ΚΟΥΣΙΟΣ ν. ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 954/19, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 954/19 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΣΙΟΣ Ενάγοντας και XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Χαβιαράς για Κούσιος, Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Αποκίδης για Michael Kyprianou & Co LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο που καταχώρησε στις 10/04/19, ο ενάγοντας, δικηγόρος στο επάγγελμα, αξιώνει από τον εναγόμενο, κάτοικο Λευκωσίας αλλά και του New Jersey των ΗΠΑ, το ποσό των €10.000 «Δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή η έγγραφο αναγνώρισης χρέους» πλέον τόκο 4.5% ετησίως από 24/10/18 πλέον έξοδα. Το εν λόγω έγγραφο ο εναγόμενος το υπέγραψε, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, στις 25/10/17 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και σύμφωνα με τους όρους του, το χρέος των €10.000 έπρεπε να εξοφληθεί στις 30/10/
- Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε διότι παρήλθε η συμφωνηθείσα προθεσμία και ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που υποσχέθηκε ότι θα του κατέβαλλε. Ο εναγόμενος καταχώρησε κανονικό σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου στις 22/04/18, προτού όμως καταχωρήσει υπεράσπιση, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση της Δ.18, την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου ως η απαίτηση. Την αίτηση υποστηρίζει Ε/Δ του ίδιου του αιτητή ο οποίος δηλώνει ότι έχει άμεση και προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων και ο οποίος, υιοθετώντας το περιεχόμενο της Ε/Α, αναφέρει συνοπτικά τα εξής. Μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν σχέση δικηγόρου-πελάτη, είχαν ανακύψει οικονομικές διαφορές οι οποίες διευθετήθηκαν όταν ο τελευταίος συμφώνησε και υπέγραψε προς όφελος του πρώτου το επίδικο γραμμάτιο στις 25/10/
- Σύμφωνα με το εν λόγω γραμμάτιο, ο εναγόμενος υποσχόταν ενώπιον δύο μαρτύρων οι οποίοι φέρονται να συνυπέγραψαν μαζί του, ότι θα κατέβαλλε στον ενάγοντα στις 30/10/18 το ποσό των €10.000, το οποίο είχε λάβει σε μετρητά, πλέον τόκο 4,5% ετησίως από 24/10/18 και σε περίπτωση αγωγής, όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Πριν να υπογραφεί το γραμμάτιο, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, έστειλε ο ίδιος προς τον εναγόμενο προσχέδιο του γραμματίου μέσω e-mail επισημαίνοντας του ότι θα έπρεπε να προχωρήσει να υπογράψει το γραμμάτιο στην παρουσία δύο μαρτύρων μόνο αν συμφωνούσε με το περιεχόμενο του και την πλήρη διευθέτηση που η υπογραφή του συνεπάγετο για τις οικονομικές διαφορές των μερών. Υπεδείχθη περαιτέρω από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο ότι αν αποδεχόταν και προχωρούσε με την υπογραφή του γραμματίου τότε θα έπρεπε να του επιστρέψει το υπογραμμένο αντίγραφο μέσω e-mail και το πρωτότυπο με ταχυδρομείο ή courier. Ακολούθως ο εναγόμενος μαζί με δύο μάρτυρες της επιλογής του υπέγραψαν το γραμμάτιο στις 25/10/17 και σχετικό αντίγραφο στάληκε στον ενάγοντα μέσω e-mail την ίδια μέρα. Επειδή όμως δεν είχαν αναγραφεί τα πλήρη ονόματα των προσώπων που υπέγραφαν ως μάρτυρες, ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο να τα συμπληρώσει και να του ξαναστείλει το έγγραφο κάτι το οποίο ο τελευταίος έκανε την ίδια μέρα οπόταν και διαφάνηκε ότι οι δύο μάρτυρες ήταν η σύζυγος και η θυγατέρα του εναγόμενου. Παρά το ότι το αντίγραφο που στάληκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο έτυχε της αποδοχής του πρώτου εντούτοις ο εναγόμενος ουδέποτε απέστειλε το πρωτότυπο γραμμάτιο το οποίο μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι στην κατοχή του. Αντίγραφο του επίδικου γραμματίου που ο εναγόμενος έστειλε υπογραμμένο στον ενάγοντα με ημερ. 25/10/17 μέσω e-mail επισυνάπτεται στην Ε/Δ του αιτητή ως Τεκ.1 ενώ σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία που οι δύο διάδικοι αντάλλαξαν μεταξύ 19/10/17 και 25/1017 κατατέθηκε ως Τεκ.2 (α-ε). Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του εν λόγω γραμματίου, δεν έχει εξοφλήσει το επίδικο ποσό εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας και από ότι πιστεύει ο ενάγοντας, καμία καλόπιστη ουσιαστική υπεράσπιση δεν έχει στην παρούσα αγωγή ο εναγόμενος και ο μόνος λόγος που καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης είναι για να καθυστερήσει την διαδικασία. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του εναγόμενου, ο οποίος προβάλλει έξι συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Με την ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του ιδίου του εναγόμενου, ο τελευταίος δέχεται μεν ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο στην παρουσία δύο μαρτύρων ως φαίνεται στο σχετικό Τεκμήριο που παρουσίασε ο ενάγοντας και ότι μετά την υπογραφή του δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι, ισχυρίζεται όμως ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εφόσον με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία γεγονότα κατ' εκείνον ο ενάγοντας τα απέκρυψε, έχει καλή και/ή καλόπιστη και/ή βάσιμη υπεράσπιση που επιβάλλει όπως του επιτραπεί να ασκήσει το συνταγματικό του δικαίωμα και να υπερασπιστεί επί της ουσίας της αγωγής η οποία θα πρέπει να οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση. Προβάλλει επίσης ο εναγόμενος ως περαιτέρω λόγους ένστασης ότι το επίδικο ποσό που αξιώνεται με την αγωγή στην πραγματικότητα δεν οφείλεται προς τον ενάγοντα και/ή είναι εξοφλημένο και ότι «Η υπογραφή του επίδικου γραμματίου έγινε υπό συνθήκες που το καθιστούν άκυρο». Είναι ειδικότερα η θέση του εναγόμενου, ο οποίος δηλώνει μόνιμος κάτοικος των Η.Π.Α ότι τόσο ο ίδιος ο ενάγοντας προσωπικά όσο και η δικηγορική εταιρεία στην οποία είναι συνέταιρος, υπήρξαν επί σειρά ετών δικηγόροι του ιδίου και αριθμού εταιρειών στις οποίες αυτός είναι ιδιοκτήτης και/ή τελικός δικαιούχος. Στην Ε/Δ του ο εναγόμενος αναφέρεται εκτενώς σε μια συγκεκριμένη πτυχή της συνεργασίας του με τον ενάγοντα η οποία αφορούσε τη διαχείριση συγκεκριμένης εταιρείας του στην Κύπρο έναντι αμοιβής (fiduciary services). Η εν λόγω εταιρεία ασχολείτο με το εμπόριο καπνικών προϊόντων και τσιγάρων και τα κεφάλαια και τραπεζικοί λογαριασμοί της βρίσκονταν τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αμερική. Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας είχε διοριστεί καθ' υπόδειξη του ενάγοντα και έναντι αμοιβής συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο το οποίο ουσιαστικά ενεργούσε κατ' εντολή του ενάγοντα. Όταν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου αρχές Οκτωβρίου 2017 ο εναγόμενος αποφάσισε να μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία και τα κεφάλαια της εταιρείας στις Η.Π.Α, ζήτησε από τον ενάγοντα να διευθετήσει όπως ο διευθυντής της εταιρείας προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η εν λόγω μεταφορά. Ο ενάγοντας όμως τότε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ζήτησε όπως πληρωθεί το ποσό των €10.000, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω ποσό είχε αναγκαστεί να το καταβάλει ο ίδιος προσωπικά στον διευθυντή της εταιρείας για τις διάφορες υπηρεσίες που είχε παράσχει στην εταιρεία και για τις οποίες ισχυριζόταν ότι δεν είχε πληρωθεί. Η εν λόγω απαίτηση του ενάγοντα προκάλεσε την έκπληξη του εναγόμενου διότι εξ' όσων γνώριζε τότε όχι μόνο δεν οφείλετο κανένα ποσό είτε στον ενάγοντα είτε στον διευθυντή της εταιρείας αλλά αντίθετα ήταν ο ενάγοντας και/ή το γραφείο του που όφειλαν σ' εκείνον €33.
- Την εν λόγω έκπληξη του ο εναγόμενος την εξέφρασε στον ενάγοντα μέσω e-mails στις 18/10/17 και 22/10/17 (Τεκ. 4Α και 4Β), ήτοι πριν την υπογραφή του γραμματίου και προς επίρρωση της θέσης του περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε οφειλής προς το διευθυντή της εταιρείας παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού που ισχυρίζεται ότι του είχε αποστείλει στο παρελθόν το δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα (Τεκ.5). Παρ' όλες όμως τις προσπάθειες του να πείσει τον ενάγοντα για το εσφαλμένο και αβάσιμο της απαίτησης του για πληρωμή των €10.000, ο τελευταίος, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος ότι η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ήταν όχι μόνο αναγκαία για την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων της τελευταίας αλλά και ότι έπρεπε να γίνει άμεσα και συγκεκριμένα εντός 5 εργάσιμων ημερών, εκμεταλλεύτηκε τη θέση ισχύος στην οποία βρισκόταν και επέμεινε να του καταβληθεί το ποσό των €10.000 απειλώντας ουσιαστικά ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδινε τις απαιτούμενες εντολές στο διευθυντή της εταιρείας να εκτελέσει τη μεταφορά, θέτοντας έτσι τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας σε κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς. Είναι υπό αυτές τις συνθήκες εξαναγκασμού, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, που αναγκάστηκε στη συνέχεια να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ενάγοντα και όχι οικειοθελώς ως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών του ο εναγόμενος παραπέμπει στην αλληλογραφία που ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσίασε με την Ε/Δ του και ισχυρίζεται ότι ενδεικτικό της πίεσης και του εξαναγκασμού που υπέστη από τον τελευταίο για να υπογράψει το εν λόγω γραμμάτιο συνιστά το τελεσίδικο ύφος του e-mail που του έστειλε ο ενάγοντας στις 24/10/17 μαζί με το προσχέδιο του επίδικου γραμματίου όπου του ανέφερε ότι «I am not prepared to continue the correspondence with you on these matters» και η δική του απάντηση όταν δέχτηκε να υπογράψει το γραμμάτιο - «In as much as I disagree in principle, so we can finish, send the promissory note for 10.000 maturing in a year to sign and get over with». Είναι η θέση του εναγόμενου αφ' ενός ότι ουδέποτε ο ενάγοντας του παρουσίασε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή άλλη απόδειξη ως προς το ότι όντως οφείλονταν χρήματα στον διευθυντή της εταιρείας και αυτό παρά το ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποπληρωμής του γραμματίου και συγκεκριμένα περί τις αρχές του 2019 ζήτησε να του παρουσιαστούν τέτοια τιμολόγια και αποδείξεις (Τεκ.3) και αφ' ετέρου ότι όταν διενήργησε έρευνα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας μετά το τερματισμό της συνεργασίας του με τον ενάγοντα, διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειμα της τάξης των Δολ. Η.Π.Α 423.058,00, το οποίο προφανώς είχε προκύψει ενόσω η εταιρεία τύγχανε διαχείρισης από τον ενάγοντα και/ή το γραφείο του. Διαφάνηκε τότε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι ο λόγος που ο ενάγοντας επέμενε έντονα στο να γίνει αποδεκτή η πλήρης διευθέτηση όλων των οικονομικών διαφορών των μερών με την υπογραφή του γραμματίου ήταν ώστε να πετύχει την πλήρη ουσιαστικά απαλλαγή του από οποιαδήποτε ευθύνη να καλύψει το έλλειμμα που προέκυψε. Στην βάση όλων των πιο πάνω ο εναγόμενος θεωρεί ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το επίδικο γραμμάτιο το καθιστούν άκυρο ενώ το ποσό στο οποίο αφορά, στην πραγματικότητα δεν οφείλεται. Επιβάλλεται συνεπώς, υποστηρίζει ο εναγόμενος όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση και δοθεί άδεια υπεράσπισης επί της ουσίας της αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω ισχυρισμών του εναγομένου η πλευρά του ενάγοντα έκρινε αναγκαίο όπως αιτηθεί την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική απαντητική Ε/Δ, αίτημα στο οποίο η πλευρά του εναγόμενου δεν έφερε ένσταση, ζητώντας όμως παράλληλα να της δοθεί και εκείνης το ίδιο δικαίωμα, αίτημα στο οποίο δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς ενάγοντα. Το Δικαστήριο επεσήμανε τότε και στις δύο πλευρές και ιδιαίτερα στην πλευρά του ενάγοντα η οποία είχε υποβάλει πρώτη το σχετικό αίτημα, ότι μπορεί μεν σε διαδικασίες αυτής της φύσης να υπάρχει η δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Δημητρίου Aθηνούλλα Γ. ν. Tράπεζας Kύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782) θα πρέπει όμως να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην μετατραπεί η διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας οπόταν και κάτι τέτοιο θα ήταν καταλυτικό για την αίτηση για συνοπτική απόφαση (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αφού ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τη «λεπτή» γραμμή που καθόρισε η σχετική νομολογία και ότι παρά ταύτα θα επέμενε στο αίτημα του για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ εφόσον θεωρούσε ότι η προτιθέμενη συμπληρωματική αφορούσε σε αναγκαία απάντηση και όχι σε προβολή αντικρουόμενης μαρτυρίας που θα έχριζε ενδελεχούς αξιολόγησης, το θέμα αφέθηκε να εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας αίτησης και υπό το φως των όσων θα περιέχονταν στις αντίστοιχες συμπληρωματικές Ε/Δ οπόταν δόθηκε η αιτούμενη άδεια και στις δύο πλευρές. Ακολούθως καταχωρήθηκαν μία συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς ενάγοντα και μία από πλευράς εναγόμενου οι οποίες εν συντομία αναφέρουν τα εξής. Παραπέμποντας σε αριθμό αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον εναγόμενο τόσο πριν όσο και μετά τα επίδικα γεγονότα (Τεκ.1-10), ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η προσπάθεια του τελευταίου να μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας άρχισε τρεις μήνες πριν τα επίδικα γεγονότα, ήτοι τον Ιούλιο 2017 και όχι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του γραμματίου ως ισχυρίστηκε ο τελευταίος. Είχε διαφανεί τότε, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ότι ο εναγόμενος επένδυε τα χρήματα της εταιρείας εν αγνοία του διευθυντή με αποτέλεσμα τα διάφορα έσοδα που προέκυψαν να μην δηλώθηκαν ποτέ στις αμερικάνικες και στις κυπριακές φορολογικές αρχές γεγονός που άφηνε εκτεθειμένους και την εταιρεία και τον διευθυντή της. Η επιμονή του ενάγοντα και του διευθυντή της εταιρείας να δηλωθούν πλήρως όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προτού γίνει η οποιαδήποτε μεταφορά και η άρνηση του ενάγοντα να το πράξει είναι που προκάλεσε την αρχική ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών. Εν τω μεταξύ εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εκκρεμότητα και η πληρωμή της αμοιβής του διευθυντή της εταιρείας, αμοιβή την οποία ο εναγόμενος παρέλειπε να καταβάλει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις που του γίνονταν προς τούτο. Μέχρι και τα μέσα Οκτωβρίου 2017, αναφέρει ο ενάγοντας, ο εναγόμενος προσπαθούσε να εξεύρει διάφορους τρόπους να μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας χωρίς όμως να διασφαλίζει την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και του διευθυντή της γεγονός που προκάλεσε την περαιτέρω δυσφορία τόσο του τελευταίου όσο και του ενάγοντα. Τελικά αποφασίστηκε όπως ο εναγόμενος παύσει το διευθυντή και τον αντικαταστήσει με άλλο πρόσωπο της επιλογής του και όπως εν τω μεταξύ διευθετήσει και το θέμα με την εκκρεμούσα αμοιβή, εισήγηση την οποία είχε κάμει ο ενάγοντας από το καλοκαίρι του 2017 πλην όμως ο εναγόμενος την είχε αγνοήσει τότε. Η ανεπίτρεπτη όμως συμπεριφορά που επέδειξε στη συνέχεια ο εναγόμενος, ο οποίος έφτασε στο σημείο να απειλήσει το διευθυντή στην παρουσία του ενάγοντα, οδήγησε τον τελευταίο να απαιτήσει την άμεση διακοπή της σχέσης δικηγόρου-πελάτη καθώς επίσης και την άμεση απόσυρση από το γραφείο του όλων των εταιρειών ιδιοκτησίας του εναγόμενου αφού πρώτα του καταβάλλονταν όλα τα έξοδα που είχαν μέχρι τότε δημιουργηθεί. Επειδή ο διευθυντής της εταιρείας είχε απαιτήσει όπως πληρωθεί άμεσα την αμοιβή του η οποία ανερχόταν σε €5000 προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα αποδεχόταν την αντικατάσταση του και θα κατάγγελλε τις «ατασθαλίες» στις αρμόδιες αρχές, ο ενάγοντας προχώρησε κατ' εντολή και με τη συγκατάθεση του εναγόμενου και κατέβαλε προσωπικά στο διευθυντή το ποσό των €5000, ποσό το οποίο ο ενάγοντας επίσης απαίτησε από τον εναγόμενο. Της απαίτησης του ενάγοντα ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας με τον εναγόμενο στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος, προβαίνοντας σε διάφορους ασυνάρτητους και αυθαίρετους υπολογισμούς, ισχυρίστηκε ότι του οφείλονταν και εκείνου λεφτά και εισηγήθηκε όπως τα εκατέρωθεν χρέη συμψηφιστούν και το θέμα θεωρηθεί λήξαν. Ο ενάγοντας απέρριψε κατηγορηματικά την εισήγηση αυτή και απαίτησε όπως του καταβληθεί το ποσό των €20.000 το οποίο αφορούσε στην καταβληθείσα αμοιβή του διευθυντή και στα έξοδα που είχαν προκύψει ως τότε σε σχέση με τη διαχείριση των εταιρειών του εναγόμενου και προσέφερε στον τελευταίο την δυνατότητα όπως αν δεν μπορούσε να καταβάλει άμεσα το εν λόγω ποσό, να εκτελέσει προς όφελος του σχετικό γραμμάτιο πληρωτέο στις 30/06/18. Ο εναγόμενος επεχείρησε και πάλι να επικαλεστεί διάφορους υπολογισμούς σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό εκατέρωθεν οφειλόμενα ποσά οπόταν ο ενάγοντας, για να δώσει τέρμα στη συζήτηση, πρότεινε τελεσίδικα στον εναγόμενο να πληρώσει μόνο το ποσό των €10.000. Αφού ο τελευταίος δέχτηκε και ζήτησε από τον ενάγοντα να του αποστείλει το επίδικο γραμμάτιο, προχώρησε και το εκτέλεσε ως αναφέρεται ανωτέρω. Καμία συνεπώς πίεση δεν ασκήθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος υπέγραψε ο γραμμάτιο αυτοβούλως και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της υπογραφής του. Η πρώτη φορά, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, που ο εναγόμενος αμφισβήτησε την οφειλή του ήταν μετά την υπογραφή του επίδικου γραμματίου και μετά που παρήλθε η προθεσμία πληρωμής, ήτοι το Νοέμβριο 2018, όταν ο ενάγοντας τον υπενθύμισε ότι έπρεπε να πληρώσει. Ουδέποτε μέχρι τότε, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ο εναγόμενος προέβαλε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή οποιοδήποτε ισχυρισμό περί εξαναγκασμού ως προβάλλει τώρα ενώ το σχετικό fax που ο εναγόμενος έστειλε στον ενάγοντα στις 05/11/18 (Τεκ. 9 στη συμπληρωματική Ε/Δ του αιτητή) ανέφερε τα εξής: «Kyriaco, There was a double payment made to K&K account back in 2008 regarding the I's Director's fees for 2008, specifically: $12,021 were paid to K&K account by Ι on 1/3/2008 Duplicate payments were also made for the same reason and
- a)on 15/5/2008 for $3,963, and
- b)on 15/10/2008 for $8,058 - Partial from D wire transfer of 17/09/2008 The two payments totaling $12,021. . Therefore, the 10,000 Euros personal note you created last October 25, 2017 to pay the balance due of the directors fees at time of his resignation last year in October, was never necessary as such fees of the Director were covered by the abovementioned overpayment, all along till his resignation. Hence no outstanding payment was necessary to him at that time and likewise no note was necessary to be executed. Therefore, kindly return the duplicate $12,021 from K&K and apply it towards your personal note of 10,000 euros, cancel such note and forward a copy of the cancelled note by fax. The excess funds, (about $500 depending on daily exchange rate) please deposit them against the loan with COOP Bank and advise accordingly..». Η απαντητική Ε/Δ που καταχωρήθηκε από πλευράς εναγόμενου προήλθε από δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον τελευταίο και σε αυτή ο ομνύοντας αναφέρεται σε διάφορες πτυχές της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου. Παρουσιάζοντας διάφορες συμφωνίες που υπογράφτηκαν κατά καιρούς από το διευθυντή της εταιρείας καθώς επίσης και αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού της τελευταίας (Τεκ.1-4), ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας και ο διευθυντής ήταν πάντοτε ενήμεροι για το πώς τύγχαναν χειρισμού τα χρήματα της εταιρείας και ότι ο πραγματικός λόγος που διεκόπη η συνεργασία ενάγοντα - εναγόμενου ήταν διότι ο πρώτος δεν εκτελούσε επαρκώς τα καθήκοντα του απέναντι στον τελευταίο. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι ο εναγόμενος ουδέποτε δέχτηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα ως αυτός ισχυρίζεται και ότι ουσιαστικά ο ενάγοντας ξεγέλασε τον εναγόμενο ότι υπήρχε δήθεν οφειλή προς το διευθυντή της εταιρείας και προς τον ίδιο ώστε να τον εξαναγκάσει να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο. Ενδεικτικό τούτου, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, είναι το γεγονός ότι ο διευθυντής της εταιρείας είναι από το γραφείο του ενάγοντα που πληρωνόταν και ουδέποτε ο ενάγοντας παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη ή τιμολόγιο σε σχέση με τα δήθεν οφειλόμενα ποσά ως του ζητήθηκε επανειλημμένα να το πράξει. Πρόσθετα τούτου, ισχυρίζεται ο εναγόμενος το γεγονός ότι η υπογραφή του διευθυντή για την έγκριση της μεταφοράς των κεφαλαίων της εταιρείας δόθηκε μόνο μετά που εκτελέστηκε το επίδικο γραμμάτιο, καταδεικνύει ξεκάθαρα την κατάσταση εξαναγκασμού και πίεσης που δημιούργησε ο ενάγοντας. Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, με βάση τους υπολογισμούς του εναγόμενου ο τελευταίος δεν οφείλει οτιδήποτε στον ενάγοντα αλλά αντιθέτως, είναι το γραφείο του τελευταίου που οφείλει στον εναγόμενο χρήματα και πρόθεση του εναγόμενου είναι να παρουσιάσει τους εν λόγω υπολογισμούς κατά την ακρόαση αν του επιτραπεί να υπερασπιστεί. Με την καταχώρηση των αντίστοιχων συμπληρωματικών Ε/Δ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αμφότεροι έκαμαν αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάμω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Επειδή όμως από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, ό,τι απαιτείται από αυτόν είναι να δείξει «.πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», . (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912).(και ότι).στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 (λέχθηκε) ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»» (βλ. ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018), ο ενάγοντας αιτητής έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου» (βλ. Δημητρίου ανωτέρω) ώστε καταδείξει ώστε, κυρίως μέσω σχετικής έγγραφης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί πιστευτή - βλ. Λαζάρου όπου υιοθετήθηκε η αναφορά που γίνεται στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173: «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice 1958. Εκείνο όμως που σίγουρα δεν επιτρέπεται και αυτός είναι ο λόγος της Λαζάρου, είναι όπως η διαδικασία μετατραπεί, με την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία που θα πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί, σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς των μερών. Συνεπώς, η καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ από πλευράς αιτητή ώστε να απαντήσει στους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση είναι δικαίωμα που μπορεί να ασκήσει ο πρώτος και η καταχώρηση τέτοιας απάντησης, αν και αυξάνει το κίνδυνο να θεωρηθεί ότι στην υπόθεση όντως υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε αυτό το συμπέρασμα. Άλλωστε, στη CYEMS ανωτέρω, ο εκεί αιτητής πέτυχε την έκδοση συνοπτικής απόφασης κατ' έφεση, στη βάση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που καταχώρησε πρωτόδικα και που το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα κατά το Εφετείο, δεν εκτίμησε σωστά. Υπάγοντας όλες τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αντλώντας καθοδήγηση ιδιαίτερα από τις υποθέσεις Λαζάρου και Βρυώνη ανωτέρω οι οποίες επίσης αφορούσαν σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή στη βάση γραμματίου συνήθους τύπου, παρατηρώ τα εξής: Με την ένσταση του ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1, ούτε αμφισβητεί ότι όντως ο ίδιος υπέγραψε το επίδικο έγγραφο στην παρουσία δύο μαρτύρων και ότι το εν λόγω έγγραφο συνιστά γραμμάτιο συνήθως τύπου. Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο ως promissory note. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι από πλευράς του εναγόμενου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε θέμα ως προς το ότι ο ενάγοντας παρουσίασε μόνο αντίγραφο του επίδικου εγγράφου και το ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του τελευταίου ότι το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου, το έγγραφο που παρουσίασε ο ενάγοντας, ιδωμένο υπό το φως των προνοιών του αρ. 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, διαπιστώνεται ότι όντως συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου και συνεπώς παρέχει στον δικαιούχο του τα σχετικά ευεργετήματα που παρέχει ο νόμος (βλ. Βρυώνη και τις αναφορές που εκεί γίνονται στις Papastratis v Economou
(1970)CLR 11 και Παύλου κ.α. ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 483). Μεταξύ των εν λόγω «ευεργετημάτων» είναι, σύμφωνα με το άρθρο 80 Κεφ. 149, το ότι σε κάθε δικαστικό µέτρο που λαμβάνεται βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, αν αποδειχθεί ότι όντως πρόκειται για τέτοιο γραμμάτιο, το περιεχόμενο του συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του (βλ. Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 καθώς και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733 και Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694). Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι μετά την υπογραφή του γραμματίου και μέχρι που παρήλθε η προθεσμία πληρωμής του, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος έχει καταδείξει με τη μαρτυρία του τη δημιουργία, την ύπαρξη και την εκκρεμότητα της επίδικης οφειλής. Αυτό που παραμένει συνεπώς να εξεταστεί είναι το κατά πόσο με τη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος έχε καταδείξει την ύπαρξη κάποιας εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση πληρωμής της εν λόγω οφειλής. Υπενθυμίζω ότι κεντρικός άξονας της επί του προκειμένου θέσης του εναγόμενου είναι ότι ενώ στην πραγματικότητα δεν όφειλε ποτέ οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, ο τελευταίος τον εξανάγκασε να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο και να δηλώσει έτσι ότι δέχεται ότι οφείλει ένα τέτοιο ποσό. Προβάλλεται δηλαδή ο ισχυρισμός από πλευράς εναγόμενου ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύει η μία από τις δύο υπερασπίσεις που μπορούν να προβληθούν στη βάση του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 σε αγωγή δυνάμει γραμμάτιου συνήθους τύπου[4]. Επί της θέση αυτής του εναγόμενου παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, όχι μόνο ο ενάγοντας ήταν ξεκάθαρος στο email που έστειλε στις 24/10/17 στον εναγόμενο μαζί με το προσχέδιο του γραμματίου ως προς το ότι ο τελευταίος δεν ήταν αναγκασμένος να υπογράψει το γραμμάτιο εκτός μόνο αν συμφωνούσε με το περιεχόμενο του αλλά μάλιστα ο ενάγοντας τόνισε εμφατικά στον εναγόμενο ότι αν επέμενε στην ορθότητα των δικών του υπολογισμών και ισχυρισμών δεν θα έπρεπε να υπογράψει το γραμμάτιο εφόσον η υπογραφή του θα συνιστούσε αποδοχή και του περιεχομένου του αλλά και των συνεπειών του: «.George, if you disagree I do NOT want you to execute the promissory note. If you execute however the promissory note it would mean that you do not disagree.If you execute the promissory note it will mean that you accept that there are no financial differences between us and that you will not, ever, raise any financial issues. OTHERWISE DO NOT EXECUTE IT..» (έμφαση δική μου). Κατά δεύτερο, για να εκτελεστεί σωστά και νομότυπα το γραμμάτιο ο εναγόμενος ουσιαστικά το εκτέλεσε όχι μία αλλά δύο φορές και όχι μόνο δεν προέβαλε ποτέ οποιαδήποτε διαμαρτυρία κατά την εκτέλεση αλλά μάλιστα, όταν το έστειλε στον ενάγοντα στις 25/10/17, ζήτησε να ενημερωθεί και πόσα θα στοίχιζε η αλλαγή διευθυντή που θα επέρχετο ώστε να πληρώσει και αυτό το ποσό στον τελευταίο: «.Kyriaco please advise how much will be the out of pocket expenses to notify Zacharia and bring him up to speed of what to expect to pay. Attached find the executed Promissory note..Zacharias will stop by your office around noon tomorrow. Please take care of all necessary documents and let me know if you will file the change with the Eforos eterion or the new lawyers need to do that. The 300 euros are not just actual expenses as you mentioned in your previous email. It is the going rate for lawyers including actual expenses and their fees. If you meant when you offered to it for actual expenses, please adjust accordingly. Let me know the ending number and I will transfer from here, no need to ask Zacharias to pay.» Κατά τρίτο, ουδέποτε ο εναγόμενος μετά την υπογραφή του γραμματίου και καθ' όλη την προθεσμία πληρωμής του μέχρι τις 30/10/18 πρόβαλε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή οποιοδήποτε ισχυρισμό περί εξαναγκασμού ως ισχυρίζεται τώρα. Ακόμη και όταν ο ενάγοντας απαίτησε στη λήξη του γραμματίου να πληρωθεί, ο εναγόμενος όχι μόνο δεν προέβαλε κανένα τέτοιο ισχυρισμό περί εξαναγκασμού ως προβάλλει τώρα αλλά ούτε και επανέλαβε οποιοδήποτε από τους αρχικούς του ισχυρισμούς περί ύπαρξης οφειλής προς εκείνον ύψους €33.000, οφειλή μάλιστα την οποία ισχυρίζεται τώρα ότι τον εξανάγκασε ο ενάγοντας να αποποιηθεί. Ούτε όμως ο εναγόμενος ισχυρίστηκε οτιδήποτε σε σχέση με την ύπαρξη ελλείμματος Δολ. Η.Π.Α 423.058,00 ως ισχυρίζεται τώρα. Αντιθέτως, η μόνη αντίδραση του εναγόμενου όταν ο ενάγοντας απαίτησε να πληρωθεί στη λήξη του γραμματίου ήταν, ως φαίνεται στο φαξ που έστειλε στον τελευταίο στις 05/11/18, να ισχυριστεί ότι τελικά διαπίστωσε ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν ήταν αναγκαίο διότι 9 χρόνια προηγουμένως είχε προβεί, ουσιαστικά εκ λάθους, σε διπλή πληρωμή σε σχέση με την αμοιβή του διευθυντή και συνεπώς θα μπορούσε η εν λόγω «διπλοπληρωμή» να χρησιμοποιηθεί το 2017 για να εξοφλήσει τον τελευταίο και να μην χρειαστεί έτσι να προχωρήσει ο ίδιος ο ενάγοντας να διευθετήσει το θέμα και να ζητήσει να πληρωθεί από τον εναγόμενο με το επίδικο γραμμάτιο. «There was a double payment made to K&K account back in 2008 regarding the I's Director's fees for 2008.totaling $12,021.Therefore, the 10,000 Euros personal note you created last October 25, 2017 to pay the balance due of the directors fees at time of his resignation last year in October, was never necessary as such fees of the Director were covered by the abovementioned overpayment, all along till his resignation. Hence no outstanding payment was necessary to him at that time and likewise no note was necessary to be executed.» Προχώρησε μάλιστα ο εναγόμενος και ζήτησε από τον ενάγοντα να πιστώσει την επιπλέον πληρωμή προς εξόφληση του γραμματίου και να καταβάλει το υπόλοιπο έναντι κάποιου δανείου του στο Συνεργατικό: «Therefore, kindly return the duplicate $12,021 from K&K and apply it towards your personal note of 10,000 euros, cancel such note and forward a copy of the cancelled note by fax. The excess funds, (about $500 depending on daily exchange rate) please deposit them against the loan with COOP Bank and advise accordingly..». Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του εναγόμενου, όλα τα πιο πάνω καθιστούν αδύνατο να γίνει πιστευτό ότι κάποιος που ισχυρίζεται ότι στις 24/10/17 εξαναγκάστηκε, ουσιαστικά μέσω απειλών, να υπογράψει γραμμάτιο και να δηλώσει αναληθώς ότι έλαβε και οφείλει να πληρώσει χρήματα, θα παρέμενε αδρανής για ένα ολόκληρο χρόνο στη συνέχεια και στις 05/11/18, όταν παρήλθε η προθεσμία πληρωμής του γραμματίου και ο ενάγοντας ζήτησε να πληρωθεί, όχι μόνο να μην επικαλεστεί τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό αλλά αντίθετα να αναγνωρίσει ουσιαστικά την οφειλή που προέκυπτε από το γραμμάτιο και να ζητήσει όπως αυτή εξοφληθεί, ως μια νόμιμα δημιουργηθείσα οφειλή, με συμψηφισμό κάποιων άλλων ποσών που θεωρεί ότι πρέπει να του επιστραφούν διότι διαπίστωσε ότι στα πλαίσια μιας καλόπιστης ασυνεννοησίας στο παρελθόν είχε προβεί σε «διπλοπληρωμή» προς τον ενάγοντα. Υπενθυμίζω εδώ ότι όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος δήλωσε, η επιδιωκόμενη μεταφορά των λογαριασμών και των κεφαλαίων της εταιρείας στις ΗΠΑ επιτεύχθηκε πλήρως μετά την υπογραφή του γραμματίου. Κανένας συνεπώς κατ' ισχυρισμό «φόβος» μη εκτέλεσης της μεταφοράς δεν υφίστατο πλέον για να μην επιχειρηθεί να αμφισβητηθεί ή να ακυρωθεί το επίδικο γραμμάτιο αν όντως αυτό ήταν προϊόν εξαναγκασμού, αν μη τι άλλο ώστε να σταματήσουν να «τρέχουν» οι νομικές συνέπειες που αυτό συνεπάγετο για τον εναγόμενο. Τίποτα τέτοιο όμως δεν έπραξε ο εναγόμενος ενώ η γραπτή θέση του στις 05/11/18 ότι τότε είχε διαπιστώσει ότι είχαν εκ λάθους πληρωθεί στο παρελθόν επιπλέον ποσά έναντι της αμοιβής του διευθυντή οπόταν και θα μπορούσαν τα εν λόγω ποσά να χρησιμοποιηθούν πριν την υπογραφή του γραμματίου για να καλύψουν την οφειλή που οδήγησε σε αυτό, αναιρούν και τα όσα αυτός ισχυρίζεται τώρα περί δήθεν κακοπιστίας του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και τους ισχυρισμούς του ότι «ξεγελάστηκε». Όπως λέχθηκε στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 η οποία υιοθετήθηκε στη Λαζάρου, η ορθότητα πραγματικών ισχυρισμών δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση εκτός αν οι ισχυρισμοί προβάλλουν έκδηλα εσφαλμένοι είτε λόγω εγγενούς έλλειψης αληθοφάνειας (inherent implausibility) είτε διότι είναι αντίθετοι με έγγραφη μαρτυρία που καταρτίστηκε κατά ή περί τον ίδιο χρόνο ή με άλλη αδιάσειστη μαρτυρία - «. the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence.». Στην παρούσα περίπτωση, όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις αλλά ιδιαίτερα η έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί από εκατέρωθεν τις πλευρές, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τις γραπτές θέσεις του ίδιου του εναγόμενου και η οποία δεν αμφισβητείται ώστε να συνιστά αντικρουόμενη μαρτυρία που χρίζει αξιολόγησης (βλ. σε αντίθεση Λαζάρου), όχι μόνο εκθεμελιώνει την όλη εκδοχή του εναγόμενου περί εξαναγκασμού του κατά την υπογραφή του επίδικου γραμματίου και ανυπαρξίας νόμιμης και έγκυρης οφειλής αλλά καταδεικνύει και ότι η εκδοχή του «.is not reasonably capable of belief.» (βλ. Λαζάρου ανωτέρω). Δεν διαπιστώνεται συνεπώς να παρέχεται κανένα πεδίο για να δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί επί της ουσίας της αγωγής ενώ οι όποιες θέσεις του αφορούν σε κατ' ισχυρισμό οφειλή του ενάγοντα προς εκείνον, τέτοιες θέσεις μπορεί να συνιστούν αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής την οποία ο εναγόμενος είναι ελεύθερος να καταχωρήσει εναντίον του ενάγοντα, δεν συνιστούν όμως επιτρεπτή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή η οποία εδράζεται σε παραδεκτό γραμμάτιο συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του οποίου δια Νόμου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό περιλαμβανομένης και της εκεί δεδηλωμένης αντιπαροχής που ανταλλάχτηκε. Σημειώνω τέλος ότι αν και δεν έχει εγερθεί το θέμα, δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι της καταχώρησης της παρούσας αγωγής δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου, άδεια η οποία θα απαιτείτο αν ο εναγόμενος δεν ήταν εντός της δικαιοδοσίας κατά το χρόνο καταχώρησης (βλ. PHILIPPOU ν. PHILIPPOU
(1986)1 CLR 689). Παρά όμως το ότι ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στη δική του Ε/Δ ότι είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, δεν αμφισβήτησε τη θέση που πρόβαλε στην αγωγή και στην αίτηση του ο ενάγοντας, ήτοι ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής αυτός ήταν και κάτοικος Κύπρου και συνεπώς δεν χρειαζόταν να ληφθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου ούτε και αμφισβήτησε ότι νόμιμα και νομότυπα του επιδόθηκε η αγωγή εντός δικαιοδοσίας. Πρόσθετα τούτου δε, ο εναγόμενος καταχώρησε κανονικό σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και καμία διαμαρτυρία δεν εξέφρασε ως προς την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Ούτε λοιπόν και σε σχέση με αυτό το θέμα διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην δικαιούται σε συνοπτική απόφαση ο ενάγοντας. Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση του ενάγοντα επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €10.000 πλέον τόκο 4.5% ετησίως από 24/10/18 πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και ΦΠΑ. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» [4] Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο