθασμένο το όνομα και ο αριθμός της εταιρείας που κατείχε το ακίνητο όπως εκ λάθους είχε αναγραφεί και το ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν ιδιοκτήτης αντί κάτοχος του ακινήτου και αυτό συνεπεία της σύγχυσης του εναγόμενου ως προς τις έννοιες ιδιοκτήτης και κάτοχος - ενοικιαστής. Παρόμοια λάθη ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι έγιναν κατά τη σύνταξη της υφιστάμενης υπεράσπισης, αυτή τη φορά όμως από τους δικηγόρους του, και όταν δεν περιλήφθηκαν στο δικόγραφο οι ισχυρισμοί που αφορούν στην πραγματική φύση της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας που η εταιρεία είχε συνάψει τότε με τους ενάγοντες. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι την παρούσα αίτηση την καταχώρησε άμεσα και πριν ΄την έναρξη της ακρόασης της αγωγής και ότι η έγκριση της καθίσταται επιβεβλημένη ώστε να μπορέσει να θέσει πλήρως τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταστεί δυνατή η επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων των διαδίκων. Θεωρεί δε ο εναγόμενος ότι δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη τροποποίηση αφού δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς η βάση της υπεράσπισης του ενώ η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί στους ενάγοντες συνεπεία ενδεχόμενης έγκρισης της αίτησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην αντίπερα όχθη οι ενάγοντες, με τέσσερεις λόγους ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης και οι οποίοι εδράζονται στο ιστορικό της υπόθεσης, υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θεωρούν οι ενάγοντες ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο εναγόμενος επιχειρεί να προσθέσει νέα γεγονότα στην υφιστάμενη υπεράσπιση αλλά και να καθυστερήσει τη διαδικασία ανεπίτρεπτα και προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής, οι ενάγοντες παραπέμπουν μεταξύ άλλων στο γεγονός της καταχώρησης της παρούσας αίτησης μεταγενέστερα της προθεσμίας που είχε ορίσει το Δικαστήριο και μόνο μετά που η προσπάθεια του εναγόμενου να διευθετήσει την υπόθεση προσφέροντας στους ενάγοντες δικά του έπιπλα και οικιακές συσκευές δεν έγινε αποδεκτή. Όπως ανέφερα πιο πάνω, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβηκαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες αναφέρθηκαν στη σχετικη με το θέμα νομολογία, αναγνωρίζοντας και οι δύο ότι η παρούσα περίπτωση διέπεται από τις πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.
- Δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω εκτενή αναφορά στη σχετική Νομολογία που διέπει τις αιτούμενες τροποποιήσεις δυνάμει των προνοιών της Δ.25 που ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 από τις οποίες διαπιστώνεται ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο, ασκείται με φειδώ. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Οι εν λόγω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Έχω εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και παρατηρώ τα εξής. Ο κεντρικός άξονας της υφιστάμενης υπεράσπισης του εναγόμενου είναι ότι ο ίδιος καμία συμβατική άλλως πως συνεργασία σε σχέση με τις επίδικες εργασίες δεν είχε με τους ενάγοντες υπό την προσωπική του ιδιότητα ενώ είναι ουσιαστικά παραδεκτό ότι τέτοιες εργασίες ζητήθηκαν και εκτελέστηκαν σε κτήριο ως ισχυρίζονται οι τελευταίοι. Προβάλλεται όμως παράλληλα από τον εναγόμενο και θέση αναφορικά με τις συγκεκριμένες πρόνοιες της συμφωνίας στα πλαίσια της οποίας εκτελέστηκαν οι επίδικες εργασίες και συγκεκριμένα σε σχέση με το αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε ότι θα λάμβαναν οι ενάγοντες. Προβάλλεται συγκεκριμένα ο ισχυρισμός ότι αν ήθελε φανεί ότι ο εναγόμενος σύναψε προσωπικά κάποια συμφωνία με τους ενάγοντες, τότε, επειδή το συμφωνηθέν αντάλλαγμα δεν ήταν χρήματα αλλά διαφήμιση των εναγόντων, αυτός δεν οφείλει να καταβάλει στους τελευταίους οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Το αν τα δύο αυτά σκέλη της υπεράσπισης είναι σε τέτοιο βαθμό αντίθετα μεταξύ τους που κατά την ακρόαση ο εναγόμενος υποχρεούται να επιλέξει ποιο από τα δύο θα προωθήσει δεν είναι κάτι που θα με απασχολήσει στην παρούσα διαδικασία αφού αυτό που ενδιαφέρει για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης είναι το κατά πόσο «...η αλλαγή που επιδιώκεται συνάδει με την απαίτηση ή την υπεράσπιση αναλόγως του αιτητή...» (GEORGHIOU ν. PISTOLIA
(1969)1 CLR 613 και TSIAPPAS ν. REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH THE DISTRICT OFFICER NICOSIA
(1974)1 CLR 167) και το κατά πόσο η εν λόγω αλλαγή «.έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά» (βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Από μια εκ πρώτης όψεως ανάγνωση των προτιθέμενων τροποποιήσεων, αυτές δεν φαίνεται να μεταβάλλουν ουσιωδώς το χαρακτήρα της υφιστάμενης υπεράσπισης και θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλά ως μια εξειδίκευση των υφιστάμενων πιο γενικών ισχυρισμών ως άλλωστε είναι και η θέση του εναγόμενου. Προσεκτικότερη όμως μελέτη των προτιθέμενων τροποποιήσεων αποκαλύπτει ότι υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ της υφιστάμενης και της προτιθέμενης υπεράσπισης, η οποία διαφορά δημιουργείται από την προτιθέμενη αφαίρεση της «προϋπόθεσης» που θέτει ο εναγόμενος στην υφιστάμενη παράλληλη υπερασπιστική γραμμή που προβάλλει σε σχέση με τις συγκεκριμένες πρόνοιες της συμφωνίας των μερών και το κατ' ισχυρισμό αντάλλαγμα που έλαβαν οι ενάγοντες, ήτοι της προϋπόθεσης του «ανεξαρτήτως και/ή άνευ βλάβης.σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο.». Αυτή η δικογραφημένη προϋπόθεση που θέτει στο υφιστάμενο δικόγραφο του ο εναγόμενος είναι θεωρώ ουσιώδους σημασίας διότι το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που δημιουργεί η εν λόγω προϋπόθεση, ήτοι τη σύναψη συμφωνίας προσωπικά με τον εναγόμενο, είναι το υπόβαθρο που ενδέχεται να επιτρέψει στον τελευταίο κατά την ακρόαση να προωθήσει τις θέσεις του αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας και το πώς οι επίδικοι συμβατικοί όροι συνιστούν προσωπική υπεράσπιση για τον ίδιο. Με την επιδιωκόμενη όμως αφαίρεση αυτής της «προϋπόθεσης» του «σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο», τα όσα προτίθεται να ισχυριστεί ο τελευταίος σε σχέση με τους συγκεκριμένους επίδικους συμβατικούς όρους παύουν να συνιστούν προσωπική υπεράσπιση του ιδίου στην αγωγή που αντιμετωπίζει αλλά συνιστούν ουσιαστικά την ενδεχόμενη υπεράσπιση που θα μπορούσε να προβάλει ο κατά τον εναγόμενο πραγματικός αντισυμβαλλόμενος των εναγόντων, ήτοι η αρχιτεκτονική εταιρεία την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι εκπροσωπόυσε. Η εν λόγω εταιρεία όμως όχι μόνο δεν είναι διάδικος στην αγωγή αλλά σύμφωνα και με τη διατηρηθείσα θέση του εναγόμενου, η όποια συμβατική ευθύνη της εν λόγω εταιρείας απέναντι στους ενάγοντες δεν μπορεί να επεκταθεί στον ίδιο. Ούτε όμως πρόκειται για περίπτωση όπου προβάλλεται η υπεράσπιση της εξόφλησης χρέους του εναγόμενου από τρίτο πρόσωπο εφόσον και αυτού του είδους η υπεράσπιση εξυπακούει τουλάχιστο παραδοχή κάποιας προσωπικής ευθύνης και οφειλής από πλευράς εναγόμενου (βλ. ΑΝΘΗ ΦΕΛΛΑ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2015:A630, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 94/2010 και 158/2010 , 28/9/2015) κάτι που στην παρούσα περίπτωση ο τελευταίος δεν δέχεται ότι ισχύει. Με άλλα λόγια, με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις ο εναγόμενος ουσιαστικά επιχειρεί πλέον να προβάλει ως δική του υπεράσπιση τα συμβατικά δικαιώματα κάποιου ανεξάρτητου τρίτου, εξ' ου και επιθυμεί να προσθέσει τώρα και τον ισχυρισμό ότι «.ούτε και η Εταιρεία.» οφείλει να πληρώσει οτιδήποτε στους ενάγοντες, διατηρώντας όμως παράλληλα και τη θέση ότι η συμβατική ευθύνη αυτού του ανεξάρτητου τρίτου προσώπου απέναντι στους ενάγοντες είναι άσχετη και ασύνδετη με εκείνον και ότι ο ίδιος εξ' υπαρχής δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πώς ευθύνη απέναντι στους ενάγοντες ως είχε το τρίτο αυτό πρόσωπο. Αυτό θεωρώ δεν μπορεί να επιτραπεί, όχι διότι μόνο διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή των υφιστάμενων θέσεων και παραδοχών του εναγόμενου αλλά και διότι αν ήθελε εγκριθεί μια τέτοια μεταβολή στα δικόγραφα, θεωρώ ότι θα εκτροχίαζε πλήρως την όλη διαδικασία. Δεν θεωρώ περαιτέρω ότι με τη μη έγκριση αυτής της πτυχής της προτιθέμενης τροποποίησης της υπεράσπισης θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του εναγόμενου εφόσον το υφιστάμενο δικόγραφο του, καλύπτει, ως έχει, και τη θέση του ότι η επίδικη συμφωνία δεν έγινε με τον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά και την παράλληλη θέση του ότι επειδή το αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε να δοθεί στους ενάγοντες ήταν η διαφήμιση των εργασιών τους και όχι κάποιο χρηματικό ποσό, τότε «σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο», αυτός δεν υποχρεούται να καταβάλει οτιδήποτε. Το αν βέβαια τέτοια υπερασπιστική γραμμή δύναται να έχει επιτυχή κατάληξη ή όχι είναι θέμα της ουσίας της υπόθεσης. Όσον αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις που ζητούνται, ήτοι αυτές που αφορούν στη διόρθωση της ονομασίας, του αριθμού και της ιδιότητας της εταιρείας που κατ' ισχυρισμό συμβλήθηκε με τους ενάγοντες καθώς επίσης και του περιορισμού της υφιστάμενης παραδοχής ως προς το ποιες από τις επίδικες εργασίες όντως εκτελέστηκαν, λαμβανομένου υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς εναγόμενου, κρίνω ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δύναται να επιτραπούν. Αυτό και διότι θεωρώ ότι με τις εν λόγω τροποποιήσεις δεν επιχειρείται να αλλοιωθεί αλλά να εξειδικευτεί η υφιστάμενη υπερασπιστική γραμμή και δη κατά τρόπο που θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αφού θα συμβάλει στο να παρουσιαστεί πλήρης η εικόνα της δικογραφίας, αποκρυσταλλωμένη και στην ορθή διάσταση της, επιφέροντας έτσι βεβαιότητα και στη διαδικασία αλλά και στους διαδίκους. Καμία αδικία θεωρώ δεν θα προκληθεί στους ενάγοντες από την έγκριση των εν λόγω τροποποιήσεων αφ' ενός διότι δεν θα τεθούν ενώπιον νέων ισχυρισμών και αφ' ετέρου διότι θα έχουν την ευκαιρία, προτού ξεκινήσει η ακρόαση, να απαντήσουν σε αυτούς τους ισχυρισμούς του εναγόμενου με το ανάλογα τροποποιημένο δικόγραφο τους. Η όποια δε ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί στους ενάγοντες συνεπεία της τροποποίησης, αυτή μπορεί να θεραπευτεί επαρκώς με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα αλλά και με οδηγίες για την όσο το δυνατό συντομότερη εκδίκαση της υπόθεσης. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και δίδεται άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης ως οι παράγραφοι Α(i), (ii), (iii), (iv), (v7) και (vii) της αίτησης ενώ οι υπόλοιπες προτιθέμενες τροποποιήσεις απορρίπτονται. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και πιστό αντίγραφο της να παραδοθεί στην άλλη πλευρά. Τροποποιημένη απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών στη συνέχεια. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά, όπως και τα σπαταληθέντα έξοδα που ήθελε προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. Θα προχωρήσω τώρα να προγραμματίσω την υπόθεση για ακρόαση αφού ακούσω σχετικά και τους συνηγόρους. (Υπ.) .......... Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο