← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Έ

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Έφεση/Αίτηση 193/2016, 4/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΉ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση 193/2016 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd, από Λευκωσία Αιτήτρια/ Εφεσείουσα Και

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, από Λευκωσία
  2. XXXXX Φρίξου Θεοδοσίου ή Σιαλή XXXXX Κώστα ή XXXXX Θεοδοσιάδου από Λευκωσία
  3. SYR.ITA HOMES LTD, από Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 4.2.2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Γ. Σιοπαχά, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ'ου η αίτηση - Εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγγάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για την Καθ'ης η αίτηση - Εφεσίβλητη αρ. 2: κ. Άγγελος Ιωάννου, για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη. Για την Καθ' ης η αίτηση - Εφεσίβλητη αρ. 3: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση/Έφεση ημερομηνίας 18/04/2016 (εφεξής η «Αίτηση - Έφεση») η Αιτήτρια/Εφεσείουσα (εφεξής η «Εφεσείουσα») ζητά από το Δικαστήριο:
  4. «Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή όπως το Δικαστήριο προβεί στην ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης και/ή απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 24/03/2016 στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ 48/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι της Syrita Homes Ltd δυνάμει σύμβασης, ενώ το ακίνητο βαρύνεται από Υποθήκη/ Εμπράγματο Βάρος προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας-Αιτήτριας.
  5. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
  6. Τα έξοδα της παρούσας Έφεσης/Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση - Έφεση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965), όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 30, 54 και 152 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου τούτου. Οι λόγοι της Έφεσης στους οποίους αυτή στηρίζεται είναι οι ακόλουθοι:
  7. Ο Διευθυντής προέβηκε στην προσβαλλομένη Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές όπως εξηγείται πιο κάτω: Α. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (N.139(I)/2015) (στο εξής «ο Νόμος») παραβιάζουν και περιορίζουν το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25

(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνουν στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία· (β) καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών στη βάση των Υποθηκών (όπως αυτές περιγράφονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει και/ή προσβάλλει και/ή εξαλείφει εντελώς το υπέρ της Αιτήτριας εμπράγματο βάρος και/ή το δικαίωμα της Αιτήτριας επί του ακινήτου χωρίς κανένα αντάλλαγμα και/ή την εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υπό προϋποθέσεις και/ή στην καλύτερη για την Αιτήτρια περίπτωση, υποχρεώνει την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη P & C Theodosiades Developers Ltd, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας (γ) παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν και/ή καταργούν το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. Β. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε παραβιάζουν τα άρθρα 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: (α) επιβάλλουν αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σε αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση· (β) περιορίζουν και/ή απαλλοτριώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του εγγυητή - Καθ' ης η Αίτηση 2 και του πρωτοφειλέτη P&C Theodosiades Developers Ltd και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23 (γ) παραβιάζουν και περιορίζουν το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. Γ. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος: (α) παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον εγγυητή - Καθ' ης η Αίτηση 2 (β) παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης· (γ) εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και/ή εξαλείφοντας και/ή ακυρώνοντας δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές, (δ) κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών· (ε) οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Δ. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών ουσιαστικά επιτρέπουν στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να παρέμβει και/ή αναιρέσει και/ή καταστρατηγήσει την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 04/04/2012 στο πλαίσιο της αγωγής με αριθμό 4383/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  1. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι παράνομη αφού στηρίζεται πάνω στα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε που προσκρούουν στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  2. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση - Έφεση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση του Σάββα XXXXX από Λευκωσία, ημερομηνίας 18/04/2016, την οποία παραθέτω αυτούσια πιο κάτω: «Εγώ, ο υποφαινόμενος Σάββας Άδωνη από Λευκωσία, ορκίζομαι και λέω τα πιο κάτω:
  3. Είμαι τραπεζικός υπάλληλος στην υπηρεσία της Αιτήτριας, γνωρίζω όλα τα γεγονότα σχετικά με αυτήν την υπόθεση και είμαι κανονικά εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας.
  4. Στις 24/12/2015 παρελήφθη από το Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης και Άλλων Εργασιών της Αιτήτριας, ειδοποίηση του Καθ' ου η Αίτηση 1- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας (στο εξής «ο Διευθυντής») ημερομηνίας 18/12/2015 με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ.Σχ 30/13W1, Τεμάχιο XXXXX στη Λακατάμεια - Αγία Παρασκευή (στο εξής «το Ακίνητο»), επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 εταιρείας δυνάμει σύμβασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΠΩΕ 627/
  5. Αντίγραφο της εν λόγω Ειδοποίησης επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  6. Το Ακίνητο είναι μέρος πολυκατοικίας στην οποία έχουν διαμορφωθεί γραφεία, καταστήματα και διαμερίσματα. Με την εν λόγω Ειδοποίηση κλήθηκε η Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής εναντίον της ως άνω περιγραφόμενης Ειδοποίησης - πρόθεσης του Διευθυντή ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ιδιοκτησία.
  7. Το Ακίνητο βαρύνει: (α) η Υποθήκη με ημερομηνία 12/08/1997 και αριθμό ΥXXXXX/97 (στο εξής «η Υποθήκη 1») προς όφελος της Αιτήτριας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 2, (β) η Υποθήκη με ημερομηνία 16/09/1999 και αριθμό ΥXXXXX/99 (στο εξής «η Υποθήκη 2») προς όφελος της Αιτήτριας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3, (γ) η Υποθήκη με ημερομηνία 27/03/2000 και αριθμό ΥXXXXX/00 (στο εξής «η Υποθήκη 3») προς όφελος της Αιτήτριας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 4, (συλλογικά καλούμενες ως «οι Υποθήκες»),
  8. Ο αρχικός αριθμός εγγραφής του ακίνητου στο οποίο κτίστηκε η πολυκατοικία η οποία περιλαμβάνει και το Ακίνητο ήταν XXXXX, φ.Σχ. 30/13W1, τμήμα Β, Τεμάχιο XXXXX - επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του εν λόγω τίτλου. Ακολούθως ο αριθμός άλλαξε σε αριθμό εγγραφής Β-2532, φ.Σχ. 30/13W1, Τεμάχιο 2101 - επισυνάπτω αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής με τον μεταγενέστερο αριθμό εγγραφής ως Τεκμήριο
  9. Μετέπειτα, μετά την ολοκλήρωση της πολυκατοικίας εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για το κάθε γραφείο, κατάστημα ή διαμέρισμα και για το επίδικο Ακίνητο εκδόθηκε ο τίτλος με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, φ.Σχ. 30/13W1, Τμήμα 2, Τεμάχιο XXXXX και διακριτικό αριθμό XXXXX/1/1 - επισυνάπτω αντίγραφο του τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας με τον νέο αριθμό εγγραφής ως Τεκμήριο 7 και αντίγραφο της Κτηματικής Σελίδας Κοινόκτητης Οικοδομής ως Τεκμήριο
  10. Η Υποθήκη 1 συνάφθηκε μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Lombard Natwest Bank Ltd ως εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης της εταιρείας P & C Theodosiades Developers Ltd είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση, μέχρι του ποσού των €717,612.60 (ΛΚ 420,000) πλέον 8% τόκο από την εγγραφή της Υποθήκης πλέον έξοδα για την ανάκτηση του εν λόγο ποσού. Υπάρχει επίσης σχετική πρόνοια στην Υποθήκη 1 με την οποία απαγορεύεται η οποιαδήποτε μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακίνητου χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας. Η Lombard Natwest Bank Ltd είναι προηγούμενη ονομασία της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα η Lombard Natwest Bank Ltd άλλαξε το όνομα της σε Alpha Bank Ltd και ακολούθως σε Alpha Bank Cyprus Ltd - το όνομα της Αιτήτριας ως έχει σήμερα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 9 σχετικά πιστοποιητικά αλλαγής ονόματος του Εφόρου Εταιρειών που επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω.
  11. Η Υποθήκη 2 συνάφθηκε μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Αιτήτριας ως εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης της εταιρείας P & C Theodosiades Developers Ltd είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση, μέχρι του ποσού των €341,720.28 (ΛΚ 200,000) πλέον 8% τόκο τις 16/09/1999 πλέον έξοδα για την ανάκτηση του εν λόγο ποσού. Υπάρχει επίσης σχετική πρόνοια στην Υποθήκη 2 με την οποία απαγορεύεται η οποιαδήποτε μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακίνητου χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας.
  12. Η Υποθήκη 3 συνάφθηκε μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Αιτήτριας ως εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης της εταιρείας P & C Theodosiades Developers Ltd είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση, μέχρι του ποσού των €256,290.21 (ΛΚ 150,000) πλέον 8% τόκο τις 27/03/2000 πλέον έξοδα για την ανάκτηση του εν λόγο ποσού. Υπάρχει επίσης σχετική πρόνοια στην Υποθήκη 3 με την οποία απαγορεύεται η οποιαδήποτε μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακίνητου χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας.
  13. Η Αιτήτρια κίνησε την αγωγή με αριθμό 4383/06 στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον της οφειλέτριας εταιρείας P & C Theodosiades Developers Ltd, της Καθ' ης η Αίτηση 2 και άλλων με σκοπό την ανάκτηση οφειλόμενων ποσών από την οφειλέτρια εταιρεία και την εκποίηση των υποθηκών-εξασφαλίσεων που παραχωρήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και άλλους προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της οφειλέτριας εταιρείας. Στο πλαίσιο της αγωγής αυτής εκδόθηκε απόφαση στις 04/04/2012 με την οποία διατάχθηκε και η εκποίηση του Ακινήτου και Κανόνας Δικαστηρίου με τον οποίο συμφωνήθηκε αναστολή εκτέλεσης της εκποίησης μέχρι τις 31/03/2014 υπό συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι όμως δεν τηρήθηκαν από την οφειλέτρια εταιρεία. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο της εν λόγω απόφασης και του Κανόνα Δικαστηρίου. Επιβεβαιώνω ότι μέχρι σήμερα το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει αποπληρωθεί. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11 κατάσταση λογαριασμού όπου φαίνονται οι πληρωμές από την οφειλέτρια εταιρεία προς το εξ αποφάσεως χρέος.
  14. Η Αιτήτρια καταχώρισε τα ΜΕΜΟ με αριθμό 1/XXXXX/12 και 1/XXXXX/12 προς όφελος της όπως επίσης και τις αιτήσεις αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ΑΝΠ/XXXXX/2009, ΑΝΠ/XXXXX/2009 και ΑΝΠ/XXXXX/
  15. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο έρευνας στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε σχέση με το Ακίνητο όπου φαίνονται όλα τα προαναφερόμενα. Στη βάση των αιτήσεων αναγκαστικής πώλησης ο Διευθυντής είχε νομική υποχρέωση να πωλήσει το Ακίνητο μέσω δημόσιου πλειστηριασμού και να αποδώσει το εκπλειστηρίασμα στην Αιτήτρια, όμως ουδέποτε το έπραξε.
  16. Παρά το γεγονός ότι η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση δεν έχει εξοφληθεί και το Δικαστήριο έχει ήδη διατάξει την εκποίηση των Υποθηκών επί του Ακινήτου οι οποίες εξακολουθούν να βαραίνουν το Ακίνητο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του νέου Τροποιητικού Νόμου 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015)ο οποίος τροποποιεί τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι 2015 (στο εξής «ο Νόμος»), ο Διευθυντής απέστειλε και η Αιτήτρια παρέλαβε την Ειδοποίηση - Τεκμήριο 1, με την οποία ο Διευθυντής την ενημέρωσε για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το Ακίνητο στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 3 εταιρείας και κάλεσε την Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εναντίον της εν λόγω πρόθεσης ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία.
  17. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω οι λόγοι για τους οποίους δύναται η Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση στη βάση των προνοιών του Νόμου είναι συγκεκριμένοι και πολύ περιορισμένοι και δεν καλύπτουν τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται η παρούσα Έφεση/Αίτηση. Παρόλα αυτά, η Αιτήτρια υπέβαλε σχετική ένσταση ημερομηνίας 10/12/2015 η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  18. Ο Διευθυντής απάντησε στην εν λόγω ένσταση της Αιτήτριας με Επιστολή-Απόφαση ημερομηνίας 24/03/2016 και απόρριψε την ένσταση. Η εν λόγω Απόφαση στάλθηκε ανυπόγραφη στην Αιτήτρια μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 29/03/2016 - επισυνάπτω σχετικό αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ως Τεκμήριο 14, ενώ παραλήφθηκε από την Αιτήτρια με συστημένη επιστολή στις 04/04/
  19. Επισυνάπτεται η Επιστολή - Απόφαση ημερομηνίας 24/03/2016 με την σφραγίδα παραλαβής από την Αιτήτρια ως Τεκμήριο 15 στην παρούσα.
  20. Με αυτήν την Απόφαση - Τεκμήριο 15, ο Διευθυντής ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι οι λόγοι ένστασης που προέβαλε μέσω του Τεκμηρίου 13 στην παρούσα δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του Ακινήτου και πως ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην εν λόγω μεταβίβαση εκτός εάν προσκομίσει η Αιτήτρια στον Διευθυντή εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Η προθεσμία εντός της οποίας τέτοιο διάταγμα Δικαστηρίου θα πρέπει να προσκομιστεί στον Διευθυντή δεν ήταν ξεκάθαρη, δηλαδή αν αυτή ξεκινά από την ημερομηνία αποστολής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή από την ημερομηνία λήψης της διπλοσυστημένης επιστολής. Ως εκ τούτου επικοινωνήσαμε με το Κτηματολόγιο Λευκωσίας τηλεφωνικώς και υπάλληλος του Κτηματολογίου κα. XXXXX Χρυσοστόμου μας επιβεβαίωσε ότι η προθεσμία αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία παραλαβής της συστημένης επιστολής, συμπεριλαμβανομένης εκείνης της ημέρας. Συνεπώς η προθεσμία λήγει στις 03/05/
  21. Ως εκ των ανωτέρω, η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση κάνει χρήση του δικαιώματος καταχώρισης Έφεσης στη βάση του άρθρου 51 περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965και 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, εναντίον της Απόφασης του Διευθυντή - Τεκμήριο 15 στην παρούσα.
  22. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η Ειδοποίηση - Τεκμήριο 15 είναι άνευ έννομου αποτελέσματος και είναι άκυρη ή παράνομη εφόσον αυτή στάλθηκε στη βάση προνοιών του Νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές, καθώς αυτές περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ επίσης η Απόφαση του Διευθυντή - Τεκμήριο 15 στην παρούσα προσκρούει και καταστρατηγεί στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών που κατοχυρώνεται με τα άρθρα 54 και 152 του Συντάγματος. Οι λόγοι για τους οποίους οι πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ θεωρούνται ως αντισυνταγματικές πρόνοιες, συγκεκριμενοποιούνται ανωτέρω στην παρούσα Έφεση/Αίτηση. Τους εν λόγω λόγους τους έχω διαβάσει, συμφωνώ με αυτούς, τους υιοθετώ και τους επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας.
  23. Στην βάση των ανωτέρω και των λόγων που εκτίθενται στην παρούσα Αίτηση/Έφεση, και όπως καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και συμβουλεύομαι, η προσβαλλόμενη Απόφαση - Ειδοποίηση Τεκμήριο 15 στην παρούσα, πρέπει να ακυρωθεί.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ'ΟΥ ΑΡ. 1 - ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ Ο Εφεσίβλητος αρ. 1 / Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής η «Εφεσίβλητος 1») καταχώρησε Ένσταση στις 26/10/
  24. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση «1» είναι οι ακόλουθοι:
  25. «Οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  26. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  27. Η Αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πως ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  28. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεισείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του Άρθρου
  29. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  30. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  31. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  32. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια
  33. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτήτριας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  34. Οι υποθήκες με αριθμό XXXXX/97, XXXXX/99 και XXXXX/00 συνάφθηκαν για το ποσό των Λ.Κ.420.000 (€717.612,60) πλέον τόκους, Λ.Κ.200.000 (€341.720) πλέον τόκους και Λ.Κ.150.000 (€256.290) πλέον τόκους αντίστοιχα και εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτήτρια μέχρι το ύψος των ποσών αυτών και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτήτρια παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση.
  35. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  36. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ή/και επεμβαίνει στη δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/04/12 και/ή δεν προσκρούει στην αρχή διάκρισης των εξουσιών.
  37. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 48/2015 είναι καθ όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.». Η Ένσταση «1» βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (9/1965), όπως τροποποιήθηκε, στα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ και 51, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 80 - 81, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1965 άρθρα 5
(1)και 7, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 30, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29 και 30, επί των αρχών της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και τη σχετική επί του θέματος Νομολογίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση 1 εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Χρυσοστόμου, ημερομηνίας 26/10/2016, την οποία παραθέτω αυτούσια πιο κάτω: «Εγώ, η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Χρυσοστόμου, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  1. Εργάζομαι στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Κτηματολογικός Λειτουργός.
  2. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής κατόπιν μελέτης των σχετικών φακέλων και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Για όσα απαιτείται νομική γνώση, έχω συμβουλευτεί τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση.
  3. Έχω διαβάσει τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στην ένσταση που ετοιμάστηκε εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση 1/ εφεσίβλητου 1 και συμφωνώ πλήρως με αυτούς και υιοθετώ το περιεχόμενό τους.
  4. Έχω διαβάσει επίσης την αίτηση και την ένορκη δήλωση της αιτήτριας που τη συνοδεύει και εκτός όπου ρητά προβαίνω σε παραδοχή, δεν παραδέχομαι το περιεχόμενο τους.
  5. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως εξής: (α) Η καθ' ης η Αίτηση/εφεσίβλητη 3, SYR.ITA HOMES LTD, (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η αγοραστής»), υπέβαλε στις 09.09.2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ48/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα της το κατάστημα επί του τεμαχίου XXXXX, τμήμα 4, Φύλλου/Σχεδίου 30/13W1 και αριθμό εγγραφής 0/XXXXX στην ενορία Αγία Παρασκευή, στο Δήμο Λακατάμιας (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ627/2000( στο εφεξής αναφερόμενο το «πωλητήριο έγγραφο»), σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών). (β) Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 29.06.
  6. Η σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 01.06.2000 μεταξύ της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2, κ. XXXXX Θεοδοσιάδου (Φρίξου) (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η πωλήτρια») από Λευκωσία και καθ' ης η αίτηση
  7. Η σύμβαση πώλησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. (γ) Τα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου (Τεκμήριο Β) (δ) Όπως αναφέρω ανωτέρω, στις 09.09.2015, η αγοραστής υπέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την σχετική αίτηση της για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα της, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. (ε) Με την αίτηση της προσκόμισε τις πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Δ.1-
  8. (στ) Στη συνέχεια, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κάλεσε την αγοραστή, με επιστολή του ημερομηνίας 16.10.2015, να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε. (ζ) Ακολούθως, η αγοραστής προσκόμισε βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας του Δήμου Λακατάμιας καθώς και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας, τα οποία επισυνάπτονται ως Παράρτημα ΣΤ1-
  9. (η) Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της καθ' ης η αίτηση
  10. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου, στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Η Έκθεση Ακινήτου έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο Β. (θ) Την 18.12.15 στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) προς την αιτήτρια / εφεσείουσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ζ, για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών XXXXX/1997, XXXXX/2000, XXXXX/1999 και XXXXX/2012, XXXXX/
  11. Για τις προαναφερόμενες υποθήκες έχουν κατατεθεί οι φακέλοι ΑΝΠ101/2009, ΑΝΠ103/2009 και ΑΝΠ106/2009 για αναγκαστική πώληση ενυπόθηκων ακινήτων βάση των άρθρων 37-43 του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου αρ.9/
  12. Σημειώνω ότι εξ όσων γνωρίζω, για τους πιο πάνω φακέλους έχει σταλεί προειδοποιητική επιστολή σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη από τις 02.07.2009 με την οποία γνωστοποιείται η κατάθεση της αίτησης για αναγκαστική πώληση. Καμία ενέργεια δεν έγινε μέχρι σήμερα. Υπάρχουν ωστόσο, εξ όσων γνωρίζω, σωρεία υποθέσεων που προηγούνται των πιο πάνω αιτήσεων. Το XXXXX/2012 και XXXXX/2012 έχουν κατατεθεί σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. αγωγής XXXXX/2006 και XXXXX/2010 αντίστοιχα. (ι) Η αιτήτρια/εφεσείουσα, ως ενυπόθηκη δανείστρια υπέβαλε ένσταση με την επιστολή ημερομηνίας 05.02.2016, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η. (κ) Στις 24.03.16 προχωρήσαμε σε αποστολή απαντητικής επιστολής προς την ένσταση της αιτήτριας / εφεσείουσας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ. Η πιο πάνω επιστολή γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια / εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο Ι. (λ) Μετά την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας προσωρινού διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου αναστάληκε. Έκτοτε η υπόθεση παραμερίστηκε ως την εκδίκαση της παρούσας αίτησης/ έφεσης
  13. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, θα ήθελα να προβώ και σε ορισμένες δηλώσεις που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης.
  14. Η υποθήκη με αριθμό XXXXX/97 που ενεγράφη την 12.8.1997 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας από την καθ'ης η αίτηση 2 προς όφελος της αιτήτριας / εφεσείουσας συνάφθηκε για την εξασφάλιση του ποσού Λ.Κ. 420.000 ( €717.612,60) πλέον τόκους για δάνειο που παρείχε η αιτήτρια στην εταιρεία P & C Theodosiades Developers Ltd. Να σημειώσω ότι η εν λόγω υποθήκη εξασφαλίζει την αιτήτρια μόνο μέχρι το ύψος αυτού του ποσού. Στις 16.9.1999 συνάφθηκε η Υποθήκη με αριθμό XXXXX/1999 επί του επίδικου ακινήτου για την εξασφάλιση του ποσού των ΛΚ 200.000 ( €341.720) πλέον τόκους και στις 27.3.2000 συνάφθηκε η Υποθήκη με αριθμό XXXXX/2000 για το ποσό των Λ.Κ. 150.000 ( € 252.290) πλέον τόκους. Οι υποθήκες αυτές έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX, που στηρίζει την αίτηση, ως Τεκμήρια 1, 2 και
  15. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσω ότι, ακόμα κι αν ευσταθεί ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κ. Άδωνη για την αιτήτρια / εφεσείουσα στην παράγραφο 8 της ένορκής του δήλωσης και ειδικότερα στο Τεκμήριο 11, ότι δηλαδή η καθ'ης η αίτηση 2 ή/και η εταιρεία P & C Theodosiades Developers & Ltd οφείλει στην αιτήτρια / εφεσείουσα το ποσό των €5.468.072,31 δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων, αυτό δεν μας αφορά, καθότι το μόνο δικαίωμα της αιτήτριας / εφεσείουσας που μπορεί να θιγεί με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή είναι αυτό που πηγάζει από την υποθήκη XXXXX/97, η οποία παρέχει στην αιτήτρια / εφεσείουσα εξασφάλιση ύψους Λ.Κ. 420.000 (€717.612,60) πλέον τόκους. Το ίδιο ισχύει για τις υποθήκες XXXXX/1999 και XXXXX/
  16. Συμφωνώ με τα όσα αναφέρει ο κ. XXXXX στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης. Περαιτέρω, να σημειώσω ότι το τεμάχιο 2101, αποτελείται πλέον από τριάντα τέσσερεις
(34)ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο ΑΧ3183/
  1. Έτσι και η υποθήκη XXXXX/97 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 34 αυτές εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 2101 ξεχωριστά. Το ίδιο ισχύει και με τις υποθήκες XXXXX/1999 και XXXXX/
  2. Με βάση τη Γενική Εκτίμηση που πραγματοποίησε το Κτηματολόγιο το 2013, η αξία της κάθε εγγραφής που αποτελεί το τεμάχιο 2101 παρατίθεται ξεχωριστά πιο κάτω: Α/Α Αριθμός Εγγραφής Αξία Γενικής Εκτίμησης 2013 1 0/ XXXXX €17.800 2 0/ XXXXX €89.100 3 0/ XXXXX €157.600 4 0/ XXXXX €126.600 5 0/ XXXXX €59.600 6 0/ XXXXX €134.400 7 0/ XXXXX €136.500 8 0/ XXXXX €92.900 9 0/ XXXXX €144.600 10 0/ XXXXX €129.000 11 0/ XXXXX €62.800 12 0/ XXXXX €129.900 13 0/ XXXXX €146.800 14 0/ XXXXX €92.900 15 0/ XXXXX €144.600 16 0/ XXXXX €129.000 17 0/ XXXXX €62.800 18 0/ XXXXX €129.900 19 0/ XXXXX €346.300 20 0/ XXXXX €210.100 21 0/ XXXXX €837.600 22 0/ XXXXX €412.200 23 0/ XXXXX €285.400 24 0/ XXXXX €195.600 25 0/ XXXXX €129.800 26 0/ XXXXX €135.300 27 0/XXXXX €136.700 28 0/ XXXXX €141.600 29 0/ XXXXX €95.600 30 0/ XXXXX €125.600 31 0/ XXXXX €134.100 32 0/ XXXXX €111.100 33 0/ XXXXX €119.000 34 0/ XXXXX €185.300 Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Κ σχετική έρευνα του κτηματολογίου.
  3. Όπως μπορεί να παρατηρήσει κάποιος, ακόμα και αν αφαιρέσουμε την αξία του επίδικου ακινήτου (εγγραφή 0/ XXXXX)[1] από τη συνολική αξία των εγγραφών, τα ποσά των Λ.Κ. 420.000 (€717.612,60), το ποσό των ΛΚ 200.000 (€341.720) και το ποσό των Λ.Κ. 150.000 (€252.290) πλέον τόκους, τα οποία εξασφαλίζονται με τις προαναφερόμενες υποθήκες μπορεί να καλυφθεί από τις υπόλοιπες εγγραφές. Ως εκ τούτου και κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνω, αναφέρω ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν φαίνεται να μειώνεται ουσιωδώς η περιουσία της αιτήτριας και δεν προκαλείται ουσιώδης ζημιά σε αυτή.
  4. Πέραν από τα πιο πάνω και όπως με συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, αναφέρω ότι οι πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ είναι σύμφωνα με το σύνταγμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα- έφεση η συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου. Οι λόγοι για τα πιο πάνω συγκεκριμενοποιούνται στην παρούσα ένσταση. Τους εν λόγω λόγους τους έχω διαβάσει, συμφωνώ με αυτούς, τους υιοθετώ και τους επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας. Επιθυμώ να επισημαίνω περαιτέρω τα εξής, για τα οποία πληροφορούμαι από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση: (α) Οι πρόνοιες του νέου νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών δεν απαγορεύουν τη σύναψη συμβάσεων. Η σύμβαση Υποθήκευσης που υπογράφτηκε μεταξύ της αιτήτριας/εφεσείουσας και της πωλήτριας εταιρείας παραμένει σε ισχύ και συνεχίζει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού η υποθήκη θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις υπόλοιπες εγγραφές του τεμαχίου XXXXX, ακόμα και αν μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της καθ'ης η αίτηση
  5. Θεωρώ, επομένως, ότι δεν πλήττονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών της σύμβασης Υποθήκευσης. (β) Όπως αναφέρω και πιο πάνω, ακόμα και αν αφαιρέσουμε την αξία του επίδικου ακινήτου (εγγραφή 0/XXXXX) από τη συνολική αξία των εγγραφών, τα ποσά τα οποία εξασφαλίζονται με τις προαναφερόμενες υποθήκες μπορούν να καλυφθούν από τις υπόλοιπες εγγραφές. Δεν περιορίζεται επομένως ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας/ εφεσείουσας από την απόφαση του Διευθυντή. (γ) Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 4.4.12 δεν αναιρείται και ούτε παραβιάζεται εφόσον οι εξ αποφάσεως οφειλέτες συνεχίζουν να οφείλουν τα εξ αποφάσεως ποσά προς την αιτήτρια. Περαιτέρω, η απόφαση του Διευθυντή δεν αποτρέπει ή/και δεν απαγορεύει στην αιτήτρια να προβεί σε εκποίηση του τεμαχίου XXXXX. Ακόμα και με την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, η αιτήτρια μπορεί να προχωρήσει σε εκποίηση του εναπομείναντος εν λόγω τεμαχίου. Τα ποσά τα οποία εξασφαλίζονται με τις προαναφερόμενες υποθήκες μπορούν να καλυφθούν από τις υπόλοιπες εγγραφές.
  6. Τέλος, όπως με συμβουλεύει η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας/εφεσείουσας, αλλά παρέχεται και προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης. Αυτό προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 22.6.2015, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο Λ. Εκεί γίνεται αναφορά ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου, επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.
  7. Υπό το φως των πιο πάνω, η απόφαση του Διευθυντή είναι καθ΄ όλα νόμιμη, λήφθηκε ορθά από το Διευθυντή και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και τον Νόμο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικασηρίου.) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ 2 - XXXXX ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΟΥ. Η Εφεσίβλητη 2 / Καθ' ης η Αίτηση 2 ( στο εξής «Εφεσίβλητη 2») καταχώρησε Ένσταση στις 24/08/
  8. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση της Καθ' ης 2 είναι οι ακόλουθοι:
  9. «Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη.
  10. Η αίτηση έχει καταρτιστεί επί λανθασμένου τύπου και ή είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί.
  11. Ο Ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεν μπορεί να ορκίζεται θετικά για την υπόθεση και παραπλανεί το Δικαστήριο και δεν αναφέρει όλα τα πραγματικά γεγονότα και αποκρύπτει την συμφωνία επί Δικαστηρίω και ή τα πρακτικά και ή τον κανόνα Δικαστηρίου που συμφωνήθηκε και ή με τον οποίο η Αιτήτρια/Εφεσείουσα συμφώνησε στην Αγωγή XXXXX/
  12. Το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δια την εκδίκαση της αίτησης.
  13. Η αίτηση έχει καταχωριστεί εκπρόθεσμα ή και καταχωρίστηκε αφού εξέπνευσε η εκ του νόμου καθορισμένη προθεσμία για καταχώρηση έφεσης κατά απόφασης του Διευθυντή.
  14. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο Καθ ου η Αίτηση 1 δεν θα έπρεπε να είναι μέρη και ή διάδικοι στην παρούσα διαδικασία και λανθασμένα προστέθηκαν στην παρούσα διαδικασία και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
  15. Οι λόγοι έφεσης δεν μπορούν να στηρίξουν ακύρωση της απόφασης του διευθυντή εφόσον δεν περιλαμβάνονται στους λόγους έφεσης που δύνανται να εγερθούν στην διαδικασία με βάση τον σχετικό Νόμο.
  16. Η αίτηση έφεσης δεν στοιχειοθετεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  17. Δεν πληρούνται οι εκ του νόμου και των κανονισμών απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  18. Η Αίτηση/Έφεση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά και η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν δικαιούται στο αιτούμενο διάταγμα καθότι δεσμεύτηκε με συμφωνία επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην υπόθεση XXXXX/06 για να πωληθούν συγκεκριμένα ακίνητα της Καθ ης η Αίτηση 2 προς ικανοποίηση του επίδικου οφειλόμενου ποσού και στα εν λόγω ακίνητα δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο.
  19. Η ένσταση της αιτήτριας εφεσείουσας στην ειδοποίηση του Διευθυντή είναι εκπρόθεσμη ή και υποβλήθηκε μετά την πάροδο των 45 ημερών εντός των οποίων προβλέπει ο Νόμος ότι θα έπρεπε να υποβληθεί.
  20. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου δεν είναι αντισυνταγματικά και ουδέν συνταγματικό ή και άλλο δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας επηρεάζουν.
  21. Το δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας βάσει του Αρθρου 25 του Συντάγματος ουδόλως επηρεάζεται και η Αιτήτρια/Εφεσείουσα μπορεί ή και συνεχίζει να το ασκεί απρόσκοπτα.
  22. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου παρέχουν στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα τις απαραίτητες και κατάλληλες διασφαλίσεις για εφαρμογή του εμπράγματου βάρους που κατατέθηκε στην περιουσία του πρωτοφειλέτη ή και του ενυπόθηκου οφειλέτη.
  23. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου διασφαλίζουν το δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας για επιβάρυνση της προσωπικής περιουσίας του ενυπόθηκου οφειλέτη ή και του πρωτοφειλέτη.
  24. Ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) παρέχει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα το δικαίωμα για αλλαγή του εμπράγματου βάρους της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία του εκάστοτε ενυπόθηκου οφειλέτη. Εν πάση περιπτώσει ο νόμος δεν καταργεί και/ή εξαλείφει και/ή παραβιάζει οποιονδήποτε δικαίωμα της Αιτήτριας Εφεσείουσας.
  25. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα γνώριζε κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης και κατά τον χρόνο κατάθεσης της υποθήκης ότι ο Περί Πωλήσεως Γης (ειδική εκτέλεση) Νόμος κεφ. 232 είχε ισχύ επί των συμβάσεων πώλησης ακινήτων.
  26. Ουδέν δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας επηρεάζεται καθότι κατά τον χρόνο που εκτίμησε το ακίνητο ως εξασφάλιση, δεν υπήρχε επί του ακινήτου οποιονδήποτε οικοδόμημα ή και δεν είχε ανεγερθεί οποιονδήποτε οικοδόμημα επί του ακινήτου και το ακίνητο εκτιμήθηκε ή και ορίστηκε ως εξασφάλιση ως χωράφι με 4 ελιές.
  27. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα κωλύεται να ζητά την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή καθότι δια συμφωνίας επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην Αγωγή με αρ. XXXXX/06 συμφωνήθηκε η πώληση συγκεκριμένων ακινήτων προς εξασφάλιση και ή εξόφληση και ή ικανοποίηση του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού και στον εν λόγω κανόνα Δικαστηρίου και ή απόφαση δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο.
  28. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα κωλύεται να ζητά την μη μεταβίβαση του ακινήτου καθότι δια συμφωνίας επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην Αγωγή με αρ. XXXXX/06 συμφώνησε και ή συμφωνήθηκε η πώληση συγκεκριμένων ακινήτων προς εξασφάλιση και/ή εξόφληση και ή ικανοποίηση του επίδικου οφειλόμενου ποσού και στον εν λόγω κανόνα Δικαστηρίου και ή απόφαση δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο.
  29. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν είναι ιδιοκτήτρια του ακίνητου και ουδέν δικαίωμα της με βάση το Άρθρο 23 του Συντάγματος επηρεάζεται.
  30. Ουδέν περιορισμός και ή παραβίαση και ή επέμβαση υπάρχει στο δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας με βάση το Άρθρο 26 του Συντάγματος.». Η Ένσταση «2» βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (9/1965),άρθρα 44ΙΓ, 44ΙΣΤ μέχρι 44ΚΖ, 45, 47, 51, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, άρθρα 39 μέχρι 65, 75 και 80, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1965 άρθρα 2, 3, 4, 5, 8, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4
(1)και
(2), Θ.1 μέχρι 13, Δ.64, στο Σύνταγμα Άρθρο 23 και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση 2, εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Θεοδοσιάδου, ημερομηνίας 24/08/2016, την οποία παραθέτω αυτούσια πιο κάτω: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Θεοδοσιάδου εκ Λευκωσίας ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  1. Είμαι η Καθ ης η αίτηση 2 στην παρούσα υπόθεση και γνωρίζω προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα της και ορκίζομαι για τα κατωτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω. Για όλα τα νομικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχω λάβει την νομική συμβουλή του Δικηγόρου μου και μου έχουν επεξηγηθεί και τα έχω αντιληφθεί στον καλύτερο δυνατό βαθμό.
  2. Έχω διαβάσει τους λόγους ένστασης της παρούσης και τους υιοθετώ πλήρως.
  3. Απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του κ.Σάββα XXXXX που συνοδεύει την Αίτηση/Έφεση της τράπεζας εκτός εκείνους που παραδέχομαι ρητά πιο κάτω.
  4. Ο κ.Σάββας XXXXXX δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και ουδέποτε ήταν μέρος της υπόθεσης και ουδέποτε χειρίστηκε προσωπικά τις υποθέσεις μου με την Alpha Nank Cyprus Ltd ή προγενέστερα Lombard Natwest.
  5. Περαιτέρω θα πρέπει να αναφέρω ότι με συμφωνία επί Δικαστηρίω και ή κανόνα Δικαστηρίου που συμφωνήθηκε και με την τράπεζα στην Αγωγή 4383/06, καθορίστηκαν συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία θα πωλούνταν για την ικανοποίηση του επίδικου χρέους. Επισυνάπτω το συγκεκριμένο πρακτικό ως Τεκμήριο
  6. Εξ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου εγώ και ο καθ ου η αίτηση 1 δεν θα έπρεπε να ήμασταν μέρη και ή διάδικοι στην παρούσα διαδικασία και λανθασμένα προστεθήκαμε στην παρούσα διαδικασία και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι με βάση τον ισχύοντα κανονισμό Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1956 διάδικος στην παρούσα διαδικασία θα έπρεπε να είναι μόνο η καθ ης η αίτηση 3 εταιρεία.
  7. Περαιτέρω οι δικηγόροι μου αφού μελέτησαν την αίτηση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας Τράπεζας με συμβούλεψαν ότι η αίτηση/έφεση θα πρέπει να απορριφθεί διότι ορθώς απορρίφθηκε η ένσταση καθότι οι λόγοι ένστασης δεν μπορούσαν να στηρίξουν ακύρωση της απόφασης του διευθυντή εφόσον δεν περιλαμβάνονταν στους λόγους ένστασης που δύνανται να εγερθούν στην διαδικασία με βάση τον σχετικό νόμο. Συγκεκριμένα μου επεξηγήθηκε ότι ο νόμος καθορίζει συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους μπορούσε η Αιτήτρια/Εφεσείουσα να ενστεί και δεν βασίστηκε σε αυτούς.
  8. Επιπρόσθετα η Αίτηση/Έφεση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά και η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν δικαιούται στο αιτούμενο διάταγμα καθότι δεσμεύτηκε με συμφωνία επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην υπόθεση XXXXX/06 για να πωληθούν συγκεκριμένα ακίνητα μου προς ικανοποίηση του επίδικου οφειλόμενου ποσού και στα εν λόγω ακίνητα δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο. Όπως φαίνεται και από το τεκμήριο 1 η τράπεζα συμφώνησε ότι για εξασφάλιση του επίδικου χρέους θα πωληθούν τα ακίνητα με αρ.Εγγραφής XXXXXX και αρ.Εγγραφής XXXXX καθορίζοντας με αριθμό θύρας στην συνέχεια τα διαμερίσματα και γραφεία που θα τίθονταν προς πώληση για ικανοποίηση του χρέους. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται το επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX για το οποίο αποφάσισε ο διευθυντής να μεταβιβάσει στον αγοραστή του και ειδικότερα δεν αναφέρεται στο πρακτικό (τεκμήριο 1) ο αριθμός θύρας του επίδικου ακινήτου δηλαδή Α
  9. Εν συνεχεία κατόπιν μελέτης του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) από τους δικηγόρους μου, έχω ενημερωθεί ότι: 9.
  10. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του νόμου δεν είναι αντισυνταγματικά και ουδέν συνταγματικό ή και άλλο δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας επηρεάζουν. 9.
  11. Το δικαίωμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας βάσει του άρθρου 25 του Συντάγματος ουδόλως επηρεάζεται και η Αιτήτριας/Εφεσείουσα μπορεί ή και συνεχίζει να το ασκεί απρόσκοπτα διότι δεν επηρεάζεται καθόλου το επάγγελμα της τράπεζας και μπορεί να συνεχίσει να έχει τις εξασφαλίσεις της για το χρέος είτε εκείνες που συμφώνησε ή όλες εκτός από τις εγγραφές που πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα ή τα διαμερίσματα και γραφεία που πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα με έγγραφες συμφωνίες. 9.
  12. Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) παρέχει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα το δικαίωμα για αλλαγή του εμπράγματου βάρους της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία μου δικαίωμα το οποίο η τράπεζα αρνήθηκε ή παρέλειψε ή αμέλησε να εξασκήσει και δεν προέβηκε στα απαραίτητα διαβήματα για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα της και την προστασία που της παρέχει ο νόμος. Εν πάση περιπτώσει με βάση την συμβουλή των Δικηγόρων μου ο νόμος δεν καταργεί και ή εξαλείφει και ή παραβιάζει οποιονδήποτε δικαίωμα της Αιτήτριας Εφεσείουσας ως η ίδια ισχυρίζεται.
  13. Επίσης οι Δικηγόροι μου με ενημερώνουν ότι η Αιτήτρια/Εφεσείουσα γνώριζε κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης και κατά τον χρόνο κατάθεσης της υποθήκης ότι ο Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ.232, είχε ισχύ επί των συμβάσεων πώλησης ακινήτων. Τούτο έχει σημασία διότι κατά τον χρόνο που έγιναν οι συμβάσεις πωλήσεων των ακινήτων με τα τρίτα πρόσωπα ο εν λόγω νόμος ίσχυε για να προστατεύει τους αγοραστές τους και ο Διευθυντής προέβηκε σε έλεγχο προτού.
  14. Επιπρόσθετα θα πρέπει να τονιστεί ότι ουδέν δικαίωμα της Αιτήτριας Εφεσείουσας επηρεάζεται καθότι κατά τον χρόνο που εκτίμησε το ακίνητο ως εξασφάλιση, δεν υπήρχε επί του ακινήτου οποιονδήποτε οικοδόμημα ή και δεν είχε ανεγερθεί οποιονδήποτε οικοδόμημα επί του ακινήτου και το ακίνητο εκτιμήθηκε ή και ορίστηκε ως εξασφάλιση ως χωράφι με 4 ελιές. Τα οικοδομήματα, πολυκατοικίες, οικίες, γραφεία ανεγέρθηκαν μεταγενέστερα δηλαδή μετά που η τράπεζα εκτίμησε την εξασφάλιση της.
  15. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα κωλύεται να ζητά την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή καθότι δια συμφωνίας επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην Αγωγή με αρ.XXXXX/06(τεκμήριο 1) συμφωνήθηκε η πώληση συγκεκριμένων ακινήτων προς εξασφάλιση και ή εξόφληση και ή ικανοποίηση του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού και στον εν λόγω κανόνα Δικαστηρίου και ή απόφαση δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο και δεν δεσμευόταν το γραφείο με αριθμό θύρας Α104 στον 1ο όροφο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, ενώ είναι φανερό ότι στο πρακτικό (τεκμήριο 1) αναφέρονται άλλα διαμερίσματα/γραφεία με τον εκάστοτε σχετικό αριθμό θύρας. Ξεκάθαρα το επίδικο γραφείο δεν ήταν στην συμφωνία για να πωληθεί προς ικανοποίηση του επίδικου χρέους και επίσης δεν περιλαμβανόταν στα ακίνητα για τα οποία επιβεβαίωνε το πρακτικό (τεκμήριο 1) ότι δεν διατέθηκαν ή και αποξενώθηκαν καθ'οιονδήποτε τρόπο μέχρι εκείνη την ημέρα. Τονίζω επίσης ότι συμπεραίνεται αβίαστα ότι η τράπεζα είχε πλήρης γνώση τότε ότι το επίδικο γραφείο/διαμέρισμα ήταν δεσμευμένο με έγγραφη συμφωνία πώλησης και για αυτό το λόγο δεν προστέθηκε στην συμφωνία επί Δικαστηρίω. Η έγγραφη συμφωνία πώλησης φαίνεται στο τεκμήριο 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Σάββα XXXXX με τον διακριτικό αριθμό ΠΑΕ 627/2000 που αφορά τον αγοραστή SYR.ITA HOMES LTD.
  16. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα κωλύεται να ζητά την μη μεταβίβαση του ακινήτου καθότι δια συμφωνίας επί Δικαστηρίω και ή με κανόνα Δικαστηρίου στην Αγωγή με αρ.4383/06 συμφώνησε και ή συμφωνήθηκε η πώληση συγκεκριμένων ακινήτων προς εξασφάλιση και ή εξόφληση και ή ικανοποίηση του επίδικου οφειλόμενου ποσού και στον εν λόγω κανόνα Δικαστηρίου και ή απόφαση δεν περιλαμβάνετο το επίδικο ακίνητο και δεν δεσμευόταν το γραφείο με αριθμό θύρας Α104 στον 1ο όροφο με αρ.εγγραφής 0/XXXXX.
  17. Όπως επίσης ανέφερα πιο πάνω, η τράπεζα εκτίμησε το 1997 ολόκληρο το ακίνητο ως εξασφάλιση της, χωρίς αυτό να έχει οποιαδήποτε οικοδομήματα με αποτέλεσμα το 2012 όταν έγινε η συμφωνία ενώπιον του Δικαστηρίου καθορίστηκαν επακριβώς τα οικοδομήματα, γραφεία, διαμερίσματα τα οποία είχε τη δυνατότητα η τράπεζα να πωλήσει για να ικανοποιήσει το χρέος.
  18. Περαιτέρω οι δικηγόροι μου με συμβουλεύουν ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος αφορά τον ιδιοκτήτη και κύριο της εκάστοτε περιουσίας και η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δεν είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ουδέν δικαίωμα της με βάση το άρθρο 23 του Συντάγματος επηρεάζεται.
  19. Εξ όσων με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου, σκοπός του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) είναι η προστασία των αγοραστών από τέτοιες περιπτώσεις και είναι δίκαιο το διαμέρισμα/γραφείο να μεταβιβαστεί στον αγοραστή και ειδικότερα εφόσον κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή XXXXX/2006 και κατά την σύναψη του πρακτικού η τράπεζα γνώριζε την ύπαρξη των οικοδομημάτων και των διαμερισμάτων αλλά και την ύπαρξη των τρίτων προσώπων αγοραστών. Ο σκοπός της κατάρτισης του πρακτικού με την αναφορά σε συγκεκριμένους αριθμούς γραφείων/διαμερισμάτων ήταν ακριβώς για να μην συμπεριληφθούν τα γραφεία/διαμερίσματα τα οποία ήταν ήδη πωλημένα σε τρίτα πρόσωπα, καλόπιστους αγοραστές. Η τράπεζα βέβαια αποδέχθηκε τον όρο τούτο διότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της υποθήκης τα εν λόγω οικοδομήματα δεν υπήρχαν και εξ αντικειμένου με την ανέγερση τους το ακίνητο απέκτησε περισσότερη αξία εξ ου και αποδέχθηκε πρωτύτερα την ανέγερση τους ως ενυπόθηκη δανείστρια.
  20. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητώ απόρριψη της αίτησης/έφεσης με έξοδα υπέρ μου και εναντίον της τράπεζας Αιτήτριας / Εφεσείουσας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΜΗ ΥΠΑΡΞΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΚΑ/Ή ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΚΑΘ' ΗΣ ΑΡ.
  21. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση επιδόθηκε στην Εφεσίβλητη - Καθ' ης αρ. 3 SYR.ITA HOMES LTD στις 20.4.2016 έναντι της υπογραφής του κ. Γιώργου Ιταλού, Διευθυντή και Γραμματέα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εν λόγω εταιρείας. Εντούτοις, δεν εμφανίστηκε ποτέ στην παρούσα δικαστική διαδικασία από 19.5.2016 που ξεκίνησε μέχρι και σήμερα. ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 25.4.2016 Όπως φαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της υπό εξέταση Αίτησης - Έφεσης καταχωρήθηκε στις 18.4.2016 και ενδιάμεση αίτηση δια κλήσεως στη βάση της οποίας εκδόθηκε στις 25.4.2016 εκ συμφώνου (δεδομένης της μη ύπαρξης ένστασης από τους Καθ' ων 1 και 2) ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα προς τον Εφεσίβλητο 1, το οποίο απαγορεύει στον ίδιο και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή άλλα εξουσιοδοτημένα άτομα και/ή υπαλλήλους του από το να μεταβιβάσουν στο όνομα της Εφεσίβλητης αρ.3 το επίδικο ακίνητο μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην Αίτηση/Έφεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση κανενός εκ των ενόρκων δηλούντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων εκατέρωθεν. Ο συνήγορος της Εφεσίβλητης αρ. 2 στη γραπτή του αγόρευση εισηγείται ότι ήταν απαραίτητη η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από πλευράς της Εφεσείουσας, για ν' αντικρούσει τις θέσεις των Εφεσίβλητων και ότι, εφόσον δεν το έπραξε, η αίτησή της δεν μπορεί να επιτύχει. Διατυπώνω πιο κάτω τη δικαστική μου κρίση επί τούτου. Η Αίτηση-Εφεση από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60.(βλ Μαγλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 965). Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη AJ., θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Το ένδικο μέσο για την καταχώρηση Εναρκτήριας Κλήσης για προώθηση δικαστικών διαδικασιών εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, καθορίζεται από τον Κ.5
(1)των Κανονισμών του 1956. Ο Κ.5
(1)καθιερώνει τον τύπο της Αίτησης και προσδιορίζεται στο Παράρτημα των Κανονισμών (Form 2). Ο τύπος τούτος είναι πανομοιότυπος με τον τύπο της ενδιάμεσης Αίτησης δια κλήσεως (application by summons) και σε αυτόν εκτίθενται οι λόγοι που προβάλλονται εναντίον της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και συνοδεύεται από μια ή περισσότερες Ενόρκους Δηλώσεις στις οποίες εκτίθενται τα γεγονότα. Αντίστοιχη είναι και η καταχώρηση Ένστασης από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Η Αίτηση και η Ένσταση, ως επίσης και οι νομοτύπως καταχωρηθείσες Ένορκες Δηλώσεις αποτελούν τις έγγραφες προτάσεις των αντιδίκων που θα αποτελέσουν τις ράγες της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)των Κανονισμών. Η δε διαδικασία που ακολουθείται για την ακρόαση τέτοιων αιτήσεων διαβάζεται στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 1971, 20η έκδοση, Stevens & Sons, αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται στις εναρκτήριες αιτήσεις σελ. 355 υπό τον τίτλο «Hearing of Summons»: «When the summons first comes before him the master will give any necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economical thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very often no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. The master does not merely act as a ring-keeper, but may and frequently does require of his own motion the filing of further evidence which he thinks he will require (if the summons is one which he has power, and proposes, to deal with himself) or which he thinks may be of assistance to the judge, and the joinder of additional parties». Εν συνεχεία στη σελ 357 εντοπίζονται τα ακόλουθα: «lt will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to bring proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But, as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact; for example, in a case under the Inheritance (Family Provision) Act, 1938, the question whether the testator has made reasonable provision for his dependants may be bitterly fought by those who inherit under his will. The evidence in chief is still given in such cases by affidavit; but upon the request of any opposite party the deponents will be ordered to attend for cross-examination, and the master will adjourn the summons into court to be heard with witnesses, and in this case (unless the oral evidence would not seriously add to the length of the hearing) it will take its place in the appropriate part of the Witness List». Ό,τι συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι η συνήθης διαδικασία σε εναρκτήρια Αίτησης δεν είναι δια βοής (viva voce) αλλά διά ενόρκου δηλώσεως, αφού το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης είθισται να αφορά ζητήματα αμιγώς νομικά. Προκύπτει περαιτέρω ότι μετά από αίτημα των διαδίκων μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί ο ενόρκως δηλών για αντεξέταση. Ο Κανονισμός 10
(3), ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιό με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, ημερ. 22.11.2006, προνοεί ως ακολούθως: «
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Σκοπός του Κανονισμού 10
(3)είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Με βάση την τροποποίηση που επήλθε στον Κανονισμό 10
(3)αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, των Ενόρκως Δηλούντων. Επίσης, η Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί και επιτάσσει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination. » Εφόσον εδώ ουδείς διάδικος ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων της αντίδικης πλευράς, έπεται ότι η αίτηση θα κριθεί στην όψη των ενόρκων δηλώσεων. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, απορρίπτω τη θέση του συνηγόρου της Εφεσίβλητης αρ. 2 ότι η μη προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας είναι καταλυτική για την τύχη της αίτησης και ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Πάντως, όσον αφορά το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες στην παρούσα υπόθεση, έχω να παρατηρήσω ότι δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, είναι εξίσου νομολογημένο ότι, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Η εμβέλεια του δικαστικού ελέγχου. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης εμπερικλείει το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε) και το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου (Ν.9/65, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε). Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 τιτλοφορείται «Εφέσεις κατ' αποφάσεων του Διευθυντή» και προβλέπει τα εξής։ «80. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.». Το άρθρο 51 του Ν.9/65 τιτλοφορείται «Εφέσεις» και προβλέπει τα εξής։ «51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1).». Είναι καλώς εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων του Διευθυντή Κτηματολογίου από Επαρχιακό Δικαστή, ισχύουν οι αρχές οι οποίες διέπουν τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, με τη διαφορά, όμως, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν οφείλει να περιοριστεί σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά δύναται να ελέγξει και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και μάλιστα δύναται ν' αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του (βλ. Χατζησοφρωνίου κ.α. ν. Δημοσθένους
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 885), με σκοπό τη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Προκοπίου ν. Ryan
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982). Κατά πόσον η αίτηση - έφεση είναι εμπρόθεσμη. Αναφορικά με την Ένσταση της Εφεσίβλητης - Καθ' ης αρ. 2 και σε σχέση με τους λόγους ένστασης αρ. 2, 5 και 7, περί παράτυπης και εκπρόθεσμης καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης - έφεσης, έχω εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς γεγονότων που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις του κ. Α. Σάββα και της κα Π. Θεοδοσιάδου και έχω καταλήξει ότι η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Εξηγώ γιατί. Η απόφαση του Διευθυντή εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965 και του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) και μπορεί να εφεσιβληθεί εντός 30 ημερών από «την ημερομηνία κοινοποίησης» σε αυτόν της σχετικής διαταγής του Διευθυντή Κτηματολογίου. Είναι η θέση της Αιτήτριας - Εφεσείουσας ότι η φράση αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να σημαίνει ότι η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία «λήψης», ήτοι παραλαβής, της ειδοποίησης / απόφασης του Διευθυντή. Υποδεικνύει, συναφώς, ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή, ημερ. 24.3.2016, «κοινοποιήθηκε» σε αυτήν μόλις στις 5.4.2018 όπως φαίνεται στη σφραγίδα παραλαβής της σχετικής επιστολής του Διευθυντή από την Αιτήτρια - Εφεσείουσα στο Τεκμήριο 15 της Ε/Δ του κ. Α. Σάββα. Είναι δίκαιο να σημειωθεί ότι ο Εφεσίβλητος - Καθ'ου αρ. 1 έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο Ι στην Ε/Δ της κας Οδ. Χρυσοστόμου, αντίγραφο της απόδειξης ότι η εν λόγω επιστολή του, ημερ. 24.3.2016, κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια - Εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, για ν' αποδεικνύεται ακριβώς η ημερομηνία παραλαβής της από την Αιτήτρια - Εφεσείουσα και άρα «κοινοποίησης» της απόφασής του στην Αιτήτρια - Εφεσείουσα. Η υπογραφή του παραλήπτη στην απόδειξη παραλαβής φέρει ημερομηνία 4.4.
  1. Άρα, καταλήγω να κρίνω ότι η προθεσμία για την καταχώριση αίτησης - έφεσης δυνάμει του άρθρου 51 του Νόμου 9/1965 και του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) αρχίζει να μετρά από 4.4.
  2. Εφόσον η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 18/04/2016, κρίνω ότι ήταν εντός της προθεσμίας που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα του Νόμου. Κατ' αναλογία προς τα ανωτέρω, κρίνω πως ούτε ο λόγος ένστασης 11 της Ένστασης της Εφεσίβλητης αρ. 2 ευσταθεί, ότι δήθεν ήταν εκπρόθεσμη η ένσταση που είχε καταχωρήσει η Εφεσείουσα στην αρχική Ειδοποίηση του Διευθυντή ημερομηνίας 18/12/
  3. Και εκείνη η Ειδοποίηση ημερ. 18.12.2015 αποδεικνύεται από το Τεκμήριο Ζ της Ε/Δ της κας Οδ. Χρυσοστόμου ότι κοινοποιήθηκε στην Εφεσείουσα με συστημένο ταχυδρομείο και αναφερόταν ρητά σε αυτήν ότι η προθεσμία για καταχώρηση ένστασης θα έτρεχε εντός 45 ημερών «από την παραλαβή της». Η Αιτήτρια - Εφεσείουσα προσκόμισε μαρτυρία ως το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του κ. Αδ. Σάββα που αποδεικνύει βάσει σφραγίδας ότι παραλήφθηκε από την Εφεσείουσα στις 24/12/
  4. Η Ένστασή της (Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση Άδωνη) καταχωρήθηκε στις 5/02/2016, συνεπώς ήταν εντός της προθεσμίας των 45 ημερών όπως καθορίζεται στο άρθρο 45ΚΒ του Νόμου 9/
  5. Πέραν τούτου, ορθά επισημαίνει η συνήγορος της Εφεσείουσας ότι η απάντηση του Διευθυντή ημερ. 24.3.2016 (βλ. Τεκμήριο 15 στην Ε/Δ του κ. Αδ. Σάββα) στην ένσταση αυτή της Εφεσείουσας δεν αναφέρει ως λόγο απόρριψης της ένστασης οτιδήποτε περί εκπρόθεσμου της ένστασης. Εξετάστηκε η ένσταση επί της ουσίας της και κρίθηκε με την απόφαση του Διευθυντή, ημερ. 24.3.2016, ότι οι λόγοι ένστασης που ήγειρε η Εφεσείουσα δεν τον εμπόδιζαν να προχωρήσει με μεταβίβαση. Επομένως, η υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή, ημερ. 24.3.2016, έχοντας εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο εμπρόθεσμα, χωρεί δικαστικού ελέγχου. Το σφάλμα του Διευθυντή, πραγματικό ή νομικό, που ζητείται από το Δικαστήριο να θεραπεύσει στην παρούσα. Στην παρούσα υπόθεση, με τους λόγους έφεσης «Α, Β και Γ», επιδιώκεται να κριθεί παράνομη η εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή, επί τω ότι αυτή στηρίζεται στις πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, όπως ενσωματώθηκαν σε αυτόν με τις πρόνοιες του Ν.139(Ι)/2015, οι οποίες είναι, κατ' ισχυρισμόν, αντισυνταγματικές λόγω αντίθεσης με τα άρθρα 25, 23 και 26 του Συντάγματος, αντίστοιχα, και άρα άκυρες. Με το λόγο έφεσης «Δ» επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή λόγω ισχυριζόμενης παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, διότι οι ίδιες πρόνοιες του Νόμου ως αναφέρονται ανωτέρω επιτρέπουν στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να παρέμβει, αναιρέσει ή καταστρατηγήσει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 4383/06 στις 4.4.
  6. Αναμφίβολα, αν οι εν λόγω πρόνοιες του Νόμου κριθούν αντισυνταγματικές και κατά συνέπεια άκυρες, τότε, εφόσον επηρεάζουν καταλυτικά τη δράση του Διευθυντή, παρασύρεται σε ακυρότητα η δική του απόφαση. Εάν όμως, το παρόν Δικαστήριο, για τους σκοπούς πάντα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που έχει ενώπιον του, κρίνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου δεν είναι αντισυνταγματικές και άρα είναι ισχυρές, τότε θα υπάρχει περιθώριο να εξεταστεί και η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Οι επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες. Αξίζει εδώ ν' αναφερθεί συνοπτικά το ιστορικό θέσπισης των επίμαχων διατάξεων του Νόμου και η εμβέλειά τους. Σημειώνεται, συναφώς, ότι με τον Ν.142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/65) το νέο Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών», το οποίο βασικά ανέστελλε όλες τις πωλήσεις ενυπόθηκων ακινήτων για τα οποία είχαν κατατεθεί συμβάσεις πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Ν.81(Ι)/11) και περαιτέρω παρείχε προστασία σε περίπτωση πώλησης δανείων των ενυπόθηκων οφειλετών. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30.4.15 και διαδοχικά, με δύο άλλους τροποποιητικούς νόμους, παρατάθηκε μέχρι τις 4.9.15 (Ν.53(Ι)/15και Ν.133(Ι)/15). Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15 ο οποίος επέκτεινε την προστασία των αγοραστών με τα επίμαχα άρθρα 44IH έως 44KZ, τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB «Προστασία Αγοραστών» του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/15). Κατ' ουσία, δυνάμει των νέων αυτών άρθρων του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.139/15, ο Διευθυντής Κτηματολογίου δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου, όπου υπάρχει κατατεθειμένη σύμβαση και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία, να προβεί: «[...] σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή» (άρθρο 44ΚΒ). Σε περίπτωση κατά την οποίαν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, ο Διευθυντής προχωρεί στο πρώτο βήμα που είναι η αποστολή Ειδοποίησης Πρόθεσης Μεταβίβασης (ως ο Τύπος ΙΕ του Νόμου) με την οποία ενημερώνεται, μεταξύ άλλων, ο ενυπόθηκος δανειστής ότι έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην εξάλειψη της υποθήκης και στη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή. Παραθέτω, για χάριν ακρίβειας, αυτούσιο το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου, όπου προδιαγράφεται η διαδικασία και οι εξουσίες που έχει σε κάθε στάδιο ο Διευθυντής։ «Ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. 44ΚΒ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΑ, σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις, ο Διευθυντής μετά την πάροδο των τριάντα
(30)ημερών και αφού έχει εξετάσει οποιαδήποτε στοιχεία ενδεχομένως να έχουν τεθεί ενώπιόν του από τον αγοραστή, τον πωλητή, τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, γνωστοποιεί στον εν λόγω αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο "ΙΕ", την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης.
(8)Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απογορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου.». Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου ακολούθησε την προβλεπόμενη στα σχετικά άρθρα του Ν.9/65 διαδικασία. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι η συνταγματικότητα των ιδίων των εξουσιών που χορηγούνται στο Διευθυντή να ενεργήσει κατά τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο, για να επιφέρει το αποτέλεσμα της εξάλειψης και διαγραφής της υποθήκης, μεταβάλλοντας έτσι δυσμενώς τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή (ήτοι, της τράπεζας) προς όφελος τρίτου προσώπου (του περιγραφόμενου ως εγκλωβισμένου αγοραστή), μη συμβαλλόμενου με τον εν λόγω δανειστή και ανεξάρτητα από τα όσα συμφωνήθηκαν στη σύμβαση μεταξύ ενυπόθηκου δανειστή και ενυπόθηκου οφειλέτη (πωλητή του ενυπόθηκου ακινήτου), χωρίς μάλιστα να ληφθεί η συναίνεση του ενυπόθηκου δανειστή για τη δυσμενή μεταβολή των δικαιωμάτων του. Είναι καλά νομολογημένο ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των διατάξεων ενός νόμου δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας νόμου ή μέρος των διατάξεων αυτού πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν (βλ. Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167). Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε έλεγχο της σκοπιμότητας ή της σοφίας του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· PIK v. Kαραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640,ως ακολούθως: «(α) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. (β) Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων. Τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (ε) Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσο συνταγματικές όσο και αντισυνταγματικές διατάξεις, μόνο οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες, εκτός εάν η διασύνδεση μεταξύ των συνταγματικών και των μη συνταγματικών διατάξεων είναι τόσο στενή, ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός. Σε τέτοια περίπτωση ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός». Παρατηρώ ότι, στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών προνοιών στη βάση των οποίων ενήργησε ο Διευθυντής Κτηματολογίου εγείρεται από την Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση - έφεσή της κατά τρόπο ειδικό, αφού με τους λόγους έφεσης ζητείται ο έλεγχος των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/1965, όπως αυτά εισήχθηκαν με το Ν. 139(Ι)/2015, συγκριτικά προς τις πρόνοιες των Άρθρων 23, 25, και 26 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση - έφεση, το συνταγματικό ζήτημα αναλύεται λεπτομερειακά, ως θα έπρεπε, όχι αφηρημένα ή/και γενικά και απροσδιόριστα. Επομένως, χωρεί δικαστικού ελέγχου. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
  1. Αναφορικά με το Άρθρο 23 του Συντάγματος - Δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Οι θέσεις της συνηγόρου της Εφεσείουσας. Η συνήγορος της Εφεσείουσας, στη γραπτή της αγόρευση, αναλύει το θέμα ως εξής։ «ΑΡΘΡΟΝ 23
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή, ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προβλέπει τα εξής: «Άρθρο 1 - Προστασία της ιδιοκτησίας Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσιν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Στο άρθρο 12
(5)(α) του Νόμου το εμπράγματο βάρος καθορίζεται ως «άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου» και συνεπώς καλύπτει και την Υποθήκη. Τέτοια εμπράγματη εξασφάλιση αποτελεί ιδιοκτησιακό/περιουσιακό στοιχείο το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Σχετική είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Υποθέσεις Αρ. 1480/2011, 1481/2011, 1482/2011, 1483/2011, 1484/2011, 1591/2011 και 1625/2011, 11/6/2014 όπου παραπέμπεται απόσπασμα από απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδας: «Όπως αναφέρθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθ. Αρ.1283/12, ημερ. 2.2.2012 (σκέψη 30):- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους. [..] Όπως επεξηγήθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Zelca and others v. Romania App. No. 65161/10, ημερ.6.9.2011, στη σκέψη 18:- «
  1. The Court notes at the outset that Article 1 of Protocol No. 1 applies only to a person's existing possessions. Thus, future income cannot be considered to constitute 'possessions' unless it has already been earned or is definitely payable (see, for example, Koivusaari and others v. Finland (dec.), no. 20690/06, 23 February 2010). However, in certain circumstances, a 'legitimate expectation' of obtaining an 'asset' may also enjoy the protection of Article 1 of Protocol No.
  2. Thus, where a proprietary interest is in the nature of a claim, the person in whom it is vested may be regarded as having a 'legitimate expectation' if there is a sufficient basis for the interest in national law, for example where there is settled case-law of the domestic courts confirming its existence (see Kopecky v. Slovakia [GC], no. 44912/98, § 52, ECHR 2004-IX).» Σε ελεύθερη μετάφραση:- «Το Δικαστήριο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι εφαρμόζεται το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 μόνο σε υπάρχουσες κτήσεις ενός ατόμου. Έτσι, μελλοντικό εισόδημα δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποτελεί 'περιουσία', εκτός εάν έχει ήδη κερδηθεί ή είναι σίγουρα πληρωτέο (βλέπε, για παράδειγμα, Koivusaari και άλλοι κατά Φινλανδίας, nο. 20690/06, 23 Φεβράρη, 2010). Ωστόσο, σε ορισμένες περιστάσεις, μια «νόμιμη προσδοκία» της απόκτησης ενός «περιουσιακού στοιχείου» μπορεί επίσης να απολαύει την προστασία του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αρ.
  3. Έτσι, όταν ένα περιουσιακό δικαίωμα είναι υπό μορφή απαίτησης, το πρόσωπο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί, μπορεί να θεωρηθεί ως έχοντας 'νόμιμη προσδοκία', εάν υπάρχει επαρκής βάση για το δικαίωμα στο εθνικό δίκαιο, για παράδειγμα, όπου υπάρχει πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων η οποία επιβεβαιώνει την ύπαρξή του (βλ. Kopecký κατά Σλοβακίας [GC], αρ. 44912/98, § 52, CEDH 2004-IX).» Νομίμως κτηθέν αγαθό ή περιουσία, συνιστά δικαίωμα όταν έχει κερδηθεί και ο δικαιούχος αποκτά νόμιμο δικαίωμα για ανάκτησή του (βλ. Azinas v. Cyprus (3ο Τμήμα ΕΔΑΔ), Appl. No. 56679/00, ημερ. 20.6.2002, σκέψη 22, Azinas v. Cyprus (Grand Chamber ΕΔΑΔ), App. No. 56679/00, ημερ. 28.4.2004, σκέψη 34, Koufaki and Adedy v. Greece, 57665/12 και 57657/12, ημερ. 7.5.2013, Tushaj v. Albania, ανωτέρω, σκέψη 21 και Stummer v. Austria, App. No. 37452/02, ημερ. 7.7.2011, σκέψεις 82-83). (*υπογράμμιση δική μας) Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν είναι απόλυτο και μπορεί να υποβληθεί σε περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας, όταν συντρέχουν λόγοι που καθορίζονται στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών, Υπόθ. Αρ. 668/2012, ημερ.20.2.2012, υποστηρίχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι δημόσιας ωφελείας είναι συνυφασμένοι με το δημόσιο συμφέρον για έξοδο του κράτους από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρέθηκε τότε. Στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 668/2012 (πιο πάνω) αναφέρθηκε επίσης: «
  4. Επειδή, στο Άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαικής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας.» [.] Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. [.] Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50).» Στην παρούσα περίπτωση οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου στερούν δικαίωμα περιουσιακής φύσης εφόσον δίνουν εξουσία στον Εφεσίβλητο 1 να διαγράψει υποθήκη ή εμπράγματο βάρος που συνάφθηκε προς όφελος της Εφεσείουσας, εάν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις που δεν αφορούν όμως την Εφεσείουσα. Οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις επεμβαίνουν και αποστερούν από την Εφεσείουσα εμπράγματο δικαίωμα περιουσιακής φύσεως, το οποίο εκφράζεται μέσω της δυνατότητας εκποίησης του Ακινήτου σε περίπτωση που δεν εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης
  5. Περαιτέρω, οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις επεμβαίνουν και αδρανοποιούν τον προορισμό του εμπράγματου δικαιώματος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας, εφόσον επιτρέπουν την μεταβίβαση της από την Εφεσίβλητη 2 στον Εφεσίβλητο 3, αγνοώντας και διαγράφοντας ταυτόχρονα το εμπράγματο βάρος που την βαρύνει. Συνεπώς, ο προορισμός του δικαιώματος θα αδρανοποιηθεί εάν οι πρόνοιες των επίδικων άρθρων του Νόμου εφαρμοστούν. Στην απόφαση Κυπριανού Ντέπορα κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8 κρίθηκε πως οι περί Δημόσιων Κολυμβητικών Δεξαμενών Κανονισμοί 1996 (Κ.Δ.Π. 368/96), οι οποίοι ρύθμισαν συγκεκριμένα θέματα των περί Δημόσιων Κολυμβητικών Δεξαμενών Νόμους 1992 μέχρι 1996 και επέβαλαν περαιτέρω όρους όπως και την αναγκαιότητα λήψης άδειας λειτουργίας και τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς, ήταν συνταγματικοί εφόσον αυτοί επέβαλαν ανεκτούς περιορισμούς στο δικαίωμα ιδιοκτησίας. Λέχθηκε πως «Με τους τεθέντες περιορισμούς οι εφεσείοντες δεν έχουν στερηθεί της ιδιοκτησίας τους, ούτε αυτή αδρανοποιήθηκε σε σχέση με τον προορισμό της» (υπογράμμιση δική μας). Είναι η θέση μας πως εφαρμογή των επίδικων άρθρων του Νόμου θα οδηγήσει σε αδρανοποίηση του δικαιώματος σε σχέση με τον προορισμό του εφόσον το Ακίνητο επί του οποίου έχει εγγραφεί πλέον θα μεταφερθεί σε νέο ιδιοκτήτη ενώ το περιουσιακό δικαίωμα της Εφεσείουσας επί του Ακινήτου λόγω της ύπαρξης των Υποθηκών θα αδρανοποιηθεί/απωλεσθεί με την διαγραφή του από τον Εφεσίβλητο
  1. Αυτή η αδρανοποίηση μάλιστα γίνεται αδικαιολόγητα και χωρίς την προσφορά αποζημίωσης, συνεπώς τα άρθρα αυτά είναι αντισυνταγματικά. Ως προς τον ισχυρισμό για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου, οι πρόνοιες του οποίου είναι ευρύτερες από αυτές του Άρθρου 23 του Συντάγματος, ο Νόμος δεν περιλαμβάνει δικαιολόγηση ή επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας. Ο «απεγκλωβισμός» ορισμένης μερίδας αγοραστών, δεν μπορεί να ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια ώστε να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας και οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα πρέπει να είναι εντός των ορίων του δημοσίου συμφέροντος ή της δημόσιας ωφέλειας, πράγμα το οποίο δεν δικαιολογείται στην κρινόμενη περίπτωση. Οι Εφεσίβλητοι πιθανόν να επικαλεστούν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων James and Others v. The United Kingdom, Application No. 8793/1979, 21 Φεβρουαρίου 1986 σε σχέση με την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και την αναγκαστική μεταβίβαση ακινήτων προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Σε αυτή την υπόθεση οι εκεί αιτητές ζήτησαν να κηρυχθεί ως αντισυνταγματικός ο νόμος Leasehold Reform Act 1967 ο οποίος επέτρεπε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την αγορά και αναγκαστική μεταβίβαση ακινήτων σε ενοικιαστές οι οποίοι είχαν συμβληθεί με τους ιδιοκτήτες για την μακροχρόνια ενοικίαση των ακινήτων. Το ΕΣΔΑ αποφάσισε πως η νομοθεσία δεν παραβίασε κανένα άρθρο της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Σελ.23 παράγραφος 51 "[.] Allowing a mechanism for the compulsory transfer of the freehold interest in the house and the land to the tenant, with financial compensation to the landlord, cannot in itself be qualified in the circumstances as an inappropriate or disproportionate method for readjusting the law so as to meet that concern." Σελ. 23 παράγραφος 54 "Like the Commission, the Court observes that under the legal systems of the Contracting States, the taking of property in the public interest without payment of compensation is treated as justifiable only in exceptional circumstances not relevant for present purposes. As far as Article 1 (P1-1) is concerned, the protection of the right of property it affords would be largely illusory and ineffective in the absence of any equivalent principle. Clearly, compensation terms are material to the assessment whether the contested legislation respects a fair balance between the various interests at stake and, notably, whether it does not impose a disproportionate burden on the applicants (see the above-mentioned Sporrong and Lönnroth judgment, Series A no. 52, pp. 26 and 28, paras. 69 and 73). "The Court further accepts the Commission's conclusion as to the standard of compensation: the taking of property without payment of an amount reasonably related to its value would normally constitute a disproportionate interference which could not be considered justifiable under Article 1 (P1-1). Article 1 (P1-1) does not, however, guarantee a right to full compensation in all circumstances. Legitimate objectives of "public interest", such as pursued in measures of economic reform or measures designed to achieve greater social justice, may call for less than reimbursement of the full market value. Furthermore, the Court's power of review is limited to ascertaining whether the choice of compensation terms falls outside the State's wide margin of appreciation in this domain (see paragraph 46 above)." Σελ. 32 παράγραφος 75 "[..]
  2. For the purposes of Article 14 (art. 14), a difference of treatment is discriminatory if it has no objective and reasonable justification, that is, if it does not pursue a legitimate aim or if there is not a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be realised (see, as the most recent authority, the above-mentioned Abdulaziz, Cabales and Balkandali judgment, Series A no. 94, pp. 35-36, para. 72). As in relation to the means for giving effect to the right of property, the Contracting States enjoy a certain margin of appreciation in assessing whether and to what extent differences in otherwise similar situations permit a different treatment in law (ibid.)." (*υπογράμμιση δική μας) Στην σκέψη 40, το ΕΣΔΑ ανέφερε: «
  3. The Court agrees with the applicants that a deprivation of property effected for no reason other than to confer a private benefit on a private party cannot be "in the public interest". Nonetheless, the compulsory transfer of property from one individual to another may, depending upon the circumstances, constitute a legitimate means for promoting the public interest. In this connection, even where the texts in force employ expressions like "for the public use", no common principle can be identified in the constitutions, legislation and case-law of the Contracting States that would warrant understanding the notion of public interest as outlawing compulsory transfer between private parties.» (*έμφαση και υπογράμμιση δική μας) Ως αποφάσισε το ΕΣΔΑ και όπως είναι η παρούσα περίπτωση, η αποστέρηση περιουσίας για κανένα άλλο λόγο από το να παρέχει προσωπικό όφελος σε ένα άτομο/ομάδα (δηλ. στους αγοραστές), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη για το δημόσιο συμφέρον. Το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης που οδήγησε στην κήρυξη του εκεί κρινόμενου νόμου ως συνταγματικού, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κρινόμενη περίπτωση καθώς τα γεγονότα αλλά και ο σκοπός των προνοιών των νόμων είναι διαφορετικές. Στην περίπτωση της υπόθεσης James οι πρόνοιες του νόμου που επέτρεπαν την αναγκαστική μεταβίβαση του ακινήτου αφορούσαν και επηρέαζαν την σχέση μεταξύ μακροχρόνιου ενοικιαστή και ιδιοκτήτη στα στενά πλαίσια του ειδικού καθεστώτος της ακίνητης ιδιοκτησίας στην Αγγλία που αποτελούσε κατάλοιπο της φεουδαρχικής περιόδου με μια ρύθμιση όπου και οι δύο λάμβαναν συμφέρον από το άλλο μέρος. Ο ενοικιαστής ενοικίαζε ακίνητο και ο ιδιοκτήτης λάμβανε αντιπαροχή. Σε μακροχρόνιες συμβάσεις και υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις επιτρεπόταν η αναγκαστική μεταβίβαση του ακινήτου στον ενοικιαστή χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη με την παροχή ανάλογης αποζημίωσης. Ρύθμιζε δηλαδή ο συγκεκριμένος νόμος την σχέση μεταξύ δύο μερών για ένα ακίνητο, η χρήση του οποίου είχε καθοριστεί σε σύμβαση μεταξύ των δύο αυτών μερών. [.] δεν μπορεί να τεθεί θέμα στέρησης περιουσιακού δικαιώματος χωρίς να αντισταθμίζεται με κάποια αποζημίωση και μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τη δική μας περίπτωση, η αποζημίωση αυτή μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία της αγοράς την προκειμένη περίοδο. [.] Το άρθρο 44ΚΒ
(3)του επίδικου Νόμου δίνει τη δυνατότητα ένστασης στην μεταβίβαση αλλά περιορίζει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης και τεκμηρίωσής της στις μεταξύ του αγοραστή και πωλητή συμβατικές σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό αποκλείει τη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή σε σχέση με το ακίνητο στο οποίο έχει εγγραφεί εμπράγματο βάρος προς όφελός του προγενέστερα της σύμβασης αγοραπωλησίας. Ακόμη και η πρόνοια της παραγράφου
(4)του άρθρου 44ΚΒ (πιο πάνω), η οποία προβλέπει μεταφορά της υποθήκης του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσής της δεν εξασφαλίζει τον ενυπόθηκο δανειστή καθώς εάν ο πωλητής και χρεώστης δεν τεκμηριωθεί ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας προκειμένου να γίνει μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή ο Εφεσίβλητος 1 προχωρεί με την μεταβίβαση του τίτλου και την εξάλειψη του βάρους από το ακίνητο. Παρόλο που οι σχετικές διατάξεις του Νόμου δίνουν τη δυνατότητα αίτησης μεταφοράς του βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, αυτή δεν αποτελεί υποχρέωση ούτε απαραίτητα ισότιμη εξασφάλιση για την Εφεσείουσα. [.] Η μεταβίβαση του Ακίνητου και η αφαίρεση της αξίας του από την εξασφάλιση της Αιτήτριας επηρεάζει άμεσα και αρνητικά την συνολική εξασφάλιση της Αιτήτριας και θα οδηγήσει στην αυξημένη επιβάρυνση των λοιπών εγγραφών. Με αυτό τον τρόπο, οι πράξεις του Διευθυντή θα οδηγήσουν σε δυσμενέστερη αντιμετώπιση και επιβάρυνση των λοιπών αγοραστών και φυσικά σε μείωση της συνολικής εξασφάλισης της Αιτήτριας - για λόγους που δεν αφορούν ούτε την Αιτήτρια ούτε τους λοιπούς αγοραστές. [.] Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ολόκληρο το ακίνητο/πολυκατοικία δόθηκε ως εξασφάλιση από την Εφεσίβλητη 2 προς όφελος της Εφεσείουσας έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που παρασχέθηκαν στην Οφειλέτρια Εταιρεία για να είναι η Εφεσείουσα εξασφαλισμένη, και ο Εφεσίβλητος 1 δεν δύναται να επεμβαίνει σε αυτή την σχέση και να αφαιρεί ουσιαστικά από την εξασφάλιση της Εφεσείουσας κατά το δοκούν αυτά που ο ίδιος θεωρεί ότι «περισσεύουν» για την εξασφάλιση της Εφεσείουσας. Ο Εφεσίβλητος 1 και οι δικηγόροι του, ουσιαστικά ζητούν από το Δικαστήριο να επιτρέψει τη μεταβίβαση διαμερισμάτων/γραφείων από την πολυκατοικία που είναι υποθηκευμένη, μέχρι που η αξία των όσων διαμερισμάτων παραμείνουν δεσμευμένα να συμπληρώνουν την αξία για την οποία δόθηκαν οι Υποθήκες. Δηλαδή ζητούν από το Δικαστήριο να εγκρίνει την προνομιούχο μεταχείριση των όσων αγοραστών προλάβουν και καταχωρήσουν πρώτοι την αίτηση τους για μεταβίβαση ακινήτων, σε βάρος εκείνων που θα καταχωρήσουν τελευταίοι και των οποίων τα σχετικά ακίνητα δεν θα μπορούν να απελευθερωθούν εφόσον αν απελευθερωθούν όλα τα ακίνητα, οι Υποθήκες θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτή η προνομιούχος μεταχείριση μεταξύ ατόμων της ίδιας μάλιστα κατηγορίας (αγοραστές) είναι ξεκάθαρα αντισυνταγματική, ενώ θα δημιουργήσει το παράδοξο αποτέλεσμα ο Νόμος να κριθεί συνταγματικός σε σχέση με την αίτηση ενός από τους 34 των αγοραστών ενώ για άλλους θα κριθεί αντισυνταγματικός για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω. Καταληκτικά, και απαντητικά στον λόγο ένστασης 21 της Ένστασης «2» η εμπράγματη εξασφάλιση συνιστά ιδιοκτησιακό δικαίωμα (βλ. ανωτέρω Γεώργιος Χαραλάμπους). Τα επίδικα άρθρα του Νόμου επεμβαίνουν και στερούν το δικαίωμα περιουσιακής φύσεως της Εφεσείουσας χωρίς να προσφέρουν αποζημίωση και χωρίς να προσφέρουν την οποιαδήποτε δικαιολόγηση σε σχέση με αυτήν την επέμβαση, κατά παράβαση της νομολογίας μας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα κρινόμενα άρθρα του Νόμου Περί Μεταβίβασης επηρεάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος. Κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας δεν υπάρχει ή δεν προσφέρεται που να δικαιολογεί την στέρηση αυτού του δικαιώματος. Το εν λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα διαγράφεται και/ή αδρανοποιείται ώστε να συνιστά στέρηση εκτός των επιτρεπτών πλαισίων του Άρθρου 23 του Συντάγματος. [.] αναφορικά με το επιχείρημα που προβάλλεται για την προστασία δικαιώματος ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου αρκεί να αναφερθεί ότι όταν ο Εφεσίβλητος προέβη στην αγορά του Ακινήτου γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει πως αυτό ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Εφεσείουσας και πως η εξασφάλιση της Εφεσείουσας είχε προτεραιότητα εφόσον αυτή εγγράφηκε στο Κτηματολόγιο πριν την κατάθεση του σχετικού Πωλητηρίου Εγγράφου. Η Εφεσίβλητη 3 δεν αγόρασε το διαμέρισμα με προφητική επίγνωση ότι θα ερχόταν στη συνέχεια ο προσβαλλόμενος νόμος να την «απεγκλωβίσει». Γνώριζε ότι θα υπήρχε ο κίνδυνος αν δεν εξοφλούσε την Τράπεζα ο Πωλητής του ακίνητου αυτό να πωλείτο από την Εφεσείουσα για εξασφάλιση των χρημάτων που αυτή κατέβαλε στον επιχειρηματία ανάπτυξης γης για να ανεγερθεί η ίδια η πολυκατοικία και το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο των αγοραστών θα ακολουθούσε σε προτεραιότητα τις Υποθήκες. Δεν δύναται να παραγνωρίζεται ήδη κατοχυρωμένο δικαίωμα, προς όφελος άλλου μεταγενέστερου δικαιώματος. Οι θέσεις της συνηγόρου του Εφεσίβλητου αρ. 1. Από την άλλη, η συνήγορος του Εφεσίβλητου αρ. 1 αναπτύσσει την ακόλουθη επιχειρηματολογία στη δική της γραπτή αγόρευση։ Δεν αμφισβητείται ότι, η κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, ως εμπράγματο βάρος, αποτελεί ιδιοκτησία που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, όπως φυσικά και το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο, το οποίο επίσης αναγνωρίζεται ως εμπράγματο βάρος (βλ. Πρώτο Παράρτημα του Νόμου υπό τον τίτλο εμπράγματα βάρη). Σημασία, όμως, έχει η χρήση και/ή ο σκοπός και/ή προορισμός του εκάστοτε περιουσιακού δικαιώματος. Από τη μία, η χρήση και/ή ο σκοπός και/ή προορισμός της κατατεθειμένης σύμβασης υποθήκης είναι η εξασφάλιση πληρωμής συγκεκριμένου σκοπού, το οποίο μπορεί να διεκδικηθεί έπειτα από διαδικασία εκποίησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και όχι αυτή καθαυτή η απόλαυση και ο έλεγχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Δηλαδή, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν αναμένεται ποτέ να αποκτήσει την κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου. Αντίθετα, ο αγοραστής αναμένεται να αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Αυτός είναι ο σκοπός του περιουσιακού δικαιώματος που κατέχει δυνάμει του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου. Πρόκειται για περιουσιακά δικαιώματα που, στη προκειμένη περίπτωση, αντικρούονται και ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του επίδικου Νόμου, προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή στο πρόβλημα το οποίο προκύπτει. Στην υπόθεση Κυπριανού Ντέπορα κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8, στην οποία τέθηκαν ισχυρισμοί περί παραβίασης άρθρου 23, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβηκε σε συσχετισμό τον υπό εξέταση ισχυρισμών περί παραβίασης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας με τον προορισμό της ιδιοκτησίας, ώστε να καταλήξει ότι δεν υπήρχε περιορισμός σε αυτή, σε σχέση με τον προορισμό της. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέτοιους ανεκτούς περιορισμούς θεσπίζουν κατ' αρχήν τα Άρθρα 2 και 4. Και εξουσιοδοτείται συνάμα το Υπουργικό Συμβούλιο να προβεί στις απαραίτητες κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες δεν αντίκεινται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια ούτε το προσβαλλόμενο διάταγμα, που ερείδεται σ' αυτές, είναι αντίθετο με το Άρθρο 23
(3). Με τους τεθέντες περιορισμούς οι εφεσείοντες δεν έχουν στερηθεί της ιδιοκτησίας τους, ούτε αυτή αδρανοποιήθηκε σε σχέση με τον προορισμό της.» Συνεπώς, η προστασία που προσφέρει το άρθρο 23 του Συντάγματος στην κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, από τη μια, και το πωλητήριο έγγραφο, από την άλλη, πρέπει να είναι ανάλογη με τον σκοπό και/ή το προορισμό του περιουσιακού δικαιώματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, υποβάλλεται ότι η προσβληθείσα απόφαση του Διευθυντή δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα σε ιδιοκτησία της αιτούσας/ εφεσείουσας που πηγάζει από την κατατεθειμένη σύμβαση υποθήκης, καθότι η αιτούσα/ εφεσείουσα δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία. Σύμφωνα με τη νομολογία, περιοριστικοί όροι στη χρήση ιδιοκτησίας, οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δε συνιστούν στέρηση, αλλά περιορισμό. Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή (βλ. Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85, 102). Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX, η αιτούσα δεν αιτήθηκε μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησίας του πωλητή. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειώσω ότι ο Νόμος δε διευκρινίζει για τη σειρά που λαμβάνει μία υποθήκη μετά από μεταφορά της σε άλλο ακίνητο του πωλητή και ως εκ τούτου δεν είναι δεδομένο ότι, εάν μεταφερόταν η υποθήκη σε άλλο ακίνητο του πωλητή, δεν θα είχε προτεραιότητα σε σχέση με τα άλλα εμπράγματα βάρη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν η υποθήκη μεταφερόταν σε ακίνητο του πωλητή που είναι ήδη επιβαρυμένη με προγενέστερη υποθήκη, αυτό θα μπορούσε να συνιστά περιορισμό στην ιδιοκτησία της αιτούσας/ εφεσείουσας μόνο εάν αποδεικνυόταν ότι η εξασφάλιση της αιτούσας/ εφεσείουσας θα ήταν μειωμένη και/ή υποδεέστερη από την εξασφάλιση που της παρείχε η υποθήκη επιβαρύνοντας το επίδικο ακίνητο. Τέτοια μαρτυρία που να πιστοποιεί τα πιο πάνω δεν υπάρχει, αφού η αιτούσα / εφεσείουσα δεν ζήτησε καν τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο της Καθ' ης η Αίτηση 2 ώστε να εξεταστεί από το Διευθυντή το ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση (βλ. παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της κας. Μαππή), η υποθήκη XXXXX/1997, όπως και οι υποθήκες XXXXX/99 και XXXXX/00, κατόπιν διαχωρισμού του αρχικού τεμαχίου, μεταφέρθηκαν σε 34 ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν από το φάκελο ΑΧ3183/
  1. Έτσι και οι υποθήκες XXXXX/1997, XXXXX/99 και XXXXX/00 μεταφέρθηκαν αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις νέες εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 2101 ξεχωριστά. Το εάν ο πωλητής 2 οφείλει στην αιτούσα / εφεσείουσα ποσό το οποίο ξεπερνά το ποσό που εμπραγμάτως εξασφαλίζεται από την εν λόγω υποθήκη, ήτοι τις €717.612,60, πλέον τόκους, καμία σημασία δεν έχει. Ακόμα και εάν αφαιρεθεί η αξία του επίδικου ακίνητου, δηλαδή το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, η αιτούσα / εφεσείουσα παραμένει εμπραγμάτως εξασφαλισμένη. Δεν τεκμηριώνεται, συνεπώς, ουσιώδης μείωση της αξίας της αποθηκευμένης, προς όφελος της αιτούσας / εφεσείουσας, περιουσίας. Δεν καθίσταται, δηλαδή, το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας, αδρανές. Εξ άλλου, το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας δεν είναι απόλυτο και μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι προβλέπονται στις υπόλοιπες παραγράφους του ίδιου άρθρου. Ως εκ τούτου, εάν ήθελε κριθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, είναι η θέση μου ότι αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος. [.]Πέραν από τα πιο πάνω, ο Νόμος και η προσβληθείσα απόφαση μπορούν να δικαιολογηθούν και για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Ο σκοπός αυτός προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου 139(Ι)/2015, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι στην ένορκη δήλωση της κας. Χρυσοστόμου και αναφέρει τα ακόλουθα: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπραγμάτου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Συνεπώς, η νομοθεσία περί προστασίας αγοραστών προέκυψε ως ανάγκη για να επιλυθεί ένα κοινωνικό πρόβλημα. Όπως αναφέρω πιο πάνω, ο Νομοθέτης προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή για τη λύση αυτού του κοινωνικού προβλήματος. Παράλληλα, όμως, τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή, τα μέτρα που λήφθηκαν είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ερμηνεύοντας τον όρο «δημόσιο συμφέρον» ή «δημόσια ωφέλεια», το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε ότι αυτό μπορεί να σημαίνει την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης ή κάποιας κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης πολιτικής έστω και εάν το κοινό στο σύνολο του δεν έχει κάποιο άμεσο όφελος από αυτή. Η έμπρακτη εφαρμογή των αρχών που διέπουν το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ εξετάστηκαν στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων James and Others v. The United Kingdom, Application no. 8793/1979 ημερομηνίας 21 Φεβρουαρίου
  2. Η υπόθεση αυτή είναι επίσης ενδιαφέρουσα και καθοδηγητική ως προς την ερμηνεία και τα όρια που δίνει το Δικαστήριο στην έννοια της δημόσιας ωφέλειας. Ο εκεί υπό εξέταση νόμος Leasehold Reform Act 1967, έδιδε το δικαίωμα σε ενοικιαστές συμβαλλόμενους με μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης (άνω των 21 ετών) να αγοράσουν και να τους μεταβιβασθεί αναγκαστικά (δηλαδή χωρίς τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου - ιδιοκτήτη) το ακίνητο της σύμβασης μίσθωσης. Οι αιτητές, που ήταν εμπιστευματοδόχοι/εκτελεστές της διαθήκης του δεύτερου Δούκα του Westminster, ισχυρίστηκαν ότι η νομοθεσία παραβίαζε το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άλλα άρθρα της. Το Δικαστήριο απέρριψε τις εισηγήσεις τους και έκρινε ότι η νομοθεσία δεν παραβίασε κανένα άρθρο της Σύμβασης. Παραθέτω τις παραγράφους 39- 41 και 45 της απόφασης, στις οποίες αναλύεται το ζήτημα της δημόσιας ωφέλειας: «
  3. The applicants' first contention was that the "public interest" test in the deprivation rule is satisfied only if the property is taken for a public purpose of benefit to the community generally and that, as a corollary, the transfer of property from one person to another for the latter's private benefit alone can never be "in the public interest". In their submission, the contested legislation does not satisfy this condition. The Commission and the Government, on the other hand, were agreed in thinking that a compulsory transfer of property from one individual to another may in principle be considered to be "in the public interest" if the taking is effected in pursuance of legitimate social policies.
  4. The Court agrees with the applicants that a deprivation of property affected for no reason other than to confer a private benefit on a private party cannot be "in the public interest". Nonetheless, the compulsory transfer of property from one individual to another may, depending upon the circumstances, constitute a legitimate means for promoting the public interest. In this connection, even where the texts in force employ expressions like "for the public use", no common principle can be identified in the constitutions, legislation and case-law of the Contracting States that would warrant understanding the notion of public interest as outlawing compulsory transfer between private parties. The same may be said of certain other democratic countries; thus, the applicants and the Government cited in argument a judgment of the Supreme Court of the United States of America, which concerned State legislation in Hawaii compulsorily transferring title in real property from lessors to lessees in order to reduce the concentration of land ownership (Hawaii Housing Authority v. Midkiff 104 S.Ct.2321 [1984]).
  5. Neither can it be read into the English expression "in the public interest" that the transferred property should be put into use for the general public or that the community generally, or even a substantial proportion of it, should directly benefit from the taking. The taking of property in pursuance of a policy calculated to enhance social justice within the community can properly be described as being "in the public interest". In particular, the fairness of a system of law governing the contractual or property rights of private parties is a matter of public concern and therefore legislative measures intended to bring about such fairness are capable of being "in the public interest", even if they involve the compulsory transfer of property from one individual to another. ...... 45.For these reasons, the Court comes to the same conclusion as the Commission: a taking of property effected in pursuance of legitimate social, economic or other policies may be "in the public interest", even if the community at large has no direct use or enjoyment of the property taken. The leasehold reform legislation is not therefore ipso facto an infringement of Article 1 (P1-1) on this ground. Accordingly, it is necessary to inquire whether in other respects the legislation satisfied the "public interest" test and the remaining requirements laid down in the second sentence of Article 1 (P1-1).» Η απόφαση James του ΕΔΑΔ αποτελεί καθοδήγηση για πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις που πραγματεύτηκαν παρόμοια θέματα. Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου γνωστό ως PSI, η πλειοψηφούσα άποψη δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσεως ενοχικών δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, εάν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, η μείωση της περιουσίας είναι επιτρεπτή, κατά τους όρους που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και στις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, ιδιαιτέρως δε υπό εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη λήψη γενικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής στρατηγικής κατά την εκτίμηση των κρατικών αρχών, οι οποίες είναι και οι κατ' αρχήν αρμόδιες να εκτιμήσουν σε κάθε περίσταση σε τι συνίσταται το δημόσιο συμφέρον και ποια είναι τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την εξυπηρέτησή του, έχοντας ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, κρίθηκε ότι δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ η μείωση της περιουσίας, η οποία τηρεί την αρχή της δίκαιης ισορροπίας ("fair balance") μεταξύ του γενικού συμφέροντος που αφορά το σύνολο και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Περαιτέρω, ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά τον Νόμο 139(Ι)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο ένας Νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός απλώς και μόνο επειδή δεν προνοεί σε αποζημίωση. Η τυχόν καταβολή αποζημίωσης προβλέπεται από το άρθρο 23.3 του Συντάγματος, από το οποίο η αιτούσα / εφεσείουσα αντλεί από εκεί αγώγιμο δικαίωμα. Η αποζημίωση οφείλεται τότε, μόνο αφού καθοριστεί πρώτα από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η αιτούσα/εφεσείουσα αποδείξει ότι υπέστη ουσιώδη οικονομική ζημιά (βλ. Lanitis EC Estates κ.α ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ 3252 και Kirzis and others v. Republic
(1965)C.L.R 46). Οι θέσεις του συνηγόρου της Εφεσίβλητης αρ.
  1. Η προστασία που παρέχει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνίσταται στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του προσώπου, δηλαδή του δικαιώματος του να κατέχει, χρησιμοποιεί, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει ή καταστρέφει την περιουσία του. Ειδικότερα, η ερμηνεία που έχει προσδώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας έχει δημιουργήσει τρεις κανόνες: (α) Ο πρώτος κανόνας συνίσταται στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. (β) Ο δεύτερος κανόνας καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. (γ) Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούνται μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικόν συμφέρον. Όλα όμως τα ανωτέρω δεν αποτελούν δικαιώματα της Αιτήτριας Εφεσείουσας αλλά της Καθ ης η αίτηση 2 ή και της Καθ ης η αίτηση 3 που εν γνώσει της Αιτήτριας Εφεσείουσας επέλεξε να αποκτήσει το εν λόγω διαμέρισμα το 1998 και προσπαθεί η Αιτήτρια Εφεσείουσα να του αποστερήσει.
  2. Αναφορικά με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Το Άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπει ότι։
  3. «Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν
  4. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.». Οι θέσεις της συνηγόρου της Εφεσείουσας. Στη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος της Εφεσείουσας αναφέρεται στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, όπου ερμηνεύονται οι διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Ειδικότερα παραπέμπει στα εξής։ Στην πρόσφατη αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/2014, 31/10/2014 όπου εξετάστηκε κατά πόσον «ο περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμος του 2014», βρισκόταν σε αντίθεση και/ή ήταν ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 23, 25, 26, 28, 30, 54, 80 και 179 του Συντάγματος και προς την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών παραπέμποντας σε προγενέστερες αποφάσεις αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε ανώτατο επίπεδο. Στην Υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1967)1 CLR 125 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος. Η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται δυνάμει της σύμβασης. Η μειοψηφία έκρινε ότι η προαναφερόμενη πρόνοια προστατεύει την πλήρη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η οποία υπόκειται μόνο σε τέτοιους όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις, που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.