← Κύπρος

Γεωργίου ν. Τασουρή, Αρ. Αγωγής: 2758/2012, 21/2/2020

Γεωργίου ν. Τασουρή, Αρ. Αγωγής: 2758/2012, 21/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2758/2012 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου Ενάγουσας Και XXXXX Τασουρή Εναγομένου Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Ιωάννου με κα Α. Ιωάννου Για τον Εναγόμενο: κ. Σ. Κόκκινος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα διεκδικεί από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 5.4.

  1. Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί την 5.4.2010 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX62 κατά μήκος του παλαιού δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση από Λατσιά προς Πέρα Χωριό διατηρώντας την ορθή πλευρά του δρόμου. Ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX62 είναι ιδιοκτησίας του XXXXX Ηροδότου και κατά τον ουσιώδη χρόνο η ίδια το οδηγούσε ως θεματοφύλακας αυτού, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το επιστρέψει στην καλή κατάσταση στην οποία το παρέλαβε. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX90 κατά μήκος της οδού Τεύκρου Ανθία. Παρά την βιομηχανική περιοχή Δαλίου και/ή στα φώτα τροχαίας των οδών Τεύκρου Ανθία και Σταδίου ο Εναγόμενος οδήγησε το όχημά του αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του με αποτέλεσμα να προκληθεί βίαιη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ενάγουσα. Στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγόμενου. Μεταξύ άλλων, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στην προσπάθειά του να διασταυρώσει τα φώτα τροχαίας και να κατευθυνθεί στην οδό Σταδίου ο Εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα φώτα τροχαίας και πέρασε με κόκκινο φως καθώς επίσης ότι αυτός παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν κατά μήκος του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση από βιομηχανική περιοχή προς Πέρα Χωριό και ανέκοψε την πορεία της Ενάγουσας και επέπεσε βίαια επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να σταματήσει και/ή ελαττώσει ταχύτητα προτού εισέλθει στη διασταύρωση και να αντιληφθεί την παρουσία της Ενάγουσας στο δρόμο και προσπάθησε να εισέλθει και/ή εισήλθε εντός της διασταύρωσης χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο και χωρίς να λάβει υπόψη του ότι η Ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στην εν λόγω διασταύρωση όταν τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της ήταν πράσινα. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης υπέστηκε σωματικές βλάβες και ειδικότερα ότι υπέστηκε περιτραυματική αμνησία, κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία, κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση γόνατος. Περαιτέρω ότι υπέφερε από μεταδιασεισικό σύνδρομο, άλγος δεξιού γόνατος και εγκεφαλικό παρέγχυμα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι εισήχθη στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 5.4.2010 από όπου έλαβε εξιτήριο στις 8.4.
  2. Ακολούθως, παραπέμφθηκε για εξέταση από νευρολόγο λόγω μεταδιασεισικού συνδρόμου και παρακολουθείτο ως εξωτερική ασθενής μέχρι τον Ιούνιο του
  3. Λόγω των τραυμάτων που υπέστηκε της δόθηκε άδεια απουσίας από την εργασία της μέχρι 4.6.
  4. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας εξακολουθεί να υποφέρει από πόνο στο δεξί γόνατο, αμνησία, κεφαλαλγία, ζάλη και ναυτία. Τέλος, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία του ατυχήματος υπέστηκε ειδικές ζημιές συνολικά ανερχόμενες στο ποσό των €5.781,98 στο οποίο περιλαμβάνονται ιατρικά έξοδα που πληρώθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, έξοδα ετοιμασίας ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η ζημιά του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX62, έξοδα εκτίμησης των ζημιών του αναφερόμενου οχήματος και απώλεια μισθού για την περίοδο 6.4.2010 - 4.6.
  5. Στην Έκθεση Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KWW390 επί της οδού Τεύκρου Ανθία στο δρόμο της βιομηχανικής περιοχής Δαλίου με κατεύθυνση την Λευκωσία ενεπλάκη σε δυστύχημα και αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Αποτελεί δε θέση του ότι η Ενάγουσα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για το επίδικο ατύχημα. Και τούτο γιατί ενώ ο ίδιος οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX90 επί της οδού Τεύκρου Ανθία, η Ενάγουσα εισερχόμενη στη διασταύρωση των οδών Τεύκρου Ανθία και Σταδίου παρέλειψε να σταματήσει στα φώτα τροχαίας με κόκκινη ένδειξη ως η πορεία της με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ευθύνεται με οποιοδήποτε τρόπο για το επίδικο ατύχημα και απορρίπτει τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων που του αποδίδει η Ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες και ζημιές τις οποίες προβάλλει η Ενάγουσα οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της η οποία παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει ενώ πλησίαζε σε φώτα τροχαίας με κόκκινη ένδειξη ως η πορεία της (σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας παρατίθενται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος απορρίπτει τις κατ' ισχυρισμό και/ή οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες, ζημιές και έξοδα και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη τούτων. Προσκομισθείσα μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς απόδειξη της απαίτησής της κατέθεσε στο Δικαστήριο η ίδια η Ενάγουσα (Μ.Ε.1), ο κος XXXXX Βρασίδα (Μ.Ε.2) και η κα XXXXX Δαλίτου (Μ.Ε.3). Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1), ο κος XXXXX Λαγός (Μ.Υ.2), η κα XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.3) και η Αστ. XXXXX XXXXX Σουπουρή (Μ.Υ.4). Αναφέρω επίσης ότι κατά την ακρόαση κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει και αναφορά σε κάποια από αυτά θα γίνει πιο κάτω στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Δεν κρίνω πρόσφορο να παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Εξάλλου, ολόκληρη η δια ζώσης μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Τονίζω ότι έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου παραθέτω πιο κάτω σύνοψη των κυριοτέρων σημείων της μαρτυρίας του κάθε ενός από αυτούς. Προτού προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δυο πλευρών δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης του κ. XXXXX Μαρκουλλή ημερομηνίας 5.5.2010 (Τεκμήριο 1) οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX62 συνεπεία του δυστυχήματος ανέρχονται σε €3.974,00 στο οποίο περιλαμβάνονται εξαρτήματα αξίας €2.709,00 και εργατικά ύψους €1.265,
  6. Περαιτέρω, ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 που αποτελεί έγγραφο της ορθοπαιδικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας σύμφωνα με το οποίο η Ενάγουσα έχει τύχει εξέτασης από τον Δρa XXXXX Γαρπόζη του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών και της είχαν δοθεί οδηγίες για επανεξέταση στην κλινική καταγμάτων από ορθοπαιδικό, με προτεινόμενη ημερομηνία επανεξέτασης την 13.5.2010 και 20.5.
  7. Ως έχω ήδη αναφέρει, η Ενάγουσα ήταν η πρώτη μάρτυρας για την υπόθεση της (Μ.Ε.1) και για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασης της (μέρος αυτής) υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 45 ετών, καθ' όλα υγιής και εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος/γραμματέας με εισόδημα €900,00 μηνιαίως. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο ατύχημα στις 5.4.2010, η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX
  8. Το όχημα ανήκει στον γιο της XXXXX Ηροδότου και η ίδια το οδηγούσε υπό την ιδιότητα του θεματοφύλακα αυτού, έχοντας αναλάβει την υποχρέωση να το επιστρέψει στην άριστη κατάσταση στην οποία το παρέλαβε. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX
  9. Eξήγησε ότι ενώ η ίδια οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά μήκος του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση από Λατσιά προς Πέρα Χωριό κρατώντας πάντα την ορθή πλευρά του δρόμου παρά τη Βιομηχανική Περιοχή Δαλίου και πιο συγκεκριμένα παρά τα φώτα τροχαίας των οδών Τεύκρου Ανθία και Σταδίου και ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX90 κατά μήκος της οδού Τεύκρου Ανθία, ο τελευταίος οδήγησε το όχημά του αμελώς και κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Ειδικότερα, η Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι στην προσπάθειά του να διασταυρώσει τα φώτα τροχαίας και να κατευθυνθεί προς την οδό Σταδίου ο Εναγόμενος (o οποίος κινείτο εξ αριστερών της) παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα φώτα τροχαίας και πέρασε με κόκκινο φως, παρέλειψε να σταματήσει προτού εισέλθει στη διασταύρωση και παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα προτού εισέλθει εντός των φώτων τροχαίας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο και χωρίς να λάβει υπόψη του ότι η ίδια οδηγούσε το αυτοκίνητο στη διασταύρωση όταν τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της ήταν πράσινα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Μ.Ε.1 επέμεινε ότι κατά την είσοδο της στη διασταύρωση τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της είχαν πράσινη ένδειξη (στρογγυλό πράσινο φως) και εισήλθε στη διασταύρωση αφού ελάττωσε ταχύτητα καθότι είδε αυτοκίνητα να έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση και ακολούθως έστριψε. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στην Μ.Ε.1 το συμμετρικό σχέδιο το οποίο επισυνάπτεται στην αστυνομική έκθεση που είχε ετοιμαστεί σχετικά με το επίδικο ατύχημα (Τεκμήριο 11) και ως σημείωσε, αυτό της είχε υποδειχθεί και αφού συμφώνησε με το περιεχόμενό του το υπέγραψε. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και ο Εναγόμενος αλλά και ο Μ.Υ.2 συμφωνούν με τα όσα αποτυπώνονται στο συμμετρικό σχέδιο. Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από αυτό, το σημείο Α αποτυπώνει την πορεία του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα και το Α1 την τελική θέση αυτού μετά τη σύγκρουση. Ως σημείο Β αποτυπώνεται η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος και ως Β1 η τελική θέση αυτού. Το σημείο σύγκρουσης αποτυπώνεται με Χ και το σημείο αυτό είναι σε απόσταση 24,50 μέτρα από την γραμμή των φώτων τροχαίας ως η πορεία της Ενάγουσας και 18,80 μέτρα από την γραμμή των φώτων τροχαίας της απέναντι πλευράς του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Να σημειωθεί επίσης ότι στο συμμετρικό σχέδιο η πορεία της Ενάγουσας αποτυπώνεται στη δεξιά λωρίδα του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού (σημ.: υπάρχει και λωρίδα στα αριστερά για τα οχήματα που προτίθεται να προχωρήσουν ευθεία προς τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό) ενώ η πορεία του Εναγόμενου αποτυπώνεται στην αριστερή λωρίδα της οδού Τεύκρου Ανθία (σημ.: υπάρχει και δεξιά λωρίδα για τα οχήματα που προτίθενται να στρίψουν δεξιά στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λατσιά). Επανερχόμενη στις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η σύγκρουση ήταν αστραπιαία και ως εκ τούτου η ίδια δεν είχε χρόνο να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο ενώ ερωτηθείσα σε σχέση με τα όσα επισυνέβησαν μετά τη σύγκρουση η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε καθότι μετά το ατύχημα είχε χάσει τις αισθήσεις της. Για τον λόγο αυτό δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσον υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος. Σύμφωνα με την Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος οδηγούσε ένα μεγάλο αυτοκίνητο τύπου τζιπ με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προσέκρουσε στο όχημά της χωρίς καν να αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο. Η σύγκρουση προήλθε από κτύπημα του αυτοκινήτου του Εναγομένου στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η ίδια. Οι ζημιές που υπέστηκε το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα εμφαίνονται στις φωτογραφίες υπ. αρ. 3 και 4 του Τεκμηρίου 3 και εντοπίζονται στην μπροστινή και αριστερή πλευρά του οχήματος. Συνεπεία του ατυχήματος η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιές και σωματικές βλάβες. Αναφερόμενη στις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα που οδηγούσε, η μάρτυρας παρουσίασε εκτίμηση (Τεκμήριο 1) σύμφωνα με την οποία οι ζημιές ανέρχονται στο ποσό των €3.
  10. Το όλο θέμα της ετοιμασίας της έκθεσης, η οποία στοίχισε €150 (η σχετική απόδειξη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2), ανέλαβε ο γιος της Παναγιώτης Ηροδότου ο οποίος παρέλαβε την έκθεση και της την παρέδωσε. Οι ζημιές στο όχημα επιδιορθώθηκαν από διάφορα συνεργεία και η ίδια κατέβαλε το κόστος επιδιόρθωσης το οποίο ανήλθε σε €4,000 περίπου. Ως προς τα υπόλοιπα έξοδα που υπέστηκε, η Μ.Ε.1 παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 απόδειξη για το ποσό των €18,79 σε σχέση με την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 1.2.2012 (Τεκμήριο 5). Αναφορικά με την απαίτησή της για απώλεια εισοδημάτων η μάρτυρας υποστήριξε ότι κατά την περίοδο 2007 - 2013 ήταν υπεύθυνη σε κατάστημα της εταιρείας CHR. G. Mavrides λαμβάνοντας μισθό €900 μηνιαίως. Απουσίασε από την εργασία της για περίοδο δύο μηνών για την οποία δεν πληρώθηκε από τον εργοδότη της ενώ αντεξεταζόμενη δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσον εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τα σχετικά έντυπα για την άδεια απουσίας από την εργασία της κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6). Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος η μάρτυρας κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 1.2.2012 (Τεκμήριο 5), έντυπο/παραπεμπτικό ημερομηνίας 16.4.2010 για παραπομπή της σε νευρολόγο λόγω μεταδιασεισικού συνδρόμου (Τεκμήριο 7), ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 22.4.2010 υπογεγραμμένο από τον Δρα XXXXX Χρονίδη (Τεκμήριο 8), έντυπο της ορθοπαιδικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με οδηγίες για επανεξέταση στην κλινική καταγμάτων από ορθοπαιδικό (Τεκμήριο 9) και έκθεση νοσηλείας ασθενούς υπογεγραμμένη από τον Δρα XXXXX Σταύρου ημερομηνίας 8.4.2010 (Τεκμήριο 10). Αναφερόμενη στα τραύματά της η μάρτυρας επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και κατέθεσε ότι είχε πόνο στο κεφάλι και στον αυχένα, έβλεπε εφιάλτες και είχε αμνησία. Το γόνατο της είχε φουσκώσει, ενώ είχε μώλωπες στο πρόσωπο αφού είχε κτυπήσει στο πηγούνι και τη μύτη. Για περίοδο δυο μηνών χρησιμοποιούσε πατερίτσες και παρακολουθείτο από νευρολόγο λόγω της αμνησίας και της διάσεισης που υπέστηκε. Της συνεστήθηκε ανάπαυση, αντιφλεγμονώδη φάρμακα και παυσίπονα για τον τραυματισμό στο γόνατο, καθώς επίσης περιορισμός στο σπίτι χωρίς έκθεση στον ήλιο, ηλεκτρονικό υπολογιστή ή τηλεόραση. Ο κ. XXXXX Βρασίδα ο οποίος κατά το 2010 ασχολείτο ως μηχανικός αυτοκινήτων και στα πλαίσια αυτά στεγαζόταν στο γκαράζ του ισιωτή Κώστα Κωνσταντίνου κατέθεσε ως Μ.Ε.
  11. Όπως ανέφερε, γνωρίζει την Ενάγουσα εφόσον ήταν πελάτισσά του σε σχέση με την επιδιόρθωση του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX
  12. Στα πλαίσια αυτά αναγνώρισε τις φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν (Τεκμήριο 3) και παρουσιάζουν το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX62 μετά το ατύχημα. Εξήγησε ότι το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο γκαράζ με ρυμουλκό αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα και ακολούθως επιθεωρήθηκε από τον κ. XXXXX Μαρκουλλή για σκοπούς εκτίμησης των ζημιών που υπήρχαν σε αυτό. Όπως του ανέφερε η Ενάγουσα, το όχημα έπρεπε να διορθωθεί καθότι δεν ήταν δικό της. Ο ίδιος προέβηκε αρχικά σε κάποιες μικροδιορθώσεις και ακολούθως συντόνιζε τη διεκπεραίωση των εργασιών που ήταν αναγκαίες και γίνονταν από διάφορα άλλα πρόσωπα όπως αγορά εξαρτημάτων, μπογιάτισμα, ηλεκτρολογικές εργασίες κλπ. Οι εργασίες που απαιτήθηκαν και πράγματι διεκπεραιώθηκαν σε περίοδο 2 - 3 μηνών κατά τη διάρκεια των οποίων η Ενάγουσα επισκέφθηκε αρκετές φορές το συνεργείο, είναι ως αυτές τυγχάνουν καταγραφής στην έκθεση του κ. Μαρκουλλή (Τεκμήριο 1), ενώ όπως εξήγησε ο Μ.Ε.2 ο ίδιος πλήρωνε τους διάφορους τεχνικούς αφού προηγουμένως εισέπραττε τα χρήματα από την Ενάγουσα. Όπως εξήγησε, λόγω του ότι από το τέλος του 2012 απασχολείται σε άλλο κλάδο (οικοδομές), δεν κράτησε οποιεσδήποτε σχετικές αποδείξεις ή τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομά του για κάποιες από τις εργασίες που διεκπεραιώθηκαν. Τόνισε, ωστόσο, ότι το κόστος επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου ανήλθε τελικά σε ποσό μεγαλύτερο από την εκτίμηση του κ. Μαρκουλλή, χωρίς να είναι σε θέση να το προσδιορίσει επακριβώς. Ερωτηθείς κατά πόσον ο ίδιος εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο επ' ονόματι της Ενάγουσας σε σχέση με τις διεκπεραιωθείσες εργασίες ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και επεσήμανε ότι οι πληρωμές γίνονταν από την Ενάγουσα σε μετρητά. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι δεν έχει διατηρήσει οποιοδήποτε αρχείο ούτε οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με την επιδιόρθωση του οχήματος ούτε η Ενάγουσα του είχε ζητήσει να διατηρήσει τα έγγραφα αυτά ενόψει της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε η κα XXXXX Δαλίτου η οποία εργάζεται στο αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Υπό αυτή της την ιδιότητα έχει στην κατοχή της τον ιατρικό φάκελο της Ενάγουσας. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 5 η μάρτυρας κατέθεσε ότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο βρίσκεται εντός του φακέλου και εκδόθηκε από την Δρα XXXXX Παπαζαχαρίου, η οποία εδώ και χρόνια έχει αποχωρήσει από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και έκτοτε ιδιωτεύει. Η μάρτυρας αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 10 ως μέρος του ιατρικού φακέλου και όπως ανέφερε πρόκειται για το εξιτήριο που έλαβε η Ενάγουσα το οποίο εκδόθηκε από τον Δρα XXXXX Σταύρου ο οποίος επίσης έχει αποχωρήσει από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εδώ και μερικά χρόνια. Από τον ιατρικό φάκελο προκύπτει ότι η Ενάγουσα νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μεταξύ 6.4.2010 - 7.4.
  13. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει οποιεσδήποτε ιατρικές γνώσεις και δεν είναι σε θέση να επεξηγήσει το περιεχόμενο των εκδοθέντων πιστοποιητικών. Η μόνη ανάμειξή της περιορίζεται στην τήρηση του φακέλου. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1), ο οποίος για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). Εκεί αναφέρει ότι την 5.4.2010 και περί ώρα 21:45 ξεκίνησε με το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX90 από το σπίτι του στην XXXXX με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Πιο συγκεκριμένα, κατευθύνθηκε προς Λευκωσία μέσω της βιομηχανικής περιοχής Δαλίου. Ενώ οδηγούσε επί της οδού Τεύκρου Ανθία, πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του ήταν κόκκινα οπότε σταμάτησε το όχημά του. Παρέμεινε ακινητοποιημένος μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως και ακολούθως εκκίνησε για να κατευθυνθεί με ευθεία πορεία απέναντι στην οδό Σταδίου και να εισέλθει σε αυτήν. Καθώς βρισκόταν στο μέσο περίπου της διασταύρωσης, εφόσον είχε εκκινήσει μόλις άναψε το πράσινο φως, δέχτηκε κτύπημα στη δεξιά πλευρά του οχήματός του από το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα η οποία ερχόταν με κατεύθυνση από Λατσιά προς Πέρα Χωριό. Μετά το κτύπημα το όχημά του στριφογύριζε και ακολούθως κατέληξε και ακινητοποιήθηκε στο παγκέτο αριστερά ως η κατεύθυνσή του. Όπως εξήγησε, εισερχόμενος στη διασταύρωση δεν είχε δει το όχημα της Ενάγουσας το οποίο ερχόταν εκ δεξιών του παρά μόνο το αντιλήφθηκε όταν είχε ήδη εισέλθει στη διασταύρωση, αφού η Ενάγουσα δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως τροχαίας, με τον ίδιο να μην μπορεί υπό τις περιστάσεις να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο. Ο μάρτυρας εξήλθε αμέσως από το όχημά του από την πόρτα του συνοδηγού, αφού η πόρτα του οδηγού δεν άνοιγε, ενώ η Ενάγουσα εξήλθε από το όχημά της όταν κατέφθασε το ασθενοφόρο. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, ο δρόμος ως η πορεία της Ενάγουσας είναι πλατύς και καλά φωτισμένος, ενώ στη δεξιά πλευρά ως η πορεία του και πριν τη διασταύρωση υπάρχει ανοικτός χώρος (χωράφι) όπου υπάρχουν σταθμευμένα διάφορα οχήματα και εμπορευματοκιβώτια («containers»). Όπως επίσης κατέθεσε ο Μ.Υ.1, μετά το ατύχημα κάποιος από τους παρευρισκόμενους ειδοποίησε την Αστυνομία και λίγη ώρα αργότερα κατέφθασε στη σκηνή η Αστ. XXXXX η οποία ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο σύμφωνα με τις υποδείξεις του ίδιου και του αυτόπτη μάρτυρα κ. XXXXX Λαγού (ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ.2) αναφορικά με τις πορείες των εμπλεκόμενων οχημάτων και το σημείο της σύγκρουσης. Συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα και το υπέγραψε. Σε σχέση με το ατύχημα έδωσε κατάθεση στην Αστ. XXXXX αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.1 ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε το οποίο ανήκει στη μητέρα του υπέστη ζημιές στις δεξιές πόρτες (μπροστά και πίσω), στο πίσω δεξί φτερό και στο πώμα καυσίμων. Όλες οι ζημιές του οχήματος πληρώθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία Cosmos Insurance όπου ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα μετά από διαβουλεύσεις που έγιναν με την ασφαλιστική εταιρεία Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ όπου ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε ο ίδιος (η πρόταση ασφάλισης του οχήματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και προτού ανάψει το πράσινο φως ήταν σταματημένος σε κόκκινο φανάρι. Όταν άναψε πράσινο φως, προχώρησε στη διασταύρωση έχοντας ταχύτητα μεταξύ 10 - 15 χιλιόμετρα την ώρα αφού στην ουσία μόλις είχε ξεκινήσει. Ο Μ.Υ.1 απέρριψε τις θέσεις της Ενάγουσας επί τω ότι εισερχόμενος στην εν λόγω διασταύρωση ο ίδιος παραβίασε κόκκινο σηματοδότη και επανέλαβε ότι τούτο έπραξε η Ενάγουσα η οποία όχι μόνο δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα και προκάλεσε με την ενέργειά της αυτή το επίδικο ατύχημα. Ο κ. XXXXX Λαγός ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Ο ίδιος διαμένει στο Δάλι και κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημά του με κατεύθυνση από Τσέρι προς Δάλι. Ως αναφέρει στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 18.7.2010 (Τεκμήριο 15), πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας της JCC προκειμένου να εισέλθει στο παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού ελάττωσε ταχύτητα καθότι τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του είχαν πράσινη ένδειξη και ο ίδιος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά με κατεύθυνση προς Πέρα Χωριό. Μπροστά του υπήρχε προπορευόμενο όχημα το οποίο επίσης είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Στη συνέχεια είδε το όχημα το οποίο ερχόταν από Ποταμιά (που τελικά διαπιστώθηκε ότι οδηγείτο από τον Εναγόμενο) να διασταυρώνει τα φώτα τροχαίας για να εισέλθει στον οδό Σταδίου. Τότε είδε το όχημα της Ενάγουσας το οποίο ερχόταν εξ αριστερών (ως η κατεύθυνση του μάρτυρα) δηλαδή ερχόμενο από Λατσιά, να εισέρχεται στη διασταύρωση και να συγκρούεται με το όχημα του Εναγόμενου. Αμέσως σταμάτησε το αυτοκίνητό του και κατέβηκε για να βοηθήσει τους ενεχόμενους οδηγούς. Στο μέρος προσήλθε ασθενοφόρο, όπως επίσης η αστυνομία στην οποία έδωσε τα στοιχεία του. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο δρόμο πολύ συχνά και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του και η πορεία του Εναγόμενου ήταν πράσινα. Σε σχέση με τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της Ενάγουσας ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι σαφέστατα ως εκ της θέσης του και της πορείας του οχήματός του δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει τούτο. Παρόλα αυτά, όπως ανέφερε, από τη στιγμή που τα φώτα στην πορεία του ιδίου ήταν πράσινα δεν θα ήταν δυνατόν τα φώτα τροχαίας της πορείας της Ενάγουσας την ίδια στιγμή να είναι επίσης πράσινα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο εφόσον είναι συγχωριανοί χωρίς, ωστόσο, να έχουν κάποια ιδιαίτερη, συγγενική ή φιλική σχέση. Ερωτηθείς σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ενάγουσα μετά τη σύγκρουση ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή είχε απωλέσει τις αισθήσεις της και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο. Αναφορικά με τις ζημιές των δυο οχημάτων ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μεν όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα ήταν κτυπημένο αρκετά με τις ζημιές να εντοπίζονται κυρίως στο μπροστινό μέρος του οχήματος, το δε όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος κτυπήθηκε στο πίσω μέρος. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι το κτύπημα προήλθε από το όχημα της Ενάγουσας στο όχημα του Εναγόμενου, η οποία (Ενάγουσα) δεν εφάρμοσε καν τα φρένα της. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η κα Νίκη Κωνσταντίνου η οποία εργάζεται ως λειτουργός απαιτήσεων στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου. Υπό αυτή της την ιδιότητα της ανατέθηκε ο χειρισμός του επίδικου ατυχήματος εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος ήταν ασφαλισμένο με περιεκτική κάλυψη ζημιάς στην ασφαλιστική εταιρεία Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Ως ανέφερε η μάρτυρας, οι ζημιές που υπέστηκε το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος είχαν εκτιμηθεί και επιδιορθωθεί με το κόστος της επιδιόρθωσης να έχει καλυφθεί από την ασφαλιστική εταιρεία Cosmos Insurance στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα, εφόσον κρίθηκε από την ασφαλιστική της εταιρεία ότι ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος είχε η Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το ύψος των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα. Εξ' όσων, όμως, ενημερώθηκε, η Ενάγουσα είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ερωτηθείσα για τα δεδομένα επί των οποίων η ασφαλιστική εταιρεία Cosmos έκρινε ότι ευθύνη για το ατύχημα είχε η Ενάγουσα, η μάρτυρας απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σχετικά. Ως Μ.Υ.4 κατέθεσε η Αστ. XXXXX XXXXX Σουπουρή η οποία υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου και είναι υπεύθυνη του αρχείου του Σταθμού. Ερωτηθείσα σε σχέση με το φάκελο διερεύνησης του τροχαίου ατυχήματος με αναφορά Τ969/2010, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν τον έχει στην κατοχή της καθότι σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη αρ. 145 ο φάκελος έχει καταστραφεί εφόσον η Αστυνομία δεν ενημερώθηκε προκειμένου να τον διατηρήσει. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 11, το οποίο της υπέδειξε ο κ. Κόκκινος, η μάρτυρας σημείωσε ότι πρόκειται για έντυπο αστυνομικής έκθεσης στο οποίο επισυνάπτεται συμμετρικό σχέδιο. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να τοποθετηθεί σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 καθότι, ως ανέφερε, δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο ζήτημα ενώ παράλληλα τόνισε ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπειρία στον τομέα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων. Από την έρευνα που έχει διενεργήσει στα βιβλία του Σταθμού έχει εντοπίσει καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Πρόκειται για καταχώρηση στο ηλεκτρονικό σύστημα του ημερολογίου παραπόνων και συμβάντων του αστυνομικού σταθμού σύμφωνα με το οποίο «το δυστύχημα έγινε σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας και από εξετάσεις που έγιναν από την αστυνομία Πέρα Χωρίου εξασφαλίστηκε εκ πρώτης όψεως προφορική μαρτυρία ότι η XXXXX Γεωργίου παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φανάρι. Μήνυμα εστάλη. Οι εξετάσεις συνεχίζονται. Ο σταθμός Πέρα Χωρίου διερευνά» (Τεκμήριο 16). Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας επανέλαβε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και ότι η σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο έγινε από την ανακρίτρια της υπόθεσης Αστ. XXXXX XXXXX Θωμά, η οποία έχει μετατεθεί από τον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου εδώ και αρκετό καιρό. Ερωτηθείσα αναφορικά με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα από τα οποία εξασφαλίστηκε εκ πρώτης όψεως προφορική μαρτυρία ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φανάρι, η μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά με τα γεγονότα του ατυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου και εξέτασα τόσο τη στάση και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται από τον κάθε μάρτυρα θα πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα αφορά βεβαίως τον ίδιο και γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, την ποιότητά της και την πειστικότητά της πλην όμως τα όσα αναφέρει ο κάθε μάρτυρας θα πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων προκειμένου να εξετάζεται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από τη σύγκριση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου από τη σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά (βλέπε μεταξύ άλλων Παύλου ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουκούνη κ.α. ν. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 489 και Σοφοκλής ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Προτού προχωρήσω κρίνω ορθό να σημειώσω ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε κατά το 2012 εναντίον της Ενάγουσας σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Η μαρτυρία που δόθηκε επί τούτου δεν είναι ικανή να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση εφόσον, ως διαφάνηκε, σε εκείνη την υπόθεση η Ενάγουσα φαίνεται να καταδικάστηκε κατόπιν άρνησης παραδοχής από την πλευρά της και ακρόασης της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της μαρτυρίας δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας σημειώνω τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα δεν μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Κατά την κρίση μου δεν ήταν ειλικρινής και δεν κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα. Αντίθετα, θεωρώ ότι συνειδητά προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας μια πλασματική εκδοχή η οποία αντιστρατεύεται τη λογική εξ' ου και κατέρρευσε κατά την αντεξέταση. Πιο συγκεκριμένα, η θέση της ότι η σύγκρουση των δυο οχημάτων προκλήθηκε από κτύπημα που δέχτηκε το όχημα της από το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος δεν επιβεβαιώνεται από τις ζημιές που υπέστηκαν τα δυο οχήματα. Ως εμφαίνεται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3, οι ζημιές στο όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα εντοπίζονται κυρίως στο μπροστινό μέρος αυτού. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον προβληθέντα ισχυρισμό της ότι η ίδια εισήλθε στη διασταύρωση, ελάττωσε ταχύτητα και ακολούθως έστριψε. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν οι ζημιές να εντοπίζονταν στο πλευρικό σημείο του οχήματος της. Πέραν τούτου, ως ο Εναγόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο και επί αυτού του μέρους δεν αντεξετάστηκε, οι ζημιές στο όχημά του εντοπίζονται στο δεξί μέρος του οχήματός του με τρόπο ώστε η επί τούτου θέση της Ενάγουσας να καταρρίπτεται και για αυτό τον λόγο. Η αμέσως πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την απόρριψη της εκδοχής της Ενάγουσας ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος είναι αποτέλεσμα συλλογισμού του Δικαστηρίου με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του υπό το φως της απλής κοινής λογικής (βλέπε Σωκράτους ν Ματσούκα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1036, Κρασισμένο ν. Σοφρωνίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1152, Μιχαηλίδου ν. Χ'Νικόλα ECLI:CY:AD:2019:A486, Πολ. Έφ. 26/2013, απόφαση ημερομηνίας 26.11.2019 και σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' έκδοση, στις σελίδες 608 και 609) και χωρίς υπό οποιεσδήποτε συνθήκες το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα. Η μαρτυρία της Ενάγουσας επί δευτερευόντων ζητημάτων ήταν επίσης συγχυσμένη. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι ισχυρίστηκε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος ήταν μεγάλο - τύπου jeep, ενώ αντεξεταζόμενη, ανασκεύασε τη θέση της υποστηρίζοντας ότι δεν είδε καν το όχημα και ότι το γεγονός αυτό της είχε λεχθεί από τρίτα πρόσωπα. Η μαρτυρία της αναφορικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα που οδηγούσε επιβεβαιώνεται από την έκθεση εκτίμησης που αποτελεί παραδεκτό γεγονός και τον Μ.Ε.2 η μαρτυρία του οποίου ως εξηγείται κατωτέρω είναι αποδεκτή. Ως προς τα τραύματα τα οποία ανέφερε ότι υπέστηκε διέκρινα ασάφεια και την ίδια στιγμή κάποια υπερβολή στη μαρτυρία της Ενάγουσας, τόσο ως προς την έκταση όσο και ως προς τη διάρκεια αυτών, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι αρκετά από τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν επιβεβαιώνονται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που η ίδια έχει παρουσιάσει. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η θέση της ότι χρησιμοποιούσε πατερίτσες για περίοδο δυο μηνών και ότι παρακολουθείτο από νευρολόγο δεν προκύπτει από οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό (σημ.: το Τεκμήριο 7 αφορά μόνο παραπομπή της Ενάγουσας σε νευρολόγο) ενώ από τα έγγραφα που κατατέθηκαν δεν διαφαίνεται οποιοδήποτε εύρημα για τραυματισμό της στο συκώτι, ως ο ισχυρισμός της. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι με εξαίρεση το Τεκμήριο 9, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, τα υπόλοιπα ιατρικά πιστοποιητικά, ήτοι τα Τεκμήρια 5 - 8 και 10, δεν επεξηγήθηκαν από τους συντάκτες τους (οι οποίοι δεν προσήλθαν ως μάρτυρες) με συνέπεια το περιεχόμενό τους να αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία όσον αφορά τις δικές τους διαπιστώσεις και ιδιαίτερα τις επιστημονικές τους απόψεις. Ως προς το ζήτημα της εξ ακοής μαρτυρίας, σχετικό είναι το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σύμφωνα με το οποίο η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Παρόλα αυτά, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του ίδιου Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους προβλεπόμενους παράγοντες και το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και την βαρύτητα την οποία θα προσδώσει. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τους παράγοντες που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 27, παρατηρώ τα ακόλουθα σε σχέση με τα πιο πάνω έγγραφα: Οι συντάκτες των Τεκμηρίων 5 και 10 δεν εργοδοτούνται πλέον στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και παρά τις προσπάθειες δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστούν και κλητευθούν. Υπό αυτή την έννοια λαμβάνω υπόψη πως δεν ήταν εφικτό να κλητευθούν τα πρόσωπα αυτά. Σε σχέση με τους συντάκτες των Τεκμηρίων 6, 7 και 8 ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την μη κλήτευση τους, πλην, όμως το περιεχόμενο τους συνάδει με αυτό των Τεκμηρίων 5, 9 και
  1. Όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά φέρεται να περιέχουν διαπιστώσεις και γνώμες των ιατρών που τα συνέταξαν αμέσως μετά από κάποια εξέταση ή σύντομα μετά την παρακολούθηση της Ενάγουσας κατά τρόπο που διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις έγιναν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται. Όλα τα έγγραφα βρίσκονταν στην κατοχή της Ενάγουσας η οποία τα παρουσίασε στο Δικαστήριο. Μελετώντας τα ιατρικά πιστοποιητικά, δεν διαπιστώνεται να περιέχουν εξ' ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού. Δεν υπάρχει ένδειξη για κίνητρο οποιουδήποτε προσώπου να παραποιήσει τα πιστοποιητικά (Τεκμήρια 5 - 8 και 10) ούτε προβλήθηκε από την υπεράσπιση θέση περί παραποίησης αυτών. Οι αρχικές δηλώσεις, δηλαδή τα πιστοποιητικά, έγιναν στα πλαίσια του καθήκοντος των ιατρών να ενημερώσουν για την υγεία της Ενάγουσας, επίσημα και υπεύθυνα. Η έγγραφη αποτύπωση διασφαλίζει ότι οι θέσεις των ιατρών μεταφέρθηκαν επακριβώς καθώς επίσης ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν διαφέρει από τις αρχικές δηλώσεις. Υπό τις περιστάσεις που έχουν προσαχθεί δεν υπάρχει κάτι το οποίο να δυσκολεύει την αξιολόγηση των Τεκμηρίων 5 - 8 και 10 ούτε και γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις που προσδιορίζονται πιο πάνω, δικαιολογείται η αποδοχή του περιεχομένου των Τεκμηρίων 5 - 8 και
  2. Επεναρχόμενη στις θέσεις που προώθησε η Ενάγουσα, παρατηρώ ότι η έκταση των συμπτωμάτων και της σημερινής της κατάστασης δεν προκύπτει από οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και ως εκ τούτου η μαρτυρία της επί τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας αναφορικά με τα τραύματα που υπέστηκε, την θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε και τις συστάσεις που της δόθηκαν γίνεται αποδεκτή στην έκταση που συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 - 10 και στην έκταση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον κ. Κόκκινο. Σε ό,τι τέλος αφορά τη θέση της περί απώλειας απολαβών, παρατηρώ ότι πέραν από το Τεκμήριο 6 που αποτελεί δέσμη πιστοποιητικών ασθενείας για την περίοδο 6.4.2010 - 4.6.2010 στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιοδήποτε υποστηρικτικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι απουσίασε από την εργασία της ούτε για το ύψος των απολαβών της. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η Ενάγουσα (Μ.Ε.1) δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η μαρτυρία της απορρίπτεται ως αναξιόπιστη εκτός στην έκταση που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ή που υποδεικνύεται πιο πάνω. Ο κ. XXXXX Βρασίδα (Μ.Ε.2) ήταν ένας ανεξάρτητος, αντικειμενικός και ειλικρινής μάρτυρας. Εξήγησε με επάρκεια την εμπλοκή του στην επιδιόρθωση του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη στα πλαίσια αυτά, όπως και τον τρόπο πληρωμής του από την Ενάγουσα. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Περαιτέρω, η εξήγηση που έδωσε ως προς την αδυναμία του να παρουσιάσει αποδείξεις και έγγραφα που να αποδεικνύουν το κόστος επιδιόρθωσης κρίνεται ικανοποιητική για το Δικαστήριο. Δεν διέκρινα να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αμφισβήτησης των όσων κατέθεσε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η μαρτυρία της κας XXXXX Δαλίτου (Μ.Ε.3), η οποία περιορίστηκε στα όσα εμπίπτουν στα καθήκοντα της θέσης της, γίνεται αποδεκτή δεδομένης της καλής εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο και της μη αμφισβήτησης αυτής από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθετε με τρόπο άμεσο, συνεπή και σταθερό. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ήταν πειστικό και λογικό. Δεν διέκρινα, ούτε κατά την κυρίως εξέταση του ούτε και κατά την αντεξέταση του, οποιαδήποτε διάθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο, να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας του συνάδει απόλυτα με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αμέσως μετά το ατύχημα (Τεκμήριο 13). Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης παρέμεινε συνεπής στα γεγονότα που είχε καταθέσει, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αληθινή και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Όπως έχει υποδειχθεί και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, οι ζημιές που εντοπίζονται στα ενεχόμενα οχήματα επιβεβαιώνουν τη θέση του Μ.Υ.1 ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε η σύγκρουση. Τούτο δε επισημαίνεται χωρίς σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο να ανάγεται σε εμπειρογνώμονα (βλέπε σελίδες 17 και 18 πιο πάνω). Σε σχέση με το έγγραφο/έντυπο απαίτησης τροχαίου δυστυχήματος που κατέθεσε ο Μ.Υ.1 ως Τεκμήριο 14, παρατηρώ ότι πρόκειται για έγγραφο που κατατέθηκε για σκοπούς ενίσχυσης της μαρτυρίας του και υπό αυτές τις συνθήκες δεν κρίνω ορθό να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Ο κ XXXXX Λαγός (Μ.Υ. 2) επίσης μου δημιούργησε θετικότατη εντύπωση. Δεν έχω αμφιβολία ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η αξιοπιστία του καθόλου δεν επηρεάστηκε αρνητικά κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, η αντεξέταση ενίσχυσε την πειστικότητα των θέσεων του. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και κινήθηκε στις ίδιες γραμμές ως και η κατάθεσή του στην Αστυνομία η οποία δόθηκε τρείς μήνες μετά το ατύχημα (Τεκμήριο 15). Δεν θεωρώ ότι η απλή γνωριμία του μάρτυρα με τον Εναγόμενο επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την κατάθεση του στο Δικαστήριο αφού δεν έχω διακρίνει σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 διάθεση να παρουσιάσει τα γεγονότα που κατέθετε με τρόπο ευνοϊκό για τον Εναγόμενο ή δυσμενή και αρνητικό για την Ενάγουσα. Αντίθετα, η εντύπωση που απεκόμισα είναι ότι, παρά την πάροδο του χρόνου, η προσπάθεια του ήταν να καταθέσει τα γεγονότα με συνέπεια και ειλικρίνεια. Αποδέχομαι δε τη θέση του μάρτυρα, ότι όταν τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του είναι πράσινα, τα φώτα τροχαίας των εξ αντιθέτου οχημάτων είναι επίσης πράσινα και ως θέμα κοινής λογικής τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της Ενάγουσας ήταν κόκκινα. Και τούτο γιατί:
(1)ως ο ίδιος ανέφερε χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο δρόμο πολύ συχνά,
(2)η θέση του ως προς την ένδειξη των φώτων τροχαίας ως η πορεία της Ενάγουσας συνάδει με την κοινή λογική και
(3)από την πλευρά της Ενάγουσας δεν προωθήθηκε θέση περί μη ορθής λειτουργίας των φώτων τροχαίας κατά τον επίδικο χρόνο. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι όταν εισήλθε στη διασταύρωση τα φώτα τροχαίας στην πορεία της είχαν πράσινη ένδειξη και του Εναγόμενου κόκκινη, θέση που θέλει τον ισχυρισμό που προώθησε ο Μ.Υ. 2 ως προς τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στη διασταύρωση ορθό. Ο ουσιωδέστερος βέβαια ισχυρισμός του είναι ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος εισήλθαν στη διασταύρωση με πράσινο φως και ότι η Ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας κόκκινο σηματοδότη και χωρίς να σταματήσει στα φώτα τροχαίας. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν απόλυτα αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η μαρτυρία της Μ.Υ. 3 XXXXX Κωνσταντίνου κρίνεται άσχετη με τα θέματα τα οποία καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αφού η απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας Cosmos (όπου ήταν ασφαλισμένο το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα) να καλύψει και αποζημιώσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος δεν δεσμεύει και ούτε μπορεί να επηρεάσει το Δικαστήριο στην κρίση του ως προς την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Παρομοίως, η μαρτυρία της Μ.Υ. 4 Αστ. XXXXX XXXXX Σουππουρή δεν κρίνεται βοηθητική για την υπεράσπιση έχοντας υπόψη ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος και κλήθηκε στο Δικαστήριο προκειμένου να παρουσιάσει την καταχώρηση που έγινε σε σχέση με αυτό (το ατύχημα) στο ημερολόγιο του σταθμού από την Αστ. XXXXX (βλέπε Τεκμήριο 16). Ειδικότερα, η μάρτυρας, ως ήταν άλλωστε φυσικό, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με την καταχώρηση έδωσε προφορική μαρτυρία επί τω ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φανάρι, με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή τη θέση. Ως, μάλιστα, αναφέρεται στην εν λόγω καταχώρηση, οι εξετάσεις συνεχίζονται και ο Σταθμός διερευνά την υπόθεση. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Την 5.4.2010 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX62, ιδιοκτησίας του υιού της Παναγιώτη Ηροδότου, κατά μήκος του παλαιού δρόμου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση από Λατσιά προς Πέρα Χωρίο. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα υπ' αρ. εγγραφής XXXXX90 κατά μήκος της οδού Τεύκρου Ανθία. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση των οδών Τεύκρου Ανθία και Σταδίου ο Εναγόμενος σταμάτησε αρχικά το όχημά του καθότι τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του είχαν κόκκινη ένδειξη. Όταν η ένδειξη έγινε πράσινη, ο Εναγόμενος προχώρησε με ταχύτητα 10 - 15 χλμ ανά ώρα προκειμένου να κατευθυνθεί προς την οδό Σταδίου απέναντι, οπότε εντός της διασταύρωσης δέχθηκε κτύπημα από το όχημα της Ενάγουσας το οποίο κινείτο εκ δεξιών του (οι πορείες των οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης και οι τελικές θέσεις των οχημάτων εμφαίνονται στο σχέδιο που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11). Η διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας που λειτουργούν με τον τρόπο που υπέδειξε ο Μ.Υ.
  1. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση ενώ τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της είχαν κόκκινη ένδειξη χωρίς να σταματήσει. Το Δικαστήριο υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του το σχέδιο (μέρος του Τεκμηρίου 11) και τις σχετικές μετρήσεις, καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης Χ με το οποίο οι εμπλεκόμενοι οδηγοί και ο Μ.Υ.2 ως αυτόπτης μάρτυρας συμφώνησαν. Λόγω της σύγκρουσης τα ενεχόμενα αυτοκίνητα υπέστηκαν ζημιές. Το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος υπέστηκε ζημιές στις δεξιές πόρτες (μπροστά και πίσω), στο πίσω δεξί φτερό και στο πώμα καυσίμων. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX62 αποτυπώνονται στις φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο 3 και περιγράφονται στην έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 1) σύμφωνα με την οποία αυτές ανέρχονται σε €3.
  2. Το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα επιδιορθώθηκε με τον τρόπο που εξήγησε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.2 και η ίδια κατέβαλε για το σκοπό αυτό το ποσό των €3.
  3. Συνεπεία του ατυχήματος η Ενάγουσα υπέστηκε σωματικές βλάβες ως αυτές περιγράφονται στα Τεκμήρια 5, 8 και 10 και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου παρέμεινε ως ασθενής μέχρι 8.4.
  4. Ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που υπέστηκε της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από 6.4.2010 - 4.6.2010 (βλέπε Τεκμήριο 6) και λόγω του μεταδιασεισικού συνδρόμου στις 16.4.2010 παραπέμφθηκε σε νευρολόγο (βλέπε Τεκμήριο 7). Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως είναι καλά γνωστό στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο Ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικού του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του ατυχήματος Σχετικά με το θέμα της ευθύνης είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215). Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια από μέρους του Εναγόμενου και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν η Ενάγουσα έχει συντρέχουσα αμέλεια και σε μια τέτοια περίπτωση, ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλέπε Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλέπε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως, μάλιστα, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 16.12.2019 στην Πολιτική Έφεση 38/2015, Χαραλάμπους ν. McGill, το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλέπε Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Με αναφορά στην υπόθεση Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12, απόφαση ημερομηνίας 27.6.2018, υπογραμμίστηκε ότι η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματός του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό. Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας (βλέπε Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Εξετάζοντας το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος κρίνω ορθό να επισημάνω τα εξής: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσε κοινό τόπο των δυο πλευρών ότι όταν τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της Ενάγουσας είναι πράσινα, τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του Εναγόμενου είναι κόκκινα. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Καμία πλευρά δεν προώθησε θέση περί μη ορθής λειτουργίας των φώτων τροχαίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση ενώ τα φώτα τροχαίας ως η πορεία της είχαν κόκκινη ένδειξη και ο Εναγόμενος εισήλθε στη διασταύρωση ενώ τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του είχαν πράσινη ένδειξη. Οι ακριβείς περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε η σύγκρουση είναι ανάλογες της μαρτυρίας των Μ.Υ. 1 και Μ.Υ.
  1. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί αποδεκτή μαρτυρία ως προς την οδηγική συμπεριφορά της Ενάγουσας πριν τη σύγκρουση πέραν του ότι εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στον κόκκινο σηματοδότη. Η ευθύνη για την απόδειξη της αμέλειας από μέρους του Εναγόμενου ήταν στους ώμους της Ενάγουσας. Εξετάζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα. Αντίθετα, υπεύθυνη για αυτό κρίνεται η Ενάγουσα η οποία εισήλθε στη διασταύρωση έχοντας παραβιάσει τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη ως η πορεία της και αποκόπτοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη πορεία του Εναγομένου. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμεινε άγνωστο εάν ο Εναγόμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την πρόθεση της Ενάγουσας, πριν την είσοδο της στη διασταύρωση, να εισέλθει σε αυτήν κατά παράβαση των φώτων τροχαίας. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Εναγόμενου (Μ.Υ.1), στο χώρο που βρίσκεται στα δεξιά του ως η πορεία του (πριν να εισέλθει στη διασταύρωση) υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και εμπορευματοκιβώτια. Η δε θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση περί απρόσκοπτης ορατότητάς του προς τα δεξιά δεν προωθήθηκε με ανάλογη μαρτυρία της Ενάγουσας και ως εκ τούτου παρέμεινε μετέωρη, ενώ σε κάθε περίπτωση απορρίφθηκε από τον Μ.Υ.
  2. Αποτελεί κρίση μου ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αμελής οδήγηση της Ενάγουσας, η οποία εισερχόμενη στη διασταύρωση υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγομένου, ενώ αυτός είχε κάθε δικαίωμα για ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση του μέρους του δρόμου που βρισκόταν στην πορεία του εφόσον την ίδια στιγμή η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ως η πορεία του Εναγόμενου ήταν πράσινη. Υπενθυμίζεται ότι το όχημα του Εναγόμενου ήταν αρχικά ακινητοποιημένο γιατί προηγήθηκε κόκκινο φως. Αφού άναψε πράσινο φως ο Εναγόμενος εκκίνησε το όχημα του και ενώ βρισκόταν στη μέση περίπου της διασταύρωσης (σημ: στο σχέδιο που ετοιμάστηκε και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11 δεν σημειώνεται η απόσταση που διένυσε ο Εναγόμενος από τα φώτα τροχαίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης) δέχθηκε κτύπημα από το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα. Το όχημα του Εναγόμενου δεν είχε διανύσει μεγάλη απόσταση ενώ δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία επί τω ότι αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Αντίθετα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Υ. 2, η Ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στα φώτα τροχαίας. Κατά την κρίση μου δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον Εναγόμενο λόγω παράλειψης του να λάβει προφυλακτικά μέτρα έναντι του ενδεχομένου η Ενάγουσα να εισερχόταν στη διασταύρωση παραβιάζοντας τα φώτα τροχαίας. Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Άλλωστε, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τίποτε δεν προδίκαζε την αρχική είσοδο της Ενάγουσας στην διασταύρωση και ως εκ τούτου υπό τις περιστάσεις δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στον Εναγόμενο ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη. Αντίθετα, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να κάνει ο Εναγόμενος για να αποφύγει το δυστύχημα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μ.Υ.2 κατά την αντεξέταση του «Κανονικά ο άνθρωπος τούτος με γλύτωσε γιατί θα την έτρωα εγώ την φατσιά όπως επίενα. Μόλις ξεκίνησε ο Τασουρής, ένα αυτοκίνητο ερχόταν από την Carslberg, ούτε καν stopper δεν πάτησε, χτύπησε τον Τασουρή στο πλευρό». Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος, ως ο ίδιος ανέφερε, είδε το όχημα της Ενάγουσας την ώρα της σύγκρουσης και η θέση του ότι «εάν το έβλεπε δεν θα τον κτυπούσε καθότι θα απέφευγε τη σύγκρουση» δεν είναι αρκετά ώστε να αποδοθεί σε αυτόν οποιαδήποτε αμέλεια. Εφόσον ο Εναγόμενος εισήλθε νόμιμα στη διασταύρωση ενώ τα φώτα τροχαίας ως η πορεία του ήταν πράσινα, τυχόν απόδοση ευθύνης σε αυτόν θα ισοδυναμούσε με επιβολή υπέρμετρου βάρους στους ώμους του (βλέπε Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Σχίζα ν. Βραχίμη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1742). Συμπληρωματικά σημειώνω ότι ως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Στεφάνου ν. Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2018:A545, Πολιτική Έφεση αρ. 508/12, απόφαση ημερομηνίας 17.12.2018, το γεγονός ότι ολοένα και περισσότεροι οδηγοί παραβιάζουν τον κόκκινο σηματοδότη, δεν μπορεί να ανατρέψει την αυτονόητη και εκ του Νόμου και των Κανονισμών, υποχρέωση οδηγού που πλησιάζει σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας, να συμμορφωθεί όταν το φως που ελέγχει την πορεία του είναι κόκκινο. Αναφορά στα πλαίσια αυτά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Αναστασία Ορφανίδου v. Γεωργίου Περνάρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253, όπου τα αυτοκίνητα των διαδίκων συγκρούστηκαν στην ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας διασταύρωση μεταξύ των οδών Ν. Παττίχη και Λεωφ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να υποστεί σοβαρά τραύματα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων, βρήκε ότι η εφεσείουσα είχε μπει στη διασταύρωση ενώ το φως από την πλευρά της ήταν κόκκινο και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου και ότι για το λόγο αυτό έφερε αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, κατάληξη η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα όσα υποδεικνύονται στο σύγγραμμα The Law Of Motor Insurance (Sweet & Maxwell), 1η έκδοση, στη σελίδα 196, δεν απαιτείται από ένα οδηγό να θεωρήσει ή να αναμένει ότι ένας άλλος οδηγός θα αψηφήσει («disregard») την ένδειξη των φώτων τροχαίας ως η πορεία του. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της. Θέμα γενικών και ειδικών αποζημιώσεων Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει την τύχη της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να αποφασίσω το ζήτημα των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων στις οποίες θα δικαιούτο η Ενάγουσα επί πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου. Σε σχέση με τις ειδικές ζημιές, έχοντας υπόψη την καλά καθιερωμένη αρχή ότι αυτές πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με συγκεκριμένη σαφή και αποδεκτή μαρτυρία, καθώς και ότι η απόδειξη τους κινείται πάντοτε μέσα σε αυστηρά πλαίσια (βλέπε Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 A.A.Δ. 65, Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Κούνουνα κ.ά ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126), θα επιδίκαζα τα ακόλουθα ποσά: Το ποσό των €18,79 που αφορά σε έξοδα ετοιμασίας ιατρικού πιστοποιητικού (σχετικό το Τεκμήριο 4). Το ποσό των €3.974,00 για τη ζημιά που υπέστηκε το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα και επιδιορθώθηκε με δικά της έξοδα. Δεδομένης της θέσης της Ενάγουσας, η οποία επί του σημείου αυτού δεν αμφισβητήθηκε, ότι οδηγούσε το όχημα του γιού της XXXXX Ηροδότου υπό την ιδιότητα του θεματοφύλακα, και δεδομένης της μαρτυρίας του Μ.Ε. 2 ότι η Ενάγουσα ήταν το πρόσωπο που κατέβαλε το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος, θα επιδίκαζα προς όφελος της Ενάγουσας το ποσό αυτό. Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αποκλείεται η διεκδίκηση ζημιάς που προκλήθηκε σε όχημα που οδηγείται νόμιμα από τον ενάγοντα, ακόμα και όταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι τρίτο πρόσωπο. Στην υπόθεση O'Sullivan v. Williams [1992] 3 All ER 385, υποδείχθηκε πως άτομο που δεν είναι ιδιοκτήτης οχήματος, αλλά το κατέχει είτε έχοντας τίτλο ή δικαίωμα ως εκ της κατοχής του (possessory title), είτε ως θεματοφύλακας (bailee), δύναται να εναγάγει για ζημιά που προξενείται σε αυτό (βλέπε επίσης Patsalides v. Yiapani & another
(1969)1 C.L.R. 84, 95). Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 140 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο «αν τρίτος αποστερήσει άδικα από τον θεματοφύλακα τη χρήση ή την κατοχή των αγαθών που παρακατατέθηκαν, ή προξενήσει σε αυτά βλάβη, ο θεματοφύλακας δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα ίδια μέσα θεραπείας, τα οποία ο κύριος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε παρόμοια περίπτωση, αν δεν υπήρχε παρακαταθήκη με ευρεία έννοια ο καθένας από αυτούς, παρακαταθέτης ή θεματοφύλακας, δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον τρίτου προσώπου για την εν λόγω αποστέρηση ή βλάβη». Ως προς το ύψος της επιδιόρθωσης, αν και δεν προσκομίστηκαν οποιεσδήποτε αποδείξεις για καταβολή του ποσού των €3.974, δεδομένης της απαίτησης της Ενάγουσας ως η παράγραφος 10(γ) της Έκθεσης Απαίτησης και ενόψει του ότι σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης (Τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, οι ζημιές στο όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα ανέρχονται στο ποσό αυτό, και με βάση την μαρτυρία του Μ.Ε. 2 το κόστος επιδιόρθωσης ανήλθε περί τις €4,000, θεωρώ ότι θα ήταν δικαιολογημένη η επιδίκαση του ποσού των €3.974. Ερχόμενη στην αξίωση της Ενάγουσας για πληρωθέντα έξοδα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εκ €19,19 παρατηρώ ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη ή έγγραφο που να δεικνύει την χρέωση και πληρωμή του ποσού αυτού με τρόπο ώστε να μην μπορούσε να αποδοθεί στην Ενάγουσα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την απαίτησή της για απώλεια μισθού. Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει την μισθοδοσία της όπως ούτε ότι απουσίασε από την εργασία της για την περίοδο 6.4.2010-4.6.2010, επομένως δεν θα δικαιολογείτο η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού. Ό,τι προκύπτει από το Τεκμήριο 6 είναι πως της δόθηκε άδεια ασθενείας για την περίοδο αυτή. Τέλος, δεν θα κρινόταν δικαιολογημένη η επιδίκαση του ποσού των €150 για τα έξοδα ετοιμασίας της έκθεσης εκτίμησης δεδομένου ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε και η απόδειξη (Τεκμήριο 2) και η Ενάγουσα δεν έδωσε μαρτυρία περί καταβολής του ποσού αυτού στον ιδιοκτήτη. Σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις και έχοντας κατά νου ότι οι αποζημιώσεις είναι το μέσο, με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος, χωρίς να αποσκοπούν στην τιμωρία του αδικοπραγήσαντος καθώς και ότι το ύψος των αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά στη φύση και την έκταση των τραυμάτων, καθώς και στον πόνο του θύματος (βλέπε Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη, Πολ.Εφ. 248/2006, απόφαση ημερ. 29.5.2009, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384) σημειώνω τα εξής: Στη βάση των ιατρικών πιστοποιητικών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5, 8, 9 και 10, μετά το ατύχημα η Ενάγουσα εισήχθηκε στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Τα κλινικά ευρήματα ήταν: περιτραυματική αμνησία χωρίς απώλεια συνείδησης, κεφαλαλγία, ζάλη και ναυτία. Η ίδια παραπονείτο για άλγος στο δεξί γόνατο και ο ακτινολογικός έλεγχος θώρακος, στέρνου, ΑΜΣΣ, γόνατος και αντιβραχίου δεν κατέδειξαν παθολογικά ευρήματα ή κάταγμα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση δεξιού γόνατος και μεταδιασεισικό σύνδρομο. Η Ενάγουσα έλαβε εξιτήριο στις 8.4.2010 με διάγνωση εξόδου κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Η πορεία της ήταν ομαλή και έγινε σύσταση για συντηρητική αντιμετώπιση και παρακολούθηση. Της δόθηκαν οδηγίες για ανάπαυση, αποφυγή έκθεσης στον ήλιο, αποφυγή παρακολούθησης τηλεόρασης, διαβάσματος και χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή και λήψη παυσίπονων επί πόνου. Επίσης, της δόθηκαν οδηγίες για επανεξέταση στις 13.5.2010 και 20.5.2010. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, λόγω του μεταδιασεισικού συνδρόμου στις 16.4.2010 παραπέμφθηκε σε νευρολόγο, ενώ συνεπεία των τραυμάτων που υπέστηκε της χορηγήθηκε άδεια ασθενείας για την περίοδο 6.4.2010 - 4.6.2010 (Τεκμήριο 6). Στη βάση των πιο πάνω και καθοδηγούμενη από τη νομολογία αναφορικά με αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν για παρόμοια τραύματα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441 και Παπαγγελοδήμου κ.α. ν. Ανδρέα Νεοκλέους Ηλιάδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 639) και έχοντας υπόψη τη γενικότερη τάση για μεγαλύτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο και τη σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων (βλέπε Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303 και Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669), επί πλήρους ευθύνης θα επιδίκαζα στην Ενάγουσα το ποσό των €5.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Τελική Κατάληξη Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, A.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.