ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 1008/19, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1008/19 Μεταξύ: XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντας και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόμενη ----------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Παπαδοπούλου για Π. Αγγελίδη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Βαρνάβας για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 16/04/19, ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη, τραπεζικό ίδρυμα το οποίο απέκτησε δυνάμει μεταβίβασης την κυριότητα και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ (ΟΧΠ), «ειδικές αποζημιώσεις €15.000 με νόμιμο τόκο από τις 19/10/16 λόγω δόλου και/ή αμέλειας και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγόμενης». Εν συντομία, η εκδοχή του ενάγοντα έχει ως εξής. Πριν από 25 χρόνια, ο ΟΧΠ είχε καταχωρήσει στο Ε.Δ Λ/σου την αγωγή XXXXX/95, με την οποία αξίωνε εναντίον διαφόρων προσώπων μεταξύ των οποίων και κάποιου Σταύρου Κωνσταντίνου, ήτοι προσώπου συνονόματου του ενάγοντα, ποσό 6024ΛΚ το οποίο προέκυψε ύστερα από δανεισμό. Την εν λόγω αγωγή ο ΟΧΠ την επέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος όμως ισχυρίζεται ότι καμία σχέση είχε με την υπόθεση και το εκεί επίδικο χρέος και συνεπεία τούτου δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε εμφάνιση εκ μέρους του Σταύρου Κωνσταντίνου εναγόμενου στην αγωγή, οπόταν και ο ΟΧΠ πέτυχε στις 08/05/03 εναντίον του εν λόγω εναγόμενου την έκδοση απόφασης ερήμην. Περί τα τέλη του 2016, ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει να πωλήσει συγκεκριμένο ακίνητο ιδιοκτησίας του σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Όταν όμως μετέβηκε στο Κτηματολόγιο για να προχωρήσει με τη μεταβίβαση, διαπίστωσε προς έκπληξη του ότι το ακίνητο του βαρύνετο με ΜΕΜΟ που ενέγραψε ο ΟΧΠ στη βάση της απόφασης στην XXXXX/95 περί το
- Επικοινώνησε τότε με την εναγόμενη στην οποία είχαν εν τω μεταξύ μεταβιβαστεί τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ΟΧΠ μεταξύ των οποίων και το εξ' αποφάσεως χρέος στην XXXXX/95, η οποία όμως αρνήθηκε να άρει το ΜΕΜΟ εκτός αν της καταβάλλονταν €15.000 έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Επειδή ο ενάγοντας ήταν εκτεθειμένος απέναντι στον αγοραστή του ακινήτου, κατέβαλε με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του το εν λόγω ποσό οπόταν και η εναγόμενη ήρε το ΜΕΜΟ από το ακίνητο και κατέστη δυνατή η μεταβίβαση του. Ακολούθως όμως ο ενάγοντας διερεύνησε περαιτέρω το θέμα με την αγωγή XXXXX/95 οπόταν και διαπίστωσε ότι η εν λόγω αγωγή που είχε καταχωρήσει και πετύχει απόφαση ο ΟΧΠ καθώς και το εκεί επίδικο χρέος, αφορούσε σε κάποιο εγγυητή που έφερε μεν το ίδιο όνομα με το δικό του, ήτοι XXXXX Κωνσταντίνου αλλά διαφορετικό αριθμό ταυτότητας. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο XXXXX Κωνσταντίνου στον οποίο αφορούσε η αγωγή XXXXX/95 και τα εκεί επίδικα γεγονότα, αναφερόταν στα έγγραφα του χρέους να διαμένει στη Λεμεσό και να φέρει ΑΔΤ XXXXX88 ενώ ο δικός του ΑΔΤ είναι XXXXX58 και ο ίδιος ουδέποτε διέμενε στη Λεμεσό. Αφού ανέθεσε σε γραφολόγο την σύγκριση της δικής του υπογραφής με την υπογραφή που έφεραν τα έγγραφα του χρέους σε σχέση με τον εκεί αναφερόμενο εγγυητή XXXXX Κωνσταντίνου, του επιβεβαιώθηκε ότι όντως επρόκειτο για υπογραφές από διαφορετικά πρόσωπα. Επικαλούμενος τη γραφολογική μελέτη που εξασφάλισε, απαίτησε από την εναγόμενη να του επιστρέψει το ποσό των €15.000 που της κατέβαλε πλην όμως η τελευταία παράνομα αρνήθηκε να το επιστρέψει εξ' ου και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία αποδίδεται στην εναγόμενη αδικαιολόγητος πλουτισμός συνεπεία δόλου και/ή αμέλειας. Μετά που η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη και προτού όμως αυτή καταχωρήσει υπεράσπιση, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση της Δ.18, την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου ως η απαίτηση. Την αίτηση υποστηρίζει Ε/Δ του ίδιου του αιτητή ο οποίος δηλώνει ότι έχει άμεση και προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων και ο οποίος, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της Ε/Α, ήτοι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και παρουσιάζοντας αντίγραφα της δικαστικής απόφασης στην XXXXX/95 (Τεκ.1), των εγγράφων του εκεί επίδικου χρέους (Τεκ.2), της άδειας οδήγησης του (Τεκ.3), τη γραφολογική έκθεση που εξασφάλισε (Τεκ.5) και την αλληλογραφία που αντάλλαξε με την εναγόμενη (Τεκ. 4, 6 και 7), ισχυρίζεται ότι «.ακράδαντα πιστεύω ότι δόλια η Εναγόμενη έλαβε το ποσό των €15.000 ενώ γνώριζε ότι εγώ . είμαι διαφορετικό πρόσωπο από τον (εναγόμενο της XXXXX/95).» αλλά και ότι «.ακράδαντα πιστεύει ότι αμελώς η Εναγόμενη έλαβε το ποσό των €15.000 ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι εγώ . είμαι διαφορετικό πρόσωπο από τον (εναγόμενο της XXXXX/95).». Είναι η θέση του ενάγοντα ότι «πλην των αγώγιμων δικαιωμάτων που ισχυρίζεται., η τράπεζα έχει εκμεταλλευτεί δολίως και/ή τουλάχιστο αμελώς το μονομερές λάθος του να καταβάλει το ποσό των €15.000.» και από ότι πιστεύει, καμία καλόπιστη ουσιαστική υπεράσπιση δεν έχει η τράπεζα στην παρούσα αγωγή αλλά επιχειρεί μόνο να καθυστερήσει την διαδικασία και να τον ταλαιπωρήσει. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση τη εναγόμενης η οποία προβάλλει έξι συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ε/Δ λειτουργού της εναγόμενης τις θέσεις της οποίας δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε έκταση. Αναφέρω απλά ότι σύμφωνα με την ομνύουσα, από τα έγγραφα που εντοπίστηκαν στα αρχεία της τράπεζας σε σχέση με το επίδικο χρέος στην XXXXX/95, προκύπτει ότι στην αίτηση για χορήγηση του εν λόγω χρέους προτάθηκε ως εγγυητής του εκεί πρωτοφειλέτη κάποιος συνάδελφος του τελευταίου επ' ονόματι XXXXX Κωνσταντίνου εκ Λεμεσού, ο οποίος δηλώθηκε με δύο αριθμούς ταυτότητας, ήτοι XXXXX88, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι δεν ανήκει στον ενάγοντα, αλλά και XXXXX58 που είναι ο ΑΔΤ του ενάγοντα και το οποίο γεγονός, κατά την ομνύουσα, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση (Τεκ.7), ότι όλα τα προσωπικά έγγραφα που παρουσίασε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης του ο ενάγοντας καθώς επίσης και τα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου (Τεκ.8), αντικρούουν πλήρως τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε διέμενε στη Λεμεσό εφόσον τα εν λόγω έγγραφα τον παρουσιάζουν να έχει δηλώσει ως διεύθυνση διαμονής του τη Λεμεσό, ήτοι την ίδια επαρχία με τον πρωτοφειλέτη και συνονόματο εγγυητή στην XXXXX/95, ότι η καταβολή των €15.000 από τον ενάγοντα δεν έγινε υπό διαμαρτυρία και με επιφύλαξη δικαιωμάτων ως αυτός ισχυρίζεται αλλά αντίθετα έγινε μετά από διαπραγμάτευση σε σχέση με το εξ' αποφάσεως χρέος όταν ο ενάγοντας πρότεινε ανεπιφύλακτα και η τράπεζα δέχτηκε όπως καταβληθεί το επίδικο ποσό έναντι του χρέους και σε αντάλλαγμα ν' αρθεί μερικώς το ΜΕΜΟ που είχε εγγραφεί ώστε να ελευθερωθεί μόνο το ακίνητο που είχε πωληθεί και να παραμείνει να δεσμεύει την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του ενάγοντα (Τεκ.1, 2, 3, 4), ότι τα όσα ισχυρίζεται τώρα ο ενάγοντας είναι καθαρά εκ των υστέρων ισχυρισμοί όπως αυτό επισημάνθηκε και στην αλληλογραφία που οι δικηγόροι των μερών αντάλλαξαν (Τεκ. 5 και 6) και ότι όσον αφορά τη γραφολογική έκθεση που επικαλείται ο ενάγοντας, αυτή, από τις επιφυλάξεις και μόνο που εκεί προβάλλονται ως προς την ορθότητα και ακρίβεια των συμπερασμάτων στα οποία αφορά, καθίσταται το λιγότερο ακροσφαλής. Σημειώνω εδώ ότι οι λόγοι ένστασης της εναγόμενης περιστρέφονται γύρω από τις νομικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18, τις αρχές του κωλύματος ενώ παράλληλα προβάλλεται η θέση ότι με την παρούσα αγωγή και αίτηση επιχειρείται ανεπίτρεπτα η αμφισβήτηση και αναθεώρηση της απόφασης που εκδόθηκε στην XXXXX/95 και δη από ισόβαθμο Δικαστήριο καθώς και ότι αφ' ης στιγμής η αγωγή εδράζεται σε ισχυρισμό περί δόλου, δεν δικαιολογείται ούτε η έκδοση συνοπτικής απόφασης αλλά ούτε και η καταχώρηση της με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως έπραξε ο ενάγοντας. Σύμφωνα με την εναγόμενη συνεπώς, όχι μόνο η υπόθεση που παρουσιάζει ο ενάγοντας είναι τρωτή αλλά και η ίδια έχει τέτοια καλή και/ή καλόπιστη και/ή βάσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης που επιβάλλεται όπως της επιτραπεί να ασκήσει το συνταγματικό της δικαίωμα και να υπερασπιστεί επί της ουσίας της αγωγής η οποία θα πρέπει να οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση. Σημειώνω εδώ ότι αν και ο ενάγοντας εξέφρασε με σχετική αίτηση του την πρόθεση να καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ ώστε να υποστηρίξει με περαιτέρω μαρτυρία ότι ο ΑΔΤ XXXXX88 δεν του ανήκει, εντούτοις το γεγονός αυτό δηλώθηκε στην πορεία από πλευράς εναγόμενης ότι δεν αμφισβητείται οπόταν και η αίτηση αποσύρθηκε. Ακολούθως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αμφότεροι έκαμαν αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την J & M Loizides Agencies Ltd και Άλλοι ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος, αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου. Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, στη σελ. 822, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Αρθρο 30 του Συντάγματος). (βλ. επίσης ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018 και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Εφαρμόζοντας όλες τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ξεκάθαρα θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της κατ' ισχυρισμό αντικανονικής καταχώρησης ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εφόσον η αγωγή εδράζεται και σε δόλο (βλ. Δ.2 θ.6
(4)[3]). Αυτό γιατί η καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου συνιστά επιτακτική προϋπόθεση για την επιτυχία αίτησης στη βάση της Δ.18. Υπενθυμίζω βέβαια ότι η αγωγή εδράζεται και σε αμέλεια η οποία δεν απαιτεί τη χρήση συγκεκριμένου τύπου κλητηρίου εντάλματος ενώ ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά πρέπει να συναρτάται με άλλη αναγνωρισμένη αιτία, όπως είναι στην παρούσα περίπτωση ο δόλος, η αμέλεια και το λάθος που ισχυρίστηκε στην Ε/Δ του ο αιτητής (βλ. Minerva Finance & Investment Limited ν. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173). Ο ενάγοντας δεν αρνείται ότι λόγω της προβολής ισχυρισμού περί δόλου, η παρούσα αγωγή έπρεπε, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και άλλων αιτιών αγωγής, να καταχωρηθεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο δυνάμει της Δ.2Θ.6
(4)και δεν αμφισβητεί ότι αν καταχωρείτο τέτοιο κλητήριο δεν θα επιτρεπόταν η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επικαλούμενος όμως τα λεχθέντα στη Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534, υποστηρίζει ότι η εσφαλμένη καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου συνιστά μη επιλήψιμη παρατυπία, η οποία δεν επιφέρει ακυρότητα στην αγωγή και η οποία δύναται ουσιαστικά να αγνοηθεί για σκοπούς της παρούσας αίτησης ώστε να παραμείνει αναλλοίωτο το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και το οποίο ικανοποιεί τις πρόνοιες της Δ.18. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη υποστηρίζει ότι η νομοθετική υποχρέωση της Δ.2Θ.6
(4)για καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με αγωγές που εδράζονται επί ισχυρισμών δόλου, ουσιαστικά «εξαιρεί» νομοθετικά και εξ' υπαρχής τέτοιες αγωγές από την εμβέλεια της Δ.18 και αυτό προφανώς λόγω του ότι οι ισχυρισμοί περί δόλου επιβάλλουν ένα υψηλότερο επίπεδο απόδειξης το οποίο είναι άμεσα συναρτημένο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Mούρτζινος Mιχαήλ ν. Toυ Πλοίου "Galaxias" και Άλλων
(1997)1 ΑΑΔ 80) και επομένως εκτός των ορίων της συνοπτικής δίκης δυνάμει της Δ.18. Το υπό κρίση θέμα απαντάται ρητά και ξεκάθαρα από τις πρόνοιες της Δ.18Θ.1(β), οι οποίες όμως φαίνεται να διέλαθαν της προσοχής αμφότερων των συνηγόρων εφόσον ουδείς με παρέπεμψε σε αυτές. Μάλιστα δε, παρά το ότι για το υπό κρίση θέμα αναλώθηκε πολύ μικρό μέρος της κατά τ' άλλα εμπεριστατωμένης εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, οι εν λόγω πρόνοιες καθώς και οι αναφορές που γίνονται σε σχέση με αυτές στο Annual Practice 1958, καταδεικνύουν ότι το θέμα είναι πολύ πιο ουσιώδες απ' ότι οι δύο πλευρές θεώρησαν και μάλιστα καθοριστικής σημασίας για την τύχη της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα λοιπόν με τη Δ.18 Θ.1(β), αν κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση φανεί ότι οποιαδήποτε αξίωση που δεν μπορούσε να τύχη ειδικής οπισθογράφησης με βάση την Δ.2 Θ.6, έχει συμπεριληφθεί στην ειδική οπισθογράφηση, το Δικαστήριο δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να προχωρήσει και να τροποποιήσει την ειδική οπισθογράφηση διαγράφοντας την εν λόγω αξίωση ή δύναται να εξετάσει τις αξιώσεις που ορθά οπισθογραφήθηκαν ειδικά, ωσάν να και δεν υπήρχαν άλλες αξιώσεις και να επιτρέψει όπως η αγωγή προχωρήσει κανονικά σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις - «If on the hearing of any application under this Rule it shall appear that any claim which could not have been specially indorsed under Order 2, Rule 6, has been included in the indorsement on the writ, the Court may, if it shall think fit, forthwith amend the indorsement by striking out such claim, or may deal with the claim specially indorsed as if no other claim had been included in the indorsement, and allow the action to proceed as respects the residue of the claim.» Ο σκοπός των πιο πάνω προνοιών, όπως επεξηγείται στις σελ. 243 και 244 του Annual Practice, άπτεται τόσο της ουσίας της συνοπτικής δίκης όσο και του αυστηρού τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται η εφαρμογή της Δ.18 λόγω της δραστικότητας των συνεπειών που η εφαρμογή της συνεπάγεται. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice, όταν η αγωγή δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής οπισθογράφησης, τότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.18 (παλαιά αγγλική Ο.14) και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.9(β), σε περίπτωση που φανεί κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, είτε ότι η Δ.18 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής είτε ότι ο ενάγοντας γνώριζε εξ' υπαρχής ότι ο εναγόμενος θα πρόβαλλε τέτοιους ισχυρισμούς που θα δικαιούτο σε άδεια να υπερασπιστεί επί της ουσίας της αγωγής, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον ενάγοντα στα έξοδα της αίτησης και μάλιστα να διατάξει όπως αυτά πληρωθούν άμεσα στον εναγόμενο (costs to be paid forthwith by the plaintiff). Παρεμβάλλω εδώ ότι μία από τις επιτακτικές υποχρεώσεις της Δ.18
(1)(α) είναι όπως ο αιτητής ορκιστεί ότι πιστεύει ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση. Οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β), εξηγείται στο Annual Practice, καλύπτουν τις περιπτώσεις όπου καταχωρείται δυνάμει της Δ.18 αίτηση για συνοπτική απόφαση σε αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, όμως στην πορεία διαπιστώνεται ότι στο κλητήριο έχει συμπεριληφθεί και αξίωση για την οποία η Δ.2 Θ.6 (αγγλική Ο.3 r.6), επιβάλλει όπως η αγωγή καταχωρηθεί με γενική οπισθογράφηση. Επειδή αυτό κανονικά θέτει πλέον ολόκληρη την αγωγή εκτός της εμβέλειας της Δ.18 και καθιστά την αίτηση υποκείμενη σε απόρριψη, ενεργοποιώντας έτσι τις συνέπειες της Δ.18Θ.9(β) ως προς τα έξοδα, μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β) ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το μέρος των αξιώσεων που ορθά καλύπτονται από την ειδική οπισθογράφηση, χωρίς να επηρεαστεί η διαδικασία σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις. Επισημαίνεται δε στο σύγγραμμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της «αυστηρής τιμωρίας» της Δ.18 Θ.9(β) σε σχέση με τα έξοδα, οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β) φαίνεται να αποσκοπούν στο να παράσχουν τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να εμποδίσει την καταστρατήγηση του σκοπού της Δ.18 από τεχνικές ενστάσεις εκεί όπου διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη του κλητηρίου (bona fide mistake has been made in drawing a special indorsement). «Effect of Sub-rule (b).—Having regard to the wide extension of O. 3, r. 6 this Rule would seem to apply only to cases where the plaintiff has used a specially indorsed writ in an action where he includes a claim for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, or in an action in which he includes a claim alleging fraud. The concluding words " allow the action to proceed as respects the residue of the claim", appear to sanction compound claims partly special and partly not, and to provide that judgment under O.14 may, in such cases, be obtained for the special part of the claim without prejudice to proceedings as to the residue. For example, the plaintiff might claim damages for wrongful dismissal and slander. But, having regard to the penalty imposed by r. 9 (b), infra, on a plaintiff proceeding under O.14 on a claim not within the Order, the Rule appears to be intended to give the Court discretionary power to prevent technical objections from defeating the purpose of O.14 in cases where a bona fide mistake has been made in drawing a special indorsement..» Preliminary requirements - If the claim is of a kind which cannot be specially indorsed, Ο.14 does not. apply to it..The indorsement must be good in itself, a defect in it . cannot be supplied by the plaintiff's affidavit . though such a defect may be supplied by amendment..» Indorsement of the Writ.—Amendment.—A defect in the writ or the statement of claim which accompanies it cannot be remedied by the affidavit in support, but where the claim is substantially within O.3 r.6, any defect in the indorsement, whether by omission or otherwise, may be removed by amendment - under sub-section (
- b)of this Rule, . the Master will either adjourn the summons to allow the plaintiff to amend the claim under O. 28, r. 2, or give leave to amend...» Η Φαλέκκος στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή είναι άσχετη με το υπό κρίση θέμα εφόσον εκείνο που απασχόλησε σε εκείνη την υπόθεση ήταν το αν η εσφαλμένη καταχώρηση σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6), αγωγής που στηριζόταν σε δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, συνιστούσε θεραπεύσιμη παρατυπία ή ουσιώδη παράλειψη που έπληττε την εγκυρότητα της διαδικασίας. Είναι δε σε αυτά τα πλαίσια που το Δικαστήριο ανέφερε ότι «.η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης.Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα..». Στη βάση αυτού του σκεπτικού είναι που το Ανώτατο στη Φαλέκκος κατέληξε ότι το εσφαλμένο κλητήριο συνιστούσε παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευτεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, με την έκδοση σχετικού «διατάγματος απαλλαγής» από αυτή. Ουδέποτε όμως στη Φαλέκκος εξετάστηκε οτιδήποτε σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.18 και ουδέποτε απασχόλησε το Δικαστήριο στη Φαλέκκος η σχέση που η Δ.2 Θ.6 έχει με την Δ.18 Θ.1(β) ώστε να εξεταστεί και υπό αυτή την σκοπιά η χρησιμότητα και σημασία των οπισθογραφήσεων και λαμβανομένου υπόψη του ότι το υψηλότερο επίπεδο απόδειξης ισχυρισμών περί δόλου απαιτεί εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν είναι τυχαίο θεωρώ που ο Νομοθέτης των Δ.2 και Δ.18 προνόησε ώστε να επιτρέπεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης μόνο σε αιτίες αγωγής που μπορούν να οπισθογραφηθούν ειδικά και ταυτόχρονα ρητά εξαίρεσε το δόλο από τις αιτίες που μπορούν να συμπεριληφθούν σε μια τέτοια ειδική οπισθογράφηση. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι πρόνοιες της Δ.18 εξακολουθούν να είναι οι αποκλειστικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης και όπως επισημαίνεται στη Φαλέκκος «.σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων (δεν) έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2.(και). η χρήση . του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη». Πρόσθετα όμως τούτου, το «διάταγμα απαλλαγής» που απασχόλησε και εν τέλει επικυρώθηκε στην Φαλέκκος, ήταν απλά διάταγμα με το οποίο η παρατυπία ουσιαστικά αγνοήθηκε για σκοπούς εγκυρότητας της διαδικασίας και όχι διάταγμα με το οποίο ο «δόλος» κατέστη αιτία αγωγής που δύναται να καταχωρηθεί με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και κατ' επέκταση να μπορεί να αποτελέσει βάση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, αφ' ης στιγμής στην παρούσα αγωγή περιλαμβάνεται ως αιτία αγωγής μεταξύ άλλων και ο δόλος, η αγωγή έπρεπε να εγερθεί με γενική οπισθογράφηση και έστω και αν αυτό θα μπορούσε ίσως να αγνοηθεί για σκοπούς εγκυρότητας της αγωγής, δεν μπορεί να αγνοηθεί για σκοπούς της Δ.18 εφόσον θέτει την αγωγή εκτός της εμβέλειας της εν λόγω Διάταξης. Η παρούσα αίτηση επομένως υπόκειται σε απόρριψη στην ολότητα της εκτός αν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β), οι οποίες υπενθυμίζω, αφορούν σε περιπτώσεις καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη του κλητηρίου ώστε να μην προκαλείται αδικία σε κάποιον ενάγοντα ο οποίος υπό κανονικές συνθήκες θα δικαιούτο σε συνοπτική απόφαση για τις ορθά οπισθογραφημένες αξιώσεις του. Στην υπό κρίση περίπτωση, παρά το ότι η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της πλευράς του ενάγοντα περιστράφηκε γύρω από τον ισχυρισμό περί «παρατυπίας» εντούτοις ουδέποτε η τελευταία υποστήριξε ότι η συμπερίληψη του δόλου στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο οφείλεται σε καλόπιστο λάθος. Αντιθέτως, όχι μόνο έχει συνειδητά και ρητά προωθηθεί με την παρούσα αίτηση και αυτή η αιτία αγωγής (βλ. παρ.16 και 17 Ε/Δ αιτητή), αλλά η ορθότητα αυτής της επιλογής του ενάγοντα, ήτοι ότι δικαιούται σε συνοπτική απόφαση και στη βάση δόλου, υποστηρίχθηκε έντονα και κατά την τελική επιχειρηματολογία της πλευράς του ενάγοντα και αυτό παρά το ότι το θέμα τέθηκε ρητά με την ένσταση της εναγόμενης. Δεν μπορεί επομένως να γίνεται λόγος για τέτοιο καλόπιστο λάθος που δικαιολογεί την εφαρμογή των προνοιών της Δ.18 Θ.1(β). Ούτε όμως μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποσυνδεθεί ο δόλος από τις άλλες αιτίες αγωγής με τον τρόπο που προνοείται στη Δ.18Θ.1(β), χωρίς να επηρεαστεί στο σύνολο της η διαδικασία, εφόσον η εν λόγω αιτία αγωγής αφορά στα ίδια κατ' ισχυρισμό γεγονότα και στις ίδιες κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης και το ποσό που αξιώνεται είναι κοινό για όλες τις αιτίες αγωγής. Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση αμέλειας επομένως, θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου την άδεια για υπεράσπιση στο δόλο. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, ούτε οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β) μπορούν να διασώσουν την παρούσα αίτηση, η τύχη της οποίας για τους λόγους που έχω εξηγήσει σφραγίζεται από αυτό το στάδιο χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος. Για σκοπούς πληρότητας όμως, θα αναφέρω απλά ότι και να μπορούσε η αίτηση να εξεταστεί στη βάση της άλλης βασικής αιτίας αγωγής, ήτοι της αμέλειας και πάλι η τύχη της θα ήταν η ίδια, εφόσον όπως ξεκάθαρα αναφέρεται στη σελ.242 του Annual Practice, σπάνια είναι που αρμόζει η συνοπτική διαδικασία σε αγωγές για αμέλεια - «Actions for damages in negligence are seldom suitable for procedure under O.14 (Dummer v. Brown and Another [1953] 2 W.L R. 984).». Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω, δεν καταδεικνύουν να παρέχεται περιθώριο για διαφορετική αντιμετώπιση. Όσον αφορά την «επιπρόσθετη» αιτία αγωγής που ο ενάγοντας πρόβαλε με την Ε/Δ του, ήτοι το λάθος, περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι τέτοια αιτία δεν προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης αφού ο εκεί προβαλλόμενος κατ' ισχυρισμό αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγόμενης έχει συναρτηθεί μόνο με τους ισχυρισμούς περί δόλου και αμέλειας (βλ. Minerva ανωτέρω). Όπως επισημαίνεται στο Annual Practice δε, οι παραλείψεις του κλητηρίου δεν μπορούν να καλυφτούν μέσω της Ε/Δ του ενάγοντα αλλά μόνο με τροποποίηση (βλ. σχετικές αναφορές που γίνονται στις σελίδες που αναφέρονται ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. Ασκώντας δε τη διακριτική μου εξουσία ως προς τα έξοδα της αίτησης δυνάμει της Δ.18 Θ.9, αυτά επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον όμως και η πλευρά της εναγόμενης, ως ανέφερα ανωτέρω, δεν έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ουσιώδες θέμα για το οποίο τελικά απερρίφθη η αίτηση, θεωρώ δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική εξουσία που μου παρέχει η Δ.18 Θ.1(β) και διατάξω όπως τα επιδικασθέντα έξοδα καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα. Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 18.1(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Δ.2Θ.6
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο