Δημητρίου ν. Αλκιβιάδη, Αρ. Αγωγής: 2789/18, 5/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2789/18 Μεταξύ: XXXXX Δημητρίου Ενάγουσας και XXXXX Αλκιβιάδη Εναγομένου --------------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος 05 Φεβρουαρίου 2020 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κος Κακουλλής Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κα Δρυμιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που ακολουθούν, εν πολλοίς παραδεκτά, επιβεβαιώνουν πως το ποικιλόμορφο των ανθρωπίνων συναλλαγών είναι άνευ ορίου και δεν μπαίνει σε στεγανά. Είναι τούτες οι συναλλαγές ευφάνταστες και ποικιλόμορφες σε βαθμό που δύσκολα ο ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει εκ των προτέρων. Περιπλέον εδώ ακριβώς είναι που οφείλεται και η πολυπλοκότητα και ενίοτε το δυσνόητο αρκετών συμβάσεων. Αν και η επίδικη σύμβαση έχει λιτό περιεχόμενο, εν τούτοις δεν φείδεται φαντασίας. Αφήνω όμως τις περιφράσεις και σπεύδω σε αυτό που αφορά η αίτηση. Με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το πλήρες αιτητικό της αίτησης έχει ως ακολούθως: « Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο και / ή στους αντιπροσώπους του και / ή στους υπαλλήλους του και / ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εκ μέρους του και / ή εξουσιοδοτήθηκε από αυτόν, να εισέρχεται παράνομα στην ισόγεια οικία η οποία αποτελεί μέρος και / ή βρίσκεται στο ακίνητο με τα πιο κάτω στοιχεία και περιγραφή το οποίο αποτελείται από την αναφερόμενη ισόγειο οικία και μια ανώγειο οικία και / ή να παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο και / ή ενέργεια του την Ενάγουσα, από την απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος χρήσης της οικίας με τα πιο κάτω στοιχεία και περιγραφή, σύμφωνα με τους όρους του πωλητήριο έγγραφο ημερ. 25/5/2014, το οποίο είχε συνάψει με τον Εναγόμενο: ΕΠΑΡΧΙΑ: Λευκωσία ΔΗΜΟΣ / ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Κακοπετριά ΕΝΟΡΙΑ: 00 ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ: Μέσα στο Χωριό ΑΡ. ΕΓΓΡΑΦΗΣ: 0/XXXXX Φ/ΣΧΕΔΙΟ: 37/210104 ΑΡ. ΤΕΜ.: XXXXX ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ: Διώροφη κατοικίας ΟΔΟΣ: XXXXX Β) Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το ποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος και / ή οι αντιπρόσωποι του, όπως παύσουν να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην ως άνω αναφερόμενη ισόγειο οικία και / ή να παρεμποδίζουν την Ενάγουσα και / ή την οικογένεια της από την άσκηση του αναφερόμενου δικαιώματος χρήσης της ως άνω περιγραφόμενης οικίας. Γ) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος, να μεταφέρει τον εξοπλισμό της ισογείου οικίας και τα προσωπικά αντικείμενα της Ενάγουσας και της οικογένειας της εντός αυτής.» Η αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρα 4 και 9· στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν14/60 άρθρο 32· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κ.κ.1-9· και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη και κύρια ένορκη δήλωση είναι του Κυριάκου Δημητρίου, συζύγου της ενάγουσας (στη συνέχεια ο σύζυγος της ενάγουσας) και η δεύτερη της ενάγουσας, που απλώς υιοθετεί και επιβεβαιώνει την ορθότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του συζύγου της. Ο εναγόμενος δεν συναινεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εξού και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με πολυάριθμους λόγους. Δεν εξυπηρετεί μεταφορά των λόγων ένστασης, άλλωστε πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο σχολιάζονται οι λόγοι που ο εναγόμενος επικαλείται. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο εναγόμενος. Σημειώνεται ότι κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ο εναγόμενος καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Μετά την καταχώριση τούτης της συμπληρωματικής ανάλογο αίτημα υποβλήθηκε και από την πλευρά της ενάγουσας και το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, πάλιν ενέκρινε τούτο. Σε αυτή την περίπτωση καταχωρίστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις. Τη μία ορκίζεται και πάλι ο σύζυγος της ενάγουσας, ενώ τη δεύτερη ορκίζεται κάποιος XXXXX Παμπουλλίδης. Σημειώνεται ότι η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις, δοθέντος ότι δεν ζητήθηκε αντεξέταση. Απλή και μόνο ανάγνωση του συνόλου των ενόρκων δηλώσεων αποκαλύπτει ότι δεν είναι το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου διευκολύνει τη διαδικασία να παρατεθεί τούτο το κοινό πλαίσιο. Υποδεικνύεται εν τούτοις ότι όπου οι θέσεις των μερών διαφέρουν, ευθύς θα παρατίθενται αμφότεροι οι ισχυρισμοί, ώστε ο αναγνώστης να δύναται να αποκομίσει την όλη εικόνα και να αντιληφθεί τα επίδικα ζητήματα. Οι δύο πλευρές ομονοούν ότι οι μεταξύ τους συμφωνίες είναι πέραν της μίας. Διαφωνούν όμως ως προς το περιεχόμενο της πρώτης, χρονικά, συμφωνίας, ως εκ τούτου ευθύς προχωρώ στη δεύτερη που είναι αποδεχτή και από τις δύο πλευρές. Η άλλη συμφωνία σχολιάζεται στη συνέχεια. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η ενάγουσα και ο εναγόμενος την 25/05/2014 συνομολόγησαν πωλητήριο έγγραφο. Τούτο το πωλητήριο έγγραφο είναι το τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση και ο εναγόμενος δέχεται τη συνομολόγηση τούτου (στη συνέχεια το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο). Έχει σημασία να σκιαγραφηθεί το περιεχόμενο τούτου του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου, καθ' ότι σε αυτό είναι που εδράζεται η διαφορά των μερών. Με βάση τα εκεί αναφερόμενα η ενάγουσα (περιγράφεται ως Α συμβαλλόμενη) είναι ιδιοκτήτρια αναφερόμενου ακινήτου στο Παραλίμνι. Ο δε εναγόμενος (περιγράφεται ως Β συμβαλλόμενος) είναι ιδιοκτήτης ακινήτου στην Κακοπετριά. Σημειώνεται ότι στην περιγραφή των στοιχείων του ακινήτου του εναγομένου το μερίδιο τούτου ρητά αναφέρεται ως 1/2 του όλου. Αν αυτό έχει κάποια σημασία στην εξέλιξη του επίδικου αιτήματος και ποια είναι τούτη, θα φανεί στη συνέχεια. Περαιτέρω στο δεύτερο πωλητήριο έγγραφο αναφέρεται ότι επιθυμία των συμβαλλομένων είναι να ανταλλάξουν τα ακίνητα τους και τέλος, ότι στα πλαίσια της εν λόγω ανταλλαγής η ενάγουσα έχει υποθηκεύσει το ακίνητό της (νοείται το ακίνητο στο Παραλίμνι) προς όφελος του εναγομένου. Η συμφωνία των διαδίκων αναφέρει πως η ενάγουσα θα μεταβιβάσει το 1/3 εκ των 2/3 του δικού της ακινήτου ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου του εναγομένου και της πληρωμής σε αυτήν του ποσού των €50.000 από τον εναγόμενο. Αναφέρεται εκεί πως τα μέρη συμφώνησαν επί τοπογραφικού σχεδίου ποιο είναι το μέρος του τεμαχίου, δηλαδή το προμνησθέν 1/3, που θα μεταβιβαστεί στον εναγόμενο. Εν τούτοις το αναφερόμενο τοπογραφικό σχέδιο δεν προσκομίστηκε ως τεκμήριο. Άλλη πρόβλεψη του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου είναι πως κανείς εκ των συμβαλλομένων δεν δικαιούται να προχωρήσει σε πώληση ή μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του άλλου μέρους. Προβλέπεται ακόμη ότι αν εντός δύο ετών από την υπογραφή του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου ο εναγόμενος αποδεσμεύσει το ακίνητο της ενάγουσας από την υποθήκη, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία, δηλαδή το πωλητήριο έγγραφο, σε διαφορετική περίπτωση υποχρεούνται να εκτελέσουν τους όρους τούτης. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα έχει στην κατοχή της τόσο την οικία του εναγομένου (δηλαδή την οικία στην Κακοπετριά) όσο και το δικό της ακίνητο (δηλαδή την οικία στο Παραλίμνι) και γι' αυτό θα φέρει την ευθύνη για την πληρωμή φόρων και τελών. Μάλιστα σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας ο εναγόμενος υποχρεούται να παράσχει προθεσμία δύο μηνών στην ενάγουσα για παράδοση της οικίας στην Κακοπετριά. Αποδεκτό είναι ακόμη ότι το δεύτερο αυτό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Πέραν όσων αναφέρονται στο δεύτερο πωλητήριο έγγραφο, ο εναγόμενος ρητά αναγνωρίζει πως η ενάγουσα υποθήκευσε την κατοικία της στο Παραλίμνι και ότι έλαβε ο ίδιος το ποσό του δανείου, καθώς ότι ανέλαβε να πληρώσει τούτο, ενώ προσθέτει περαιτέρω ότι και η οικία στην Κακοπετριά ήταν και εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένη. Άλλωστε η πλευρά της ενάγουσας προσκόμισε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο Β, δηλαδή βεβαίωση Συνεργατικού Ιδρύματος, ημερομηνίας 05/03/2014, όπου φαίνεται πως η οικία της ενάγουσας στο Παραλίμνι υποθηκεύθηκε για ποσό €150.000, το οποίο παραχωρήθηκε στον εναγόμενο και στη σύζυγό του, ονόματι XXXXX Βρυωνίδη. Παρεμβάλλεται εδώ ότι όπως έχει ήδη αναφερθεί τα πιο πάνω συνιστούν γεγονότα που και οι δύο πλευρές αποδέχονται. Αυτό ας μην εκληφθεί ότι σημαίνει διαπίστωση γεγονότων, πόσο μάλλον τελεσίδικα ευρήματα. Δεν προσφέρεται τούτο το στάδιο για κάτι τέτοιο. Όπως αναλύεται και πιο κάτω, εκ πρώτης όψεως είναι που το Δικαστήριο καταλήγει σε κάποιο πλαίσιο γεγονότων, το οποίο αφορά αποκλειστικά αυτή την ενδιάμεση διαδικασία και δεν καθορίζει την πάρα πέρα πορεία της υπόθεσης (βλ. Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφ. Ε187/17, 25/01/2019). Η διαφορά των διαδίκων, βάσει πάντα των ισχυρισμών σε αμφότερες τις ένορκες δηλώσεις, τοποθετείται χρονικά πριν τη συνομολόγηση του προμνησθέντος πωλητηρίου εγγράφου (τεκμήριο Γ στην αίτηση). Η πλευρά της ενάγουσας υποστηρίζει ότι πριν το τεκμήριο Γ και συγκεκριμένα την 30/11/2009, υπεγράφη άλλο πωλητήριο έγγραφο, αυτό όμως μεταξύ της ενάγουσας και της αδελφής του εναγομένου, ονόματι XXXXX Α. Αλκιβιάδου. Τούτο φέρεται να είναι το τεκμήριο Α στην αίτηση. Σύμφωνα με την ενάγουσα και αυτή η συμφωνία προνοούσε για ανταλλαγή των ίδιων οικιών, ενώ ρητώς μνημονεύετο και η υποχρέωση της ιδίας για υποθήκευση της οικίας της στο Παραλίμνι ως εγγύηση δανείου του εναγομένου και της συζύγου του και πως το ποσό του εν λόγω δανείου θα χρησιμοποιείτο για αναπαλαίωση της οικίας στην Κακοπετριά, που θα ολοκληρώνετο μέχρι και την 30/06/2011. Αμέσως με την ολοκλήρωση της αναπαλαίωσης αμφότερες οι πλευρές θα προχωρούσαν σε μεταβίβαση της οικίας έκαστου στο άλλο μέρος και η XXXXX Αλκιβιάδου ταυτόχρονα θα κατέβαλλε στην ενάγουσα το ποσό των €70.000. Είναι η θέση της ενάγουσας πως κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν δικαιούτο να προχωρήσει στην πώληση ή μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του άλλου μέρους. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο Α στην αίτηση) ανέλαβε να καταθέσει στο κτηματολόγιο ο εναγόμενος, λέει η ενάγουσα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η οικία στην Κακοπετριά αναπαλαιώθηκε περί τον Μάρτιο του 2012 και κατόπιν τούτου ο σύζυγος της ενάγουσας παρέδωσε στην XXXXX Αλκιβιάδου την οικία στο Παραλίμνι και παρέλαβε την οικία της τελευταίας στην Κακοπετριά. Εν τούτοις η μεταβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε λόγω αδυναμίας της τελευταίας να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των €70.000. Στη συνέχεια όμως η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η XXXXX Αλκιβιάδου μεταβίβασε την περί ης ο λόγος οικία στην Κακοπετριά στον εναγόμενο χωρίς τη συγκατάθεση της και αυτός ήταν και ο λόγος που συνομολόγησαν νέο πωλητήριο έγγραφο, δηλαδή αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε ως δεύτερο πωλητήριο έγγραφο (τεκμήριο Γ στην αίτηση) και που οι δύο πλευρές αποδέχονται τη συνομολόγησή του. Αυτό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Σε σχέση με το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο η πλευρά της ενάγουσας διατείνεται ότι επειδή αυτό προνοούσε πως με την υπογραφή του η ενάγουσα θα γινόταν κάτοχος και των δύο οικιών, συνέχισε να κατέχει την οικία στο Παραλίμνι. Ο σύζυγος της ενάγουσας διατείνεται πως κατά την παραλαβή τούτης ο εναγόμενος του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί χωρίς επισκευή και πως στη συνέχεια διαπίστωσε ζημιές στην οικία και ανέγερση παράνομων κατασκευών. Ο εναγόμενος αρνείται καθετί σχετικό του πρώτου πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή του τεκμηρίου Α στην αίτηση. Αγνοεί λέει την ύπαρξη του και διαψεύδει τον σύζυγο της ενάγουσας σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ανέλαβε να το καταθέσει στο κτηματολόγιο. Μάλιστα αυτή η άρνηση του τεκμηρίου Α στην αίτηση είναι ό,τι προκάλεσε τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον εναγόμενο. Όπως αναφέρει ο εναγόμενος στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έθεσε το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο υπόψιν της αδελφής του, XXXXX Αλκιβιάδου, η οποία τον διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε υπόγραψε τούτο και πως η υπογραφή που φέρει δεν είναι δική της. Περιπλέον του παρέδωσε αντίγραφο της συμφωνίας που υπέγραψε και τούτο είναι το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή δε η συμφωνία, αναφέρει ο εναγόμενος, είναι μεταξύ της αδελφής του και εταιρείας συμφερόντων της εναγούσης και του συζύγου της και αφορούσε την αγορά του 1/2 της επίδικης οικίας στην Κακοπετριά. Επιστρέφοντας στην πρώτη ένορκη δήλωση του εναγομένου παρατηρείται ότι διατείνεται πως η επίδικη οικία στην Κακοπετριά ανέκαθεν του ανήκε και η αδελφή του τυπικά ήτο ιδιοκτήτρια τούτης. Όλες δε οι συμφωνίες με την ενάγουσα και τον σύζυγό της έγιναν με τον ίδιο προσωπικά και όχι με την XXXXX Αλκιβιάδου, η οποία απλώς υπέγραψε ένα προσωρινό πωλητήριο έγγραφο μέχρις ότου η οικία μεταβιβαστεί επ' ονόματί του, ότε και θα υπογράφετο η τελική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας, πράγμα που έγινε. Επίσης η οικία στο Παραλίμνι στον ίδιο είναι που παρεδόθη και όχι στην XXXXX Αλκιβιάδου. Μάλιστα την χρησιμοποιούσε ως εξοχική κατοικία και με τη σύμφωνο γνώμη του συζύγου της εναγούσης προέβη σε βελτιωτικές ενέργειες. Σε σχέση με την οικία στο Παραλίμνι αρνείται τους ισχυρισμούς του συζύγου της ενάγουσας και υποστηρίζει ότι όταν την παρέδωσε ήταν σε άριστη κατάσταση. Είχε ανακαινίσει τούτην, ισχυρίζεται, καθώς και εξοπλίσει και επιπλώσει. Την χρησιμοποιούσε για αρκετό διάστημα και ο λόγος που την εγκατέλειψε και την παρέδωσε στην ενάγουσα, ήταν επειδή συγγενικά πρόσωπο της τελευταίας τον εξανάγκασαν με τη συμπεριφορά τους. Προτού παρατεθούν οι περαιτέρω ισχυρισμοί των διαδίκων, παρεμβάλλει νομικό ζήτημα που αρμόζει να τεθεί τώρα, εφόσον θα εξυπηρετήσει την κατανόηση της απόφασης. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, δοθέντος ότι το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, δηλαδή το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Στην προκείμενη περίπτωση η σημασία της πιο πάνω αρχής συναρτάται με τους αντίθετους ισχυρισμούς των διαδίκων για το πρώτο πωλητήριο έγγραφο που υπέγραψαν. Σε τούτο το στάδιο της διαδικασίας, που ό,τι εξετάζεται είναι μόνο το αίτημα για προσωρινό διάταγμα, δεν είναι καθοριστικής σημασίας αν οι διάδικοι υπέγραψαν είτε το τεκμήριο Α στην αίτηση, είτε το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγομένου. Δοθέντος ότι και οι δύο πλευρές ομονοούν ότι η πρώτη συμφωνία, όποια και αν είναι αυτή, αντικαταστάθηκε από το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο, τεκμήριο Γ στην αίτηση, δεν χρειάζεται και ούτε αρμόζει να αποφασιστεί ποιο είναι το έγγραφο που προηγήθηκε. Η δέσμευση των μερών εμφαίνεται σε αυτό το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο, δηλαδή στο τεκμήριο Γ στην αίτηση και συνεπώς σε αυτό είναι που θα περιοριστεί και η πάρα πέρα εξέταση του Δικαστηρίου. Νομική θεώρηση της αίτησης από αυτή τη σκοπιά φανερώνει ότι οι προμνησθέντες ισχυρισμοί των διαδίκων σε σχέση με το πρώτο πωλητήριο έγγραφο που υπογράφηκε δεν συμπεριλαμβάνονται στην γκάμα επίδικων ζητημάτων και συνεπώς δεν θα εξεταστούν. Ανάλογη είναι και η τύχη των ισχυρισμών που αφορούν την κατάσταση της οικίας στο Παραλίμνι. Ζητούμενο δεν είναι η οικία στο Παραλίμνι, αλλά η οικία στην Κακοπετριά. Συνεπώς η εξέταση του αιτήματος δεν εξυπηρετείται αποφασίζοντας αυτές τις αντεγκλήσεις των διαδίκων, διεργασία η οποία απαιτεί σε βάθος αξιολόγηση που σε αυτό το στάδιο είναι ανεπίτρεπτη. Όσο δε για το ποιος κατείχε εν τέλει τις δυο οικίες, ο όρος 4 του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου που οι διάδικοι δέχονται (τεκμήριο Γ στην αίτηση), ρητά αναφέρει ότι παραμένουν στην κατοχή της Α Συμβαλλόμενης, δηλαδή της ενάγουσας και το μόνο που απομένει είναι να εξεταστεί αυτό το στοιχείο στο πλαίσιο των ισχυρισμών που αφορούν όσα έπονται χρονικά της συνομολόγησης του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου. Τώρα, οι διάδικοι ομονοούν σε κάτι ακόμη. Τούτο είναι πως μετά τη συνομολόγηση του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή του τεκμηρίου Γ στην αίτηση, προέβησαν σε νέα συμφωνία, αυτή τη φορά προφορικά. Εκεί όπου διαφωνούν είναι στο περιεχόμενο τούτης της νέας συμφωνίας. Η πλευρά της ενάγουσας διατείνεται ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2017 οι διάδικοι συμφώνησαν σε ενοικίαση από τον εναγόμενο του ανωγείου μέρους της οικίας στην Κακοπετριά. Θέλει η πλευρά της ενάγουσας την οικία στην Κακοπετριά να διακρίνεται σε δύο μέρη, ανώγειο και ισόγειο και τον εναγόμενο να ενοικιάζει το πρώτο έναντι ετησίου ποσού €1.
- Η ενοικίαση ήταν για την περίοδο 01/08/2017 μέχρι και 31/07/
- Περαιτέρω ο σύζυγος της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι λόγω αυτής της συμφωνίας εκκένωσε την ανώγεια οικία και μετέφερε τα προσωπικά τους αντικείμενα, πλην δύο ερμαριών και ενός κρεβατιού, στην ισόγεια οικία που παρέμεινε στην κατοχή της ενάγουσας. Περαιτέρω παρέδωσε στον εναγόμενο το ενοικιαστήριο έγγραφο που στην αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Δ, ώστε να το μελετήσει, εν τούτοις ουδέποτε υπογράφηκε εφόσον στη συνέχεια αντιμετώπισε (ο σύζυγος της ενάγουσας) σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν κατέστη δυνατή η υπογραφή του. Το τεκμήριο Ε στην αίτηση επιμαρτυρεί τούτα τα προβλήματα υγείας. Λόγω αυτών των προβλημάτων υγείας, αναφέρει ο σύζυγος της ενάγουσας, δεν επισκέφθηκαν την οικία στην Κακοπετριά πριν την 01/10/
- Όταν δε την επισκέφθηκαν την 01/10/2018 διαπίστωσε ότι αλλάχθηκε η κλειδαριά της εισόδου της οικίας στο ισόγειο και πληροφορήθηκε ότι ενοικιάστηκε ως μέρος του πανδοχείου Λινός. Αμέσως κάλεσε την αστυνομία και κατά τη διερεύνηση διαπίστωσε ότι ο εξοπλισμός της οικίας στο ισόγειο είχε υποστεί σοβαρές ζημιές, ενώ πληροφορήθηκε από υπάλληλο του πανδοχείου, κάποιο πρόσωπο ονόματι XXXXX Σιακαλλή, ότι με οδηγίες του εναγομένου η οικία στο ισόγειο ενοικιαζόταν σε μαθητές ως μέρος του πανδοχείου Λινός. Επίσης διαπίστωσε ότι μέρος των προσωπικών αντικειμένων του ιδίου και της ενάγουσας είχαν μετακινηθεί σε ακατάλληλο χώρο και ότι μέρος των προσωπικών τους αντικειμένων και του εξοπλισμού απωλέσθηκε ή κλάπηκε. Η καταγγελία στην αστυνομία είναι το τεκμήριο Στ στην αίτηση. Στον αντίποδα ο εναγόμενος αρνείται ότι του παρεδόθη το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο Δ στην αίτηση και υποστηρίζει ότι η προφορική συμφωνία που έκαναν οι διάδικοι σκοπούσε σε διαφοροποίηση του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου (τεκμήριο Γ στην αίτηση), δηλαδή να του παραχωρηθεί η οικία στο Παραλίμνι, παρά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 του πωλητηρίου εγγράφου. Όταν δε στη συνέχεια εγκατέλειψε την οικία αυτή για λόγους που υποστήριξε και πιο πάνω αναφέρθηκαν, οι διάδικοι συμφώνησαν να την επιστρέψει στην ενάγουσα και παράλληλα εκείνη να του παραδώσει την οικία στην Κακοπετριά. Συμφώνησαν, λέει ο εναγόμενος, να ακυρωθεί η συμφωνία ανταλλαγής, οι δυο οικίες να επιστραφούν στους αρχικούς ιδιοκτήτες τους και ο ίδιος θα μεριμνούσε να απαλλάξει την οικία της εναγούσης από την υποθήκη του δανείου που έλαβε. Μέχρι να γίνει αυτό θα της κατέβαλλε, «Υπό μορφήν ενοικίου και/ή ως συνεισφοράν μου δια την υποθήκην ή άλλως πως», αναφέρει ο εναγόμενος, το ποσό των €1.000 ετησίως, δια την οικία στην Κακοπετριά που του είχε επιστραφεί. Μάλιστα κατέβαλε αυτό το ποσό με δύο επιταγές των €500 έκαστη. Η πρώτη δόθηκε και πληρώθηκε την 01/08/2018 και η άλλη είναι «πληρωτέα» (αυτός είναι ο χρόνος που χρησιμοποιείται) την 30/12/
- Φωτοαντίγραφο των εν λόγω επιταγών είναι το τεκμήριο 1 στην ένσταση. Μάλιστα η ενοικίαση, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, θα συνέχιζε και στο μέλλον, με τον ίδιο να καταβάλλει στο τέλος έκαστου έτους ενοικιάσεως, ως πιο πάνω, το ίδιον ποσόν. Είναι περαιτέρω η θέση του εναγομένου ότι «. η Ενάγουσα εν γνώσει του ενόρκως δηλούντος και/ή με την συνεργασίαν και/ή συνεργείαν του συζύγου της, μου παρέδωσαν την κατοχήν της οικίας μου εις Κακοπετριάν την οποίαν εκκένωσαν από το πλείστον περιεχόμενο της και με οδηγίες τους, μετέφερα και αποθήκευσα τα υπόλοιπα λίγα αντικείμενα και σκεύη που είχαν αφήσει εις αυτήν εις δικήν μου αποθήκη και εξόπλισα εκ νέου την οικίαν ο ίδιος». Ο εναγόμενος υποστηρίζει περαιτέρω ότι του παρεδόθησαν τόσο το ισόγειο όσο και το ανώγειο της οικίας στην Κακοπετριά. Υποδεικνύει ότι η εν λόγω οικία είναι μια και ενιαία, διώροφη και τα δύο μέρη επικοινωνούν μεταξύ τους. Η χρήση τους λέει είναι κοινή, ως φαίνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας, δηλαδή το τεκμήριο 2 στην ένσταση. Η δε ανταλλαγή των οικιών βάσει του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου (τεκμήριο Γ στην αίτηση), αφορούσε μόνο το 1/2 της οικίας στην Κακοπετριά και το υπόλοιπο θα παρέμενε στην ιδιοκτησία του, υποστηρίζει ο εναγόμενος. Προσθέτει ακόμη ότι δεν είναι αλήθεια πως η ενάγουσα και ο σύζυγός της δεν επισκέφθηκαν την Κακοπετριά από τον Σεπτέμβριο του 2017 μέχρι και την 01/10/
- Όπως υποστηρίζει, όχι μόνο την επισκέφθηκαν, αλλά και τους φιλοξένησε ο ίδιος. Με τη συμφωνία ενοικιάσεως συμφωνήθηκε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, να ενοικιάσει το μερίδιον τους στην οικία και όταν ήθελαν ή είχαν ανάγκη διαμονής, να τους φιλοξενεί σε υποστατικά που διαχειρίζεται η επιχείρησή του Linos Inn. Αρνείται τις ισχυριζόμενες ζημίες και/ή κλοπή αντικειμένων και υποστηρίζει ότι πλείστα εκ των αντικειμένων μετακινήθηκαν από τους ιδίους και τα ελάχιστα που έμειναν αποθηκεύθηκαν και πάλι από τους ιδίους, σε αποθήκες της επιχείρησής του. Αυτούς τους ισχυρισμούς του εναγομένου σε σχέση με την προφορική συμφωνία ενοικίασης της οικίας στην Κακοπετριά είναι που σκοπεί να απαντήσει η πλευρά της ενάγουσας με τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Όπως αναφέρθηκε η μια εξ αυτών είναι τρίτου προσώπου ονόματι XXXXX Παμπουλλίδης. Ο εν λόγω δηλώνει ότι για την περίοδο Φεβρουαρίου 2013 και Σεπτεμβρίου 2018 εργαζόταν στις επιχειρήσεις του εναγομένου και λόγω τούτου του γεγονότος γνωρίζει τους διαδίκους. Υποστηρίζει ότι τον Φεβρουάριο του 2016 περιήλθε στην αντίληψή του ότι ο εναγόμενος παραχώρησε το ισόγειο μέρος της επίδικης οικοδομής με τον εξοπλισμό τούτης σε κάποιο αλλοδαπό που εργαζόταν ως μάγειρας σε εστιατόριο του εναγομένου. Περί τον Νοέμβριο του 2016 ο εναγόμενος του έδωσε οδηγίες να μετακινήσει με τη βοήθεια εργατών όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν στην ισόγειο οικία, δηλαδή παλιά διακοσμητικά αντικείμενα, ρουχισμό, είδη κουζίνας, σκεπάσματα και άλλα αντικείμενα, σε αποθήκη που τους υπέδειξε. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 2017 ο σύζυγος της ενάγουσας μετέβη στην Κακοπετριά για να απομονωθεί λόγω θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο και τότε διαπίστωσε τη μετακίνηση των αντικειμένων από την ισόγεια οικία και ανέφερε ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προβούν στην μετακίνησή τους. Κατόπιν τούτου ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στον ομνύοντα Παμπουλλίδη να πράξει ό,τι του ζητηθεί από τον σύζυγο της ενάγουσας και έτσι μετέφεραν πίσω στην ισόγειο οικία τα μετακινηθέντα αντικείμενα. Την επόμενη ημέρα ο σύζυγος της ενάγουσας κάλεσε τον ομνύοντα και του υπέδειξε ένα χαρτοφύλακα ο οποίος ήταν παραβιασμένος και του ανέφερε ότι απουσίαζαν κάποια πολύτιμα αντικείμενα. Επίσης του ανέφερε πως ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι η παραβίαση του χαρτοφύλακα έγινε από κάποιο αλλοδαπό και πως ο εναγόμενος είχε αναλάβει να εντοπίσει και να επιστρέψει τα αντικείμενα. Τέλος, είναι η θέση του ομνύοντα ότι περί τις αρχές του 2018 πήγε στην αποθήκη να πάρει κάτι που χρειαζόταν και εκεί είδε κάποια από τα αντικείμενα που προηγουμένως είχε μεταφέρει στην οικία, μεταξύ αυτών και τον σπασμένο χαρτοφύλακα. Η άλλη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αυτή του συζύγου της ενάγουσας ο οποίος υιοθετεί όσα δηλώνει ο XXXXX Παμπουλλίδης. Περαιτέρω δηλώνει ότι μετέβη με συνοδεία αστυνομίας στο χώρο που ο εναγόμενος τους υπέδειξε ότι αποθήκευσε τα αντικείμενα της ενάγουσας και της οικογένειάς της. Φωτογράφισε μέρος των αντικειμένων στο σημείο όπου βρίσκονταν και οι σχετικές φωτογραφίες είναι το τεκμήριο Α1-4 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Φαίνεται εκεί, αναφέρει ο ομνύων, ότι τα αντικείμενα είναι πεταγμένα και κατεστραμμένα. Επίσης η φωτογραφία τεκμήριο Β απεικονίζει, σύμφωνα με τον ομνύοντα, τον διαρρηχθέντα χαρτοφύλακα, ενώ οι φωτογραφίες τεκμήριο Γ1-3 απεικονίζουν έπιπλα ιδιοκτησίας του που χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο. Προσθέτει ακόμη ότι οι φωτογραφίες τεκμήριο Δ.1 και 2 απεικονίζουν τις δύο επίδικες οικίες και φαίνεται ότι έχουν διαφορετική είσοδο, καθώς ότι ο εναγόμενος τοποθέτησε πινακίδα πώλησης τούτων. Εν κατακλείδι, σχολιάζει ότι το τεκμήριο Α στη δήλωση της ενάγουσας το απεκάλυψε ο εναγόμενος και ότι ως μάρτυρας υπόγραψε ο XXXXX Κουναπής, που είναι συνέταιρος του εναγομένου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Έχει λεχθεί ήδη ότι σε διαδικασίες αυτού του είδους, ενδιάμεσες ούσες, δεν νοείται αξιολόγηση. Βεβαίως όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία δεν παραλείπεται. Διενεργείται όμως περιορισμένα και για σκοπούς μόνο της παρούσας διαδικασίας και αυτό με εκ πρώτης όψεως θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων, με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή που οφείλει να στοιχειοθετήσει όσα το άρθρο 32 του Ν.14/60 διαλαμβάνει (βλ. Δήμος Λάρνακας, πιο πάνω). Καίτοι δεν επιτρέπεται επιλογή εκδοχής κατόπιν εις βάθος εξέτασης λεπτομερειών υποκειμενικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται επανεξέταση των ισχυρισμών του αιτητή «υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς», με στόχο τη διερεύνηση του κατά πόσο οι ισχυρισμοί του δεύτερου (καθ' ου η αίτηση) εξ αντικειμένου ανατρέπουν όσα ο πρώτος ισχυρίστηκε (βλ. Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019). Στην προκείμενη περίπτωση οι εκατέρωθεν θέσεις είναι τοποθετημένες απέναντι η μία από την άλλη και ως εκ τούτου κάποια αξιολόγηση, κατά τον τρόπο που πιο πάνω υπεδείχθη, είναι επιβεβλημένη. Αρμόζει όμως να αναφερθεί ότι για τους ισχυρισμούς που είτε δεν υπήρξε αντίλογος είτε δεν έτυχαν αντεξέτασης, η νομολογία θέλει τούτους να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466. Έχει νομολογηθεί ότι η πρώτη προϋπόθεση που εξετάζεται, εν προκειμένω σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν απαιτεί οτιδήποτε πέραν από το ότι αντικειμενικά το δικόγραφο αποκαλύπτει τέτοιο ζήτημα (βλ. Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, 1793). Περιττό δε να σημειωθεί ότι το γεγονός πως στη δοσμένη περίπτωση το δικόγραφο των εναγόντων είναι γενικώς οπισθογραφημένο με βάση τη Δ.2 κ.1, δεν διαφοροποιεί την οφειλόμενη εξέταση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1235, 1241, όπου αναφέρθηκε ότι· « Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 Α.Α.Δ. 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του.» (η υπογράμμιση δική μου) Εδώ κύριο στοιχείο της απαίτησης της ενάγουσας είναι η ισχυριζόμενη παράνομη είσοδος του εναγομένου στην ισόγειο οικία στην Κακοπετριά και συναφείς τούτης της παρανομίας αξιώσεις που έχουν να κάνουν, είτε με την παρεμπόδιση και αποστέρηση της ενάγουσας από είσοδο στην οικία, είτε ακόμη με απώλεια της χρήσης τούτης και απώλεια της ενοικιαστικής της αξίας. Συναφείς είναι και οι αξιώσεις για απολεσθέντα ή κλαπέντα αντικείμενα και πρόκληση κακόβουλης ζημίας, δοθέντος ότι το σύνολο των αιτιάσεων πηγάζει από αυτή την ισχυριζόμενη παράνομη είσοδο. Γι' αυτή την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν έχει σημασία το ισχυριζόμενο πραγματικό πλαίσιο. Ζητούμενο είναι μόνο η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος από το δικόγραφο αυτό αφ' εαυτό. Με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, άρθρο που κωδικοποίησε το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, καθώς επίσης τη νομολογιακή αρχή που αναγνωρίζει αγώγιμο δικαίωμα επέμβασης μεταξύ συνιδιοκτητών εκεί όπου ο θιγόμενος εκδιώχθηκε από τον άλλο και του αφαιρέθηκε το δικαίωμα κατοχής (βλ. Isthmos Trading Ltd κ.α. ν. Βαρδάρης Σνακ Λιμιτεδ, ECLI:CY:AD:2019:A403, Πολ. Έφ. 506/12, 30/09/2019), καθώς ότι εδώ αυτό είναι, μεταξύ άλλων, που αξιώνεται, είμαι της γνώμης ότι το δικόγραφο της ενάγουσας αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η πιθανότητα επιτυχίας έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού αδικήματος, αλλά μόνο ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, ECLI:CY:AD:2015:A444, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015). Στην υπό κρίση περίπτωση η ουσία του αιτήματος εστιάζεται στο ότι μετά το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο, τεκμήριο Γ στην αίτηση, οι διάδικοι προέβησαν σε νέα προφορική συμφωνία που διαφοροποίησε την προηγούμενη συμβατική τους σχέση. Ότι προέβησαν σε κάποια νέα συμφωνία αυτό φαίνεται να το αποδέχονται και οι δύο πλευρές. Εκεί όπου διαφωνούν είναι στο περιεχόμενο τούτης της συμφωνίας. Η μεν ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αφορούσε ενοικίαση του ανώγειου μέρους της οικίας στην Κακοπετριά, ο δε εναγόμενος ότι ακύρωσε το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο, του επιστράφηκε ολόκληρη η οικία στην Κακοπετριά και ότι θα κατέβαλλε στην ενάγουσα το ποσό των €1.000 ετησίως, είτε ως ενοικίαση ολόκληρης της οικίας είτε ως αποζημίωση για την υποθήκη που παρέμεινε να βαραίνει την οικία στο Παραλίμνι. Είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας αποκαλύπτει πιθανότητα επιτυχίας και περαιτέρω ότι τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν από αυτή δεν ανατράπηκαν από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του εναγομένου. Και εξηγώ· ζητούμενο είναι το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, το οποίο ο σύζυγος της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι αφορούσε ενοικίαση του ανώγειου μέρους της οικίας στην Κακοπετριά, ενώ το ισόγειο μέρος θα έμενε στην κατοχή της ενάγουσας. Αυτή ακριβώς η θέση της πλευράς της ενάγουσας είναι που δεν απαντήθηκε από τον εναγόμενο, ενώ από την άλλη οι αιτιάσεις της ενάγουσας δικαιολογούνται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχάς ο όρος 4 του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή του τεκμηρίου Γ στην αίτηση, διαλαμβάνει ότι μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης η ενάγουσα θα λάβει κατοχή και των δύο οικιών, δηλαδή Παραλίμνι και Κακοπετριά. Γι' αυτό το πλαίσιο της διαδικασίας δεν έχει σημασία αν αυτό έγινε και για τις δύο οικίες. Ενδιαφέρει μόνο η οικία στην Κακοπετριά και επ' αυτού ο εναγόμενος δέχεται ότι η ενάγουσα έλαβε κατοχή τούτης (βλ. παράγραφο 10 ένστασης εναγομένου). Ας σημειωθεί ότι στην παράγραφο 5 της αίτησης, την οποία ο εναγόμενος δέχεται, αναφέρεται ότι: « Ήταν ρητός και / ή εξυπακουόμενος όρος της αναφερόμενης συμφωνία των διαδίκων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ), ότι μεταξύ άλλων η Ενάγουσα θα συνέχιζε να κατέχει την περιγραφόμενη στην παράγραφο 2 πιο πάνω διώροφη οικία. Ταυτόχρονα με την σύναψη της συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ), παρέλαβα την οικία της Ενάγουσας στο Παραλίμνι, καθ' ότι όπως μου δήλωσε ο Εναγόμενος η οικία βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση και δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί χωρίς επισκευή. Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι στην οικία της Ενάγουσας πέραν των ζημιών που προκλήθηκαν σ' αυτήν, είχαν ανεγερθεί και παράνομες κατασκευές». Και είναι σε σχέση με αυτό το σκέλος της συμφωνίας που ο εναγόμενος διατείνεται ότι επήλθε διαφοροποίηση. Συνεπώς επί του προκειμένου η θέση του εναγομένου είναι ότι αν και αρχικά η ενάγουσα έλαβε κατοχή της οικίας στην Κακοπετριά, ακολούθως παρέδωσε τούτη. Επ' αυτού όμως είναι που η μαρτυρία θέλει την ενάγουσα και όχι τον εναγόμενο, να επιβεβαιώνεται. Από τη μαρτυρία του Παμπουλλίδη προκύπτει ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο σύζυγος της ενάγουσας μετέβη και διέμεινε στην οικία στην Κακοπετριά τον Σεπτέμβριο του
- Από την άλλη είναι κοινή θέση των δύο πλευρών ότι η ενοικίαση της οικίας στην Κακοπετριά από τον εναγόμενο, αφορούσε την περίοδο 01/08/2017 με 31/07/
- Προκύπτει τούτο από το σύνολο των ισχυρισμών του εναγομένου αλλά ιδιαίτερα από το φωτοαντίγραφο των δύο επιταγών, τεκμήριο 1 στην ένσταση, όπου στο κάτω μέρος σημειώνεται ότι αυτές δόθηκαν ως ενοίκιο από 01/08/2017 έως 31/07/
- Σχετικές είναι και οι παράγραφοι 15 και 20 στην ένσταση. Πώς όμως η πλευρά της ενάγουσας θα παραχωρούσε προς ενοικίαση ολόκληρη τη διώροφη οικία τον Αύγουστο του 2017 και όμως τον Σεπτέμβριο του 2017, ένα μήνα μετά, να διαμείνει εκεί ο σύζυγος της ενάγουσας. Μάλιστα αυτή η διαμονή του συζύγου της ενάγουσας στο συγκεκριμένο χρόνο, δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Η διαμονή του εκεί κατά το χρόνο που η ενοικίαση βρίσκετο σε ισχύ, καταδεικνύει και την αυτοτέλεια των δύο τμημάτων της οικίας, δηλαδή ισόγειο και ανώγειο. Περιπλέον, αν και ο εναγόμενος διατείνεται ότι η οικία στην Κακοπετριά είναι μια και όχι δύο ανεξάρτητα τμήματα, ήτοι ανώγειο και ισόγειο, εν τούτοις η αναμφισβήτητη μαρτυρία του Παμπουλλίδη και πάλιν, θέλει τον εναγόμενο να εκμεταλλεύεται μέρος της οικίας, δηλαδή ενοικιάζοντας το ισόγειο μέρος τούτης σε κάποιο αλλοδαπό. Αναμφισβήτητες όμως παρέμειναν και δύο καθοριστικές θέσεις του συζύγου της ενάγουσας. Η πρώτη έχει να κάνει με την αντίκρουση του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι η υπό κρίση οικία στην Κακοπετριά δεν αποτελείται από δύο ανεξάρτητα τμήματα. Επ' αυτού ο σύζυγος της ενάγουσας προσκόμισε το τεκμήριο Δ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η μια εκ των δύο φωτογραφιών δεικνύει σκαλοπάτια που σύμφωνα με τον ομνύοντα συνιστούν διαφορετική είσοδο, ενώ είναι η θέση του ότι τα δύο τμήματα της διώροφης οικοδομής συνιστούν δύο ανεξάρτητες οικίες. Αυτή η τοποθέτηση του συζύγου της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου θεωρείται δεδομένη. Η άλλη τοποθέτηση του συζύγου της ενάγουσας, που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, συναρτάται με τις φωτογραφίες τεκμήριο Γ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τούτου. Δια αυτές ήταν η θέση του συζύγου της ενάγουσας πως απεικονίζουν έπιπλα ιδιοκτησίας του εντός του ισόγειου μέρους της οικίας στην Κακοπετριά. Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν τις αιτιάσεις της πλευράς της ενάγουσας. Περιπλέον, καταρρίπτουν τη θέση του εναγομένου ότι του ενοικιάστηκε ολόκληρη η οικία, ότι η οικία είναι μια και αδιαίρετη και ότι πριν την παράδοση της η ενάγουσα και ο σύζυγος της την εκκένωσαν και ακολούθως την εξόπλισε ο ίδιος. Αν αυτή ήταν η περίπτωση δεν θα περιέχοντο σε αυτή τα έπιπλα της ενάγουσας (τεκμήριο Γ στη συμπληρωματική) και βεβαίως ο σύζυγος της ενάγουσας δεν θα διέμενε εκεί μετά την ενοικίαση, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2017, αν οι δύο οικίες δεν ήταν ανεξάρτητες. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν τις αιτιάσεις του εναγομένου. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις της πλευράς της ενάγουσας καταδεικνύουν, γι' αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας, επέμβαση από τον εναγόμενο στο ισόγειο τμήμα της οικίας στην Κακοπετριά, το οποίο παρέμεινε στην κατοχή της ενάγουσας, ενώ αναμφισβήτητη είναι η μετακίνηση και απώλεια μέρους της περιουσίας τους, ως εξηγήθηκε από τον Παμπουλλίδη και απεικονίζεται στις φωτογραφίες τεκμήρια Α και Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του συζύγου της ενάγουσας. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση είναι πλέον θεμελιωμένο ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Φερ' ειπείν, αν ήθελε θεωρηθεί ότι δικαίως η ενάγουσα απαιτεί το ισόγειο μέρος της οικίας στην Κακοπετριά, καθίσταται αντιληπτό ότι η αποστέρηση του δικαιώματος κάρπωσης και κατοχής του μέρους που δικαιούται, βάσει πάντα των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, καθώς και επιστροφή της κινητής περιουσίας που διεκδικεί, αυτή η απώλεια δεν μπορεί να ικανοποιηθεί άλλως πως, δηλαδή με υλική αποζημίωση. Το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Παρεμβάλλει δικαίωμα απόλαυσης της εν λόγω περιουσίας, που αν ήθελε αποστερηθεί δεν μπορεί να τύχει πλήρους αποκατάστασης και η όποια αποζημίωση δεν θα προβεί σε πλήρη επανόρθωση παρά μόνο σε μερική ικανοποίηση. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρούται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, πιο πάνω, υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι· « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Στη δοσμένη περίπτωση αν δεν ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ώστε η ενάγουσα να δύναται να χρησιμοποιήσει το ισόγειο μέρος της οικίας στην Κακοπετριά καθώς και τα αντικείμενα που επιδιώκει να ανακτήσει, θα αποστερηθεί της απόλαυσης τούτων, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή που το δίκαιο κλίνει υπέρ του εναγομένου, ο τελευταίος απλώς θα ζημιωθεί οικονομικά. Και μπορεί, πιστεύω, το Δικαστήριο να εικάσει ότι εφόσον η ενοικιαστική αξία του υποστατικού είναι €1.000 ετησίως, σε περίπτωση που δικαιωθεί ο εναγόμενος η τυχόν ζημία τούτου δεν μπορεί να αποκλίνει παρασάγγας από αυτό το ποσό. Από την άλλη, τυχόν απόρριψη των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα επηρεάσει μόνο την ενάγουσα. Πέραν τούτης θα επηρεαστεί και ο σύζυγός της, ιδιαίτερα εφόσον μέρος της κινητής περιουσίας του ανήκει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαι πεπεισμένος ότι το δίκαιο του πράγματος επιβάλλει έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Για να το θέσω στους όρους της υπόθεσης Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019· « Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Οι αιτιάσεις του εναγομένου στη γραπτή αγόρευση, στην έκταση που άπτονται των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, έχουν ήδη απαντηθεί από τα προμνησθέντα. Πέραν όμως αυτών ο εναγόμενος αιτιάται ότι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος και ως εκ τούτου δεν νοείται έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η σχετική τοποθέτηση του εναγομένου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Παραγνωρίζει ο εναγόμενος ότι η αίτηση δεν ήχθη στο Δικαστήριο ex-parte αλλά δια κλήσεως. Κατ' επέκταση δεν διέπεται από τα νομολογηθέντα σε σχέση με το κατεπείγον. Ανάλογα ισχύουν και για την άλλη εισήγηση του εναγομένου, δηλαδή ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Κατ' αρχάς υποδεικνύεται ότι η διαδικασία και δη η πλευρά του εναγομένου, δεν απεκάλυψαν τέτοια γεγονότα, δηλαδή ουσιώδη που απεκρύβησαν. Αντιθέτως η προηγηθείσα σύνοψη του μαρτυρικού υλικού φανερώνει ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα είναι εκτεταμένη, πλήρης και επί παντός επιστητού της σχέσης των διαδίκων. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Τέλος, ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι ισχύει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και ως εκ τούτου, αγωγή και αίτηση είναι υποκείμενες σε απόρριψη. Ούτε αυτή η θέση του εναγομένου έχει πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό γιατί η κρίση επί της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και με αυτό νοείται πάντα γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεν υιοθέτησε τη θέση πως ενοικιάστηκε ολόκληρη η οικία. Υπερίσχυσε εν προκειμένω η θέση της ενάγουσας ότι μόνο το ανώγειο τμήμα ενοικιάστηκε στον εναγόμενο, γεγονός που δεν επιτρέπει διαπίστωση ότι το ισόγειο τμήμα, που επηρεάζεται από τα αιτούμενα διατάγματα, διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω τα αιτούμενα διατάγματα εγκρίνονται. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως το Α, Β και Γ της αίτησης. Η ενάγουσα να αναλάβει εγγύηση ύψους €10.000. Τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου, καταβλητέα με την αποπεράτωση της υπόθεσης. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο