Prime Insurance Company Ltd ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1831/2019, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1831/2019 Μεταξύ: Prime Insurance Company Ltd Ενάγουσα και XXXXX Γεωργίου Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση ημερ. 16/07/19 για προσωρινά διατάγματα) Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χ. Φρακάλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 16/07/19 η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, αξιώνει εναντίον της εναγόμενης, πρώην ασφαλιστικού αντιπροσώπου της, αποζημιώσεις στη βάση του αστικού αδικήματος της πρόκλησης παράβασης σύμβασης με τρίτους (αρ.34 Κεφ.148) και/ή λόγω παράνομης επέμβασης σε εμπορικές δραστηριότητες καθώς επίσης και διηνεκή διατάγματα που να απαγορεύουν στην εναγόμενη να αποκαλύπτει οποιαδήποτε πληροφορία και/ή στοιχείο εμπιστευτικής φύσης που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συμβατικής της σχέσης με την ενάγουσα και/ή να επεμβαίνει στους πελάτες της τελευταίας και/ή να χρησιμοποιεί προς όφελος της και/ή να αποκαλύπτει στοιχεία και πληροφορίες για τις δραστηριότητες και τους πελάτες της ενάγουσας. Η εκδοχή της ενάγουσας, η αγωγή της οποίας καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένη κλητήριο στο οποίο ακόμα δεν έχει καταχωρηθεί Ε/Α, προβλήθηκε μέσω Ε/Δ που έκαμε λειτουργός της στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε την ίδια μέρα με την αγωγή με σκοπό την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, απαγορευτικής και προστακτικής φύσης. Η εν λόγω αίτηση, αφού εξετάστηκε μονομερώς στις 18/07/19, εγκρίθηκε μερικώς και εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύτηκε στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί και/ή αποκαλύπτει προς τρίτους, άμεσα ή έμμεσα, πληροφορίες και/ή δεδομένα που αφορούν το πελατολόγιο της ενάγουσας και/ή τις εμπορικές της δραστηριότητες. Τα άλλα διατάγματα που ζητούνταν με την αίτηση και για τα οποία διατάχθηκε η επίδοση τους στην άλλη πλευρά, αφορούσαν σε απαγόρευση της εναγόμενης από του να προσεγγίζει πελάτες της ενάγουσας και/ή να τους προκαλεί και/ή παροτρύνει να παραβούν τις συμφωνίες που έχουν με την τελευταία καθώς επίσης και σε προσταγή της εναγόμενης να παραδώσει στην ενάγουσα όλα τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες που τυχόν έχει στην κατοχή της. Κεντρικός άξονας της εκδοχής της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη ήταν συνεργάτιδα και αντιπρόσωπος της δυνάμει σύμβασης ημερ. 29/06/99, η οποία σύμβαση ανανεώθηκε την 14/12/04 (Τεκ.1 και 2), στα πλαίσια της οποίας υπεγράφη και συμφωνία για προστασία προσωπικών δεδομένων ημερ. 24/05/18 (Τεκ.3). Σύμφωνα με την ενάγουσα, η εναγόμενη ζήτησε γραπτώς τον τερματισμό της συνεργασίας των μερών στις 05/02/19 (Τεκ.4) ενεργοποιώντας προς τούτο σχετική συμβατική πρόνοια η οποία προέβλεπε για περίοδο ειδοποίησης τερματισμού 30 ημερών. Με τη λήψη της εν λόγω ειδοποίησης, η ενάγουσα «μπλόκαρε» την πρόσβαση που η εναγόμενη είχε στο σύστημα δεδομένων της εφόσον πλέον η συνεργασία θα διακόπτετο και αρχικά έκαμε αποδεκτή την ειδοποίηση τερματισμού των 30 ημερών. Μέχρι και τις 07/02/19 όμως, ισχυρίζεται η ενάγουσα, διαπιστώθηκε ότι εντός εκείνων των ημερών, υπεβλήθηκαν στην ενάγουσα σωρεία αιτήσεων εξαγορών υφιστάμενων ασφαλιστηρίων που είχαν καταρτιστεί από ασφαλιστές του υποκαταστήματος που εργαζόταν η εναγόμενη, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι όπως η εναγόμενη, έτσι και άλλοι συνεργάτες της ενάγουσας που εργάζονταν στο ίδιο υποκατάστημα με την εναγόμενη επίσης ζήτησαν να διακόψουν την συνεργασία τους με την ενάγουσα υποδηλούσε ότι είχαν ενταχθεί σε δίκτυο πωλήσεων άλλων ασφαλιστικών εταιρειών, ότι ο τερματισμός της συνεργασίας από την εναγόμενη ήταν προσχεδιασμένος και ότι επρόκειτο για «.οργανωμένη έξοδο των ασφαλιστών για μετακίνηση ασφαλισμένων της εταιρείας στον ανταγωνισμό.». Διαπιστώθηκε δηλαδή, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι με σκοπό να «κλέψει» πελάτες από την ενάγουσα, η εναγόμενη χρησιμοποιούσε προς όφελος της ιδίας και του ανταγωνισμού τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είχε συλλέξει σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότητες και το πελατολόγιο της ενάγουσας καθ' όσο χρόνο συνεργάζετο με την τελευταία. Η ενάγουσα τότε, σύμφωνα με την ομνύουσα τερμάτισε άμεσα τη συνεργασία της με την εναγόμενη (Τεκ.6), κατέστησε άμεσα απαιτητό το χρεωστικό υπόλοιπο της τελευταίας για τις προπληρωθείσες προμήθειες της, ενημέρωσε την υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών και πέτυχε τη διαγραφή της εναγόμενης από ασφαλιστικό της σύμβουλο (Τεκ.7 και 8) και κάλεσε γραπτώς την τελευταία στις 15/02/19 όπως «.παραδώσει άμεσα κάθε είδους υλικό (αιτήσεις ασφάλισης, διαφημιστικά έντυπα, εγκυκλίους, οδηγίες, τιμολόγια, προγράμματα, υλικό εκπαίδευσης κτλ) ή χρήματα που είχε στην κατοχή της και που ανήκουν στην εταιρεία και γενικά κάθε στοιχείο σχετικό με την εργασία της με το οποίο την έχει εφοδιάσει η ενάγουσα στο διάστημα της συνεργασίας τους.» σύμφωνα με τον όρο 12
(4)της μεταξύ τους σύμβασης (Τεκ.9 και 10). Σύμφωνα με την ενάγουσα, ενόσω εκκρεμούσαν τα πιο πάνω και αφού είχαν ανταλλαχθεί μεταξύ των μερών επιστολές από δικηγόρους (Τεκ.11), διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη, σε μια προσπάθεια να πλήξει το καλό όνομα και τα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας επικοινώνησε με τρεις συγκεκριμένους πελάτες της ενάγουσας οι οποίοι κατονομάζονται στην Ε/Δ και αναφέροντας τους ότι ήταν ασφαλιστής και ότι η φερεγγυότητα της ενάγουσας ήταν κάτω από το επιτρεπτό όριο και ότι ήταν πολύ πιθανή η αναστολή της άδειας λειτουργίας της, επεδίωξε συνάντηση μεταξύ τους με σκοπό να συζητήσει τα ασφαλιστικά συμβόλαια που αυτοί είχαν με την ενάγουσα και να τους προτείνει να τα ακυρώσουν ώστε να καταρτήσουν νέα συμβόλαια με την ασφαλιστική εταιρεία που εκείνη συνεργάζετο πλέον. Για τα πιο πάνω η ενάγουσα εξασφάλισε σχετικές γραπτές δηλώσεις από τους κατονομαζόμενους πελάτες της οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκ.
- Θέση της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη συνεχίζει να ενεργεί με τον τρόπο αυτό, ήτοι να χρησιμοποιεί τόσο τις εμπιστευτικές πληροφορίες της ενάγουσας που απέκτησε κατά το χρόνο που ίσχυε η συνεργασία των μερών όσο και τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της τελευταίας χωρίς όμως να είναι πλέον εξουσιοδοτημένη προς τούτο και να ψεύδεται για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας με σκοπό να αποκομίσει ίδιον όφελος εις βάρος της τελευταίας. Καταληκτικά η ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην εναγόμενη να συνεχίσει να παρεμβαίνει με τον πιο πάνω τρόπο στις εμπορικές και συμβατικές σχέσεις που η πρώτη έχει με τους πελάτες της και μάλιστα χρησιμοποιώντας άνευ αδείας τις εμπιστευτικές, προσωπικές και εμπορικές πληροφορίες που απέκτησε ενόσω ήταν συνεργάτης της ενάγουσας αφού κάτι τέτοιο άλλωστε, πέραν από αστικό αδίκημα προσκρούει και στις πρόνοιες των εφαρμοστέων νομοθετημάτων περί προσωπικών δεδομένων και ασφαλιστικών εταιρειών (Ν.138(Ι)/2001και Ν. 38(I)/2016αντίστοιχα) Σημειώνεται εδώ ότι στην αίτηση της η ενάγουσα αναφέρει ότι μεταξύ άλλων έχει προβεί και σε σχετική καταγγελία εναντίον της εναγόμενης στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών η οποία εκκρεμεί (Τεκ.12). Η πλευρά της εναγόμενης καταχώρησε ένσταση στις 17/09/19, τόσο σε σχέση με την οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί όσο και στην έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 11 λόγους ένστασης. Με την ένσταση της η εναγόμενη δέχεται το ιστορικό που περιβάλλει τη συμβατική συνεργασία της με την ενάγουσα καθώς και τον τερματισμό της και ισχυρίζεται ότι η λύση της σύμβασης αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα των ασφαλιστών και ότι σε καμία περίπτωση δεν υφίσταται οποιαδήποτε αποκλειστική ρήτρα ή περιορισμός αυτού του αναφαίρετου δικαιώματος υπαναχώρησης και κατάρτισης σύμβασης με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, ισχυρίζεται η εναγόμενη, οι ασφαλιζόμενοι δικαιούνται να επιδιώξουν εναλλακτική ασφάλιση με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής τους ενώ εν τη απουσία επίκλησης από πλευράς ενάγουσας οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας ή συμβατικής ρήτρας που να αφορά σε θέματα ανταγωνισμού και η οποία να έχει κατ' ισχυρισμό παραβιαστεί, τίποτα μεμπτό δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος της ιδίας, ούτε και να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της ως επιχειρεί να πράξει η ενάγουσα. Όσον αφορά το χρεωστικό της υπόλοιπο που ανέφερε η ενάγουσα, αυτό έχει εξοφληθεί (Τεκ.1) ισχυρίζεται η εναγόμενη, ενώ δηλώνει ενόρκως ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την εργασία της ενάγουσας σε οποιαδήποτε μορφή, γεγονός το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί από πλευράς ενάγουσας. Δεν αρνείται η εναγόμενη ότι είχε κάποια επικοινωνία με πελάτες της ενάγουσας και ότι στα πλαίσια αυτής της επικοινωνίας ενημέρωσε τους τελευταίους για το ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει η νέα εταιρεία με την οποία αυτή συνεργάζεται. Αυτός όμως, ισχυρίζεται η εναγόμενη, είναι και ο συνήθης τρόπος με τον οποίο λειτουργούν όλοι οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι όλων των εταιρειών, ήτοι επικοινωνούν με διάφορους γνωστούς και αγνώστους για σκοπούς διαφήμισης και ενημέρωσης των ασφαλιστικών προϊόντων που προωθούν ώστε να θέσουν υπόψη των τελευταίων όλες τις επιλογές που έχουν στην διάθεση τους. Αν τώρα κάποιος έχει ήδη κάποιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με κάποια άλλη εταιρεία, είναι αποκλειστικό του δικαίωμα αν επιθυμεί να προβεί σε ακύρωση της και σε σύναψη νέας συμφωνίας ή να παραμείνει με τη συμφωνία που έχει. Δεν αρνείται επίσης η εναγόμενη ότι με τα πρόσωπα που συνομίλησε συζήτησε και τη φερεγγυότητα της ενάγουσας αλλά ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε μόνο μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υπέβαλαν οι συνομιλητές της και ότι αυτή περιορίστηκε στο να τους παραπέμψει στις οικονομικές καταστάσεις που η ίδια η ενάγουσα δημοσίευε κατά καιρούς στη σελίδα της στο διαδίκτυο καθώς επίσης και στα διάφορα δημοσιεύματα που υπήρχαν στον ημερήσιο τύπο αναφορικά με την οικονομική ευρωστία των ασφαλιστικών εταιρειών. Επισυνάπτει δε στην Ε/Δ της δέσμη εγγράφων στα οποία ισχυρίστηκε ότι παρέπεμψε τους ενδιαφερόμενους (Τεκ.3) και ισχυρίζεται ότι εφόσον αυτές οι πληροφορίες ήταν δημοσιευμένες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν εμπιστευτικές, γεγονός το οποίο κατά την εναγόμενη η ενάγουσα είχε υποχρέωση να το αποκαλύψει και δεν το έπραξε. Απορρίπτει ως αδύνατο τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν αθέμιτα οι εμπιστευτικές πληροφορίες και τα δεδομένα των πελατών της από την ίδια αφενός διότι ο κάθε ασφαλιζόμενος αυτοβούλως δίνει τα προσωπικά του στοιχεία στην όποια εταιρεία ήθελε αποταθεί για σκοπούς ασφαλιστικής κάλυψης και αφετέρου διότι η ίδια, σαν ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, δεν έχει πρόσβαση στα αρχεία εμπιστευτικών δεδομένων των ασφαλιζομένων. Σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η επίκληση από την ενάγουσα του Ν.138/2000 είναι άστοχη διότι ο εν λόγω νόμος, είχε, κατά τον χρόνο της παρούσας αγωγής και αίτησης, ήδη καταργηθεί. Πρόσθετα των πιο πάνω η εναγόμενη αναφέρει ότι στις 31/07/19 εξασφάλισε νέα άδεια για άσκηση του επαγγέλματος του ασφαλιστικού αντιπροσώπου (Τεκ.2), ενώ αναφορικά με την καταγγελία που ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι προέβη εναντίον της στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για καταγγελία υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα διότι η ενάγουσα είχε ήδη καταγγελθεί στον Έφορο από διάφορους πελάτες της στο παρελθόν, γεγονός το οποίο επίσης δεν αποκαλύφθηκε στην αίτηση (Τεκ.4). Είναι καταληκτικά η θέση της εναγόμενης ότι ουδέποτε προκάλεσε την οποιαδήποτε παράβαση οποιουδήποτε ασφαλιστικού συμβολαίου που η ενάγουσα έχει με πελάτες της, ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη οδήγησαν σε ακύρωση οποιουδήποτε συμβολαίου της ενάγουσας ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ. 34 Κεφ.
- Αντιθέτως, ισχυρίζεται η ενάγουσα, με την παρούσα αίτηση και τα επιδιωκόμενα διατάγματα «αποστερείται κατάφορα η δυνατότητα εκτέλεσης των εργασιών μας, οι οποίες αποτελούν τη μοναδική πηγή εισοδήματος μου». Η εναγόμενη τέλος επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η σύμβαση που υφίσταται μεταξύ των μερών περιείχε ρήτρα για παραπομπής σε διαιτησία οποιαδήποτε διαφοράς προέκυπτε μεταξύ των συμβαλλομένων, στοιχείο το οποίο επίσης δεν επισημάνθηκε από πλευράς ενάγουσας κατά την μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνω εδώ ότι αίτημα της πλευράς της ενάγουσας για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι τα έγγραφα που η τελευταία παρουσίασε ως Τεκ.3 συνιστούν τις διαδικτυακά δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας, προσέκρουσε σε ένσταση της πλευράς της εναγόμενης και αφού εξετάστηκε από το Δικαστήριο στις 07/10/19 απορρίφθηκε με σχετική απόφαση της ίδια μέρας. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους ως προς την ουσία της κυρίως αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών και προφορικών αγορεύσεων ειδική αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εν συντομία όμως σημειώνω τα εξής: Ο κ. Παναγίδης υποστήριξε ότι στη βάση του παραδεκτού ουσιαστικά υπόβαθρού που περιβάλλει την αίτηση, έχει διαφανεί, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ότι οι ενέργειες της εναγόμενης είναι και εσκεμμένες αλλά και ότι αποσκοπούν καθαρά στο να πλήξουν το καλό όνομα, τη φήμη αλλά και τα συμφέροντα της ενάγουσας ώστε η εναγόμενη και ο ανταγωνισμός να αποκομίσουν σχετικό όφελος. Είναι προφανές, κατά τον συνήγορο, ότι η εναγόμενη επιχειρεί αθέμιτα αλλά και κατά τρόπο που αφήνει εκτεθειμένη την ενάγουσα απέναντι στους πελάτες της και σε αρχές όπως ο Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων, να παρέμβει στις εμπορικές δραστηριότητες της και ουσιαστικά να της κλέψει πελάτες εκμεταλλευόμενη τα όσα στοιχεία απέκτησε κατά τον χρόνο που συνεργάζετο με την ενάγουσα. Κατέστησε δε ξεκάθαρο ο συνήγορος τόσο γραπτώς όσο και προφορικά ότι, «.δεν επικαλείται η ενάγουσα οποιαδήποτε παραβίαση των καθηκόντων της καθ' ης η Αίτηση κατά τη διάρκεια της ισχύος της εν λόγω συμφωνίας.» και ούτε προωθείται από πλευράς ενάγουσας οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη παρέβηκε οποιοδήποτε όρο ή πρόνοια της σύμβασης που υπήρχε μεταξύ των μερών. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Φρακάλας, επισημαίνοντας ότι κεντρικό άξονα της αγωγής συνιστά η κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος του αρ. 34 Κεφ. 148, ήτοι η πρόκληση παράβασης σύμβασης, υποστήριξε ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς ενάγουσας που να δείχνει, έστω και για σκοπούς του επιπέδου που απαιτείται σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, ότι έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί ένα τέτοιο αδίκημα από πλευράς εναγόμενης. Το μόνο που υπάρχει, υποστήριξε ο συνήγορος, είναι η θέση ότι η εναγόμενη συνομίλησε με τρία πρόσωπα για το ενδεχόμενο σύναψης ασφαλιστικής σύμβασης με την εταιρεία που εκπροσωπεί πλέον και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο. Ούτε μαρτυρία υπάρχει, υποστήριξε ο συνήγορος, ότι τα πρόσωπα με τα οποία συνομίλησε η εναγόμενη προχώρησαν σε ακύρωση των συμφωνιών τους με την ενάγουσα αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε στα νομοθετήματα που επικαλείται η ενάγουσα ή στη σύμβαση που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων που να καθιστά μεμπτές τις ενέργειες της πελάτιδας του. Αντιθέτως, υποστήριξε ο συνήγορος, η εναγόμενη ενήργησε με τον πιο νόμιμο αλλά και συνήθη για το επάγγελμα της τρόπο ώστε να προωθήσει στο κοινό τα ασφαλιστικά προϊόντα που εκπροσωπεί και να εξεύρει μελλοντικούς πελάτες, όπως δηλαδή ενεργούσε και όταν ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Η όποια συνεπώς προσπάθεια, κατέληξε ο συνήγορος, να εμποδιστεί η εναγόμενη και δη με τον τρόπο που επιχειρείται να γίνει με την παρούσα αίτηση, συνιστά ουσιαστικά ανεπίτρεπτη παραβίαση του δικαιώματος της να δραστηριοποιείται επαγγελματικά όπως αυτή θέλει. Τα όσα άλλα ισχυρίζεται η ενάγουσα περί παραβίασης προσωπικών δεδομένων και κατάχρησης εμπιστευτικών πληροφοριών, εισηγήθηκε ο συνήγορος, πέραν του ότι τα θέματα αυτά, ως παρεμφερή θέματα που είναι, συμπαρασύρονται από τη μη στοιχειοθέτηση της κύριας βάσης αγωγής της ενάγουσας, ήτοι το αρ. 34 Κεφ. 148, δεν έχουν ούτε αυτά αποδειχθεί επαρκώς με οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας. Καμία εξειδίκευση δεν έχει γίνει από πλευράς ενάγουσας ως προς το τί πληροφορίες είναι που κατ' ισχυρισμό καταχράται η εναγόμενη ενώ για το θέμα των προσωπικών δεδομένων, υποστήριξε ο συνήγορος, δεν γίνεται καθόλου αντιληπτό πώς είναι που προκύπτει να έχει η ίδια η ενάγουσα παράπονο και όχι τα υποκείμενα των δεδομένων που ενώ είναι τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζονται με κάποιο τρόπο, αν όντως επηρεάζονται, εντούτοις κανένα σχετικό παράπονο δεν έχουν υποβάλει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και παρατηρώ τα εξής. Οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 Ν.14/60, είναι καλά γνωστές και έχουν πρόσφατα συνοψισθεί εύστοχα στις υποθέσεις ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.
- Παραθέτω το αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Νικολάου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις................ ..................................... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία με γνώμονα αποκλειστικά το τι είναι αναγκαίο για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και εντός των αυστηρά περιορισμένων πλαισίων που καθορίστηκαν από τη σχετική με το αρ. 32 Ν.14/60νομολογία. Με τούτο κατά νου, παρατηρώ ότι στη βάση των κοινών αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν από τις Ε/Δ που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, η ουσία της παρούσας αίτησης έγκειται στο κατά πόσο συντρέχουν τέτοιοι λόγοι που στο παρόν προσωρινό στάδιο και μέχρι να αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, η οποία αφορά και σε αποζημιώσεις αλλά και σε διηνεκή διατάγματα, θα πρέπει να περιοριστεί ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο η εναγόμενη δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Το αναφέρω τούτο διότι έχει καταστεί ξεκάθαρο από πλευράς ενάγουσας, και αυτό για να διασκεδαστούν οι φόβοι της πλευράς της εναγόμενης, ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιχειρείται να εμποδιστεί εξ' ολοκλήρου η τελευταία να δραστηριοποιείται ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος οποιασδήποτε εταιρείας ακόμη και ανταγωνιστή της ενάγουσας, δικαίωμα το οποίο δεν αμφισβητείται ότι έχει η εναγόμενη, αλλά μόνο να περιοριστεί ώστε να μην προκαλεί και τώρα και στο μέλλον αθέμιτη και ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της ενάγουσας. Η εναγόμενη βέβαια θεωρεί ότι κανένας περιορισμός δεν πρέπει να της επιβληθεί, όχι μόνο διότι κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και διότι ο οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός θα απέληγε σε δυσανάλογα αποτελέσματα για την ίδια αφού θα ήταν ουσιαστικά αδύνατο, λόγω της φύσης της εργασίας της, να γίνεται αντιληπτό πότε οι ενέργειες της βρίσκονται εντός και πότε εκτός των ορίων ενός ενδεχόμενου απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος. Με άλλα λόγια, ισχυρίζεται η εναγόμενη, θα ήταν πρακτικά αδύνατο για την ίδια να εργαστεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος αν κάθε φορά που της τηλεφωνούσε κάποιος ή επικοινωνούσε με κάποιο προτιθέμενο πελάτη θα έπρεπε να ανησυχεί μήπως και βρεθεί σε παρακοή διατάγματος αν τέτοιος πελάτης ήθελε φανεί είτε ότι έχει ήδη κάποιο συμβόλαιο με την ενάγουσα είτε ότι απλά ενδιαφέρεται να συγκρίνει τα προϊόντα που παρέχουν ασφαλιστικές εταιρείες όπως η ενάγουσα. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι κοινή συνισταμένη και των δύο πλευρών είναι ότι τα επιδιωκόμενα προσωρινά διατάγματα αποσκοπούν ουσιαστικά στον περιορισμό του τρόπου με τον οποίο η εναγόμενη δύναται να δραστηριοποιείται επαγγελματικά, παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι στη σύμβαση που υπήρχε μεταξύ των μερών δεν υπάρχει κανένας όρος που να απαγορεύει στην εναγόμενη όπως μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενεργήσει ως αντιπρόσωπος άλλης ασφαλιστικής εταιρείας, ανταγωνιστή της ενάγουσας. Μάλιστα δε, από τους όρους Στ.5 της συμφωνίας της 29/06/99 και Α.4.5 του Παραρτήματος Α της συμφωνίας της 14/12/04 (Τεκ.1 Ε/Δ ενάγουσας), προκύπτει ότι η εναγόμενη έχει ελεύθερο το δικαίωμα να «προσληφθεί ή γίνει διαμεσολαβητής άλλης ασφαλιστικής εταιρείας» μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και η μόνη συνέπεια που μπορεί να υποστεί αν προβεί σε μια τέτοια ενέργεια εντός δύο χρόνων από τον τερματισμό της συμφωνίας είναι να απωλέσει τα ωφελήματα που θα δικαιούτο από την ενάγουσα σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια που είχε ήδη εξασφαλίσει προς όφελος της τελευταίας. Κατά δεύτερο, η φύση της συνεργασίας των μερών και η ιδιότητα με την οποία η εναγόμενή ενεργούσε καθ' όσο χρόνο ίσχυε η συμβατική συνεργασία της με την ενάγουσα προκύπτει ξεκάθαρα από τους όρους Α.1 και Γ της συμφωνίας της 26/09/99 και 3 και 7 της συμφωνίας της 14/12/04 οι οποίοι αναφέρουν τα εξής: «Α.1
(2)Ο Αντιπρόσωπος κατά την παραλαβή των προτάσεων των ενδιαφερομένων για ασφάλιση ενεργεί ως αντιπρόσωπος των εν λόγω ενδιαφερομένων και εισπράττει από αυτούς τις καθορισμένες από τους εκάστοτε σε ισχύ κανονισμούς της Εταιρείας αναγκαίες προκαταβολές ασφαλίστρων. Για τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα ο Αντιπρόσωπος εκδίδει την σχετική απόδειξη της Εταιρείας η οποία φέρει τον αριθμό με την πρόταση για ασφάλιση.
- Διευκρινίζεται και συμφωνείται ότι ο Σύμβουλος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας που ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κατά βούληση αλλά με τρόπο που να μην παραβαίνει την Σύμβαση, τους εκάστοτε Κανονισμούς της Εταιρείας και τους Νόμους που διέπουν το επάγγελμα του. Εν πάση περιπτώσει η Σύμβαση δεν αποσκοπεί στη δημιουργία και δεν δημιουργεί σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ο Σύμβουλός να θεωρηθεί ή να ισχυρισθεί ότι είναι υπάλληλος της Εταιρείας, τυχόν δε απονομή τίτλου σε αυτόν (π.χ. «Κορυφαίος Ασφαλιστικός Σύμβουλος») θα γίνεται για υποβοήθηση της προβολής του και δεν θα διαφοροποιεί τη συμφωνημένη σχέση. Γ και
- Ο Αντιπρόσωπος/σύμβουλος συμφωνεί ότι η όλη του συμπεριφορά και ιδιαίτερα οι συναλλαγές του με το κοινό θα είναι τέτοια ώστε να εξυπηρετεί την πελατεία του χωρίς όμως να εκθέτει το όνομα και τη φήμη της Εταιρείας ή να παραβλάπτει τα νόμιμα συμφέροντα της.» (Έμφαση δική μου). Κατά τρίτο, ακόμη και κατά την περίοδο που ίσχυε η συμβατική σχέση των μερών, παρέχετο η δυνατότητα στην εναγόμενη, ως ανεξάρτητη επαγγελματία του ασφαλιστικού κλάδου, να προωθήσει προϊόντα άλλης ασφαλιστικής εταιρείας, νοουμένου βέβαια ότι είχε εξασφαλίσει προηγουμένως την σχετική γραπτή συγκατάθεση της ενάγουσας (βλ. όρο 7
(5)συμφωνίας 14/12/04). Κοντολογίς, από τα πιο πάνω σημεία προκύπτει ότι από την αρχή της συνεργασίας των μερών, οι μόνοι περιορισμοί που είχε η εναγόμενη στον τρόπο με τον οποίο ασκούσε το επάγγελμα της ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος αφορούσαν αποκλειστικά στα όσα συμβατικά καθήκοντα όφειλε απέναντι στην ενάγουσα και μόνο για όσο καιρό ίσχυε η μεταξύ τους συμφωνία. Ακόμη όμως και αυτά τα συμβατικά καθήκοντα της εναγόμενης δεν της απαγόρευαν να συμπεριφερθεί και να δραστηριοποιηθεί ως ελεύθερος ανεξάρτητος επαγγελματίας «.που ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κατά βούληση. ώστε να εξυπηρετεί την πελατεία του.», ήτοι τα πρόσωπα που προσέγγιζε για να προωθήσει ασφαλιστικά προϊόντα. Η ενέργεια συνεπώς της εναγόμενης όπως μετά τον τερματισμό της συμφωνίας των μερών, έρθει σε επικοινωνία με πελάτες της ενάγουσας με σκοπό πλέον την προώθηση ασφαλιστικών προϊόντων ανταγωνιστή της πρώτης δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρηθεί ως τέτοια μεμπτή ενέργεια που δύναται να στοιχειοθετήσει εναντίον της οποιαδήποτε βάση αγωγής αλλά ούτε και να επενεργήσει ώστε να της επιβληθεί τώρα οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκηση του επαγγέλματος της όταν τέτοιος περιορισμός δεν υπήρχε ούτε όταν η σύμβαση των μερών ήταν σε ισχύ. Τούτου λεχθέντος, σημειώνω ότι μεταξύ των συμβατικών όρων των μερών υπήρχε και όρος ο οποίος σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας επέβαλλε στην εναγόμενη την υποχρέωση όπως στο διάστημα που αφορούσε η οποιαδήποτε ειδοποίηση τερματισμού ήθελε δοθεί από οποιοδήποτε αντισυμβαλλόμενο, «.συνεργαστεί με την εταιρεία για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρείας.» (βλ. όρο 12
(2)συμφωνίας 14/12/04). Στην υπό κρίση περίπτωση καταλογίζεται στην εναγόμενη ότι στα πλαίσια ενός προμελετημένου σχεδίου τερμάτισε τη σύμβαση της με την ενάγουσα δίδοντας σχετική ειδοποίηση 30 ημερών και ακολούθως επιχείρησε, με αθέμιτο τρόπο, να «κλέψει» πελάτες από την ενάγουσα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως να επιχειρηματολογηθεί ότι συνιστά παραβίαση της προαναφερόμενης συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης η οποία συνεχίζει να υφίσταται μετά την εκδήλωση πρόθεσης για τερματισμό της συμφωνίας. Η θέση όμως της ενάγουσας ως προς το θέμα αυτό ήταν ρητή και ξεκάθαρη. Σε καμία παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού όρου δεν προέβη η εναγόμενη ενόσω η συμφωνία ήταν σε ισχύ ενώ δηλώθηκε ρητά ότι δεν προωθείται οποιαδήποτε θέση ως προς το ότι η εναγόμενη, με το να επιχειρήσει να «κλέψει» πελάτες της ενάγουσας, παρέβηκε είτε την υποχρέωση του όρου 12
(2)της συμφωνίας είτε οποιοδήποτε άλλο συμβατικό όρο. Είναι μάλιστα επί αυτής τη θέση που βασίζεται η ενάγουσα για να υποστηρίξει τη θέση ότι δεν έχει ενεργοποιηθεί η σχετική συμβατική ρήτρα διαιτησίας, ήτοι διότι δεν θεωρεί ότι η συμφωνία των μερών έχει παραβιαστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Η ενάγουσα βεβαίως ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες της εναγόμενης συνιστούν το αστικό αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης του αρ. 34 Κεφ.148 καθώς και αθέμιτη χρήση και κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και προσωπικών δεδομένων. Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος των πιο πάνω θέσεων της ενάγουσας, ήτοι το θέμα των εμπιστευτικών πληροφοριών και προσωπικών δεδομένων παρατηρώ τα εξής: Θέση της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη χρησιμοποιεί άνευ εξουσιοδότησης εμπιστευτικές πληροφορίες και προσωπικά δεδομένα των πελατών της πρώτης τα οποία απέκτησε καθ' όσο χρόνο συνεργαζόταν με την ενάγουσα. 'Όπως όμως εύστοχα επεσήμανε και ο κ. Φρακάλας, κανένα στοιχείο δεν έχει δοθεί από πλευράς ενάγουσας ως προς το ποιες ακριβώς είναι αυτές οι κατ' ισχυρισμό εμπιστευτικές πληροφορίες της τελευταίας που έχει αποκτήσει και εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί η εναγόμενη. Η μόνη σχετική αναφορά που γίνεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση είναι μια καθαρά γενικής φύσης αναφορά η οποία συνίσταται απλά στο ότι η εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την συμβατική της υποχρέωση και να «.παραδώσει άμεσα κάθε είδους υλικό (αιτήσεις ασφάλισης, διαφημιστικά έντυπα, εγκυκλίους, οδηγίες, τιμολόγια, προγράμματα, υλικό εκπαίδευσης κτλ) ή χρήματα που είχε στην κατοχή της και που ανήκουν στην εταιρεία.». Καμία άλλη πληροφορία δεν δίνεται από την ενάγουσα, ούτε και έχει αμφισβητηθεί η δήλωση στην οποία έχει προβεί ενόρκως η εναγόμενη ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία ή έγγραφο. Η ενάγουσα ήταν προφανώς σε θέση να γνωρίζει τουλάχιστον ποιες πληροφορίες είχε στη διάθεση της η εναγόμενη και δεν τις επέστρεψε ώστε αν μη τη άλλο να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει το βάσιμο του ισχυρισμού ότι πρόκειται για εμπιστευτικής φύσης πληροφορίες και αυτό ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός της ενάγουσας αφορά μεταξύ άλλων και σε διαφημιστικά έντυπα τα οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εμπιστευτικά. Σημειώνω εδώ επίσης ότι δεν αμφισβητείται από πλευράς ενάγουσας ότι η εναγόμενη δεν κατέχει οποιαδήποτε χρήματα που ανήκουν στην ενάγουσα και ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τις προσωπικές της οφειλές απέναντι στην τελευταία. Το ερώτημα συνεπώς ως προς το ποιες είναι αυτές οι κατ' ισχυρισμό εμπιστευτικές πληροφορίες που εξακολουθεί να κατέχει η εναγόμενη και να τις χρησιμοποιεί άνευ εξουσιοδότησης, το οποίο συνιστά και το ουσιώδες ερώτημα αναφορικά με τα διατάγματα που επιδιώκει η ενάγουσα σε σχέση με το θέμα αυτό, παρέμεινε αναπάντητο και ατεκμηρίωτο από πλευράς τελευταίας. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, σύμφωνα με την σύμβαση που υφίστατο μεταξύ των μερών, τα πρόσωπα που προσέγγιζε η εναγόμενη καθ' όλο το χρόνο της συνεργασίας θεωρούνταν από την ενάγουσα, ως «πελατεία του (συμβούλου/αντιπροσώπου)», ήτοι της εναγόμενης. Παρέμεινε όμως αναπάντητο από πλευράς ενάγουσας και το ερώτημα του ποιο είναι ακριβώς αυτό το πελατολόγιο, τα στοιχεία του οποίου η εναγόμενη απέκτησε και εξακολουθεί να κατέχει και το οποίο δεν συνιστά τη δική της πελατεία. Σίγουρα η ενάγουσα είναι επίσης σε θέση να γνωρίζει και να παρουσιάσει ποιο ήταν το πελατολόγιο που χειριζόταν η εναγόμενη ή τουλάχιστον το πελατολόγιο στο οποίο κατά την ενάγουσα η εναγόμενη είχε και εξακολούθησε να έχει πρόσβαση, αν μη τη άλλο ώστε να μπορέσει να εξεταστεί ο ισχυρισμός ότι οι ενέργειες της εναγόμενης ενδέχεται να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στα οικονομικά της συμφέροντα της ενάγουσας είτε μέσω «ανταγωνιστικής ζημιάς» είτε μέσω έκθεσης της σε θέματα προσωπικών δεδομένων. Διαφορετική προφανώς είναι η περίπτωση όπου η εναγόμενη έχει στην κατοχή της στοιχεία μεγάλου αριθμού πελατών της ενάγουσας από την περίπτωση όπου τα στοιχεία που έχει αφορούν μόνο τους τρεις πελάτες που δέχεται ότι επικοινώνησε όπως και διαφορετική είναι η περίπτωση όπου τα στοιχεία που έχει η εναγόμενη αφορούν σε μέλη του δικού της οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος. Θα πρέπει όμως επίσης να αναφερθεί εδώ ότι σύμφωνα με την ίδια την ενάγουσα, η πρόσβαση της εναγόμενης στο σύστημα και κατ' επέκταση στα αρχεία και πελατολόγιο της ενάγουσας «μπλοκαρίστηκε» την ίδια μέρα που η εναγόμενη έστειλε ειδοποίηση τερματισμού της συνεργασίας, ήτοι στις 05/02/19. Θα έπρεπε συνεπώς κάποιο περαιτέρω στοιχείο να παρουσιάσει η ενάγουσα όχι μόνο προς επίρρωση του ισχυρισμού της ως προς το ποια στοιχεία πελατολογίου είναι που φέρεται να διατήρησε στην κατοχή της η εναγόμενη και τα οποία δεν αφορούν σε δική της πελατεία ή έστω την πελατεία που έχει παράπονο από την κατ' ισχυρισμό χρήση των δεδομένων της αλλά και πώς η εναγόμενη εξακολουθεί να έχει πρόσβαση σε τέτοια στοιχεία αφότου «μπλοκαρίστηκε» από τις 05/02/19. Υπενθυμίζω ότι το μπλοκάρισμα της εναγόμενης έγινε κατά τη διάρκεια που ίσχυε η συμβατική ειδοποίηση των 30 ημερών, ήτοι ενόσω εκκρεμούσε ακόμη η σύμβαση των μερών και ότι η θέση της ενάγουσας είναι ότι καθ' όσο χρόνο ίσχυε η σύμβαση, η εναγόμενη δεν την παρέβηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Πρόσθετα όμως της γενικότητας που χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγόμενη εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί άνευ εξουσιοδότησης εμπιστευτικές πληροφορίες της και δεδομένα των πελατών της, γενικότητα η οποία ουδόλως ικανοποιεί το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις της παρούσας φύσης, η δήλωση στην οποία έχει προβεί ενόρκως η εναγόμενη ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε τέτοια πληροφορία ή έγγραφο, εν τη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας περί του αντιθέτου, καθιστά την έκδοση οποιουδήποτε σχετικού διατάγματος ως αιτείται η ενάγουσα μη ενδεικνυόμενη και ουσιαστικά μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Άλλωστε σοβαρές και δραστικές ενδέχεται να είναι οι συνέπειες που θα υποστεί η εναγόμενη σε περίπτωση που ήθελε φανεί στο μέλλον ότι δεν είπε ενόρκως την αλήθεια. Στρέφομαι τέλος στη θέση της αιτήτριας ότι με τις ενέργειες της η εναγόμενη διαπράττει σε βάρος της ενάγουσας το αστικό αδίκημα του αρ. 34 Κεφ. 148. Για να γίνει κατανοητή η εξέταση του θέματος αυτού θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε συντομία τις νομικές αρχές που περιβάλλουν το υπό κρίση αδίκημα Πρόκειται για αδίκημα του αγγλικού κοινοδικαίου το οποίο έχει αναγνωριστεί και κωδικοποιηθεί στην κυπριακή έννομη τάξη μέσω του αρ. 34 του Κεφ. 148, το οποίο ορίζει ότι «.Πρόσωπo τo oπoίo, για λόγoυς άλλoυς από τηv πρoώθηση απεργίας ή αvταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφoρά πoυ δημιoυργήθηκε στηv εργασία ή τη βιoμηχαvία στηv oπoία απασχoλoύvται oι απεργoί ή αvταπεργoί, εv γvώσει και χωρίς επαρκή δικαιoλoγία, πρoκαλεί oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo vα παραβεί κατά vόμo δεσμευτική σύμβαση με τρίτo, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ τρίτoυ. Το εν λόγω αδίκημα έχει απασχολήσει στο παρελθόν την κυπριακή νομολογία όπως μπορεί να διαφανεί από την υπόθεση Adamos Costa Constantinides v. Vassos Yianni Pitsillou and Another
(1980)JSC 279 όπου ο τότε Π.Ε.Δ και μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πικής Δ., υιοθέτησε ως μέρος της κυπριακής έννομης τάξης τη σχετική νομική ανάλυση που γίνεται στις αγγλικές αποφάσεις Lumley v. Gye,
(1853)2 B.1 & B.1 216, British Industrial Plastics Ltd v. Ferguson
(1938)4 All E.R. 504, 514 καθώς και στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition at para.792 et seq. Κοντολογίς, για να μπορεί κάποιος ενάγοντας να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος του αρ.34 πρέπει να καταδείξει ότι ο εναγόμενος γνώριζε για την ύπαρξη της σύμβασης και ενήργησε με σκοπό να την τερματίσει, όμως απλές ενέργειες ή απόπειρες για να παραβιαστεί μια σύμβαση δεν είναι από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Merkur Island Shipping Corp. v. Laughton
(1983)2 A.C. 570, 608, Middlebrook Mushrooms Ltd v. T.G.W.U.
(1993)I.C.R. 612, 621). Κάποια ζημιά θα πρέπει να αποδειχτεί ότι προκλήθηκε στον ενάγοντα συνεπεία της παράβασης της σύμβασης και κατ' επέκταση της αδικοπραξίας αν και η προϋπόθεση αυτή δύναται να ικανοποιηθεί χωρίς να χρειάζεται απόδειξη συγκεκριμένης και ειδικής ζημιάς αλλά μόνο μιας γενικής οικονομικής ζημιάς η οποία προκύπτει να είναι αναπόφευκτη στη συνήθη πορεία μιας επιχείρησης - «The damage may be inferred, that is to say, that if the breach which has been procured by the defendant has been such as must in the ordinary course of business inflict damage upon the plaintiff, then the plaintiff may succeed without proof of any particular damage which has been occasioned him.» (βλ. McGregor on Damages (17th edn, Thomas/Sweet and Maxwell, 2003), para 40-00, Exchange Telegraph Co v Gregory
(1986)1 QB 147 (CA)) και In Goldsoll v Foldsman
(1914)2 Ch. 603 - «the cause of action can succeed without proof of particular damage, providing some loss was inevitable» (βλ. DC Thomson & Co Ltd v Deakin [1952] Ch 646, 680 και Airbus Operations Ltd v Withey [2014] EWHC 1126 (QB)) Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στο σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις» των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου. Τόμος Ι σελ. 109-112 όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι κατά την εξέταση του εν λόγω αδικήματος πολλά στοιχεία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όπως είναι π.χ. η φύση της σύμβασης, η θέση των διαδίκων, ο λόγος της παραβίασης, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραβίαση, η σχέση του εναγομένου με το μέρος που παραβίασε τη σύμβαση και η πραγματική πρόθεση του εναγομένου. Στην παρούσα περίπτωση η μόνη σχετική μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά της ενάγουσας σε σχέση με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της είναι ότι η εναγόμενη επεδίωξε να συναντηθεί με υφιστάμενους πελάτες της ενάγουσας ώστε ουσιαστικά να αποπειραθεί να τους προτείνει να ακυρώσουν τα ασφαλιστικά συμβόλαια που έχουν με την τελευταία και να καταρτήσουν νέα συμβόλαια με την ασφαλιστική εταιρεία που αυτή εκπροσωπεί. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Όσο όμως «επιφανειακά» και αν πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει στο παρόν στάδιο την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, η συγκεκριμένη μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταδεικνύει τη διάπραξη του υπό κρίση αστικού αδικήματος και αυτό για δύο λόγους. Πρώτο διότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί από πλευράς ενάγουσας ότι έστω και αυτοί οι τρεις συγκεκριμένοι πελάτες με τους οποίους επικοινώνησε η εναγόμενη, εξέφρασαν στη συνέχεια την πρόθεση να ακυρώσουν τα συμβόλαια που έχουν με την ενάγουσα και δεύτερο διότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί από πλευράς ενάγουσας ότι η ακύρωση τέτοιων συμβολαίων δεν θα συνιστούσε ούτως ή άλλως συμβατικό δικαίωμα των πελατών της, ιδιαίτερα αφ' ης στιγμής πρόκειται για ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία υπό κανονικές συνθήκες ισχύουν μόνο για όσο χρόνο ο ασφαλιζόμενος επιθυμεί να απολαμβάνει την ασφαλιστική κάλυψη. Επισημαίνω ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε περίπτωση όπου η εναγόμενη παρότρυνε τους πελάτες της ενάγουσας να μην καταβάλουν τα ασφάλιστρα τους ή με κάποιο άλλο τρόπο να παραβιάσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ούτε έχει προωθηθεί οποιαδήποτε τέτοια θέση από πλευράς ενάγουσας. Αντιθέτως, το παράπονο της τελευταίας είναι ότι η εναγόμενη, χωρίς να περιορίζεται από οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πώς υποχρέωση απέναντι της, επικοινώνησε με πελάτες της για να τους προωθήσει τα ασφαλιστικά προϊόντα ανταγωνιστικής εταιρείας. Αυτός όμως ακριβώς ήταν και ο ρόλος που η εναγόμενη είχε και όταν συνεργαζόταν με την ενάγουσα ως ελεύθερη και ανεξάρτητη επαγγελματίας και προωθούσε τα προϊόντα της τελευταίας έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων. Ουδέποτε όμως η ενάγουσα θεώρησε ότι η εναγόμενη διέπραττε το αδίκημα του αρ.34 όταν προωθούσε τα δικά της συμφέροντα σε πιθανούς πελάτες που είχαν συμβληθεί με τον ανταγωνισμό και δεν μπορεί τώρα να ισχυρίζεται ότι ισχύει κάτι διαφορετικό απλά επειδή πλέον η εναγόμενη εκπροσωπεί τον ανταγωνισμό. Άλλωστε, αν θα πρέπει να αποδοθεί στις σημερινές ενέργειες της εναγόμενης το αδίκημα του αρ.34 τότε θα πρέπει να αποδοθεί και στην ενάγουσα το ίδιο αδίκημα ως συναδικοπραγήσαντας με την εναγόμενη αναφορικά με τις ίδιες ενέργειες στις οποίες προέβαινε η τελευταία όταν προωθούσε τα ασφαλιστικά συμβόλαια της ενάγουσας σε πρόσωπα που ενδεχομένως να είχαν ήδη ασφαλιστικά συμβόλαια με άλλες εταιρείες κάτι το οποίο προφανώς και δεν υποστηρίζει η ενάγουσα. Υπενθυμίζω όμως ότι ακόμη και κατά το χρόνο που οι διάδικοι συνεργάζονταν, η εναγόμενη μπορούσε, ως ανέφερα πιο πάνω, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να ενεργήσει και εκ μέρους ανταγωνιστή της ενάγουσας. Δεν μπορεί επομένως η ενάγουσα να αποδίδει τώρα στην εναγόμενη τη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος επειδή απλά η τελευταία δεν εκπροσωπεί πλέον τα συμφέροντα της αλλά ενός ανταγωνιστή και αυτό ιδιαίτερα όταν για την ενάγουσα η εναγόμενη ήταν πάντοτε ένας «.ανεξάρτητος επαγγελματίας που ρυθμίζει τις δραστηριότητες του κατά βούληση . (ο οποίος) . δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.να θεωρηθεί ή να ισχυρισθεί ότι είναι υπάλληλος της Εταιρείας» Κρίνω επομένως ότι ούτε υπό τη σκοπιά του αρ. 34 δύναται να θεωρηθούν, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, βάσιμα τα επί του προκειμένου παράπονα της ενάγουσας. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, έστω και αν η ενάγουσα αποκαλύπτει με τα δικόγραφα και τις έγγραφες παραστάσεις της κάποιο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, εντούτοις, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, με βάση τα στοιχεία που έχουν προς το παρών τεθεί ενώπιον μου, δεν ικανοποιούνται θεωρώ ούτε το κριτήριο της καλής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής επί οποιασδήποτε βάσης αλλά ούτε και το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Παρά το ότι η κατάληξη μου αυτή σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης και των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί από αυτό το στάδιο, θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι από τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η ενάγουσα, δεν θα ικανοποιείτο ούτε και το στοιχείο του «δίκαιου ή πρόσφορου», αφού λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται να τεθεί στην εναγόμενη ένας επαγγελματικός περιορισμός ο οποίος ουδέποτε υφίστατο στο παρελθόν και ο οποίος ούτε αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των μερών αλλά ούτε και προκύπτει να δικαιολογείται να επιβληθεί από οποιοδήποτε από τα νομοθετήματα που επικαλείται η ενάγουσα, η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει εναντίον της τελευταίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 18/07/19 ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο