Σε πτώχευση: Αναφορικά με τον Κυπριανού, Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 12/18, 7/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Πτώχευσης: 12/18 Σε πτώχευση: Αναφορικά με τον XXXXX Κυπριανού (Α.Δ.Τ. XXXXX2983) εκ Λευκωσίας Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Δ. Λαδά για G.& A. Ladas LLC Για Καθ' ου η αίτηση: κα Δ. Ιατρίδου για Α. Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον του καθ' ου η αίτηση λόγω μη συμμόρφωσης του με ειδοποίηση πτώχευσης που του επιδόθηκε στις 24/05/18 σε σχέση με χρέος το οποίο προέκυψε κατόπιν απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 30/11/12 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/05, ύψους €70.000 περίπου πλέον τόκους. Συνιστά κοινό έδαφος και επιβεβαιώνεται και από το αντίγραφο της απόφασης στην XXXXX/05 το οποίο τέθηκε ενώπιον μου, ότι το εν λόγω χρέος συνιστά τελικώς επιδικασθέντα έξοδα και ότι ήταν και το μόνο ποσό που επιδικάστηκε στην εν λόγω αγωγή εναντίον του καθ' ου η αίτηση και υπέρ κάποιου XXXXX Πογιατζή. Η αίτηση υποβάλλεται και υπογράφεται από το Σ. Ασπρόφτα, ο οποίος δηλώνει πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του προαναφερόμενου XXXXX Πογιατζή εξ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ήτοι του προσώπου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της κυρίως αίτησης εφόσον άπτεται άμεσα των επίδικων θεμάτων που εγείρονται: «Ημείς ο XXXXX Ασπρόφτας εκ Λευκωσίας πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του XXXXX Πογιατζή εξ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής αιτούμεθα παρά του Δικαστηρίου όπως: Α) εκδώση διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Λυκούργου Κύπριανού, εκ Λευκωσίας Β) διορίσει ως παραλήπτη τον XXXXX Πατσαλίδη με αριθμό μητρώου Συμβούλων Αφερεγγυότητας XXXXX30 ή τον Επίσημο Παραλήπτη, και λέγομεν: 1. Ότι ο ρηθείς XXXXX Κυπριανού, κατά τον μείζονα χρόνο των έξη μηνών των αμέσως προ της προσαγωγής της παρούσης αιτήσεως ειργάζετο και/ή είχε τη διαμονή του στη Λευκωσία. 2. Ότι ο ρηθείς XXXXX Κυπριανού, αληθώς και δικαίως οφείλει εις ημάς τα ποσά των: (ι) €68.352,02 έξοδα αποφάσεως (ιι) πλέον €1.311,47 πραγματικά έξοδα (ιιι) πλέον νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών, α. προς 8% ετησίως από 15/12/2006 μέχρι 14/10/2008, β. προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014, γ. προς 4% ετησίως από 1/1/2015 μέχρι 31/12/2016 και δ. προς 3.5% ετησίως από 01/01/2017 μέχρι εξόφλησης, πλέον €102,00 έξοδα της απόφασης, (ιν) πλέον το εκάστοτε σε ισχύ ΦΠΑ, (
- v)πλέον έξοδα της ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 3/18. 3. Ότι ούτε ημείς ή οιονδήποτε άλλον πρόσωπο εκ μέρους ημών έχουμε οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του ρηθέντος χρεώστου μας ή οιονδήποτε μέρος ταύτης δια την πληρωμή των ρηθέντων ποσών. 4. Ότι ο ρηθείς XXXXX Κυπριανού, εντός των έξη μηνών των αμέσως προ της παρούσης αιτήσεως διέπραξε την ακόλουθο πράξη πτωχεύσεως, ήτοι ούτος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης πτωχεύσεως αρ. 3/18, η οποία του επεδόθη την 24η Μάίου, 2018.» Πέραν της υποβολής και υπογραφής της επίδικης αίτησης, ο Ασπρόφτας είναι επίσης ο ομνύοντας στην βεβαιωτική Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, στα πλαίσια της οποίας αναφέρει ότι «Είμαι συνεργάτης του γραφείου G.& A. Ladas LLC, το οποίο εκπροσωπούσε τον XXXXX Πογιατζή στην υπ. αρ. XXXXX/05 αγωγή, έχω προσωπική γνώση για την απόφαση και τη διαταγή για έξοδα που εκδόθηκαν από το δικαστήριο στην πιο πάνω αγωγή .. και τα διάφορα γεγονότα τα αναφερόμενα στην αίτηση είναι εν γνώσει μου αληθινά. Είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωση καθώς επίσης και να υποβάλω την παρούσα αίτηση πτώχευσης». Επισυνάπτει δε ο Ασπρόφτας ως τεκμήρια στην Ε/Δ του, αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή XXXXX/05, πιστοποιητικό από την υπηρεσία αφερεγγυότητας δυνάμει του αρ. 4 Κεφ.5 και αντίγραφο του κατ' ισχυρισμό πληρεξουσίου που ο XXXXX Πογιατζής του έχει χορηγήσει στις 07/12/17 στην αγγλική γλώσσα. Με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά πιο κάτω, ο Πογιατζής φέρεται να έχει εξουσιοδοτήσει τον Ασπρόφτα όπως: «.εκ μέρους μου προβεί σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση ή άλλο έγγραφο, αναγκαίο ή κατάλληλο, I. Για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του (καθ' ου η αίτηση) για την μη πληρωμή των εξόδων που μου επιδικάστηκαν στις 30/11/12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αγωγή XXXXX/05.και. II. Για να υποστηρίξει αίτηση για να κηρυχθεί ο προαναφερόμενος (καθ' ου η αίτηση) πτωχεύσας και να διοριστεί ο XXXXX Αβρααμ. ως διαχειριστής πτώχευσης..» Αφού η αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση στη Λευκωσία, αλλά σε διεύθυνση άλλη από αυτή που αναγράφεται στην αίτηση, ήτοι σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Αγλαντζιά, η οποία διεύθυνση αναγράφεται χειρόγραφα στο αντίγραφο που επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση και το οποίο ο τελευταίος υπέγραψε, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε, μέσω των δικηγόρων που διόρισε, σημείωμα εμφάνισης στις 25/09/19 και ακολούθως ένσταση την οποία υποστηρίζει με δική του Ε/Δ. Προτού συνοψίσω τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέρω ότι κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποσύρθηκε το αίτημα για διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως διαχειριστή πτώχευσης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 08/02/18 εκδόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση η ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 3/18, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο στις 24/05/18 και εναντίον της οποίας ο καθ' ου η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έλαβε οποιοδήποτε δικαστική διάβημα. Σημειώνω επίσης ότι με την ένσταση που καταχώρησε ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητείται ότι δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 30/11/12 επιδικάστηκε εναντίον του και προς όφελος του XXXXX Πογιατζή το ποσό που αναφέρεται στην αίτηση ως έξοδα, ούτε ότι το εν λόγω χρέος μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί. Των πιο πάνω λεχθέντων, η επί του προκειμένου ένσταση του καθ' ου η αίτηση, με την οποία προβάλλονται οκτώ συνολικά λόγοι, περιστρέφεται γύρω από την εμπλοκή του Ασπρόφτα στην παρούσα αίτηση τόσο ως του προσώπου που υπογράφει και υποβάλλει την αίτηση όσο και ως του ομνύοντα στην βεβαιωτική Ε/Δ, το γεγονός ότι από της έκδοσης της απόφασης στην XXXXX/05 και μέχρι σήμερα δεν λήφθηκε κανένα μέτρο προς εκτέλεση και ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους που δημιούργησε η απόφαση της 30/11/12 και του ισχυρισμού ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι φερέγγυο πρόσωπο που μπορεί να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του και συνεπώς η έκδοσης διατάγματος παραλαβής θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τη ζωή και την εργασία του. Ειδικότερα ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι: Α. Η επίδικη αίτηση προωθείται με αδικαιολόγητα υπέρμετρη καθυστέρηση εφτά ετών και χωρίς να έχει επιχειρηθεί ποτέ στο παρελθόν η εκτέλεση της. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί, κατά τον καθ' ου η αίτηση, είναι ότι πρόκειται για κακόπιστη και καταχρηστική ενέργεια ώστε να ασκηθεί πίεση σε αυτόν για να ικανοποιήσει την απόφαση της 30/11/12 η οποία αφορά μόνο σε έξοδα. Β. Η εξουσιοδότηση που φέρεται να έχει λάβει ο Ασπρόφτας από τον Πογιατζή περιορίζεται μόνο στη σύνταξη και υπογραφή βεβαιωτικής Ε/Δ προς υποστήριξη μιας αίτησης πτώχευσης και όχι σε αυτή καθ' αυτή την υποβολή και υπογραφή μιας τέτοιας αίτησης. Την ίδια στιγμή, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Ασπρόφτας δεν έχει την αναγκαία προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων ώστε να μπορεί να βεβαιώσει θετικά ότι ο καθ' ου η αίτηση κατοικεί και εργάζεται στην Κύπρο κατά τους τελευταίους 12 μήνες ή κατά πόσο ο Πογιατζής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος. Σε κάθε περίπτωση, θέση του καθ' ου η αίτηση είναι και το ότι ο Ασπράφτας είναι συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Πογιατζή και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να προβεί σε Ε/Δ προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης. Προβάλλεται τέλος και η θέση ότι το πληρεξούσιο που φέρεται να έχει λάβει ο Ασπρόφτας δεν καλύπτει το αίτημα για διορισμό ως διαχειριστή πτώχευσης του συγκεκριμένου προσώπου που αναφέρεται στην αίτηση, εφόσον όμως αυτή η πτυχή της αίτησης έχει αποσυρθεί, το θέμα δεν θα με απασχολήσει. Επειδή τα θέματα που προκύπτουν μεταξύ των μερών είναι στην ουσία αμιγώς νομικά, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των Ε/Δ που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα καθώς και των όσων δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Ως εκ τούτου, μετά την καταχώρηση της ένστασης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, με την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους να περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τις προϋποθέσεις του Κεφ. 5 και των σχετικών Κανονισμών του 1931, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ειδική αναφορά στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου επισημαίνοντας κατ' αρχή ότι το γεγονός και μόνο ότι το εξ' αποφάσεως χρέος στο οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία συνιστά απόφαση σε σχέση με έξοδα, δεν συνιστά κώλυμα στην έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας εφόσον πρόκειται για τελικό διάταγμα εξόδων (βλ. Θεμιστοκλέους Χριστόδουλος Κ., ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Μαραθοβουνιώτη και Άλλη ν. Μιχαήλ Σιαμμά,
(2010)1 Α.Α.Δ. 2114). Θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό που αφορά στην εμπλοκή του Ασπρόφτα τόσο ως το πρόσωπο που υποβάλει και υπογράφει την επίδικη αίτηση πτώχευσης όσο και ως το πρόσωπο που προβαίνει στην Ε/Δ που την υποστηρίζει. Για τα θέματα αυτά γίνεται ειδική πρόνοια τόσο στο Κεφ. 5 όσο και στους συναφείς Κανονισμούς του 1931. Ειδικότερα: Το αρ. 4
(1)του Κεφ. 5 προνοεί ότι «Τηρουμένων των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 όρων και προϋποθέσεων, εάν ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 3, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης πτώχευσης, . είτε από τον πιστωτή είτε από τον χρεώστη, να κηρύξει τον χρεώστη σε πτώχευση . » (έμφαση δική μου). Το αρ. 3
(1)(ε) προνοεί ότι « . οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα.» (έμφαση δική μου). Ο Κ.46 των Κανονισμών του 1931, ως αυτός τροποποιήθηκε το 2015, προνοεί ότι: «46.
(1)Κάθε αίτηση πτώχευσης υπογράφεται από το πρόσωπο που την υποβάλλει ή από το δικηγόρο του στην παρουσία του Πρωτοκολλητή, ο οποίος θα χρονολογήσει και μαρτυρήσει την αίτηση .
(2)Όταν το πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση δεν ευρίσκεται στη Δημοκρατία, το πρόσωπο αυτό μπορεί να εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο που ευρίσκεται στη Δημοκρατία να επαληθεύσει με ένορκη δήλωση τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό δεν θα ενεργεί και ως δικηγόρος του. Νοείται ότι τέτοια εξουσιοδότηση θα πρέπει να πιστοποιείται από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή της χώρας κατοικίας του αιτητή, η πιστοποίηση της οποίας αναγνωρίζεται ως κανονική από τις αρχές της Δημοκρατίας.» (έμφαση δική μου). Τέλος το αρ. 6
(1)του Κεφ. 5 προνοεί ότι «Αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκο δήλωση του πιστωτή, ή από πρόσωπο για λογασιασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα, και θα επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο». (έμφαση δική μου). Παρόμοιας φύσης είναι και οι πρόνοιες του Κ. 50 των Κανονισμών του
- Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το ποιος δύναται πλέον, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες, να υποβάλλει αίτηση πτώχευσης τόσο διαδικαστικά όσο και ουσιαστικά, ήτοι ο πιστωτής ή ο δικηγόρος του, αποτέλεσε αντικείμενο διαφόρων θεσμικών τροποποιήσεων που επήλθαν μετά το
- Προηγουμένως, αίτηση πτώχευσης μπορούσε να υποβληθεί και να υπογραφεί μόνο από τον ίδιο τον πιστωτή και όχι από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Η παράλειψη συμμόρφωσης όμως με το νομοθετικό περιορισμό του ποιος δύναται να υποβάλει, να υπογράψει και να βεβαιώσει με Ε/Δ, αίτηση πτώχευσης, αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Βιολάρης Ιωάννης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1054 στην οποία η εκεί επίδικη αίτηση πτώχευσης δεν είχε υπογραφεί από τους πιστωτές που επεδίωκαν να κηρύξουν τον εκεί καθ' ου η αίτηση σε πτώχευση αλλά από τους δικηγόρους τους. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση αναφορικά με το πώς προσεγγίστηκε το όλο θέμα. «Είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων και αντικειμενικά διαπιστώσιμο το γεγονός ότι η αίτηση την οποία είχαν υποβάλει οι εφεσίβλητοι για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εφεσείοντα, είχε υπογραφεί όχι από τους ίδιους αλλά από τους δικηγόρους τους. Το ότι η επίδικη Αίτηση Πτώχευσης όπως αυτή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι παράτυπη, δε χωρεί αμφιβολία. Οι πρόνοιες του Κανονισμού 46
(1)των περί Πτωχεύσεων Διαδικαστικών Κανονισμών έχουν ως εξής: . "46.
(1)Κάθε αίτηση πτωχεύσεως πρέπει να υπογράφεται από το πρόσωπο που υποβάλλει αυτή στην παρουσία Πρωτοκολλητή. Ο Πρωτοκολλητής θα χρονολογήσει και μαρτυρήσει την αίτηση.) Είναι επομένως επιτακτικό όπως η αίτηση υπογράφεται από το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο την παρουσιάζει, δηλαδή τον αιτητή. Η απαίτηση όπως η αίτηση υπογράφεται από τον ίδιο τον αιτητή, καθίσταται ακόμα πιο έκδηλη, με τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Κανονισμού 46. Η μόνη δηλαδή περίπτωση κατά την οποία δεν είναι αναγκαστικό για ένα αιτητή να μεταβεί στο Δικαστήριο για να υπογράψει την αίτησή του ενώπιον του Πρωτοκολλητή, είναι μόνο η περίπτωση ασθένειας του αιτητή. Και σ' αυτή όμως την περίπτωση, ακόμα δηλαδή και ασθένειας, που καθιστά αδύνατη τη μετάβαση του αιτητή ενώπιον του Πρωτοκολλητή για να υπογράψει προσωπικά, ο Κανονισμός δε δίδει το δικαίωμα όπως η αίτηση υπογραφεί από άλλο εξουσιοδοτημένο προς τούτο άτομο, αλλά προνοεί ως μόνη δυνατότητα τη μετάβαση του Πρωτοκολλητή στο χώρο διαμονής του αιτητή, έτσι ώστε και σ' αυτή την περίπτωση, ο δεύτερος να υπογράψει προσωπικά, ενώπιον του πρώτου. Στην Αγγλική υπόθεση London CC v. Agricultural Food Products Ltd [1955] 2 All E.R. 229, επιβεβαιώθηκε η γενική αρχή ότι στο κοινοδίκαιο ένα πρόσωπο θεωρείται ότι "υπογράφει" με ικανοποιητικό τρόπο εάν κάποιος άλλος με δική του εξουσιοδότηση υπογράφει στο όνομά του, οπότε η υπογραφή του αντιπροσώπου εκλαμβάνεται ως εκείνη του αντιπροσωπευομένου. Από την άλλη όμως, τονίστηκε ότι εάν, κατόπιν απαίτησης νομικής αρχής ή νόμου, ένα έγγραφο πρέπει να υπογράφεται προσωπικά, τότε το καθήκον υπογραφής δεν μπορεί να ανατεθεί σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Ανέκαθεν αναγνωριζόταν, προστίθεται στην απόφαση, ότι ασφαλώς το περιεχόμενο κάποιων νομοθετημάτων μπορεί να απαιτεί προσωπική υπογραφή, αλλά ακόμα και χωρίς νομοθετική επιταγή, το κείμενο του Νόμου λαμβάνεται πάντα υπόψη. [London CC (ανωτέρω) σελίδα 233]. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η δευτερογενής νομοθεσία, δηλαδή οι περί Πτωχεύσεων Κανονισμοί, οι οποίοι θεσπίστηκαν δυνάμει του Νόμου Κεφ. 5, μέσω των προαναφερθεισών διατάξεών τους, τις οποίες έχουμε παραθέσει προηγουμένως, καθιστούν πέραν από σαφή την προϋπόθεση όπως η αίτηση υπογράφεται προσωπικά από τον αιτητή-πιστωτή, πράγμα που δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση, αφού η αίτηση υπογράφηκε από τους δικηγόρους των εφεσίβλητων και όχι από τους ίδιους. Εκείνο το οποίο όμως εδώ έγινε ήταν το ότι η αίτηση, παρά το γεγονός ότι υπογραφόταν από τους δικηγόρους των εφεσιβλήτων, συνοδευόταν από ένορκη δήλωση προσώπου ο οποίος δήλωνε ότι ήταν στην υπηρεσία των εφεσιβλήτων-αιτητών και ήταν εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Με την ένορκη δε αυτή δήλωση, ο ομνύων δήλωνε ότι οι δηλώσεις που περιέχονται στην αίτηση είναι αληθείς και ότι έχει προσωπική γνώση ότι "τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή". Όμως, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένορκη δήλωση με την οποία θα εξουσιοδοτείτο η καταχώρηση της αίτησης από τον ίδιο εκ μέρους της εταιρείας των εφεσιβλήτων. Το ζήτημα που εγείρεται εδώ είναι κατά πόσο αυτή η ένορκη δήλωση, η οποία έγινε από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από την εφεσίβλητη-αιτήτρια και με την οποία βεβαιώνεται η αλήθεια των αναφερόμενων στην αίτηση γεγονότων, μπορεί να θεραπεύσει το γεγονός ότι η ίδια η αίτηση δεν υπογράφηκε από την αιτήτρια εταιρεία, δηλαδή τους εφεσίβλητους. Κατά την άποψή μας, μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων θα καταστρατηγούσε τις ρητές πρόνοιες, απαιτήσεις και προϋποθέσεις της πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας. Αφ' ης στιγμής ο νομοθέτης απαιτεί την ικανοποίηση δύο, ανεξάρτητων προϋποθέσεων, η ύπαρξη της μιας δεν μπορεί να καλύψει την ανυπαρξία της άλλης. Επομένως, η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται για επαλήθευση των όσων μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο, ως επιπρόσθετη που είναι, δεν μπορεί να επενεργήσει ως θεραπεύουσα ή υποκαθιστούσα ή καθιστούσα την πρώτη άνευ σημασίας. Όπως αποφασίστηκε και στην Τόσκας ν. BNP Paribas (Cyprus) Ltd
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ 1962, η επιβεβαίωση η οποία απαιτείται από τον Κανονισμό 50
(1)των Κανονισμών Πτωχεύσεων, με την έννοια που της αποδίδεται στην ένορκη εκείνη δήλωση από το Νόμο, καθίσταται "αποδεικτικό μέσο" και όχι δικόγραφο. Το ζήτημα το οποίο παραμένει εδώ προς εξέταση έγκειται στο κατά πόσο η παρατηρηθείσα παρασπονδία στην τήρηση των Κανονισμών θα πρέπει ή θα μπορούσε να έχει τη μοιραία για την αίτηση επίπτωση, την οποία εισηγείται ο εφεσείων, ή αντίθετα κατά πόσο αυτή θα μπορούσε να αγνοηθεί ή να θεραπευθεί. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 102 του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5: "102.-
(1)Καμμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας, είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου." . καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από Αγγλικές αποφάσεις επί του εξεταζόμενου θέματος και ειδικότερα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των όρων "formal defect" και "irregularity" ("τυπικό ελάττωμα" και "αντικανονικότητα"). Στην υπόθεση Re a Debtor (No. 21 of 1950) [1950] 2 All E.R. 1129, η ειδοποίηση πτώχευσης η οποία επιδόθηκε στον χρεώστη έφερε στον τίτλο της το όνομα άλλου Δικαστηρίου, αντί εκείνου από το οποίο εκδόθηκε, αν και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα του ορθού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κατ' έφεση έκρινε ότι αυτό δε συνιστούσε "τυπικό ελάττωμα" και, εφόσον αφορούσε σε ειδοποίηση πτώχευσης, που είναι το κατ' εξοχή έγγραφο με το οποίο τίθεται σε κίνηση ο μηχανισμός που οδηγεί σε πτώχευση, η οποία είναι διαδικασία παρόμοια με ποινική, θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και στενά. Το ουσιαστικό δε κριτήριο για την απόφανση ως προς την τυπικότητα ή μη του ελαττώματος έγκειται στο ερώτημα κατά πόσο το ελάττωμα ήταν τέτοιο ώστε να μπορούσε εύλογα να παραπλανήσει το χρεώστη στον οποίο επιδίδεται το έγγραφο και όχι κατά πόσο αυτός πράγματι παραπλανήθηκε. Στην υπόθεση Re a Debtor (No. 478 of 1908) [1908] 2 KB 687, η ειδοποίηση πτώχευσης ακυρώθηκε από το Εφετείο επειδή σ' αυτήν είχε υπολογισθεί εσφαλμένα ο οφειλόμενος τόκος ώστε να υπερέβαινε κατά £15s.6d τον ορθά υπολογιζόμενο, κρίνοντας ότι το σφάλμα τούτο δε συνιστούσε απλό τυπικό ελάττωμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 147
(1)του Bankruptcy Act 1914 (ανωτέρω). Εκείνο που ενέχει εδώ σημασία είναι η διάκριση στην οποία προβαίνει ο ίδιος ο νομοθέτης μεταξύ "ελαττώματος" ("defect") και "τυπικού ελαττώματος" ή "αντικανονικότητας" ("formal defect" και "irregularity"). Δεν είναι δηλαδή όλα τα ελαττώματα τα οποία μπορούν να θεραπευθούν ή να αγνοηθούν αν δεν προκαλούν ουσιαστική αδικία, παρά μόνο εκείνα τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως "τυπικά ελαττώματα". Αυτή η σημαντική διάκριση έγινε αντικείμενο ανάλυσης από το Privy Council στην υπόθεση Pillai v. Comptroller of Income Tax [1970] AC 1124. Όπως είχε εκεί αναφέρει ο Lord Diplock, το Άρθρο 147
(1)του Αγγλικού Νόμου προβαίνει σ' αυτή τη διάκριση και οποιαδήποτε παράλειψη συμμόρφωσης προς νομοθετικές διατάξεις ως προς τον τύπο ειδοποίησης πτώχευσης, τέτοιας φύσεως, ώστε δεν θα μπορούσε εύλογα να παραπλανήσει ένα χρεώστη στον οποίο εκδίδεται, είναι "τυπικό ελάττωμα" και η ειδοποίηση καθίσταται έγκυρη με βάση το άρθρο. Η μελέτη των Αγγλικών αποφάσεων επί του θέματος αποκαλύπτει ότι τα Δικαστήρια επιδεικνύουν γενικά περισσότερη αυστηρότητα στην ανάγκη για πιστή και ακριβή τήρηση του Νόμου και των Κανονισμών στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται ελάττωμα ή αντικανονικότητα στην ίδια την ειδοποίηση πτώχευσης παρά στην αίτηση για πτώχευση που ακολουθεί. Τούτο επειδή η ειδοποίηση πτώχευσης και η συμμόρφωση ή μη προς το περιεχόμενό της, είναι το θεμέλιο στη βάση του οποίου διαπράττεται η πράξη πτώχευσης που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για συνέχιση της διαδικασίας πτώχευσης. Όπως λέχθηκε και στην προαναφερθείσα υπόθεση Re a Debtor (No. 21 of 1950) (ανωτέρω), είναι προφανώς ευκολότερο να θεραπευθεί ένα ελάττωμα σε αίτηση πτώχευσης, παρά σε ειδοποίηση πτώχευσης. Περαιτέρω, για να θεωρηθεί ένα ελάττωμα ή μια αντικανονικότητα τέτοια ώστε να μπορεί να θεραπευθεί ή παραγνωριστεί αν δεν προκαλεί ουσιαστική αδικία, θα πρέπει να είναι τυπική (formal), δηλαδή τέτοια ώστε να μη μπορούσε εύλογα να προκαλέσει ουσιαστική αδικία στον χρεώστη και όχι κατ' ανάγκη να έχει προκαλέσει τέτοια αδικία. Επανερχόμενοι στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης πτώχευσης, κρίνουμε ότι το παρατηρούμενο σ' αυτή ελάττωμα και αντικανονικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως τυπικό και δυνάμενο να θεραπευθεί χωρίς πρόκληση αδικίας προς την πλευρά του οφειλέτη. Στην κατάληξή μας αυτή λάβαμε υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:
- Ότι οι δηλώσεις εκ μέρους των πιστωτών-εφεσιβλήτων έγιναν στον σωστό Τύπο 7, ο οποίος προβλέπεται στους Κανονισμούς.
- Ότι στον σωστό Τύπο έχουν περιληφθεί όλα τα απαιτούμενα από τους Κανονισμούς στοιχεία, ρητά δε αναφέρεται σ' αυτόν ότι πρόκειται για αίτηση η οποία γίνεται από τους εφεσίβλητους.
- Ότι στον καταχωρηθέντα Τύπο, όλα τα παρατιθέμενα σ' αυτόν στοιχεία ξεκάθαρα φαίνονται ότι προέρχονται από τους ίδιους τους εφεσίβλητους ως αιτητές και όχι από τους δικηγόρους τους ή άλλους, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού, π.χ. "Εμείς οι Marfin Popular Bank Co. Ltd..........αναφέρουμε τα ακόλουθα..." ". ότι η μόνη εξασφάλιση που κρατούμε..." κλπ.
- Ότι με την ένορκη δήλωση στον Τύπο 7Α, η οποία συνοδεύει την αίτηση και η οποία έγινε από πρόσωπο ειδικά εξουσιοδοτημένο από την εφεσίβλητη, υιοθετούνται και επαληθεύονται ενόρκως όλα τα γεγονότα που παρατίθενται στην αίτηση ως προερχόμενα από την εφεσίβλητη.
- Ότι πουθενά δε διακρίνεται να έχει παραπλανηθεί ο εφεσείων ως εκ του ελαττώματος, ούτε και διαφαίνεται περίπτωση να μπορούσε εύλογα να είχε παραπλανηθεί ή να αδικηθεί. Γενικά, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί ως το μόνο ελάττωμα είναι στο θέμα της υπογραφής της αίτησης, αντί από τους εφεσίβλητους, από τους δικηγόρους τους. Αυτό κατά την άποψή μας, όσο και αν φαίνεται τυπικό, θα πρέπει να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή η οποία μπορεί να εκδοθεί από το Εφετείο προς πλήρη αποκατάσταση της τάξης. (Βλ. Ιωάννης Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716. Στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά του καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ο Ασπράφτας δεν νομιμοποιείτο ούτε να υποβάλει και υπογράψει την επίδικη αίτηση αλλά ούτε και να την υποστηρίξει με δική του Ε/Δ. Όσο αφορά το κατά πόσο ο Ασπρόφτας μπορούσε να προβεί στην βεβαιωτική Ε/Δ που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι ο XXXXX Πογιατζής που φέρεται να τον έχει εξουσιοδοτήσει, δεν διαμένει στην Κύπρο αλλά στην Αμερική, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κ.46
(2). Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι αν ο Ασπρόφτας εμποδίζεται από του να προβεί στην εν λόγω Ε/Δ, είτε διότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται είτε διότι είναι δικηγόρος του Πογιατζή (βλ. Κ. 46
(2)). Το κατά πόσο ο Ασπρόφτας συνιστά πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται, αυτό έχει θεωρώ, καταστεί ακαδημαϊκό θέμα, εφόσον ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται και δεν αμφισβητεί όλα ουσιαστικά τα ουσιώδη γεγονότα που θα πρέπει να απασχολήσουν σε μια αίτηση της παρούσας φύσης, ήτοι ότι υπάρχει ένα εξ αποφάσεως χρέος εναντίον του καθ' ου η αίτηση το οποίο υπερβαίνει τις €15.000, ότι το εν λόγω χρέος δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί, ότι για το χρέος αυτό εκδόθηκε και επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση ειδοποίηση πτώχευσης με την οποία ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε εντός της σχετικής προθεσμίας και ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί εντός 6 μηνών από την ημερομηνία που ο καθ' ου η αίτηση έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης λόγω μη συμμόρφωσης με τη σχετική ειδοποίηση. Το ότι κατά τον καθ' ου η αίτηση ο Ασπρόφτας δεν μπορεί να γνωρίζει προσωπικά ώστε να βεβαιώσει θετικά, κατά πόσο αυτός, ο καθ' ου η αίτηση δηλαδή, διέμενε στην Κύπρο τους τελευταίους 12 μήνες ή ότι δεν υπάρχει κάποια εξασφάλιση σε σχέση με το χρέος, θα είχε κάποια ουσιαστική σημασία αν ο καθ' ου η αίτηση παρουσίαζε έστω κάποιο ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι αυτά τα στοιχεία δεν υφίστανται ως τα ισχυρίζεται ο Ασπρόφτας. Αντιθέτως, η επί του προκειμένου αμφισβήτηση του καθ' ου η αίτηση περιορίζεται απλά στην προβολή της θέσης ότι ο Ασπρόφτας δεν μπορεί να γνωρίζει αυτά που ισχυρίζεται χωρίς όμως να αμφισβητείται ότι αυτοί οι ισχυρισμοί ευσταθούν. Άλλωστε, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η επίδοση της παρούσας αίτησης έγινε προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση στη Λευκωσία και ότι ο τελευταίος υπέγραψε προσωπικά την παραλαβή της αίτησης χωρίς καμία ένσταση ή επιφύλαξη - βλ. Ε/Δ επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου (βλ. Τόσκας ανωτέρω). Η επί του προκειμένου θέση συνεπώς του καθ' ου η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα ανωτέρω, ήτοι αν ο Ασπρόφτας είναι δικηγόρος του Πογιατζή, αυτό είναι άμεσα συναρτημένο και με την νομιμοποίηση του πρώτου να ορκιστεί την βεβαιωτική Ε/Δ αλλά και με το θέμα της υποβολής και υπογραφής από μέρους του της επίδικης αίτησης. Αυτό διότι αν ο Ασπρόφτας είναι όντως δικηγόρος του Πογιατζή, τότε δυνάμει του Κ. 46
(1)μπορεί μεν να υπογράψει και να υποβάλει την επίδικη αίτηση, δεν μπορεί όμως, δυνάμει του Κ.46
(2), να προβεί την ίδια στιγμή και στην βεβαιωτική Ε/Δ, ενώ αν δεν είναι δικηγόρος του Πογιατζή, τότε ενώ μπορεί να προβεί στην βεβαιωτική Ε/Δ, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί και να υπογράψει και να υποβάλει εκ μέρους του τελευταίου την επίδικη αίτηση. Προέχει συνεπώς να εξεταστεί το κατά πόσο ο Ασπρόφτας ενεργεί και ως δικηγόρος του Πογιατζή, θέμα το οποίο προχωρώ να εξετάσω. Η θέση του Ασπρόφτα είναι ότι δικηγόροι του Πογιατζή είναι η δικηγορική εταιρεία G.& A. Ladas LLC. Αυτό επιβεβαιώνεται από το λεκτικό της απόφασης στην XXXXX/05 και ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί αφού καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι η συνεργασία που ισχυρίζεται ο Ασπρόφτας ότι έχει με την εν λόγω δικηγορική εταιρεία είναι τέτοιας μορφής ώστε αυτός να είναι ουσιαστικά ο δικηγόρος ή ένας εκ των δικηγόρων του Πογιατζή. Η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ο Ασπρόφτας ενεργεί ως δικηγόρος του Πογιατζή διότι στο πληρεξούσιο ο τελευταίος ονομάζεται ως «attorney» δεν μεταβάλλει την κατάσταση διότι ο συγκεκριμένος νομικός όρος συνιστά απλά ιδιωματισμό της νομικής αγγλικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το πρόσωπο που ενεργεί δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου και το οποίο πρόσωπο δεν πρέπει να είναι και ούτε αποκτά την ιδιότητα του δικηγόρου. Δεν διαπιστώνεται συνεπώς να ευσταθεί η θέση ότι ο Ασπρόφτας ενεργεί και ως δικηγόρος του Πογιατζή ώστε να υπάρχει παράβαση του Κ.46
(2). Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο επόμενο επίδικο θέμα, ήτοι στο θέμα της υποβολής και υπογραφής της αίτησης από τον ίδιο Ασπρόφτα. Από τις νομοθετικές πρόνοιες που έχω παραθέσει ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη των λεχθέντων στην Βιολάρης ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι μετά τις τροποποιήσεις από το 2015 και εντεύθεν, ο νομοθέτης έχει περιορίσει ρητά τα πρόσωπα που δύναται να υποβάλουν μία αίτηση πτώχευσης στον πιστωτή και στο δικηγόρο του. Πρόνοια για την εμπλοκή εξουσιοδοτημένου αντιπρόσωπου ο νομοθέτης έκαμε μόνο για τη βεβαιωτική Ε/Δ και όχι για την υποβολή και υπογραφή της αίτησης. Μάλιστα δε, ο ίδιος ο νομοθέτης φρόντισε, εν τη σοφία του, να καθορίσει ρητά και ότι πλέον δύναται μεν εξουσιοδοτημένος δικηγόρος να υποβάλει και να υπογράψει την αίτηση εκ μέρους του πιστωτή πελάτη του, δεν δικαιούται όμως να προβεί και στην βεβαιωτική Ε/Δ που την υποστηρίζει. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν υποβάλλεται και δεν υπογράφεται ούτε από τον πιστωτή Πογιατζή αλλά, όπως διαπίστωσα ανωτέρω, ούτε και από τον οποιοδήποτε δικηγόρο του. Επικαλείται βέβαια ο Ασπρόφτας την ιδιότητα του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου όμως υπενθυμίζω ότι στην Βιολάρης, ακόμη και η μη αμφισβητούμενη εξουσιοδότηση που είχαν οι εκεί δικηγόροι να εκπροσωπούν τους εκεί πιστωτές αιτητές, καθώς επίσης και η βεβαιωτική Ε/Δ του λειτουργού των τελευταίων, δεν κρίθηκε δυνάμενη να ικανοποιήσει το ρητό λεκτικό του τότε Κ.46. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι ο Ασπρόφτας δεν είναι ούτε ο πιστωτής Πογιατζής ούτε ο δικηγόρος του τελευταίου και λαμβανομένου υπόψη ότι όπως λέχθηκε στην Βιολάρης, οι ρητές δικονομικές προϋποθέσεις που επιβάλλονται νομοθετικά πρέπει να τηρούνται αυστηρά, προκύπτει ότι ο Ασπρόφτας δεν μπορούσε, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών, να υποβάλει και να υπογράψει την επίδικη αίτηση, όποια εξουσιοδότηση και να είχε προς τούτο, εφόσον δεν είναι πιστωτής του καθ' ου η αίτηση ούτε έχει καταδειχθεί ότι είναι δικηγόρος του πιστωτή Πογιατζή. Αν ήταν βεβαίως δικηγόρος του Πογιατζή τότε θα υπήρχε θεμελιώδης παράβαση του Κ. 46
(2)οπόταν η αίτηση θα υπόκειτο σε απόρριψη για εκείνο το λόγο. Πέραν όμως των πιο πάνω, το πληρεξούσιο που ο Πογιατζής έχει χορηγήσει στον Ασπρόφτα φαίνεται να επιτρέπει ρητά τη σύνταξη και καταχώρηση Ε/Δ προς υποστήριξη τυχόν αίτησης πτώχευσης ήθελε καταχωρηθεί εναντίον του καθ' ου η αίτηση και να μην εκτείνεται σε οτιδήποτε άλλο πέραν της σύνταξης και υποβολής αυτής της βεβαιωτικής Ε/Δ, ότι δηλαδή επιτρέπει ο Κ.46
(2)που αφορά στην υποστηρικτική Ε/Δ και όχι ο Κ.46
(1)που αφορά σε αυτή καθ' αυτή την αίτηση - «to support an application to declare the said . bankrupt» -«να υποστηρίξει αίτηση για να κηρυχθεί ο . σε πτώχευση». Όπως επομένως και να ήθελε ιδωθεί το θέμα με την εξουσιοδότηση του Ασπρόφτα, η υποβολή και υπογραφή της επίδικης αίτησης από τον ίδιο αντί από τον πιστωτή Πογιατζή ή το δικηγόρο του τελευταίου δεν ικανοποιεί τις ρητές προϋποθέσεις του υφιστάμενου Κ.46
(1)και του αρ. 4
(1)του Κεφ. 5 για νόμιμη και νομότυπη υποβολή και υπογραφή αίτησης πτώχευσης. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας «θα πρέπει ή θα μπορούσε να έχει μοιραία για την αίτηση επίπτωση ή αντίθετα κατά πόσο αυτή θα μπορούσε να αγνοηθεί ή να θεραπευτεί» δυνάμει του αρ. 102 Κεφ.5 (βλ. Βιολάρης ανωτέρω). Στην Βιολάρης ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο, κατέληξε ότι σε εκείνη την περίπτωση η μη υπογραφή της αίτησης από το πρόσωπο που ρητά καθόριζε η νομοθεσία μπορούσε να θεωρηθεί ως τυπικό ελάττωμα και δυνάμενο να θεραπευτεί χωρίς πρόκλησης αδικίας προς την πλευρά του οφειλέτη. Ρητά αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι στην κατάληξη του αυτή το Ανώτατο έλαβε υπόψη το ότι όλα όσα αναδύονταν από την αίτηση, η οποία διαπιστώθηκε να είχε γίνει στον προβλεπόμενο Τύπο, καταδείκνυε ότι επρόκειτο για αίτηση που είχε γίνει από τους ίδιους τους πιστωτές του εκεί οφειλέτη, έστω και αν υπογράφετο από τους εξουσιοδοτημένους δικηγόρους τους. Επισημαίνεται μάλιστα μεταξύ άλλων ότι σε εκείνη την αίτηση «ρητά δε αναφέρεται.ότι πρόκειται για αίτηση η οποία γίνεται από τους (πιστωτές).», ότι «..όλα τα παρατιθέμενα.στοιχεία ξεκάθαρα φαίνονται ότι προέρχονται από τους ίδιους τους εφεσίβλητους ως αιτητές και όχι από τους δικηγόρους τους ή άλλους, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού, π.χ. "Εμείς οι Marfin Popular Bank Co. Ltd.....αναφέρουμε τα ακόλουθα..." ". ότι η μόνη εξασφάλιση που κρατούμε..." κλπ.». Ουσιαστικά, ο λόγος που το Ανώτατο έκρινε την εκεί παρατυπία ως θεραπεύσιμη ήταν, όπως καταληκτικά σημειώθηκε στην απόφαση, το ότι ενώ κατά τ' άλλα επρόκειτο για μια σωστή και τεκμηριωμένη αίτηση πτώχευσης η οποία ξεκάθαρα φαινόταν να προέρχεται από τους εκεί αναφερόμενους πιστωτές, εντούτοις «. το μόνο ελάττωμα είναι στο θέμα της υπογραφής της αίτησης, αντί από τους εφεσίβλητους, από τους δικηγόρους τους.». Στην παρούσα περίπτωση όμως δεν μπορεί να λεχθεί ότι ισχύουν τα ίδια. Εξηγώ. Παρά όμως το ότι όπως και στην Βιολάρης, ο Τύπος της παρούσας αίτησης είναι ο σωστός και παρά το ότι φαίνεται να έχουν περιληφθεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά στην παρούσα περίπτωση από την περίπτωση στην Βιολάρης. Η εν λόγω διαφορά έγκειται στο ότι από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην παρούσα αίτηση όχι μόνο δεν καταδεικνύεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για αίτηση που προέρχεται μόνο από τον πραγματικό εξ' αποφάσεως πιστωτή του καθ' ου η αίτηση, ήτοι τον Πογιατζή, όπως ήταν η περίπτωση στην Βιολάρης, αλλά αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση ο Ασπρόφτας, αντίθετα με την εικόνα που παρουσιάζει στην Ε/Δ του, παρουσιάζεται στο κυρίως σώμα της αίτησης να εμπλέκεται στην υποβολή της αίτησης προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου που επικαλείται αλλά και να εμπλέκει τα δικά του προσωπικά συμφέροντα στο εξ' αποφάσεως χρέος, χωρίς όμως αυτό να δικαιολογείται από την απόφαση στην XXXXX/
- Τα αποσπάσματα από την αίτηση που παραθέτω πιο κάτω μιλούν θεωρώ από μόνα τους. «.Ημείς ο XXXXX Ασπρόφτας εκ Λευκωσίας . αιτούμεθα παρά του Δικαστηρίου.όπως εκδώση διάταγμα παραλαβής.και λέγομεν.ότι ο ρηθείς XXXXX Κυπριανού, αληθώς και δικαίως οφείλει εις ημάς τα ποσά των.Ότι ούτε ημείς ή οιονδήποτε άλλον πρόσωπο εκ μέρους ημών έχουμε οιανδήποτε ασφάλεια.» Δημιουργείται συνεπώς σοβαρή αμφιβολία ως προς το ποιο είναι το πρόσωπο που φαίνεται πραγματικά να υποβάλλει και προωθεί την παρούσα αίτηση. Ο Πογιατζής που είναι ο εξ' αποφάσεως πιστωτής και δικαιούται να αιτηθεί την πτώχευση αλλά δεν υποβάλει ούτε και υπογράφει την αίτηση, ο Ασπρόφτας που υπογράφει και υποβάλλει την αίτηση αλλά δεν είναι πιστωτής και δεν δικαιούται να αιτείται την πτώχευση στη βάση της απόφασης στην XXXXX/05 ως παρουσιάζεται να αιτείται, ή και οι δύο μαζί; Αυτή η σοβαρή αμφιβολία καθιστά θεωρώ αδύνατο στην παρούσα περίπτωση να αγνοηθεί και να θεραπευτεί η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τις νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν το ποιος μπορεί να υποβάλει και να υπογράψει μια αίτηση πτώχευσης, εφόσον δεν είναι θέμα να αλλαχτεί απλά μια υπογραφή, όπως ήταν και το μόνο διορθωτικό μέτρο που κρίθηκε ότι χρειαζόταν να γίνει στη Βιολάρης, αλλά θα πρέπει ουσιαστικά να αλλάξει όλη η επίδικη αίτηση ώστε να καταστεί ξεκάθαρο τουλάχιστον από ποιον είναι που υποβάλλεται. Αναφέρω τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζω ότι η αίτηση θα μπορούσε ίσως να υποβληθεί από τον Πογιατζή και να υπογραφεί από τους δικηγόρους του, ήτοι τους G.& A. Ladas LLC. Λαμβανομένου όμως υπόψη αφ' ενός ότι αν ήταν ξεκάθαρο ότι η αίτηση υποβάλλετο ή προέρχετο αποκλειστικά από τον Πογιατζή, τότε ενδεχομένως να τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κ.49[1] και να έπρεπε ο τελευταίος, ως πιστωτής που διαμένει στο εξωτερικό, να διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια εξόδων, ενδεχόμενο το οποίο ουσιαστικά αποφεύγεται με την προβολή του Ασπρόφτα, κάτοικου Κύπρου, ως ένα από τα πρόσωπα που αιτούνται την υπό κρίση πτώχευση - «Ημείς.αιτούμεθα» και αφ' ετέρου ότι η ρητή ένσταση που πρόβαλε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση για την εμπλοκή του Ασπρόφτα, συνιστούσε το βασικότερο ουσιαστικά άξονα των θέσεων της, με την εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου που πραγματικά υποβάλλει την αίτηση να συνιστά παράγοντα άμεσα σχετικό και με τον άλλο ισχυρισμό που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση, ήτοι ότι πρόκειται για αίτηση που σκοπεύει μόνο στο να ασκηθεί πίεση για να πληρωθούν δικηγορικά έξοδα, κρίνω ότι κανένα διορθωτικό μέτρο δεν θα μπορούσε να ληφθεί στο παρόν στάδιο ή να διαταχθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο χωρίς να προκληθεί αδικία στην πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά προφανώς τα δικαιούται ο καθ' ου η αίτηση ως ο επιτυχών διάδικος. Έχω όμως προβληματιστεί ως προς το ποιος θα πρέπει να διαταχθεί να καταβάλει τα εν λόγω έξοδα εφόσον το θέμα αυτό άπτεται του ποιος πραγματικά είναι που υπέβαλε και προώθησε την υπό κρίση αίτηση. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο Ασπρόφτας έχει ο ίδιος χρησιμοποιήσει για σκοπούς υποβολής της αίτησης τον πληθυντικό αριθμό - «Ημείς.αιτούμεθα», ότι ο Πογιατζής έχει εξουσιοδοτήσει τον Ασπρόφτα να υποστηρίξει την αίτηση με Ε/Δ και ότι η προβαλλόμενη «συνύπαρξη» του Ασπρόφτα ως αιτητή, ενέταξε την αίτηση εκτός της εμβέλειας του Κ.49, οι πρόνοιες του οποίου αφορούν ακριβώς στο θέμα των εξόδων όταν ο πραγματικός αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικασθούν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα εναντίον και του Ασπρόφτα αλλά και του Πογιατζή, και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- A petitioning creditor who is resident abroad, .may be ordered to give security for costs to the debtor cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο