← Κύπρος

ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ ν. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ κ.α., Αριθμός αγωγής: 4300/2012, 4/2/2020

ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ ν. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ κ.α., Αριθμός αγωγής: 4300/2012, 4/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου Αριθμός αγωγής: 4300/2012 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα και

  1. XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ
  2. ALIANZ INSURANCE CO LTD Εναγόμενης Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.10.2012 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ Ενάγοντα και
  3. XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ
  4. ALIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Εναγόμενης 4 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κόνιας δια Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κα Κυριάκου δια Χρίστο Τριανταφυλλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς και υλικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Ισχυρίζεται ότι το τροχαίο ατύχημα και οι συνεπακόλουθες ζημιές που υπέστη προκλήθηκαν ένεκα της αποκλειστικής αμέλειας της Εναγόμενης
  5. Ενάγει την Εναγόμενη 1 ως την οδηγό του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος στο επίδικο ατύχημα και την Εναγόμενη 2 ως την ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγόμενη
  6. Οι ιδιότητες των Εναγόμενων είναι παραδεχτές από την Υπεράσπιση. Πέραν αυτού, οι Εναγόμενες 1 και 2, στην Υπεράσπιση τους, αρνούνται την ισχυριζόμενη αμέλεια της Εναγόμενης 1 και ισχυρίζονται ότι το τροχαίο ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια που είχε επιδείξει ο Ενάγοντας. Δεν παραδέχονται επίσης ότι συνεπεία του ατυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη τις σωματικές βλάβες και ζημιές που ισχυρίζεται. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος. Για σκοπούς υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη
  7. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του καθενός, που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πριν προχωρήσω με τη σύνοψη της μαρτυρίας, σημειώνω ότι κάποια γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα ενώ άλλα εγκρίθηκαν ως παραδεκτά κατά την εξέλιξη της ακρόασης. Μεταξύ άλλων, εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι, επί πλήρους ευθύνης, οι ζημιές του οχήματος του Ενάγοντα συνεπεία του ατυχήματος ανέρχονται σε €4.222, τα έξοδα εκτιμητή ανέρχονται σε €276, η απώλεια χρήσης του σε €198 και τα φάρμακα του Ενάγοντα σε €41,85, πλέον τόκων επί των ποσών αυτών από την καταχώρηση της αγωγής. Εγκρίθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας πλήρωσε τον Δρ. Χατζηκώστα ποσό €435 ως αμοιβή για επισκέψεις και χορήγηση ιατρικού πιστοποιητικού. Ξεκινώ από τη μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι κοντά στα μεσάνυχτά μεταξύ 2.7.2009 και 3.7.2009, οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KJB XXXXX κατά μήκος της οδού Περικλέους στον Στρόβολο με κατεύθυνση προς τα φώτα Κληματαριάς. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, με ταχύτητα περίπου 40 χιλιόμετρα ανά ώρα. Την ίδια ώρα η Εναγόμενη 1 οδηγούσε το όχημα της με αριθμούς εγγραφής KSZ XXXXX κατά μήκος της οδού Άρτας με κατεύθυνση προς οδό Περικλέους. Η οδός Άρτας, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, είναι πάροδος της οδού Περικλέους και στη συμβολή τους υπάρχει σήμα STOP. Η οδός Άρτας ήταν στην αριστερή πλευρά της οδού Περικλέους, ως η κατεύθυνση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας συνεχίζει λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 φτάνοντας στη συμβολή της οδού Άρτας με την οδό Περικλέους, αντί να σταματήσει στο σήμα STOP, εισήλθε απότομα στην οδό Περικλέους ανακόπτοντας την πορεία του και προχώρησε να τη διασχίσει κατευθυνόμενη με διαγώνια κλήση προς τη δεξιά λωρίδα της οδού Περικλέους για να εισέλθει σε άλλη πάροδο που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της οδού Περικλέους (στη δεξιά πλευρά του Ενάγοντα ως η κατεύθυνση του), ήτοι στην οδό Μιχαήλ Καραολή. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η απόσταση μεταξύ της οδού Άρτας και την οδού Μιχαήλ Καραολή ήταν περίπου 15-20 μέτρα. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι την πρώτη φορά που είδε το όχημα της Εναγόμενης 1 ήταν όταν αυτό εξήλθε της παρόδου (οδού Άρτας) και τα δύο οχήματα ήταν τότε σε απόσταση περί τα 15 μέτρα μεταξύ τους Προσπαθώντας να αποφύγει τη σύγκρουση έκανε ελιγμό και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα. Δεν κατάφερε όμως να αποφύγει τη σύγκρουση και το όχημα της Εναγόμενης 1 συγκρούστηκε με το δικό του. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Περικλέους, ως η πορεία του Ενάγοντα. Το μπροστινό δεξιό φτερό του οχήματος της Εναγόμενης 1, στο ύψος αμέσως πίσω από το μπροστινό δεξιό φανάρι και πάνω από τον δεξιό μπροστινό τροχό κτύπησε το όχημα του Ενάγοντα στο αριστερό πλευρό, από την πόρτα του οδηγού και πιο πίσω. Από τη σύγκρουση, συνέχισε ο Ενάγοντας, το δικό του όχημα εκτράπηκε της πορείας του με δεξιόστροφη κίνηση και κτύπησε στη γωνία του πεζοδρομίου το σημείο συμβολής της οδού Περικλέους με την οδό Μιχαήλ Καραολή. Από το κτύπημα, έσπασε ο δεξιός τροχός του οχήματος του. Τότε ο Ενάγοντας, επειδή διαπίστωσε ότι το όχημα του ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, οδήγησε το όχημα του αριστερότερα κατά μήκος της οδού Περικλέους με κατεύθυνση προς τα φώτα Κληματαρίας και το σταμάτησε στην αριστερή λωρίδα στην άκρη του δρόμου σε σημείο που θεωρούσε ασφαλές. Περιγράφοντας την ορατότητα στο σημείο του δρόμου όπου έγινε η σύγκρουση, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ήταν «αρκετά καλή, δηλαδή θα έλεγα πάνω από 100 μέτρα υπάρχει ορατότητα, ειδικά από την πλευρά που ερχόμουν». Ο δρόμος, είπε, είναι κατηφορικός προς τα φώτα Κληματαριάς. Ο Ενάγοντας παρουσίασε αριθμό φωτογραφιών που έλαβε υπάλληλος της οδικής βοήθειας Rescue Line που είχε καλέσει το ίδιο βράδυ (Τεκμήριο 1). Σε αυτές φαίνονται και τα εμπλεκόμενα οχήματα όμως, λόγω της ώρας που έγινε το ατύχημα, είναι σκοτεινές. Παρουσίασε επίσης δέσμη φωτογραφιών οι οποίες λήφθηκαν ημέρα από συνεργάτη της ασφαλιστικής του εταιρείας, στις οποίες αποτυπώνεται το σημείο του ατυχήματος (Τεκμήριο 2). Σε αυτές της φωτογραφίες, Τεκμήρια 1 και 2, ο Ενάγοντας, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, υπέδειξε στο Δικαστήριο και σημείωσε τις πορείες των δύο οχημάτων, την ονομασία των δρόμων, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το σημείο όπου είχε προσκρούσει το όχημα του στο πεζοδρόμιο και υπέδειξε τις ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων. Ο Ενάγοντας παρουσίασε περαιτέρω έκθεση ιδιώτη εκτιμητή μηχανοκίνητων οχημάτων (Τεκμήριο 3) αναφορικά με τις ζημιές που υπέστη το όχημα του συνεπεία του ατυχήματος. Ως Τεκμήρια 4 και 6 παρουσίασε τιμολόγιο αναφορικά με την επιδιόρθωση των εν λόγω ζημιών και εξοφλητική απόδειξη. Όπως προανέφερα, η αξία των ζημιών που υπέστη το όχημα του Ενάγοντα έχει γίνει παραδεκτή. Απόδειξη πληρωμής ποσού €276 προς τον εκτιμητή κ. XXXXX Οικονομίδη κατέστη Τεκμήριο 5 και είναι επίσης παραδεχτή. Αποδείξεις αναφορικά με τα έξοδα ενοικίασης άλλου οχήματος μέχρι την επιδιόρθωση του δικού του, το ποσό των οποίων είναι παραδεχτό, παρουσιάστηκαν από τον Ενάγοντα και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  8. Ο Ενάγοντας παρουσίασε επίσης αποδείξεις για ακτινογραφίες που έκανε στο Ιπποκράτειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  9. Μετά το επίδικο ατύχημα, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, περί τις 01:30 στις 3.7.3009, επισκέφθηκε το Τμήμα Α' Βοηθειών του Ιπποκράτειου Ιδιωτικού Νοσοκομείου όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό. Την επομένη το πρωί επισκέφθηκε τον Δρ. Χατζηκώστα, ορθοπεδικό χειρούργο στο ίδιο Νοσοκομείο. Ανέφερε ότι συνεπεία του ατυχήματος παρουσίασε πονοκεφάλους και έντονο πόνο στον αυχένα και δυσκαμψία. Τα συμπτώματα αυτά υποχώρησαν μετά την πάροδο 3 εβδομάδων. Πρόσθεσε ότι όταν έγινε το ατύχημα ο ίδιος εργαζόταν ως υπάλληλος στην Τράπεζα Πειραιώς και κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας δεν του αποκόπηκαν οι απολαβές του. Παρουσίασε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 3.3.2011 που του χορήγησε ο Δρ. Χατζηκώστας και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Το ιατρικό πιστοποιητικό έγινε αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του από την πλευρά των Εναγομένων. Έγινε επίσης παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας πλήρωσε στον Δρ. Χατζηκώστα ποσό €435, ως αναγράφεται στο Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 9, μεταξύ άλλων, ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί τον Δρ. Χατζηκώστα στις 3.7.2009 παραπονούμενος για «πονοκέφαλο, έντονο πόνο στον αυχένα με επέκταση στην ινιακή χώρα». Κατά την εξέταση του Ενάγοντα ο Δρ. Χατζηκώστας διαπίστωσε «μυϊκό σπασμό, άλγος και περιορισμό του εύρους κίνησης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Δεν υπήρχε νευρολογική σημειολογία. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος, αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Κλινικώς διέγνωσα διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Συνέστησα ανάπαυση, αναρρωτική άδεια για επτά ημέρες, χρήση αυχενικού κολάρου και φαρμακευτική αγωγή. Στη συνέχεια να παρακολουθείται ως εξωτερικός ασθενής και προγραμματίσθηκε για επανέλεγχο στις 8.7.
  12. Στη δεύτερη εξέταση ο ασθενής παρουσίασε, μερική υποχώρηση του πόνου στον αυχένα. Οι κινήσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ήταν επώδυνες και περιορισμένες. Συνέστησα στον ασθενή αναρρωτική άδεια για άλλες επτά ημέρες, να συνεχίσει τη χρήση του αυχενικού κολάρου και φαρμακευτικής αγωγής και να γίνει νέα επανεξέταση σε επτά μέρες». Ο Δρ. Χατζηκώστας είδε τον Ενάγοντα ακόμα δύο φορές. Κατά τον τελευταίο επανέλεγχο που έγινε στις 23.7.2009 διαπίστωσε ότι υπήρχε «ύφεση των συμπτωμάτων και του πόνου στον αυχένα». Αποδείξεις για την αγορά δύο φαρμάκων, συνολικού ποσού €41,85 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  13. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα ερωτήθηκε γιατί δεν είχε εντοπίσει ο ίδιος το όχημα της Εναγόμενης να πλησιάζει τη συμβολή των οδών Άρτας και Περικλέους εφόσον η ορατότητα είναι τόσο καλή όσο την είχε περιγράψει. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι δεν είχε προλάβει να δει το όχημα της Εναγόμενης 1 έγκαιρα γιατί αυτή είχε προσεγγίσει το Αλτ και βγήκε στην οδό Περικλέους τόσο γρήγορα ώστε η πρώτη φορά που την είδε ήταν όταν τα δύο οχήματα ήταν σε απόσταση 15 μέτρων μεταξύ τους. Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι το όχημα της Εναγόμενης 1 είχε σταματήσει στο Αλτ αλλά ο Ενάγοντας δεν την είδε. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε και επέμενε στη θέση του. Η συνήγορος των Εναγόμενων επέμενε ότι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να είχε δει το όχημα της Εναγόμενης
  14. Αυτός επέμενε στη δική του θέση αναφέροντας «αφού έκοψε μου το δρόμο σημαίνει δεν σταμάτησε. Σημαίνει ότι βγήκε απότομα όπως προχωρούσε και βρέθηκε μπροστά μου. Αν σταματούσε θα έβλεπε το αυτοκίνητο, υπήρχε η ορατότητα στα δεξιά.» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία του Ενάγοντα. Για την πλευρά της Υπεράσπισης κατέθεσε στο Δικαστήριο η Εναγόμενη 1 (ΜΥ1). Κατέθεσε ότι την επίδικη ημέρα και ώρα οδηγούσε το όχημα της με αριθμούς εγγραφής KSZ 914 επί της οδού Άρτας με κατεύθυνση προς την οδό Περικλέους. Πρόθεση της ήταν να εισέλθει στην οδό Περικλέους και ακολούθως στην οδό Μιχαήλ Καραολή. Συνέχισε λέγοντας ότι όταν έφτασε στη συμβολή της οδού Άρτας με την οδό Περικλέους, όπου υπάρχει Αλτ: «σταμάτησα, έλεγξα εκ δεξιών μου και αφού βεβαιώθηκα ότι ο δρόμος ήταν καθαρός ξεκίνησα να εισέρχομαι στην οδό Περικλέους. Αφού εισήλθα και έδειξα με το δείκτη μου ότι θα εισερχόμουν στην οδό Μιχαήλ Καραολή και αφού άρχισα να κινούμαι δεξιά για να εισέλθω στην οδό Μιχαήλ Καραολή το όχημα του Ενάγοντα μου κτύπησε στην δεξιά πλευρά του οχήματος μου, συγκεκριμένα στο δεξί μπροστινό φτερό. Η σύγκρουση έγινε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Περικλέους.» Υποστήριξε επίσης ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Από το ατύχημα, το όχημα της Εναγόμενης 1 έπαθε ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό, στο ύψος του μπροστινού δεξιού τροχού περίπου, ακριβώς πίσω από το μπροστινό δεξιό φανάρι. Μετά το ατύχημα, το όχημα της Εναγόμενης 1 δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Η μάρτυρας παρουσίασε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής που δείχνουν, μεταξύ άλλων, τα δύο οχήματα και τις ζημιές που υπέστηκαν καθώς και τη διαμόρφωση του δρόμου (Τεκμήριο 12). Όταν της τέθηκε ότι η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η ίδια είχε εξέλθει από το Αλτ χωρίς να σταματήσει και χωρίς να ελέγξει το δρόμο, η Εναγόμενη 1 απάντησε «Δεν είναι έτσι που έγινε. Σταμάτησα, κοίταξα δεξιά, δεν ερχόταν κανένας και έκαμα εκκίνηση». Κατά την αντεξέταση της η Εναγόμενη 1 συμφώνησε ότι πρωτεύοντας δρόμος είναι η οδός Περικλέους και ότι προτεραιότητα έχουν τα οχήματα που κινούνται στην οδό Περικλέους. Εξήγησε ότι από την οδό Άρτας η ορατότητα προς τα δεξιά, δηλαδή προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το όχημα του Ενάγοντα, ήταν καλή. Αρνήθηκε όμως ότι δεν είχε σταματήσει στο Άλτ. Όταν της τέθηκε ότι εάν είχε σταματήσει στο Άλτ τότε θα είχε δει το όχημα του Ενάγοντα. Απάντησε «Ήταν ανήφορο ο δρόμος, ήταν ανήφορο, εγώ ήμουν εδώ, ο δρόμος ήταν ανήφορο τζια μετά κατήφορο τζιαί τζείνο που ισχυρίζομαι εγώ είναι ότι προφανώς δεν τον είδα επειδή ήταν την ώρα που ανέβαινε το ανήφορο, άρα δεν τον είδα έστω και αν κοίταξα, άρα γι' αυτό λέω έβλεπα μέχρι το τέρμα του ανήφορου για εμένα, ήταν κατήφορο για τζείνον.» Ο συνήγορος του Ενάγοντα επέμενε και της έθεσε ότι «αφού ήταν κατήφορο σημαίνει ότι εσείς από τη θέση που ήσασταν μπορούσατε να δείτε τα αυτοκίνητα που κατέβαιναν που πάνω.» Η Εναγόμενη 1 απάντησε «Ναι, μπορούσα άρα τζείνη την ώρα δεν κατέβαινε, προφανώς ανέβαινε. έτρεχε πάρα πολλά, έτρεχε». Η Εναγόμενη 1 χαρακτήρισε την απόσταση «μικρή αλλά δεν μπορείς να πάεις διαγώνια, δεν μπορείς να πάεις, αν πάεις τζιαμέ τζια δείς το πρέπει να μπείς μέσα στην Περικλέους για να στρίψεις, μετά αν πάεις διαγώνια θα πάεις στο απέναντι πεζοδρόμιο, οπόταν αν πήγαινα διαγώνια ήταν να πάω διαγώνια, να πάω στο πεζοδρόμιο να ευθυγράμμιζα τζιαί μετά να έστριφκα έτσι.». Υποστήριξε ότι η απόσταση μεταξύ της οδού Άρτας και της οδού Μιχαήλ Καραολή ήταν πολύ μεγαλύτερη από 20 μέτρα και ότι η απόσταση που χώριζε τις δύο οδούς της επέτρεπε να κάνει τον ελιγμό που περιέγραψε. Επέμενε ότι όταν συνέβηκε το ατύχημα ο Ενάγοντας έτρεχε με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Όταν ερωτήθηκε σε πιο σημείο του δρόμου είχε γίνει το ατύχημα, η Εναγόμενη 1 απάντησε «νομίζω έπιανε Μιχαήλ Καραολή, δηλαδή Περικλέους με Μιχαήλ Καραολή την ώρα που έστριφκα έπιανε με τζείνη την ώρα γιατί θυμούμαι ότι εγώ έστριψα τζιαι ξαφνικά συνέβηκε, κτύπησε με». Επέμενε ότι δεν είχε δει το όχημα του Ενάγοντα, «εγώ ένιωσα τον μόνο, δεν είδα τίποτε». Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας οι δικηγόροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες κατέγραψαν τα επιχειρήματα τους. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει τις αγορεύσεις τους και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Αξιολόγηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι σαφώς ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Θα ξεκινήσω με τις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί. Όπως προανέφερα, ο Ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του παρουσίασε δύο σετ φωτογραφιών, (Τεκμήρια 1 και 2). Η Εναγόμενη παρουσίασε επίσης ένα σετ φωτογραφιών (Τεκμήριο 12). Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι φωτογραφίες αυτές λήφθηκαν στην σκηνή του ατυχήματος, κάποιες το ίδιο βράδυ (Τεκμήρια 1 και 12), ενώ άλλες με το φως της μέρας. Δέχομαι ότι είναι φωτογραφίες της σκηνής και ότι, όπως εξήγησαν οι δύο μάρτυρες, αποτυπώνουν τις οδούς Περικλέους, Άρτας και Μιχαήλ Καραολή από διάφορες πλευρές. Κάποιες αποτυπώνουν τα εμπλεκόμενα οχήματα και δείχνουν, μεταξύ άλλων, τις ζημιές που έχουν υποστεί κατά το ατύχημα. Οι πληροφορίες που αντλούνται από τις φωτογραφίες αποτελούν σταθερή παράμετρο και οδηγό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  15. Υπό αυτό το πρίσμα, δηλαδή της εικόνας του χώρου και των εμπλεκόμενων οχημάτων που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 1, 2 και 12, πρέπει να εξεταστεί η μαρτυρία του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  16. Προχωρώ στη μαρτυρία της Εναγόμενης. Εξέτασα την εκδοχή της για το πώς συνέβηκε το επίδικο ατύχημα. Στάθηκα ιδιαίτερα στο κατά πόσο αυτή στέκει στη βάσανο της λογικής και κατά πόσο συνάδει με τη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στις φωτογραφίες. Καταλήγω ότι δεν μπορώ να την αποδεχτώ ως αληθινή. Βασικός λόγος είναι ότι δεν συνάδει λογικά με το γεγονός της σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Υποστήριξε ότι η ίδια είχε σταματήσει στο Αλτ όταν προσέγγισε τη συμβολή των οδών Άρτας και Περικλέους και ότι κοίταξε προς τα δεξιά (στην κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το όχημα του Ενάγοντα) πριν εισέλθει στην οδό Περικλέους. Υποστήριξε ότι δεν είδε το όχημα του και γι' αυτό προχώρησε στην οδό Περικλέους. Όταν κατά την αντεξέταση της τέθηκε ότι δεν θα ήταν δυνατό να είχε κοιτάξει και να μην τον δει ενόψει του ότι η ορατότητα ήταν καλή, απάντησε ότι δεν τον είδε γιατί ο δρόμος ήταν κατηφορικός και το όχημα του Ενάγοντα δεν είχε φτάσει στο ύψος του ανήφορου ώστε να ξεκινήσει κάθοδο και να μπορέσει η ίδια να τον δει. Αυτή όμως η θέση δεν συνάδει με τη μορφολογία του δρόμου όπως παρουσιάζεται στις φωτογραφίες. Στέκομαι ιδιαίτερα στη φωτογραφίες υπ' αριθμούς 2, 7, 9 και 10 του Τεκμηρίου
  17. Σε αυτές αποτυπώνεται το μήκος της οδού Περικλέους από το Αλτ της οδού Άρτας, δεξιά, μέχρι το ύψος του ανήφορου προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Ενάγοντας. Η συγκεκριμένη απόσταση δεν έχει μετρηθεί και ασφαλώς το Δικαστήριο δεν θα καταστήσει τον εαυτό του εμπειρογνώμονα. Όμως, σαν θέμα κοινής λογικής θεωρώ ότι το συμπέρασμα που εξάγεται από την εικόνα είναι ότι εάν η Εναγόμενη 1 είχε πράγματι σταματήσει και κοιτάξει δεξιά στο Αλτ, θα έβλεπε έγκαιρα το όχημα του Ενάγοντα να κινείται στην οδό Περικλέους. Σημειώνω ότι στις φωτογραφίες φαίνονται τουλάχιστον 9 πολυκατοικίες από το σημείο που ξεκινά να κατηφορίζει η οδός Περικλέους μέχρι τη συμβολή με την οδό Άρτας. Η εκδοχή της Εναγόμενης 1 δεν συνάδει επίσης και με τις ζημιές των εμπλεκόμενων οχημάτων. Οι ζημιές στο δικό της όχημα εντοπίζονται στην μπροστινή δεξιά γωνία. Ξεκινούν αμέσως πίσω από το φανάρι και συνεχίζουν μέχρι το μέσο του μπροστινού δεξιού τροχού (φωτογραφία 8, Τεκμήριο 1 και φωτογραφία 1, τεκμήριο 12). Οι ζημιές στο όχημα του Ενάγοντα ξεκινούν από το χερούλι περίπου της πόρτας του συνοδηγού και συνεχίζουν μέχρι τον πίσω δεξιό τροχό (φωτογραφία 1, Τεκμήριο 1). Εάν το ατύχημα είχε συμβεί όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη 1, δηλαδή το όχημα του Ενάγοντα εξήλθε της πορείας του και επέπεσε στο δικό της ενώ η ίδια ήδη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα της οδού Περικλέους για να εισέλθει στην οδό Μιχαήλ Καραολή, τότε κρίνω ότι οι ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα θα ήταν διαφορετικές. Επιπρόσθετα, σαν γενικό σχόλιο επί της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1, πρέπει αν σημειώσω ότι η μαρτυρία της δεν χαρακτηριζόταν από θετικότητα και σταθερότητα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια αξιόπιστη μαρτυρία. Δεν παραβλέπω ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ των γεγονότων και της μαρτυρίας της και είναι εν μέρει αναμενόμενο να μην θυμάται κάθε λεπτομέρεια. Όμως με τον τρόπο που απαντούσε και που επανερχόταν και συμπλήρωνε στην πορεία της αντεξέτασης της διάφορες απαντήσεις της που είχαν προηγηθεί, δεν έπεισε ότι τα όσα ανέφερε συνιστούσαν γνήσια και πιστή αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν το ατύχημα, όσο καλύτερα τα θυμόταν. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία της Εναγόμενης 1 ως αληθινή. Αντίθετα, εξετάζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα, σε συνάρτηση και με τις φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν, θεωρώ ότι μπορώ να τη δεχτώ και την αποδέχομαι. Εγγενείς αδυναμίες δεν εντόπισα. Αντίθετα, η εκδοχή του είναι λογική και συνάδει και με την πραγματική κατάσταση στη σκηνή όπως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των γεγονότων που έγιναν παραδεκτά καταλήγω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα εξελίχθηκαν όπως τα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, δεν θα τα επαναλάβω αλλά παραπέμπω στην σύνοψη της μαρτυρίας του που παραθέτω πιο πάνω. Αυτά συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν η πλευρά του Ενάγοντα έχει αποδείξει, και σε πιο βαθμό, τις αξιώσεις που εγείρει. Ευθύνη. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, η πλευρά του Ενάγοντα ισχυρίζεται ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βαραίνει αποκλειστικά την Εναγόμενη
  18. Η δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων 1 και 2 είναι ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[3]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά των εμπλεκομένων εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[4]. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον να λάβει προστατευτικά μέτρα για αποφυγή ατυχημάτων και το καθήκον αυτό εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[5]. Κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει ποιο πρόσωπο ή ποια πρόσωπα και σε ποιο βαθμό, βαραίνει η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του κανονικά εντός της οδού Περικλέους. Ταυτόχρονα Εναγόμενη κινείτο επί της οδού Άρτας και προσέγγισε την οδό Περικλέους. Εισήλθε στην Περικλέους χωρίς να σταματήσει στο Αλτ και χωρίς να κοιτάξει στα δεξιά εάν ερχόταν άλλο όχημα. Ο μέσος συνετός οδηγός οφείλει όταν προσεγγίζει με το όχημα του πρωτεύοντα δρόμο η είσοδος στον οποίο ρυθμίζεται με πινακίδα STOP, να σταματά, να ελέγχει τον δρόμο στον οποίο έχει πρόθεση να εισέλθει, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άλλα διερχόμενα οχήματα και μετά να προχωρεί. Η Εναγόμενη 1 καμία από αυτές τις υποχρεώσεις της τήρησε την επίδικη ημέρα. Δεν σταμάτησε στο Αλτ, δεν έλεγξε και δεν εντόπισε το όχημα του Ενάγοντα που κινείτο στην οδό Περικλέους και εισήλθε στην οδό Περικλέους ανακόπτοντας την πορεία του Ενάγοντα. Κρίνω ότι οι παραλήψεις και ενέργειες της συνιστούν αμέλεια. Αποτέλεσμα της αμέλειας της ήταν το όχημα της να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Ευθύνεται, συνεπώς, για το επίδικο ατύχημα. Συνιστά θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι ο Ενάγοντας φέρει μέρος της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα. Σχετικές με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Κεφ. 148, τις οποίες έχω κατά νου. Όπως διευκρινίζει η νομολογία[6], οι κύριοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ εμπλεκομένων σε ένα τροχαίο ατύχημα είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας, του βαθμού που αυτή συνέτεινε στο τροχαίο ατύχημα και της ζημίας που προκλήθηκε από το ατύχημα[7]. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν διακρίνω οτιδήποτε στην συμπεριφορά και ενέργειες του Ενάγοντα που να δεικνύουν ότι ενήργησε αμελώς ή παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε να συνέτεινε στην πρόκληση του ατυχήματος. Τα γεγονότα δεικνύουν ότι βρέθηκε απότομα αντιμέτωπος με ένα κίνδυνο. Στην προσπάθεια του να τον αντιμετωπίσει και να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα της Εναγόμενης 1, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Δεν τα κατάφερε και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου. Με αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνω συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Αντίθετα, καταλήγω ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια της Εναγόμενης
  1. Πριν ολοκληρώσω αυτή την ενότητα, σημειώνω ότι στην τελική της αγόρευση η συνήγορος των Εναγόμενων υποστηρίζει ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν καλύπτουν την εκδοχή του Ενάγοντα για τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το ατύχημα. Διαφωνώ με αυτή τη θέση. Στις Λεπτομέρειες Αμέλειας που δικογραφεί ο Ενάγοντας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ισχυρισμοί ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα STOP και να σταματήσει στη συμβολή των οδών Άρτας και Περικλέους, ότι εισήλθε απότομα στην οδό Περικλέους από πάροδο αποκόπτοντας την πορεία του Ενάγοντα και ότι παρέλειψε να ελέγξει τον δρόμο πριν εισέλθει στην οδό Περικλέους. Θεωρώ ότι αυτά, μαζί με τις υπόλοιπες Λεπτομέρειες Αμέλειας της Έκθεσης Απαίτησης καλύπτουν επαρκώς τη θέση του Ενάγοντα. Σωματικές βλάβες Ενάγοντα. Στη μαρτυρία του ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στις επιπτώσεις από το ατύχημα. Το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού Τεκμήριο 9, στο οποίο παραπέμπω, έγινε αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του. Καταγράφει με σαφήνεια τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγοντας, την ιατρική αντιμετώπιση της κατάστασης του και τον χρόνο για τον οποίο διήρκησαν τα συμπτώματα του. Γενικές αποζημιώσεις. Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, δικαιούται σε αποζημίωση. Έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[8]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[9], «κοινωνικά αποδεκτό»[10] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[11]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σε σχέση με τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό[12]. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €2.500 ως γενικές αποζημιώσεις. Ειδικές ζημιές. Συνιστά βασική αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Με την αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει συνολικό ποσό €7.724 που ισχυρίζεται ότι αφορά ειδικές ζημιές που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Στην Έκθεση Απαίτησης του εξειδικεύει το ποσό αυτό ως εξής: (α) ιατρικά έξοδα: €
  2. (β) φάρμακα: €75 (γ) ακτινογραφίες €40 (δ) απώλεια απολαβών: €1.000 (ε) εξαρτήματα για επιδιόρθωση οχήματος: €3.000 (στ) ισιώματα οχήματος και εργατικά: €2.000 (ζ) βάψιμο οχήματος: €700 (η) έξοδα εκτιμητή: €276 (θ) απώλεια χρήσης οχήματος: €198 Το ποσό υπό (α) ανωτέρω, έχει καταστεί παραδεκτό για σκοπούς της ακρόασης. Αναφορικά με την αξίωση υπό (β) για φάρμακα, κατέστη παραδεκτό ότι το ποσό που πλήρωσε ο Ενάγοντας ανέρχεται σε €41,
  3. Αναφορικά με τις αξιώσεις υπό (ε), (στ) και (ζ) ανωτέρω, σημειώνω ότι έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ζημιές του επίδικου οχήματος ανέρχονται σε €4.
  4. Η αξίωση υπό (γ) για €40 που αφορά ακτινογραφίες κρίνω ότι αποδεικνύεται από τις σχετικές αποδείξεις, Τεκμήριο 8 που παρουσίασε ο Ενάγοντας. Αναφορικά με την αξίωση υπό (δ) για €1.000 ως απώλεια απολαβών, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει αφού ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι ο εργοδότης του τον πλήρωνε κανονικά κατά τη διάρκεια της άδειας ασθενείας του. Τα εκτιμητικά έξοδα υπό (η) έγινα παραδεκτά όπως και τα έξοδα απώλειας χρήσης του οχήματος υπό (θ) ανωτέρω. Ο Ενάγοντας δικαιούται στα πιο πάνω ποσά. Κατάληξη. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €2.500 ως γενικές αποζημιώσεις και για ποσό €5.212,85 ως ειδικές αποζημιώσεις. Σε σχέση με τον τόκο που θα πρέπει να επιδικαστεί επί των πιο πάνω ποσών[13], αναφέρω τα εξής. Για το ποσό που έχει επιδικαστεί ως ειδικές αποζημιώσεις, είχε καταστεί παραδεκτό ότι θα επιδικαζόταν νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής. Αναφορικά με το ποσό που έχει επιδικαστεί ως γενικές αποζημιώσεις, σημειώνω ότι το επίδικο ατύχημα συνέβηκε στις 3.7.2009 ενώ το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 27.6.
  5. Ενόψει του ότι δεν έχει επεξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, κρίνω ορθό ο τόκος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων επιδικαστεί από την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπώς, τόσο επί του ποσού ειδικών αποζημιώσεων όσο και επί του ποσού γενικών αποζημιώσεων, επιδικάζω νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 καιΟμήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2]Κουκούνη κ.α. ν A.N. StasisEstatesCoLtd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3]Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και ElpinikiPanayiotouvGeorghiosKyriakouMavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [4]Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [5]Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345, Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 [6]Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 [7] Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, παράγραφος 10-139, σελ. 97-98 [8]ΧαριλάουνΝικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460,Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726,Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [9]Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος ΣυκοπετρίτηςΛτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [10]Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [11]Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [12] Σχετικές, με παραπλήσιους τραυματισμούς οι Νεοκλέους ν Worley
(2001)1( Α) ΑΑΔ 652 και Κεζαρίδης ν Κωνσταντίνου
(2007)1 Β ΑΑΔ 1373 [13] Άρθρο 58. Κεφ. 148 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.