ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7120/12, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7120/12 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ Ενάγοντας και
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
- ELEPLAN HOLDING LTD
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγόμενοι ----------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κος Σ. Σπύρου Για Εναγόμενο 4: Καμία εμφάνιση Για Εναγόμενο 5: κος Μ. Γαβριηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τους εναγόμενους «.1,2,3,4 και 5, το ποσό των €40,000 πλέον τόκους 9% και/ή νόμιμον τόκο από 1/10/2012, αλληλέγγυα ή ξεχωριστά, λόγω αθέτησης συμφωνίας και/ή αθέτησης εξόφλησης γραμματίου συνήθους τύπου και/ή αθέτηση υποσχέσεων και/ή διαβεβαιωτικών παραστάσεων και/ή παραβιάσεις εγγράφου εκχώρησης δικαιωμάτων ημ. 19/03/2012 και ή κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(2).» και επιπρόσθετα €5000 από τους εναγόμενους «.1,2,3 και 5 . πλέον τόκους 9% και/ή νόμιμο τόκο από 1/10/2012, αλληλέγγυα ή ξεχωριστά, λόγω αθέτησης συμφωνίας και/ή αθέτησης εξόφλησης γραμματίου συνήθους τύπου και/ή αθέτηση υποσχέσεων και/ή διαβεβαιωτικών παραστάσεων και/ή κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(2).». Μετά που η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους εναγόμενους, οι μεν εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 καταχώρησαν εμφάνιση μέσω κοινού δικηγόρου, η δε εναγόμενη 4 με ξεχωριστό συνήγορο. Καταχωρήθηκαν στη συνέχεια τρεις χωριστές υπερασπίσεις, μία κοινή για τους εναγόμενους 1, 2 και 3, μία για την εναγόμενη 4 και μία για τον εναγόμενο
- Στη πορεία της υπόθεσης όμως και αφού δόθηκε άδεια στο συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 όπως αποσυρθεί από δικηγόρος των εν λόγω εναγομένων και παραμείνει δικηγόρος μόνο για την εναγόμενη 3, ο ενάγοντας πέτυχε να εξασφαλίσει απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις 27/10/14 κατόπιν απόδειξης της υπόθεσης του ερήμην των εν λόγω εναγομένων και στις 26/04/16 εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εναγομένης
- Συνεπεία τούτου η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους 4 και 5, από τους οποίους αξιώνεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €40.000 ενώ από τον εναγόμενο 5 αξιώνεται και το επιπλέον ποσό των €5.
- Κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήχθη προς ακρόαση για τους εναπομείναντες εναγομένους 4 και 5, ήτοι στις 23/10/19, ενώ εμφανίστηκαν οι συνήγοροι του ενάγοντα και του εναγόμενου 5, δεν υπήρξε καμία εμφάνιση από πλευράς εναγομένης 4, ούτε και από τον συνήγορο της και αυτό παρά το ότι η εν λόγω εναγόμενη ήταν δεόντως ειδοποιημένη για την ημερομηνία της ακρόασης, (βλ. πρακτικό 23/10/19). Συνακόλουθα, κατόπιν αιτήματος του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα ο οποίος δήλωσε ότι η πλευρά του ήταν έτοιμη να προχωρήσει με την ακρόαση και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς εναγομένου 5, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση σε σχέση με τον τελευταίο και σε απόδειξη σε σχέση με την εναγόμενη 4, η μη εμφάνιση της οποίας ουσιαστικά υποδηλούσε έλλειψη επιθυμίας προώθησης της καταχωρηθείσας υπεράσπισης της (βλ. Χαριλάου Νίκος Κυριάκου ν. Κυριακής Ανδρέου Τινεντή,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1677). Κατά την ακρόαση κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας, ο ενάγοντας, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α). Αν και δηλώθηκε από την αρχή από πλευράς εναγομένου 5 ότι όλες οι παράγραφοι της έκθεσης απαίτησης, πλην των παρ. 9, 26 και του αιτητικού ήταν παραδεκτές από μέρους του εν λόγω εναγόμενου, εντούτοις, εφόσον η υπόθεση θα προχωρούσε και σε σχέση με την εναγόμενη 4 η οποία δεν δεσμεύεται από τις παραδοχές των συνεναγομένων της, η μαρτυρία του ενάγοντα επεκτάθηκε επί όλων των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Συνοψίζω πιο κάτω την εκδοχή του ενάγοντα όπως αυτή αναδύεται από την Ε/Α και το Έγγραφο Α, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό αυτούσιες τις αναφορές του μάρτυρα. Ο ενάγοντας ασχολείται με την εμπορία και εγκατάσταση ηλεκτρονικών και ηλεκτρολογικών προϊόντων μέσω της εταιρείας J.C. Haggipavlou & Son Ltd, η οποία είναι επιχείρηση της οικογένειας του και στην οποία ο ίδιος είναι μέλος και διευθυντικό στέλεχος (Τεκ.1, 2 και 3). Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 παρουσιάζετο ως αντιπρόσωπος και/ή διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας Eleplan Co Ltd καθώς επίσης και της Eleplan Holdings Ltd - εναγομένης 3, η οποία είναι κυπριακή εταιρεία που ασχολείτο μεταξύ άλλων με την εκτέλεση έργων επί μισθώσει, με ηλεκτρικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και η οποία προμηθεύετο διάφορα εμπορεύματα από την εταιρεία που δραστηριοποιείται ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος 1 είχε ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή σε διάφορες συμφωνίες μεταξύ των προαναφερόμενων εταιρειών και της εταιρείας που δραστηριοποιείται ο ενάγοντας για την παροχή και προμήθεια ηλεκτρονικών, ηλεκτρολογικών και/ή φωτιστικών προϊόντων και υπέγραφε και σύναπτε συμφωνίες και πληρωμές για διάφορα έργα εκ μέρους της εναγόμενης 3 (Τεκ.4). Ο εναγόμενος 5 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και διευθυντής της εναγόμενης 3 (Τεκ.5 και 21) και πατέρας της εναγομένης 2 η οποία είναι σύζυγος του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 1 δηλαδή, είναι γαμπρός του εναγόμενου
- Η Εναγόμενη 4, είναι κυπριακή εταιρεία, με έδρα τη Λεμεσό και ασχολείτο μεταξύ άλλων με εργολαβικές εργασίες, ανέγερση και παραγωγή οικοδομικών μονάδων και συνεργάζετο με την Εναγόμενη 3 και/ή τον Εναγόμενο 1 (Τεκ.6). Κατά ή περί τις 15/03/2012, ο εναγόμενος 1 ζήτησε από τον ενάγοντα όπως του δανείσει το ποσό των €45,000 για κάλυψη κάποιων άμεσων προσωπικών του αναγκών, αφού τον γνώριζε αρκετά, ένεκα της τριβής που προέκυψε μέσα από τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Ο εναγόμενος 1 υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα τον εξοφλούσε πριν το τέλος του έτους 2012 μέσω μηνιαίων πληρωμών ύψους €10,000 έκαστη και προς τούτο υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα του έδινε μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες ανά μήνα, ούτως ώστε να τον πείσει ότι είχε πραγματικά πρόθεση να του επιστρέψει τα χρήματα που θα του δάνειζε αφού θα δεσμευόταν και μέσω των επιταγών που θα του έδινε. Ο ενάγοντας ήταν επιφυλακτικός και δίσταζε να ικανοποιήσει το αίτημα καθότι ο εναγόμενος 1 και οι εταιρείες του, ήτοι η Eleplan Co και η εναγόμενη 3 όφειλαν ήδη στην εταιρεία του ενάγοντα αρκετά ποσά για εμπορεύματα και/ή δραστηριότητες που προέκυψαν από την επαγγελματική τους συνεργασία. Προς ενίσχυση όμως των υποσχέσεων και διαβεβαιωτικών παραστάσεων του για τη πλήρη δέσμευση και πλήρη επιστροφή του συνολικού ποσού στον ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 μερίμνησε και διευθέτησε την εμπλοκή της εναγόμενης 4, στη διαδικασία εξόφλησης του ενάγοντα. Ειδικότερα ο εναγόμενος 1 προσκόμισε στον ενάγοντα έγγραφο εκχώρησης δικαιωμάτων ημ. 19/03/2012, σύμφωνα με το οποίο οι εναγόμενες 3 και 4 δήλωναν ότι η πρώτη δικαιούτο να λάβει €68,000 από την δεύτερη σε σχέση με συγκεκριμένο έργο που εκτελούσε στη Λεμεσό, ότι το δικαίωμα της εναγόμενης 3 για πληρωμή από την εναγόμενη 4 ποσών μέχρι €40.000 εκχωρείτο στον ενάγοντα και ότι δίνονταν οδηγίες στην εναγόμενη 4 όπως τις πρώτες πληρωμές που θα έκανε μέχρι ποσού €40.000 τις καταβάλει στον ενάγοντα αντί στην ίδια. Ήταν δε ρητός όρος στο προαναφερόμενο έγγραφο, ότι η εναγόμενη 4 θα έπρεπε να πληρώσει πρώτα τον ενάγοντα €40,000 και μετά να καταβάλει οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή στην εναγόμενη 3 (Τεκ.7 και 8). Με την παρουσίαση αυτού του εγγράφου, το οποίο δεν είχε τότε ακόμη υπογραφεί από τις εναγόμενες 3 και 4, ο ενάγοντας πείσθηκε και κατέβαλε στον εναγόμενο 1 ποσό €27.500 και ακολούθως διευθέτησε μαζί του συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα στη Λ/σια στις 20/03/12 ώστε να ολοκληρωθούν τα συμφωνηθέντα και να δοθεί και το υπόλοιπο ποσό του δανείου. Παρόντες κατά την εν λόγω συνάντηση ήταν ο εναγόμενος 1 μαζί με την εναγόμενη 2 σύζυγο του, ο ενάγοντας και ο δικηγόρος του με τη γραμματέα του. Κατά την εν λόγω συνάντηση, αφού ο εναγόμενος 1 προσκόμισε το έγγραφο εκχώρησης στο οποίο αμφότερες οι εναγόμενες 3 και 4 είχαν θέσει την υπογραφή και τη σφραγίδα τους δηλώνοντας έτσι την πλήρη αποδοχή τους με την εκχώρηση στον ενάγοντα των δικαιωμάτων της εναγόμενης 3 για πληρωμή από την εναγόμενη 4 των πρώτων πληρωμών που θα γίνονταν μέχρι ποσού €40,000 (Τεκ.8), ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο 1 όπως πέραν των επιταγών που θα εκδίδονταν έναντι του δανείου, υπογράψει προς όφελος του και σχετικό γραμμάτιο συνήθους τύπου και όπως στο εν λόγω γραμμάτιο υπογράψει και κάποιος τρίτος ως εγγυητής. Ο εναγόμενος 1 δέχτηκε την απαίτηση του ενάγοντα οπόταν εξέδωσε την ίδια ώρα από το βιβλιάριο επιταγών της εναγομένης 3 τέσσερεις επιταγές με αριθμό XXXXX6573, XXXXX6574, XXXXX6575, XXXXX6576 για ποσό €10,000 η κάθε μια, πληρωτέες στις 4/06/2012, 4/07/2012, 4/08/2012, 4/09/2012 αντίστοιχα και μία επιταγή με αριθμό XXXXX6578 για ποσό €5,000, πληρωτέα στις 4/10/2012 (Τεκ.12 και 13) και ο δικηγόρος του ενάγοντα συνέταξε με τη βοήθεια της γραμματέως του έντυπο με τίτλο «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» για ποσό €45.000 το οποίο προνοούσε για αποπληρωμή του εν λόγω ποσού σε 5 μηνιαίες δόσεις μέσω των μεταχρονολογημένων επιταγών που εξέδωσε ο εναγόμενος
- Επειδή ο τελευταίος έγραψε το δικό του όνομα στις επιταγές ως δικαιούχος των ποσών που εκεί αναφέρονταν και όχι του ενάγοντα, μια συνήθης τακτική που γίνεται μεταξύ ανθρώπων που συναλλάσσονται αφού ο λογαριασμός που σχετίζετο με τις επιταγές δεν άνηκε στον εναγόμενο 1 αλλά στην εναγόμενη 3 η οποία συνιστούσε τον εκδότη των επιταγών, ο εναγόμενος 1 οπισθογράφησε τις επιταγές σημειώνοντας επί αυτών τον ΑΔΤ του και τον αριθμό τηλεφώνου του και τις παρέδωσε στον ενάγοντα. Σχετική μνεία περί εκχώρησης στον ενάγοντα όλων των δικαιωμάτων του εναγόμενου 1 ως κατονομαζόμενου δικαιούχου των επιταγών έγινε και στο «γραμμάτιο» το οποίο στη συνέχεια ο τελευταίος υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης και η εναγόμενη 2 σύζυγος του ως εγγυητής (Τεκ.9). Κατά τον ενάγοντα, με την υπογραφή της η εναγόμενη 2 διαβεβαίωνε ουσιαστικά, όπως και ο εναγόμενος 1, ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα να υπογράφει και να εκδίδει επιταγές για λογαριασμό της εναγόμενης 3 αλλά και την προηγούμενη παράσταση του εναγόμενου 1 ότι ο εγγεγραμμένος μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης 3 ήταν συγγενικό πρόσωπο της ίδιας. Επειδή ο εναγόμενος 1 είχε δεχτεί όπως διευθετήσει και την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντα για τις υπηρεσίες που ο τελευταίος παρείχε σε σχέση με τις συμφωνίες που περιέβαλλαν το δάνειο, εξέδωσε και μία έκτη επιταγή επ' ονόματι του εν λόγω δικηγόρου για το ποσό των €1170, η οποία ήταν πληρωτέα στις 23/03/12, ήτοι τρεις μέρες αργότερα (Τεκ.10). Έναντι της εν λόγω επιταγής, ο δικηγόρος του ενάγοντα εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για την αμοιβή του στο όνομα της εναγόμενης 3, με ημερ. 22/03/12 (Τεκ.11). Συνεπεία των πιο πάνω και αφού πείστηκε για την πραγματική πρόθεση του εναγόμενου 1 να του αποπληρώσει το χρέος του, την πρόθεση της εναγόμενης 2 να εγγυηθεί τον εναγόμενο 1 και να τον αποπληρώσει η ίδια αν χρειαστεί και τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 3 και της εναγόμενης 4 ότι στο τέλος θα έπαιρνε πίσω τα χρήματά του τουλάχιστο μέσω του εκχωρητηρίου της 19/03/12, ο ενάγοντας προχώρησε και κατέβαλε στον εναγόμενο 1 σε μετρητά το υπόλοιπο ποσό του δανείου των €45,
- Λίγες μέρες αργότερα, όταν ο δικηγόρος του ενάγοντα προσπάθησε να εξαργυρώσει τη δική του επιταγή μετά που αυτή κατέστη πληρωτέα, ο τελευταίος πληροφορήθηκε ότι η επιταγή επιστράφηκε ατίμητη με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εναγόμενης
- Παρά όμως την εκ νέου διαβεβαίωση του εναγόμενου 1 ότι η επιταγή θα εξαργυρωνόταν, όταν επιχειρήθηκε να ξανά-κατατεθεί μετά από μερικές μέρες, επιστράφηκε και πάλι απλήρωτη στις 30/03/12 με την αιτιολογία αυτή τη φορά ότι ο λογαριασμός είχε πλέον παγοποιηθεί λόγω καταχώρησης του στο ΚΑΠ, ως είναι η συνήθης τραπεζική πρακτική όταν μια επιταγή επανειλημμένα δεν εξαργυρώνεται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων (Τεκ.14). Ο ενάγοντας ζήτησε τότε εξηγήσεις από τον εναγόμενο 1 αναφορικά με το όλο θέμα οπόταν ο τελευταίος του ζήτησε να διευθετήσει προσωρινά εκείνος την αμοιβή του δικηγόρου του και του υποσχέθηκε ότι θα του έδινε τα χρήματα αργότερα. Ο ενάγοντας αποφάσισε τότε να δείξει εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 1 οπόταν περίμενε μέχρι τον Ιούνιο 2012 για να εξαργυρώσει την πρώτη επιταγή-πληρωμή του δανείου, όμως προτού καταθέσει την πρώτη επιταγή, ο εναγόμενος 1 επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και τον παρακάλεσε όπως μην καταθέσει τις επιταγές λόγω του ότι δεν υπήρχαν χρήματα εκείνη τη στιγμή για να εξαργυρωθούν. Επιδεικνύοντας και πάλι εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 1, ο ενάγοντας δέχτηκε να περιμένει, όταν όμως τελικά κατέθεσε τις επιταγές, πληροφορήθηκε ότι καμία δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί διότι, σύμφωνα με την πληρώτρια Τράπεζα, η υπογραφή που υπήρχε επί των επιταγών διέφερε από το δείγμα της υπογραφής που είχε η Τράπεζα. Κατά τον ενάγοντα, εφόσον δεν υπήρξε πρόβλημα με την υπογραφή στην επιταγή του δικηγόρου του, διαφάνηκε ότι στο χρόνο που μεσολάβησε από την κατάθεση εκείνης της επιταγής, το δείγμα υπογραφής και/ή το πρόσωπο που δικαιούτο να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό της εναγόμενης 3 θα πρέπει να άλλαξε εσκεμμένα ώστε να μη μπορεί να προχωρήσει η εξαργύρωση των επιταγών λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, καθώς επίσης και για να μη χρειαστεί να γίνει ανάκληση των επιταγών και να υπάρχει ο κίνδυνος να διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα του αρ. 305 (A) (1 και/ ή 2) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το ότι το γραμμάτιο της 20/03/12 και όλες τις επιταγές τις υπέγραψε το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο εναγόμενος 1, ο ενάγοντας το επιβεβαίωσε και επιστημονικά σε κατοπινό στάδιο μέσω ιδιώτη γραφολόγου στον οποίο ανέθεσε τη διενέργεια σχετικού γραφολογικού ελέγχου και ο οποίος γραφολόγος, αφού προέβη σε τέτοιο έλεγχο συνέταξε και παρέδωσε στον ενάγοντα έκθεση με τα συμπεράσματα του (Τεκ.18). Εν τω μεταξύ ο ενάγοντας και ο δικηγόρος του διαπίστωσαν ότι την ημέρα που ο εναγόμενος 1 και η εναγόμενη 2 υπέγραψαν το «γραμμάτιο» στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα, λόγω του κλίματος της καλής διάθεσης και συγκίνησης που επικρατούσε συνεπεία του ότι έγινε μια καλή πράξη και κατέστη δυνατό να βοηθηθεί ένας συνάνθρωπος τους, ξέχασαν να υπογράψουν στο «γραμμάτιο» ο δικηγόρος του ενάγοντα και η γραμματέας του ως μάρτυρες των υπογραφών. Παρά όμως το ότι η γραμματέας ανέφερε στον ενάγοντα και στο δικηγόρο του ότι θα μπορούσε να υπογράψει το γραμμάτιο εκ των υστέρων αφού ουσιαστικά θα επιβεβαίωνε αυτό που είχε ήδη γίνει ενώπιον της, εντούτοις ο δικηγόρος του ενάγοντα συμβούλεψε τον τελευταίο ότι κάτι τέτοιο συνιστούσε παραποίηση της αλήθειας και ότι θα ήταν καλύτερο να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν και αν χρειαζόταν στο μέλλον να κληθεί η γραμματέας να καταθέσει για την υπογραφή των εναγομένων 1 και 2 στην παρουσία της. Μη μπορώντας λοιπόν να εισπράξει τα χρήματα του μέσω των επιταγών και με τον εναγόμενο 1 να τον αποφεύγει με διάφορες δικαιολογίες, ο ενάγοντας επικοινώνησε με την εναγόμενη 4 ώστε να ανακτήσει τα χρήματά του δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης. Οι αξιωματούχοι της εναγόμενης 4 όμως αρνήθηκαν να προβούν σε μια τέτοια πληρωμή προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες όπως ότι η εναγόμενη 4 δεν πλήρωσε και/ή δεν οφείλει να πληρώσει οτιδήποτε για λογαριασμό της εναγόμενης 3 διότι η τελευταία δεν είχε εκτελέσει σωστά το έργο που ανέλαβε να εκτελέσει και/ή ότι υπήρχαν κακοτεχνίες και/ή προβλήματα και/ή ζημίες στο έργο που εκτέλεσε η τελευταία με αποτέλεσμα να μην υποχρεούται η εναγόμενη 4 να της πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ισχυρίστηκε επίσης η εναγόμενη 4 ότι σε κάθε περίπτωση, δεν προέβη σε καμία πληρωμή στην εναγόμενη 3 μεταγενέστερα της ημερομηνίας του εκχωρητηρίου εγγράφου, ήτοι 19/03/2012, ώστε να πρέπει να πληρώσει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Επιστολές που έστειλε ο δικηγόρος του ενάγοντα στην εναγομένη 4 καλώντας την να τιμήσει τους όρους της εκχώρησης δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα (Τεκ.15 και 16). Στην πορεία των πραγμάτων, ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ο εναγόμενος 1 του εκμυστηρεύτηκε ότι στην πραγματικότητα, η εναγόμενη 4 είχε προχωρήσει μετά τις 19/03/2012 και καταβάλει στην εναγόμενη 3 κατά παράβαση του Εγγράφου Εκχώρησης Δικαιωμάτων ποσά πέραν των €40,000 και τον εφοδίασε με τα σχετικά έγγραφα που το αποδείκνυαν (Τεκ.17). Παρά όμως τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα προς τους εναγόμενους 1 και 4, οι τελευταίοι αρνούνται και αποφεύγουν να ξεπληρώσουν τον ενάγοντα ως η υποχρέωσή τους. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αμέλησαν και/ή δεν τήρησαν τους όρους του προαναφερόμενοι γραμματίου συνήθους τύπου ημ. 20/03/2012, ο μεν εναγόμενος 1 ως οφειλέτης, η δε εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια αυτού και ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 αμέλησαν και/ή δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις και/ή υποσχέσεις και/ή διαβεβαιωτικές παραστάσεις που είχαν δώσει στον Ενάγοντα στις 19/03/12 για εκχώρηση των δικαιωμάτων που είχε η εναγόμενη 3 για πληρωμή από την εναγόμενη 4 ποσού ύψους €40,000 αφού, η μεν εναγόμενη 3 παρέλαβε χρήματα πέραν και/ή μέχρι των €40,000 ως δεδουλευμένα και/ή οφειλόμενα, η δε εναγόμενη 4 κατέβαλλε τα χρήματα αυτά στην εναγόμενη 3 κατά παράβαση του Εγγράφου Εκχώρησης Δικαιωμάτων ημ. 19/03/2012 ως η δέσμευσή της. Όσο αφορά τον εναγόμενο 5, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω εναγόμενος ήταν μεν ο εγγεγραμμένος διευθυντής της εναγομένης 3 όμως ο εναγόμενος 1 του παρουσιάστηκε ως «ο κύριος ιδιοκτήτης και γενικά ο υπεύθυνος που χειρίζετο τα θέματα της εναγόμενης 3.(και). γενικά ό,τι έκανε η εναγόμενη 3, όσο αφορά εμένα και την εταιρεία μας, ήταν πάντα μέσω του εναγόμενου 1.(και) ο ίδιος (εναγόμενος 1) μου ανέφερε ότι η εναγόμενη 3 ήταν δική του εταιρεία και γι' αυτό θα μου έκδιδε τις επιταγές από τον λογαριασμό της εταιρείας εκείνης, και ότι για άλλους λόγους, όπως πχ επειδή είχε οικονομικά προβλήματα, είχε ως διευθυντή τον πεθερό του- εναγόμενο 5 και είχε ο ίδιος εξουσιοδότηση από τον πεθερό του να κάμει δουλειές, να υπογράφει συμφωνίες, να εκδίδει επιταγές κτλ εις το όνομα της εναγόμενης 3». Λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι η επιταγή προς τον δικηγόρο του δεν προσέκρουσε σε πρόβλημα με την υπογραφή που είχε τεθεί εκεί από τον εναγόμενο 1, όπως ήταν το πρόβλημα που προέκυψε σε σχέση με τις άλλες επιταγές και αφ' ετέρου τη συγγενική σχέση μεταξύ εναγόμενου 5 και εναγομένων 1 και 2, ο ενάγοντας θεωρεί ότι «το τι έγινε ήταν ότι ο εναγόμενος 5 . είτε μόνος του είτε με άλλους, πήγε στην τράπεζα και άλλαξε το δείγμα υπογραφής στις επιταγές που αφορούσαν την εταιρεία και τον εν λόγω λογαριασμό . και/ή συναίνεσε στο να αλλάξει το δείγμα υπογραφής ώστε να μην γίνει εφικτή η εξαργύρωση (και ότι) ο εναγόμενος 1 και/ή μαζί με την εναγόμενη 3 και/ή μαζί με τον εναγόμενο 5 πήραν αυτά τα χρήματα (πληρωμές από εναγόμενη 4) και είτε τα πήρε ο εναγόμενος 1, είτε του έδωσε εξουσιοδότηση προς τούτο ο εναγόμενος 5 και αντί να μου τα δώσουν εμένα τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς και εμένα με άφησαν εκτεθειμένο.». Καταλήγει δε ο ενάγοντας ότι αφ' ης στιγμής ουδέποτε καταγγέλθηκε στην αστυνομία από πλευράς εναγομένης 3 ή του διευθυντή της, εναγόμενου 5, ότι είχε κλαπεί ή χρησιμοποιηθεί άνευ εξουσιοδότησης το μπλοκ των επιταγών της εναγομένης 3, συνεπάγεται ότι «. είχε επιτρέψει ο εναγόμενος 5 εις στον εναγόμενο 1 να ενεργεί για την εναγόμενη 3 . συναίνεσε στο παρελθόν για να έχει άδεια ο εναγόμενος 1 να εμπορεύεται και να υπογράφει εκ μέρους της εναγόμενης 3, συναίνεσε και/ή εξουσιοδότησε και υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφα για να γίνεται αυτό. (και).ήξερε δηλαδή ο ίδιος ο εναγόμενος 5 τί γινόταν.». Προς περαιτέρω επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του αναφορικά με τη σχέση που ο εναγόμενος 5 έχει με τα επίδικα γεγονότα μέσω των ενεργειών των εναγομένων 1 και 2, ο ενάγοντας επισημαίνει το γεγονός ότι έγινε αποδεκτή ως ορθή η επίδοση που έγινε στον εναγόμενο 1 της παρούσας αγωγής για όλους τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 (Τεκ. 19), το ότι όλοι οι εν λόγω εναγόμενοι έτυχαν εκπροσώπησης από τον ίδιο δικηγόρο (Τεκ. 20) και ότι ο εν λόγω δικηγόρος, ενόσω ενεργούσε και για την εναγόμενη 3 αλλά και για τον εναγόμενο 5, δέχτηκε χωρίς καμία επιφύλαξη απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της πρώτης. Με την πλευρά της εναγομένης 4 να μην εμφανίζεται στη διαδικασία ώστε να προωθήσει τους δικούς της πραγματικούς ισχυρισμούς και να αντικρούσει τους περί του αντιθέτου πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα που την αφορούν και με την πλευρά του εναγόμενου 5 να δέχεται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα πλην των όσων καταλογίζονται προσωπικά στον εναγόμενο 5, η αντεξέταση του ενάγοντα από πλευράς εναγόμενου 5 περιστράφηκε γύρω από τη βασική δικογραφημένη θέση του τελευταίου ότι ουδεμία προσωπική και/ή αστική ευθύνη δεν υπέχει έναντι του ενάγοντα και ότι καμία τέτοια προσωπική ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στον εν λόγω εναγόμενο από το γεγονός και μόνο ότι είναι ο αποκλειστικός μέτοχος και διευθυντής της εναγομένης
- Αντεξεταζόμενος λοιπόν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 5 ως προς το κατά πόσο υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή του εν λόγω εναγόμενου στα επίδικα γεγονότα, ο ενάγοντας ανέφερε ότι τον εναγόμενο 5 δεν τον γνώρισε ποτέ και ούτε γνωρίζει ποιος είναι, ότι δεν είχε ποτέ καμία επικοινωνία μαζί του είτε πριν είτε κατά είτε μετά τα επίδικα γεγονότα, ότι ουδέποτε είδε και ουδέποτε του παρουσιάστηκε οποιαδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει ότι όντως ο εν λόγω εναγόμενος είχε εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 1 να υπογράφει εκ μέρους της εναγόμενης 3 και να τη δεσμεύει με την υπογραφή του και τέλος ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος θεωρούσε ότι συναλλάσσετο αποκλειστικά με τους εναγόμενους 1 και 2 και ότι αυτοί ήταν που εκπροσωπούσαν την εναγόμενη 3 και που με τις παραστάσεις τους τον έπεισαν να δανείσει το επίδικο ποσό. Ισχυρίστηκε όμως ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του ότι αν και ο ίδιος πίστευε ότι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της εναγομένης 3 και το πρόσωπο που έκαμνε «κουμάντο» σε αυτή ήταν ο εναγόμενος 1, εντούτοις, «.για να ενεργεί κάποιος, να υπογράφει επιταγές και να ενεργεί ως έχει ενεργήσει, υπάρχει κάποια εξουσιοδότηση η οποία πρέπει να του έδωσε μία εντολή ο (εναγόμενος) 5 να ενεργεί και να εκτελεί για την (εναγόμενη) 3 στον (εναγόμενο) 1, στον Άγγελο Ιωάννου . δεν μπορώ να ξέρω αν είχε την άδεια . εγώ υπολόγιζα ότι έγινε με την συγκατάθεση του ιδίου . οι συναλλαγές μου με την εναγόμενη 3 πριν από την επίμαχη περίοδο μου έδειχναν εμένα ότι το να συναλλάσσεται μαζί μου (ο εναγόμενος 1) και να με πληρώνει και να περνούν και να αγοράζει εμπορεύματα σημαίνει ότι γινόταν με τη συγκατάθεση του διευθυντή της εταιρείας, δηλαδή του εναγόμενου 5». Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντα, αν και εκφράστηκε η πρόθεση από πλευράς του τελευταίου όπως κλητευθεί να καταθέσει και αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος, εντούτοις τέτοιος μάρτυρας τελικά δεν παρουσιάστηκε και με το που έκλεισε την υπόθεση της η πλευρά του ενάγοντα και δηλώθηκε από πλευράς εναγομένου 5 ότι δεν θα κατέθετε κάποιος μάρτυρας για την υπεράσπιση του εν λόγω εναγόμενου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του ενάγοντα και του εναγόμενου 5 προχώρησαν γραπτώς με την τελική τους επιχειρηματολογία αναφορά στην οποία κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τον ενάγοντα ενώ κατέθετε, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Αναφέρω εδώ ότι στην υπεράσπιση της εναγομένης 4, πέραν των ισχυρισμών που εκεί προβάλλονται επί γεγονότων, ισχυρισμοί οι οποίοι τελικά δεν προωθήθηκαν, προβάλλονται και νομικοί ισχυρισμοί σε σχέση με κατ' ισχυρισμό τοπική αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατ' ισχυρισμό κώλυμα του ενάγοντα να αξιώνει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό εφόσον ισχυρίζεται ότι δραστηριοποιείται «διά μέσου εταιρείας» και ακυρότητα του εκχωρητηρίου ημερ. 19/03/12 λόγω έλλειψης νόμιμου ανταλλάγματος και υπογραφής του από μη εξουσιοδοτημένο από την εναγόμενη 4 πρόσωπο. Στο βαθμό συνεπώς που οι εν λόγω «ενστάσεις» της εναγόμενης 4 συνιστούν αμιγώς νομικά θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης του ενάγοντα, αυτές θα εξεταστούν από το Δικαστήριο καθαρά ως τέτοια νομικά θέματα έστω και αν τελικά η εναγόμενη 4 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Το πραγματικό βέβαια πλαίσιο εντός του οποίου οι εν λόγω θέσεις θα εξεταστούν είναι αυτό που θα αποκρυσταλλωθεί μετά και την αξιολόγηση του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Των πιο πάνω λεχθέντων, λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών του εναγόμενου 5 από τη μια και τη μη προώθηση των όσων πραγματικών ισχυρισμών προβάλλει με το δικόγραφο της η εναγόμενη 4 από την άλλη, οι θέσεις του ενάγοντα ότι δάνεισε τον εναγόμενο 1 το ποσό των €45.000 σε μετρητά και ότι το ποσό αυτό ανέλαβαν γραπτώς την ευθύνη να το επιστρέψουν στον ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 ως ο δανειζόμενος αλλά και ως ο οπισθογράφος και εκχωρητής πέντε μεταχρονολογημένων επιταγών, η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του εναγόμενου 1 και η εναγόμενη 3 ως η εκδότρια των επιταγών, γίνονται αποδεκτές. Όσον αφορά δε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα αναφορικά με τις εναγόμενες 3 και 4 και το εκχωρητήριο έγγραφο ημερ. 19/03/12 (Τεκ.8), επισημαίνω ότι το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζεται να είναι όντως υπογραμμένο και σφραγισμένο από αμφότερες τις εναγόμενες 3 και 4 και ότι με αυτό, αμφότερες οι εν λόγω εναγόμενες παρουσιάζονται να δεσμεύονται απέναντι στον ενάγοντα ότι από τις €68.000 που δικαιούτο να λάβει η εναγόμενη 3 ως αμοιβή από την εναγόμενη 4 μετά τις 19/03/12, οι πρώτες €40.000 εκχωρούνταν στον ενάγοντα προσωπικά και ότι όποιες επιταγές ήθελαν εκδοθούν από την τελευταία από τις 19/03/12 και εντεύθεν σε σχέση με την αμοιβή της εναγόμενης 3, οι εν λόγω επιταγές θα εκδίδονταν προς όφελος του ενάγοντα προσωπικά μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των €40.
- Περαιτέρω δε, τα τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης που παρουσίασε ο ενάγοντας ως Τεκ.17, τα οποία συνιστούν έγγραφα των ίδιων των εναγομένων 3 και 4, παρουσιάζουν την εναγόμενη 4, να καταβάλλει στην εναγόμενη 3 μετά τις 19/3/12 πληρωμές πέραν των €40.000 χωρίς να έχει προηγουμένως καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα ως η σχετική δέσμευση της με το εκχωρητήριο της 19/03/
- Συνιστά τέλος μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ενάγοντας δεν έλαβε κανένα ποσό από οποιονδήποτε εκ των εναγομένων 1,2, 3 και 4, είτε μέσω των εγγράφων του δανείου, είτε μέσω των επιταγών είτε μέσω του εκχωρητηρίου εγγράφου. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς εναγομένης 4 προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το εκχωρητήριο έγγραφο δεν υπογράφτηκε εκ μέρους της από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και τη μη αμφισβήτηση ή ανατροπή της εικόνας που παρουσιάζουν οι αποδείξεις που κατέθεσε ο ενάγοντας ως Τεκ.17, ήτοι ότι μετά τις 19/03/12 καταβλήθηκαν στην εναγόμενη 3 από την εναγόμενη 4 πληρωμές που αφορούν στην αμοιβή της πρώτης, οι οποίες πληρωμές κανονικά θα έπρεπε να καταβληθούν στον ενάγοντα δυνάμει της εκχώρησης της 19/03/12, καθιστούν τις επί του προκειμένου θέσεις του τελευταίου, οι οποίες θέσεις ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτες και επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, πλήρως αποδεκτές και στη βάση τους προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η αναντίλεκτη επομένως θέση του ενάγοντα ότι το εκχωρητήριο έγγραφο της 19/03/12 αποτέλεσε μέρος της βασικής συμφωνίας που σύναψε προσωπικά με τον εναγόμενο 1 στη Λευκωσία και το γεγονός ότι η μία εκ των δύο εταιρειών που δεσμεύονται από το εν λόγω εκχωρητήριο απέναντι στον ενάγοντα προσωπικά, ήτοι η εναγόμενη 3, έχει την έδρα της στη Λευκωσία, σε συνδυασμό με τα ευρήματα μου ανωτέρω, σφραγίζουν θεωρώ την τύχη των νομικών ενστάσεων που πρόβαλε η εναγόμενη 4 με την υπεράσπιση της περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, περί ακυρότητας του εκχωρητηρίου και περί κωλύματος του ενάγοντα να προωθεί την παρούσα αγωγή προσωπικά. Οι εν λόγω νομικές θέσεις συνεπώς απορρίπτονται. Ενόψει των πιο πάνω, στο βαθμό που η εκδοχή του ενάγοντα φέρει την εναγόμενη 4 να παρέβηκε τη δέσμευση που έλαβε απέναντι του στις 19/03/12 με αποτέλεσμα να μην του καταβάλει ως όφειλε το ποσό των €40.000, αυτή γίνεται πλήρως αποδεκτή. Στρέφομαι τώρα στους ισχυρισμούς του ενάγοντα αναφορικά με τον εναγόμενο 5 ο οποίος, σύμφωνα με τον ενάγοντα, έχει με κάποιο τρόπο αναλάβει προσωπική ευθύνη απέναντι του. Η πιο πάνω θέση του ενάγοντα, ενόψει της κοινώς αποδεκτής και αναγνωρισμένης απουσίας οποιουδήποτε απτού στοιχείου που να δείχνει ότι ο εναγόμενος 5 όντως ανέλαβε προσωπικά να αποπληρώσει το οποιοδήποτε χρέος της εναγόμενης 3 ή του εναγόμενου 1, εδράζεται ουσιαστικά στην υπόθεση (assumption) ότι «.για να ενεργεί κάποιος, να υπογράφει επιταγές και να ενεργεί ως έχει ενεργήσει, υπάρχει κάποια εξουσιοδότηση η οποία πρέπει να του έδωσε μία εντολή ο (εναγόμενος) 5 να ενεργεί και να εκτελεί για την (εναγόμενη) 3 στον (εναγόμενο) 1, στον XXXXX Ιωάννου». Την ίδια στιγμή, επικαλούμενος το «διαφορετικό πρόβλημα» που προέκυψε μεταξύ της κατάθεσης της επιταγής του δικηγόρου του και των άλλων επιταγών, ο ενάγοντας υποθέτει και πάλι, ως λογική κατά τον ίδιο υπόθεση (assumption), ότι ο εναγόμενος 5 θα πρέπει, ως διευθυντής της εναγόμενής 3, να ήταν το πρόσωπο που είτε συγκατατέθηκε είτε έδωσε οδηγίες να αλλαχτεί στην τράπεζα το αποδεκτό δείγμα υπογραφής για την έκδοση επιταγών από το λογαριασμό της εναγόμενης 3 ή το πρόσωπο που δικαιούται εκ μέρος της τελευταίας να εκδίδει τέτοιες επιταγές. Παρόμοια υπόθεση (assumption) προβάλλει ο ενάγοντας και σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό προσωπική ευθύνη του εναγόμενου 5 να τον πληρώσει λόγω των πληρωμών που έγιναν στην εναγόμενη 3 από την εναγόμενη 4 κατά παράβαση του εκχωρητηρίου τις 19/03/
- Ισχυρίζεται δηλαδή ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος 5, ως διευθυντής της εναγομένης 3, θα πρέπει να οικειοποιήθηκε είτε από μόνος του είτε με τον εναγόμενο 1 τις σχετικές πληρωμές που έγιναν από την εναγόμενη
- Ως προς τις πιο πάνω θέσεις του ενάγοντα σημειώνω τα εξής. Όπως και ο ίδιος ο ενάγοντας αναγνώρισε και δέχτηκε κατά την αντεξέταση του, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στην παρούσα υπόθεση που να δείχνει οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή του εναγόμενου 5 στις επίδικες δοσοληψίες του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1 και ούτε υπάρχει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο που να φέρει την υπογραφή του εναγόμενου 5 είτε υπό την προσωπική είτε υπό τη διευθυντική του ιδιότητα. Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι όλα τα έγγραφα που φέρονται να προέρχονται ή να υπογράφονται από την εναγόμενη 3, αυτά φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου 1, ο οποίος και ήταν, κατά τον ενάγοντα, πάντοτε το μόνο πρόσωπο που παρουσιαζόταν να αντιπροσωπεύει και να δεσμεύει την εναγόμενη 3, ακόμη και πριν τα επίδικα γεγονότα, όταν η τελευταία συνεργαζόταν χωρίς κανένα πρόβλημα με την εταιρία του ενάγοντα. Πέραν τούτου, σύμφωνα και πάλι με τον ενάγοντα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτός γνώριζε μόνο τον εναγόμενο 1 και τη σύζυγο του εναγόμενη 2, καμία επαφή ή επικοινωνία δεν είχε ποτέ με τον εναγόμενο 5 και εξ' όσων αυτός γνώριζε και πίστευε, ο τελευταίος ήταν ουσιαστικά ένας «αχυράνθρωπος» στην εναγόμενη 3 εφόσον κουμάντο εκεί έκαμνε ο εναγόμενος 1 (βλ. επίσης παρ.9 Ε/Α). Κοντολογίς, σύμφωνα με την εκδοχή του ίδιου του ενάγοντα, ο εναγόμενος 5 ουδέποτε διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στο να πειστεί αυτός να δανείσει τον εναγόμενο 1 το επίδικο ποσό και ουδέποτε η ύπαρξη του εναγόμενου 5 απασχόλησε τον ενάγοντα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Ούτε όμως και η διευθυντική ιδιότητα του εναγόμενου 5 επηρέασε ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο τις όποιες δοσοληψίες ή συμφωνίες είχε ο ενάγοντας ή η εταιρεία του, με τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και καμία μαρτυρία δεν υπάρχει προς απόδειξη του ότι είναι ο εναγόμενος 5 που ενεπλάκηκε στο να λάβει η εναγόμενη 3 πληρωμές από την εναγόμενη
- Τουναντίον, συνιστά θέση του ίδιου του ενάγοντα ότι είναι ο εναγόμενος 1 που ενεπλάκηκε στις εν λόγω πληρωμές και στην έκδοση των σχετικών αποδείξεων είσπραξης από την εναγόμενη
- Καμία μαρτυρία επίσης δεν υπάρχει και ως προς το ποιο ή ποια ήταν τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα από την εναγομένη 3 να δίνουν εκ μέρους της οδηγίες στην τράπεζα τόσο σε σχέση με τη διαχείριση των λογαριασμών της όσο και με το βιβλιάριο επιταγών της ώστε να μπορεί να συνδεθεί, έστω εμμέσως ο εναγόμενος 5 με την κατ' ισχυρισμό αλλαγή του δείγματος υπογραφής ή του εξουσιοδοτημένου υπογράφοντα, αν όντως υπήρξε τέτοια αλλαγή ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Το τελευταίο αυτό στοιχείο λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του κοινώς αποδεκτού γεγονότος ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι απ' όλους τους εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση, είναι ο εναγόμενος 1 που εξέδιδε επιταγές από τον λογαριασμό της εναγόμενης 3 και παρά το ότι δεν ήταν αξιωματούχος της τελευταίας, η τράπεζα δεχόταν τις οδηγίες που ο εν λόγω εναγόμενος έδινε σε σχέση με το λογαριασμό της εναγόμενης
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο άμεσα εμπλεκόμενος διάδικος, ήτοι ο εναγόμενος 1, μπορούσε να δεσμεύει τον εαυτό του αλλά και την εναγόμενη 3 απέναντι σε τρίτους όποτε ήθελε και με όποιο τρόπο ήθελε ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος αξιωματούχος της τελευταίας και καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να καταδεικνύει ότι αυτές οι πράξεις του εναγόμενου 1 και οι συνεπακόλουθες δεσμεύσεις της εναγόμενης 3 υποκινούνταν από τον εναγόμενο
- Υπενθυμίζω εδώ, με αναφορά στη γνωστή υπόθεση Salomon v. Salomon & Co Ltd [1897] A.C. 22, την πάγια νομολογιακή αρχή περί της αυτοτέλειας μιας εταιρικής οντότητας, ξεχωριστής από τα πρόσωπα που τη διοικούν καθώς επίσης και το ότι τα Δικαστήρια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως πχ όπου υπάρχει δόλος ή όπου αποκαλύπτεται κάποια επιλήψιμη ενέργεια που να συνδέεται με χρησιμοποίηση της εταιρικής δομής ως εικονικής (sham) προς απόκρυψη αδικοπραγίας, θα αποδεχτούν ν' άρουν το εταιρικό πέπλο και να αποδώσουν προσωπική ευθύνη στους διοικούντες στην εταιρεία (βλ. Αποστόλου Μάριος και άλλη ν. Ροδούλας Ιωάννου και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 604, AIAS (ADVANCED INTELLIGENT AUTOMATIC SYSTEMS) LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ECLI:CY:AD:2016:A437, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 277/11, 20/9/2016, Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, Hashem v. Shayif & another
(2008)EWHC 2380, Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) Ltd. v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1883, Αθανάσιος Σακκόραφος v. Γ. Παρασκευαΐδης
(1966)Λίμιτεδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673, Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17. Υπενθυμίζω επίσης ότι σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και το Κεφ.149, υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να καταλογιστεί προσωπική ευθύνη ακόμη και σε αντιπρόσωπο μιας εταιρείας όταν αυτός δεν αποκαλύπτει κατά τις συναλλαγές του με τρίτους το όνομα του αντιπροσωπευομένου (βλ. Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629) ή όταν κάποιος συναλλάσσεται για λογαριασμό ανύπαρκτης εταιρείας (βλ. A.M.C. Hotels Ltd και Άλλοι ν. Aνδρέα Kατσή
(2011)1 ΑΑΔ 102 όπου γίνεται αναφορά με επιδοκιμασία στην υπόθεση Κώστα v. Κυριάκου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 65). Στην παρούσα υπόθεση όμως, ο δόλος που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι έγινε σε βάρος του δεν αφορά ούτε στη χρήση της εναγόμενης 3 ως «βιτρίνα» από τον εναγόμενο 5 ώστε να επιτευχθεί ο δόλος, ούτε και σε προσπάθεια του εναγόμενου 5 να ξεγελάσει εξ' υπαρχής τον ενάγοντα χρησιμοποιώντας την εναγόμενη 3 μέσω του εναγόμενου
- Αντιθέτως ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι ο εναγόμενος 1 που τον ξεγέλασε, αλλά επειδή ο εναγόμενος 5 τυγχάνει διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας που ουσιαστικά διαχειριζόταν ο εναγόμενος 1, αυτό κατά τον ενάγοντα συνεπάγεται ότι και ο εναγόμενος 5 πρέπει να εμπλέκετο προσωπικά στις δόλιες ενέργειες έστω και αν δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά του ενάγοντα, αυτού του είδους η υποθετική σύνδεση του εναγόμενου 5 προσωπικά με τις πράξεις και παραλήψεις των εναγομένων 1, 2 και 3, όχι μόνο συνιστά ένα εντελώς απομακρυσμένο (remote) σενάριο αλλά ούτε και μπορεί να αποτελέσει λόγο για να αρθεί το εταιρικό πέπλο και να αποδοθεί προσωπική ευθύνη στον εν λόγω εναγόμενο ή να συνδέσει τον τελευταίο ως εμπλεκόμενο μέρος στα όποια δόλια σχέδια είχε ο εναγόμενος
- Αν μη τη άλλο, τέτοια σύνδεση αντιτίθεται στην δικογραφημένη θέση του ίδιου του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 5 ήταν ουσιαστικά ένας «αχυράνθρωπος» στην εναγόμενη 3 και ότι όλα όσα έγιναν περιστρέφονται γύρω από το πρόσωπο του εναγόμενου 1 (παρ.9 Ε/Α). Το ότι η εναγόμενη 3 μέσω του ίδιου δικηγόρου που εκπροσωπεί τον εναγόμενο 5, δέχτηκε ανεπιφύλακτα απόφαση υπέρ του ενάγοντα ουδόλως μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη αφού, όπως ορθά επεσήμανε και ο κ. Γαβριηλίδης, το ότι η εναγόμενη 3, ως ξεχωριστή οντότητα που είναι, αποδέχτηκε την συμβατική της ευθύνη απέναντι στον ενάγοντα ως εκδότρια των επιταγών που ο τελευταίος έλαβε καθώς και ως δεσμευμένη από το εκχωρητήριο της 19/03/12, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι και ο εναγόμενος 5 έχει παρόμοια προσωπική ευθύνη απλά επειδή είναι διευθυντής και μέτοχος της. Άλλωστε, με την καταχώρηση χωριστής υπεράσπισης, ο εναγόμενος 5 διαχώρισε από την αρχή τη θέση του από τους υπόλοιπους εναγόμενους και τους ισχυρισμούς που αυτοί πρόβαλλαν. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς έστω και αν η εκδοχή του ενάγοντα ήταν και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε κατά τη ακρόαση της υπόθεσης, οπόταν «.συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. (Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138).» (βλ. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A460, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 91/2010, 3/7/2014), στην παρούσα περίπτωση, όπως και αν ήθελε προσεγγισθεί η επί του προκειμένου εκδοχή του ενάγοντα, είτε δηλαδή με γνώμονα το ισοζύγιο των πιθανοτήτων είτε με γνώμονα κάποιο ψηλότερο επίπεδο απόδειξης εφόσον αφορά σε ισχυρισμούς περί δόλου (βλ Mούρτζινος Mιχαήλ ν. Toυ Πλοίου "Galaxias" και Άλλων
(1997)1 ΑΑΔ 80), δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετή για να καταδείξει ότι ο εναγόμενος 5 ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ώστε να δικαιολογείται να διαταχθεί ο εν λόγω εναγόμενος να πληρώσει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό στον πρώτο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της εναγομένης 4 στον απαιτούμενο βαθμό όχι όμως και εναντίον του εναγομένου 5. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένης 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγομένους 1, 2 και 3 για το ποσό των €38.603.56 εφόσον στα πλαίσια εκτέλεσης των αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 καταβλήθηκαν ήδη στον πρώτο €1396,44 έναντι. Επιδικάζονται επίσης υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένης 4 τα έξοδα της υπόθεσης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγομένους 1, 2 και 3 στο βαθμό που αφορούν σε κοινές με τους εν λόγω εναγόμενους διαδικασίες για τις οποίες οι τελευταίοι έχουν ήδη καταδικαστεί στα έξοδα. Όσο αφορά τον εναγόμενο 5, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο