ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΧΙΖΑ, Αρ. Αγωγής: 4534/2008, 6/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4534/2008 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- XXXXX ΣΧΙΖΑ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενης Και Δι΄ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: XXXXX ΣΧΙΖΑ, εκ Λευκωσίας Εξ΄ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- LAIKI CAPITAL PUBLIC CO Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 06.02.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα και Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1: κ. Θ. Κορφιώτης για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη και Εξ΄ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Α. Βρυωνίδης για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2: κ. Θ. Κορφιώτης για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η ενάγουσα, στη βάση συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στην εναγόμενη, ημερ. 10.05.1999, προκειμένου η τελευταία να συμμετέχει στο «Σχέδιο Επενδυτής» για την πραγματοποίηση αγορών και/ή πωλήσεων αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), απαιτεί από την εναγόμενη: «(α) Ποσό Ευρώ 772.053,04 (β) Τόκο προς 12,75% ετησίως από 1.1.2008, που κεφαλαιοποιείται την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους, μέχρι εξόφλησης και/ή τόκο προς 9% ετησίως και/ή νόμιμο τόκο. (γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιβαρύνονται υπέρ της Ενάγουσας με βάση τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992, οι αναφερόμενες πιο πάνω ενεχυριασμένες κινητές αξίες. (δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η πώληση των πιο πάνω ενεχυριασμένων κινητών αξιών μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και/ή άλλως πώς. (ε) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται η Ενάγουσα ως παραλήπτης, με το οποίο να επιτρέπεται στην Ενάγουσα η άσκηση όλων των αναφερομένων στο Άρθρο 7 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 εξουσιών. (στ) Οποιανδήποτε άλλη Διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. (ζ) Έξοδα.» Στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από την ενάγουσα, γίνεται αναφορά και παρατίθενται λεπτομέρειες των τραπεζικών διευκολύνσεων που η τελευταία παραχώρησε στην ως άνω εναγόμενη για τον πιο πάνω σκοπό. Παρατίθενται οι όροι της σχετικής συμφωνίας χρηματοδότησης, ενώ σημειώνεται ότι η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να παραχωρήσει ως εξασφάλιση έναντι της οφειλής της προς την ενάγουσα, μετρητά και/ή ενεχυριάσεις κινητών αξιών σε ποσοστό 40% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του δανείου. Ως τέτοιο εγκεκριμένο όριο, καθορίστηκε αρχικά το ποσό των Λ.Κ.30.000 ενώ στη συνέχεια, κατόπιν σχετικής επιθυμίας της εναγόμενης, το ποσό αυτό ανήλθε σε Λ.Κ.55.
- Το ως άνω ποσοστό εξασφάλισης στην εξέλιξη της συνεργασίας αυξήθηκε κατά/ή περί την 08.09.1999 σε 60% και κατά/ή περί την 31.12.1999 σε 100%. Η εναγόμενη, για την διεκπεραίωση της αγοράς και την πληρωμή των κινητών αξιών που θα πραγματοποιούσε παραχώρησε σχετικά πληρεξούσια έγγραφα τόσο στην ενάγουσα όσο και στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ (όπως ονομαζόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2), Χρηματιστηριακό Γραφείο που χρησιμοποιούσε για τις αγοραπωλησίες των σχετικών μετοχών. Στις 17.05.1999, υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων της, Έγγραφο Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών, στη βάση του οποίου η εναγόμενη, ως εξασφάλιση της οφειλής της προς την ενάγουσα, συμφώνησε να παραχωρήσει ενέχυρο σε διάφορες κινητές αξίες. Πράγματι, σε διάφορες ημερομηνίες, η εναγόμενη και/ή οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποί της, προχώρησαν στην ενεχυρίαση διαφόρων κινητών αξιών για εξασφάλιση των οφειλών της προς την ενάγουσα, ως ειδικότερα περιγράφεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, η ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμό XXXXX3171 λογαριασμό επ' ονόματι της εναγόμενης, ο οποίος χρεοπιστωνόταν με βάση τις πρόνοιες της ως άνω συμφωνίας χρηματοδότησης. Τόσο η ενάγουσα όσο και το ως άνω Χρηματιστηριακό Γραφείο που η εναγόμενη χρησιμοποιούσε για τις αγοραπωλησίες των μετοχών, απέστελλαν στην εναγόμενη αντίστοιχα, μηνιαίες καταστάσεις του ως άνω λογαριασμού και τριμηνιαίες καταστάσεις των αγοραπωλησιών των μετοχών που διενεργούνταν από την εναγόμενη. Η τελευταία, ουδέποτε αμφισβήτησε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή συναλλαγές και/ή χρεώσεις και/ή πιστώσεις καθ΄ όσον αφορά τον λογαριασμό της, ενώ παράλληλα, κατά ή περί τις 14.03.2001, έκανε γραπτώς αποδεκτό το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού της, ως αυτό παρουσιαζόταν κατά την 31.12.2000, ήτοι Λ.Κ.259.591,
- Με δεδομένο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού της εναγόμενης, κατά ή περί τις 28.11.2001, ανερχόταν σε Λ.Κ.201.844,25 πλέον τόκους από 01.10.2001, ποσό πέραν του εγκεκριμένου ορίου, ενώ οι εξασφαλίσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν προς την ενάγουσα δεν αντιστοιχούσαν στην απαιτούμενη με βάση τη Συμφωνία Χρηματοδότησης αναλογία, η ενάγουσα κάλεσε γραπτώς και προφορικώς την εναγόμενη, επανειλημμένα, να διευθετήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της. Η τελευταία, παρόλο που ουδέποτε αμφισβήτησε το χρέος της και συμφώνησε με το υπόλοιπο του λογαριασμού της δεν έπραξε οτιδήποτε για να επαναφέρει τον λογαριασμό της εντός των πλαισίων της Συμφωνίας Χρηματοδότησης. Αντίθετα, κατά ή περί τις 14.03.2001 αξίωσε γραπτώς από την ενάγουσα τη συνέχιση της λειτουργίας του λογαριασμού της. Στις 28.11.2001, η ενάγουσα με επιστολή της τερμάτισε τη συμφωνία χρηματοδότησης και απαίτησε από την εναγόμενη την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, η εναγόμενη δεν εξόφλησε την οφειλή της με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπό συζήτηση αγωγή μέσω της οποίας η ενάγουσα προωθεί τις ως άνω αξιώσεις, προβάλλοντας διαζευκτικά ότι η εναγόμενη αδικαιολόγητα πλούτισε σε βάρος της με το ποσό των €772.053,
- Στο αντίποδα των πιο πάνω, η εναγόμενη, με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή της - όπως αυτή τελικά τροποποιούμενη καταχωρήθηκε στις 23.01.2013 - όχι μόνον απορρίπτει την απαίτηση της ενάγουσας αλλά ταυτόχρονα εγείρει ανταπαίτηση, προσθέτοντας ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες τόσο την ενάγουσα όσο και την χρηματιστηριακή εταιρεία που χρησιμοποιούσε για τις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές συμμετέχοντας στο «Σχέδιο Επενδυτής». Ειδικότερα, αξιώνει ανταπαιτητικά: «Α. Γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας και/ή άλλως πως ως ανωτέρω αναφέρεται. Β. Λ.Κ.30.000 ήτοι €51.258,04 ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή ποσό το οποίο κατέβαλε η εναγόμενη αχρεωστήτως στην ενάγουσα και/ή ως ανωτέρω αναφέρεται. Γ. ΛΚ.2472,06 ήτοι €4223,077 ποσό που εισέπραξε η ενάγουσα από την εναγόμενη για την διαχείριση του λογαριασμού της ως αναφέρεται ανωτέρω. Δ. Ίσο ποσό με την αξίωση της ενάγουσας με το οποίο ζημιώθηκε η εναγόμενη λόγο αμελούς διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της και/ή κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και/ή άλλως πως ως ανωτέρω αναφέρεται. Ε. Επιστροφή όλων των ενεχυριασθέντων μετοχών της εναγόμενης που κατέχει η ενάγουσα. ΣΤ. Άλλη Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση και/ή απόφαση και/ή διάταγμα θεωρεί το Δικαστήριο δέον όπως εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Ζ. Νόμιμο τόκο. Η. Έξοδα. Θ. €20.503,21 (Λ.Κ.12.000).» Μέσω των δικογραφημένων θέσεών της, η εναγόμενη δεν αμφισβητεί τη συνομολόγηση της συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της ίδιας και της ενάγουσας. Εξηγεί ωστόσο ότι απευθύνθηκε στις εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενες στην προσπάθεια της να αξιοποιήσει όσο καλύτερα μπορούσε τις οικονομίες της, χωρίς η ίδια να έχει οποιαδήποτε προηγούμενη γνώση ή εμπειρία στα χρηματοοικονομικά. Ήταν κατόπιν παρότρυνσης και/ή συμβουλής των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων που υπέγραψε το «Σχέδιο Επενδυτής», στη βάση του οποίου θα είχε στη διάθεσή της μέχρι και Λ.Κ.30.000 σε ειδικό λογαριασμό παρατραβήγματος στην ενάγουσα για να επενδύει σε εισηγμένες μετοχές στο Κυπριακό Χρηματιστήριο, με τη συμβουλή και καθοδήγηση πάντοτε των έμπειρων χρηματιστών της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης
- Εξουσιοδότησε μάλιστα ανάλογα τις εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες για να λειτουργούν προς όφελος και για λογαριασμό της για τον πιο πάνω σκοπό και να χειρίζονται τον λογαριασμό της μέσα στα πλαίσια και τους όρους του σχετικού «Σχεδίου Επενδυτής». Στη βάση των όρων του ως άνω σχεδίου, για να της παραχωρηθεί το ποσό των Λ.Κ.30.000 κατέθεσε στον εν λόγω λογαριασμό δικά της χρήματα, ύψους Λ.Κ.12.
- Είναι γεγονός, παραδέχεται, πως κατά ή περί τον Ιούλιο του 1999 αυξήθηκε το όριο του πιο πάνω λογαριασμού της σε Λ.Κ.55.000, με σκοπό, όπως υποστηρίζει, να επενδυθούν επιπρόσθετα χρήματα σε μετοχές της εταιρείας Louis η οποία δεν ήταν ακόμη εισηγμένη στο Χρηματιστήριο. Αναφερόμενη γενικότερα στους όρους λειτουργίας του «Σχεδίου Επενδυτής» υποστήριξε ότι ήταν σιωπηροί και/ή εξυπακουόμενοι όροι και/ή ότι έλαβε σχετικές διαβεβαιώσεις προς τούτο ότι η ίδια δεν θα υπόκειται σε οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη παρά μόνον ότι υπήρχε η πιθανότητα να απωλέσει το αρχικό της κεφάλαιο και/ή τίτλους αξιών τους οποίους παρέδωσε στην ενάγουσα προς εξασφάλιση του λογαριασμού της. Παράλληλα, οι εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενες θα είχαν την ευθύνη για την ορθή και προσοδοφόρα διαχείριση του χαρτοφυλακίου της. Σε κάθε περίπτωση το όποιο χρέος θα δημιουργείτο, θα εξοφλείτο από την πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου της, ενώ οι εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενες θα πωλούσαν έγκαιρα τις μετοχές της κατά τρόπο που η ίδια να μην βρεθεί εκτεθειμένη. Αποτελεί δικογραφημένη της θέση ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες δεν έπραξαν το καθήκον τους, αφού παρέλειψαν να της αποκαλύψουν τους σοβαρούς οικονομικούς κινδύνους που εμπεριείχε το «Σχέδιο Επενδυτής» για την ίδια, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι ήταν καθήκον τους να τερματίσουν τη συμφωνία παραχώρησης χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων καθ' ον χρόνο το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού της στην τράπεζα ήταν μεγαλύτερο από την αξία του χαρτοφυλακίου της. Η παράλειψη της ενάγουσας να παγοποιήσει ως όφειλε το λογαριασμό της, είχε σαν αποτέλεσμα να παραμείνει μέχρι σήμερα το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο ποσό και η εναγόμενη να υποστεί ζημιά και βλάβη. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε η ενάγουσα πληροφορήθηκε την πραγματική εικόνα που παρουσίαζε το χαρτοφυλάκιο της. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο ποσό προέκυψε λόγω της αμέλειας και της παράβασης των καθηκόντων και/ή ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας μεταξύ της και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες που κατά τη θέση της ενισχύουν την ως άνω δικογραφημένη της θέση. Η έλλειψη πληροφόρησης, υποστηρίζει, είχε σαν αποτέλεσμα να απωλέσει τη δυνατότητά της να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο της στην αξία που τούτο είχε κατά την 31.10.
- Προκρίνεται επίσης ότι η ενάγουσα, καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, παρέλειψε να ασκεί τα καθήκοντά της ως τραπεζίτης και ως διαχειριστής χαρτοφυλακίου με την δέουσα φροντίδα και ικανότητα, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να εγκλωβιστεί, κατά τρόπο που η αξία του χαρτοφυλακίου της να είναι μικρότερη από το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Πέραν του γεγονότος ότι απορρίπτει τη θέση ότι οφείλει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο και διεκδικούμενο ποσό, το οποίο χαρακτηρίζει εξωφρενικό και επιβαρυμένο με παράνομες χρεώσεις, προκρίνει πως οποιοδήποτε ποσό ήθελε βρεθεί ότι οφείλεται, η εναγόμενη δικαιούται σε πλήρη συνεισφορά και κάλυψη από τις εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενες οι οποίες ευθύνονται για τη δημιουργία του, λόγω επαγγελματικής αμέλειας ή/και παράβασης καθηκόντων και/ή παράβασης ρητών και εξυπακουόμενων όρων της μεταξύ της εναγόμενης και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, εάν πράγματι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.55.000, τούτο αντιβαίνει τους όρους και τις πρόνοιες του «Σχεδίου Επενδυτής» στο οποίο συμμετείχε, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, απώλεσε τη δυνατότητα να αποκομίσει κέρδος από το κεφάλαιο το οποίο κατέθεσε και να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο της στην υψηλότερη δυνατή αξία, ως επίσης το ποσό των Λ.Κ.12.000 που αρχικά επένδυσε. Προσθέτει παράλληλα ότι λόγω της υπαίτιας, υπέρμετρης, παράλογης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης (Laches) της ενάγουσας να τερματίσει τη συμφωνία και/ή να πωλήσει τις μετοχές, η τελευταία εμποδίζεται (Estopped) να προωθεί την υπό συζήτηση αγωγή. Χαρακτηρίζοντας τον τερματισμό της συμφωνίας παράνομο και/ή άνευ αποτελέσματος, αρνείται ότι οφείλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ενώ υποστηρίζει ότι η «δήθεν» αποδοχή από μέρους της του οφειλόμενου ποσού, δόθηκε από την εναγόμενη χωρίς η τελευταία να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για χρέος, θεωρώντας «ότι αφορούσε αξία μετοχών χαρτοφυλακίου που κάλυπτε τις υποχρεώσεις εκ της αγοράς των». Η ενάγουσα με την Απάντηση της και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της εναγόμενης, διευκρινίζοντας ότι η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν μέρος του ομίλου της ενάγουσας, απορρίπτει κάθε απαίτηση της εναγόμενης, προκρίνοντας ταυτόχρονα ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια ούτε παρέβησαν οποιοδήποτε καθήκον τους κατά την προσφορά των υπηρεσιών τους προς την εναγόμενη. Απορρίπτοντας επίσης σχετικούς ισχυρισμούς της τελευταίας, προκρίνει ότι η εναγόμενη ήταν εκείνη που είχε τον πραγματικό έλεγχο των επενδύσεων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Τόσο η ενάγουσα όσο και η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ενεργούσαν αντίστοιχα ως χρηματοδοτικός οργανισμός και χρηματιστής για διαβίβαση και διεκπεραίωση συναλλαγών στο ΧΑΚ και όχι ως σύμβουλοι επενδύσεων ή διαχειριστές χαρτοφυλακίου για την εναγόμενη. Ούτε χρέωναν την τελευταία με οποιοδήποτε ποσό για παροχή επενδυτικών συμβουλών ή διαχείριση χαρτοφυλακίου. Η εναγόμενη, προβάλλεται, λάμβανε τις επενδυτικές της αποφάσεις χωρίς να φροντίζει όπως το υπόλοιπο του λογαριασμού της να βρίσκεται εντός των πλαισίων της επίδικης συμφωνίας, ενώ ήταν πάντα ελεύθερη να πωλεί τις αξίες του λογαριασμού της. Προσθέτει, παράλληλα, ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα πώλησης των όποιων εξασφαλίσεων διέθετε. Η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, με την υπεράσπισή της απορρίπτει επίσης όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης εκτός όπου ειδικότερα και ρητά τους παραδέχεται. Ούσα θυγατρική της ενάγουσας και αδειούχο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), ο ρόλος και τα καθήκοντα της σε σχέση πάντα με τα επίδικα ζητήματα, ήταν η λήψη και/ή διαβίβαση των εντολών της αγοράς και/ή πώλησης αξιών στο ΧΑΚ εκ μέρους της εναγόμενης στα πλαίσια της Συμφωνίας Χρηματοδότησης που η τελευταία διατηρούσε με την ενάγουσα και η διεκπεραίωση των σχετικών συναλλαγών με βάση τους σχετικούς κανόνες. Σε σύμπνοια με την ενάγουσα, προβάλλει τη θέση ότι τόσο η ίδια όσο και η ενάγουσα ενεργούσαν ως χρηματοδοτικός οργανισμός και χρηματιστής για διαβίβαση και διεκπεραίωση συναλλαγών στο ΧΑΚ αντίστοιχα και όχι ως σύμβουλοι επενδύσεων της εναγόμενης ή διαχειριστές χαρτοφυλακίου της τελευταίας, ούτε χρέωναν την εναγόμενη με οποιοδήποτε ποσό για παροχή επενδυτικών συμβουλών ή διαχείριση χαρτοφυλακίου. Η ίδια εξάλλου, δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα ούτε διαχειρίστηκε το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας χωρίς τις εντολές της τελευταίας. Η εναγόμενη, έμπειρη επενδυτής η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ασχολείτο σχεδόν επί καθημερινής βάσεως με τις επενδύσεις στο ΧΑΚ, ήταν γνώστης όλων των δεδομένων που αφορούσαν τόσο την επίδικη συμφωνία με την ενάγουσα και τον τρόπο λειτουργίας της όσο και γενικότερα στα χρηματιστηριακά δεδομένα που επικρατούσαν. Είχε τον απόλυτο και πραγματικό έλεγχο σε κάθε απόφαση επένδυσης, αιτούμενη και λαμβάνοντας δάνεια και διευκολύνσεις πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Ήταν η ίδια που δεν φρόντισε το υπόλοιπο του λογαριασμού της να βρίσκεται εντός των πλαισίων της επίδικης συμφωνίας χρηματοδότησης της με την ενάγουσα, αγνοώντας σχετικές προειδοποιήσεις από τις εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες. Σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη ήταν πάντοτε ελεύθερη να πωλήσει τις αξίες του λογαριασμού της, επισημαίνοντας το γεγονός ότι προέβη σε τέτοιες αγοραπωλησίες μετοχών μετά τις 31.10.
- Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι η ίδια ενήργησε εντός των πλαισίων της επίδικης συμφωνίας χρηματοδότησης και της πληρεξουσιότητας της, με επιμέλεια και/ή με τη δέουσα φροντίδα και ικανότητα κατά την προσφορά των υπηρεσιών της, ενώ όλες οι χρεώσεις στις οποίες προέβηκε ήταν στη βάση της σχετικής συμφωνίας και της πληρεξουσιότητάς της. Απορρίπτοντας κάθε απαίτηση της εναγόμενης, προκρίνει διαζευκτικά πως εάν ήθελε φανεί ότι η ίδια ή η ενάγουσα έδωσαν επενδυτική συμβουλή στην εναγόμενη, αυτό έγινε χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, άτυπα, χωρίς αντιπαροχή και κατόπιν παρότρυνσης της εναγόμενης. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η πλευρά της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων κάλεσαν τρεις μάρτυρες για την παρουσίαση της υπόθεσής τους, ενώ η εναγόμενη ήταν η μοναδική που κατέθεσε από το εδώλιο του μάρτυρα για την πλευρά της. Τέθηκαν επίσης υπόψη του Δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία, αριθμός εγγράφων και στοιχείων. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τούτο, όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων κλήθηκε ο Κυριάκος Αναστασιάδης, εργαζόμενος κατά τον τρόπο που εξήγησε από το 1989 μέχρι τον Νοέμβριο του 2016 στην ενάγουσα. Από τον Νοέμβριο του 2000 εργάστηκε ως Προϊστάμενος της μονάδας Επενδυτικών Χορηγήσεων της ενάγουσας. Αφού εξήγησε την πορεία και μετεξέλιξη της ενάγουσας και της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι η τελευταία ανήκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την ενάγουσα, υπέδειξε ότι στις 10.05.1999, η εναγόμενη υπέβαλε αίτημα για συμμετοχή στο σχέδιο πιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας το οποίο έφερε το όνομα «Σχέδιο Επενδυτής», (τεκμήρια 1 και 19) η οποία και έγινε αποδεκτή. Εξηγώντας ότι σκοπός του εν λόγω σχεδίου ήταν να παρέχει στον πελάτη πιστωτικές διευκολύνσεις ώστε ο τελευταίος να προβαίνει σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών μέσω της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, εξήγησε ότι προς τούτο, στις 17.05.1999 η εναγόμενη υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ (όπως ονομαζόταν τότε η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2) ως πληρεξούσιο της, ώστε να προβαίνει στις σχετικές χρηματιστηριακές πράξεις (Τεκμήριο 2). Ομοίως υπέγραψε συμφωνία με την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ με την οποία συμφώνησε να καταβάλλει διάφορα ποσά και προμήθεια στην τελευταία για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων που αυτή θα προέβαινε εκ μέρους της (Τεκμήριο 3). Αποτέλεσε θέση του ότι η λήψη απόφασης για αγορά ή πώληση αξιών και γενικότερα όλες οι αποφάσεις επένδυσης ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά την εναγόμενη, σημειώνοντας ότι η ενάγουσα, αντίθετα με τη θέση που του υποβλήθηκε, ενήργησε ως χρηματοδοτικός οργανισμός και όχι ως χρηματιστής ή σύμβουλος επενδύσεων. Η εναγόμενη, σημείωσε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο επεδείκνυε σημαντικό ενδιαφέρον για τις αγοραπωλησίες, μεταβαίνοντας σε πολλές περιπτώσεις στα γραφεία της εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 για να διευθετεί και να κατευθύνει τα των χρηματιστηριακών της συναλλαγών. Στη βάση της ως άνω συμφωνίας για συμμετοχή της εναγόμενης στο «Σχέδιο Επενδυτής» ανοίχθηκε στο όνομα της τελευταίας ο τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό XXXXX3171, κατάσταση του οποίου παρουσίασε (Τεκμήριο 5) εξηγώντας ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων αυτός έλαβε αριθμό XXXXX
- Εξηγώντας την ως άνω κατάσταση λογαριασμού, υπέδειξε ότι αυτή βασίζεται στις αγοραπωλησίες κινητών αξιών τις οποίες προέβη η εναγόμενη με τη χρήση των υπηρεσιών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, θέτοντας παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση αυτών των χρηματιστηριακών πράξεων που έγιναν από την εναγόμενη (Τεκμήριο 6), στο περιεχόμενο του οποίου επίσης αναλυτικά αναφέρθηκε. Η εναγόμενη, υπέδειξε ο μάρτυρας, ελάμβανε μηνιαία κατάσταση του ως άνω λογαριασμού της καθώς και τριμηνιαία κατάσταση των αγοραπωλησιών που διενεργούσε (Investment Portfolio) τις οποίες και αποδεχόταν, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει είτε οποιαδήποτε πράξη αγοράς ή πώλησης είτε οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση που γινόταν στον ως άνω λογαριασμό της. Κατάσταση των αγοραπωλησιών που διενήργησε η εναγόμενη τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 7) σημειώνοντας παράλληλα ότι η τελευταία, στις 14.03.2001, έκανε γραπτώς αποδεκτό το υπόλοιπο του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού, το οποίο κατά την 31.12.2000 ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.259.591,60 (Τεκμήριο 8). Αναφερόμενος στο γεγονός ότι η εναγόμενη σύμφωνα με το «Σχέδιο Επενδυτής» ήταν υποχρεωμένη να συνεισφέρει εξασφαλίσεις και/ή ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 40% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού της, εξήγησε ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 60%, ενώ εφαρμόστηκε τελικά ποσοστό 100%, εξέλιξη για την οποία δεόντως ενημερώθηκε η εναγόμενη (Τεκμήρια 8 και 9). Εξήγησε ότι το αρχικό όριο του λογαριασμού της καθορίστηκε στις Λ.Κ. 30.000 το οποίο, μετά από γραπτό αίτημα της τελευταίας (Τεκμήριο 13) αυξήθηκε σε Λ.Κ. 55.
- Παραπέμποντας σε Έγγραφο Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών (Τεκμήριο 11) που υπεγράφη στις 17.05.1999 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης, εξήγησε ότι σε διάφορες ημερομηνίες η τελευταία και/ή οι πληρεξούσιοί της, ήτοι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, προχώρησαν στην ενεχυρίαση διαφόρων κινητών αξιών προς εξασφάλιση των οφειλών της προς την ενάγουσα στις οποίες ειδικότερα και συγκεκριμένα αναφέρθηκε. Με δεδομένο ότι η εναγόμενη, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας να προβεί σε αύξηση των εξασφαλίσεων που παραχώρησε ή να καταβάλει μετρητά έναντι της οφειλής της δεν έπραξε τούτο, ενημερώθηκε από την ενάγουσα ότι δεν θα της επιτρεπόταν να προβεί σε νέες αγορές αξιών. Η εναγόμενη αντέδρασε σε αυτή την εξέλιξη, διαμαρτυρόμενη με επιστολή της ημερ. 26.04.2001 (Τεκμήριο 15). Παρόλο που η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε το χρέος της, δεν έπραξε οτιδήποτε για να το περιορίσει εντός του πλαισίου του «Σχεδίου Επενδυτής», με αποτέλεσμα στις 28.11.2001, έχοντας προηγηθεί σχετικές προειδοποιητικές επιστολές, η ενάγουσα να προχωρήσει στον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, αξιώνοντας την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού και τόκων (Τεκμήριο 17). Με δεδομένο ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε δρομολογήθηκε η υπό συζήτηση αγωγή, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο ως άνω λογαριασμός της εναγόμενης έχει ανακατασκευαστεί από το Τμήμα Είσπραξης Χρεών της ενάγουσας, ώστε να χρεώνεται με σταθερό επιτόκιο 8% από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του και χωρίς ανατοκισμό, θέτοντας προς τούτο υπόψη του Δικαστηρίου σχετική αναθεωρημένη κατάσταση του λογαριασμού (Τεκμήριο 18). Με βάση την αναθεωρημένη κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού, εξήγησε, το υπόλοιπο και οφειλόμενο προς την τράπεζα ποσό, ανέρχεται σε €542.249,38 πλέον τόκο προς 8% επί του εν λόγω ποσού από 12.04.2010 μέχρι εξόφλησης. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας και των εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγομένων κλήθηκε ο Μάριος Κουντούρης, υπάλληλος της ενάγουσας στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών και ως εξήγησε, ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο επίδικος λογαριασμός της εναγόμενης. Ο ως άνω μάρτυς ο οποίος δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά της εναγόμενης, επιβεβαίωσε ουσιαστικά το γεγονός ότι από τις 29.12.2017, ημερομηνία που είναι η τελευταία ημερομηνία αναφοράς στον λογαριασμό της εναγόμενης σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, δεν έχει γίνει οποιαδήποτε πληρωμή ή πίστωση στον εν λόγω λογαριασμό. Εξήγησε ότι προέβη σε επέκταση της περιόδου αναφοράς της αναθεωρημένης κατάστασης του ως άνω λογαριασμού (Τεκμήριο 18), την οποία και παρουσίασε σημειούμενη ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτή, το οφειλόμενο ποσό στις 30.05.2018 ανέρχεται σε €760.277,
- Ο XXXXX Ξιούρος, υπάλληλος της ενάγουσας ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Λαϊκή Επενδυτική Λτδ κατέχοντας την θέση του Προϊσταμένου Χρηματιστών, αποτέλεσε τον τρίτο μάρτυρα για την πλευρά της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων. Υιοθετώντας γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Γ), αναφέρθηκε στο «Σχέδιο Επενδυτής», εξηγώντας ότι μέσω του η ενάγουσα παραχωρούσε προς τους πελάτης της πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό με σκοπό την αγορά και πώληση από τους τελευταίους μετοχών εταιρειών οι οποίες ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι εν λόγω αγοραπωλησίες, εξήγησε, γίνονταν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, εταιρείας η οποία ανήκε στον ίδιον όμιλο εταιρειών με την ενάγουσα και η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του πελάτη της τράπεζας, ώστε με οδηγίες του τελευταίου να αγοράζει και να πωλεί μετοχές εκ μέρους του. Εξήγησε με λεπτομέρεια στον τρόπο λειτουργίας του «Σχεδίου Επενδυτής» και τα έγγραφα τα οποία ήταν αναγκαίο να υπογραφούν προς τούτο από τα διάφορα μέρη. Αναφερόμενος ειδικότερα στην εναγόμενη, υπέδειξε ότι η τελευταία συμμετέχοντας στο «Σχέδιο Επενδυτής» διατηρούσε πράγματι τον επενδυτικό λογαριασμό με αριθμό XXXXX3171 στα πλαίσια του οποίου γίνονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις από τις αγορές και πωλήσεις μετοχών οι οποίες επιτυγχάνονταν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ προς όφελος και για λογαριασμό της. Αναφερόμενος με λεπτομέρεια στον τρόπο της συνεργασίας και της προσφοράς υπηρεσιών της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 προς την εναγόμενη, εξήγησε ότι στη βάση του «Σχεδίου Επενδυτής», όπως όλοι οι πελάτες έτσι και η εναγόμενη έδιδε εντολές σε χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ για την αγορά ή πώληση μετοχών προς όφελός της και οι εν λόγω χρηματιστές καταχωρούσαν την εντολή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για εκτέλεση. Οι εντολές δίνονταν με διάφορους τρόπους, τηλεφωνικώς, γραπτώς ή μέσω τηλεομοιότυπου. Με την ολοκλήρωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της ημέρας οι χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ ενημέρωναν ηλεκτρονικά την ενάγουσα τράπεζα, η οποία χρέωνε ή πίστωνε ανάλογα τους επενδυτικούς λογαριασμούς των πελατών της. Η εναγόμενη, υπέδειξε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε ως επάγγελμα της τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών αφού πολλές φόρες, αν όχι όλες τις ημέρες, ήταν παρούσα στα γραφεία της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ δίδοντας δια ζώσης και άμεσα εντολές για τις αγοραπωλησίες αξιών. Όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές τις οποίες προέβη η Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ προς όφελος της εναγόμενης, εξήγησε, καταγράφονται στη σχετική κατάσταση αυτών των αγοραπωλησιών (Τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της οποίας εξήγησε στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, υπέδειξε, η συγκεκριμένη εναγόμενη, πέραν του επίδικου λογαριασμού στη βάση του «Σχεδίου Επενδυτής», διατηρούσε με την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ξεχωριστό χρηματιστηριακό λογαριασμό, ο οποίος λειτουργούσε χωρίς να υπάρχει συμφωνία χρηματοδότησης. Μέσω του εν λόγω λογαριασμού, κατάσταση του οποίου έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 21), η εναγόμενη προέβη σε αρκετές χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι η εναγόμενη εκτός από προφορική και κατ' ιδίαν ενημέρωση, μέχρι τις 30.06.2000 λάμβανε τριμηνιαίες καταστάσεις χαρτοφυλακίου (Investment Portfolio) για σκοπούς ενημέρωσης για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν προς όφελος της από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, ενώ στη συνέχεια ενημερωνόταν προς τούτο με μηνιαίες καταστάσεις του χαρτοφυλακίου της, στην ταχυδρομική της διεύθυνση. Αποτέλεσε θέση του ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ δεν αρνήθηκε να εκτελέσει οποιαδήποτε εντολή της εναγόμενης για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών προς όφελος της τελευταίας, ενώ κατηγορηματικά αρνήθηκε ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ συμφώνησε με την εναγόμενη ή ανέλαβε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση ώστε να προβαίνει προς όφελός της σε διαχείριση του χαρτοφυλακίου της ή σε παροχή επενδυτικών συμβουλών. Καταθέτοντας η εναγόμενη από το εδώλιο του μάρτυρα, όπως και οι υπόλοιποι μάρτυρες στη διαδικασία, υιοθέτησε γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Δ). Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι μέχρι τα τέλη του 1998 διατηρούσε υποστατικό κατασκευής παρασκευασμάτων τροφίμων, τη λειτουργία του οποίου αναγκάστηκε να τερματίσει λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Τότε ήταν που υπάλληλοι της Λαϊκής Τράπεζας την προέτρεψαν να συμμετάσχει στο «Σχέδιο Επενδυτής» το οποίο η ως άνω τράπεζα διαφήμιζε μαζί με τη θυγατρική της εταιρεία Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Παρά το γεγονός ότι η ίδια ήταν διστακτική, αφού δεν είχα καμία απολύτως γνώση με το αντικείμενο, έχοντας υπόψη διαβεβαιώσεις φίλων της στην Λαϊκή Τράπεζα ότι με το συγκεκριμένο σχέδιο η συμμετοχή της θα ήταν καθαρά τυπική, αφού ολόκληρη τη διαδικασία αγοραπωλησίας μετοχών και δημιουργίας χαρτοφυλακίου θα την αναλάμβαναν έμπειροι χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, αποδέχτηκε να συμμετάσχει στο εν λόγω σχέδιο. Επέμενε ότι όλες ανεξαιρέτως οι διαδικασίες που γίνονταν σε σχέση με αγοραπωλησίες μετοχών αποφασίζονταν από τους χρηματιστές ενώ η παρουσία της ίδιας στα γραφεία της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ μοναδικό σκοπό είχε να ενημερώνεται για τις ενέργειες που οι χρηματιστές είχαν προβεί. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τις θέσεις μαρτύρων της πλευράς των εναγόντων και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων ότι ήταν άτομο με γνώσεις και εμπειρίες σε σχέση με το συγκεκριμένο αντικείμενο, επέμενε πως καθ' όν χρόνο υπέγραφε τα σχετικά και αναγκαία έγγραφα για συμμετοχή στο «Σχέδιο Επενδυτής» και για τις συνακόλουθες αγοραπωλησίες μετοχών, είχε πλήρη έλλειψη γνώσεων σε σχέση με το αντικείμενο και ότι την διαβεβαίωσαν πως οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι θα αναλάμβαναν εξολοκλήρου τη δημιουργία και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Άλλωστε και η δημιουργία δεύτερου λογαριασμού, εκτός του «Σχεδίου Επενδυτής», ήταν αποτέλεσμα συμβουλών των χρηματιστών, οι οποίοι την προέτρεψαν να πράξει τούτο για να προβαίνει σε χρηματιστηριακές πράξεις χωρίς τους περιοριστικούς όρους που προέβλεπε το ως άνω σχέδιο της ενάγουσας. Ομοίως, με προτροπή των χρηματιστών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ προέβηκε σε αύξηση του ορίου του λογαριασμού της από Λ.Κ. 30.000 που ήταν αρχικά σε Λ.Κ.55.000 με σκοπό να συμμετάσχει στη διαδικασία εισαγωγής της εταιρείας Louis στο Χρηματιστήριο στην οποία θα προέβαινε η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Σχολιάζοντας προειδοποιητικές επιστολές που έλαβε από την ενάγουσα για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού της, υπέδειξε ότι σε κάθε περίπτωση οι χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ την καθησύχαζαν ότι αυτές δεν αφορούσαν ειδικά την ίδια και ότι θα συνέχιζαν να προβαίνουν σε αγορές μετοχών για λογαριασμό της. Δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι στις 14.03.2001, υπέγραψε πράγματι σχετικό έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν ως υπόλοιπο του λογαριασμού της κατά την 31.12.2000 το ποσό των Λ.Κ. 259.591,60 (Τεκμήριο 8), πλην όμως, επέμενε ότι έπραξε τούτο ενόψει του γεγονότος ότι της αναφέρθηκε πως τούτο θα έπρεπε να γίνει για καθαρά λογιστικούς σκοπούς και στα πλαίσια ελέγχου εκ μέρους ελεγκτών, ενώ παράλληλα έτυχε διαβεβαιώσεων ότι το θέμα ήταν τυπικό και η ίδια δεν θα είχε οποιαδήποτε επίπτωση. Όταν η ίδια αντιλήφθηκε ότι το Χρηματιστήριο είχε πτωτική τάση, διερεύνησε το ζήτημα κατά πόσο θα ήταν ορθό να προβούν για λογαριασμό της σε πώληση μετοχών ενεργώντας προληπτικά, πλην όμως οι χρηματιστές ξεκάθαρα της υπέδειξαν ότι το ζήτημα το χειρίζονταν οι ίδιοι και ότι θα προέβαιναν στα κατάλληλα μέτρα όταν οι ίδιοι θα αποφάσιζαν. Επιμένοντας ότι η δική της εμπλοκή στη διαδικασία δημιουργίας και διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της ήταν ανύπαρκτη, αφού η μόνη συμμετοχή της ήταν οι υπογραφές των αναγκαίων συμφωνιών και πληρεξουσίων και η καταβολή εκ μέρους της του αρχικού ποσού των Λ.Κ.12.000 ως επίσης, μεταγενέστερα, του ποσού Λ.Κ.10.000 μέσω μετοχών, επανέλαβε ότι όλα τα υπόλοιπα αποφασίζονταν και υλοποιούνταν από τους χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ σε συνεννόηση με την Λαϊκή Τράπεζα. Δυστυχώς, σημείωσε, όπως διαφάνηκε στην πορεία των πραγμάτων, οι ως άνω χρηματιστές σε κανένα στάδιο προέβησαν σε οποιαδήποτε κίνηση για μείωση του κινδύνου και για διασφάλιση τόσο των δικών της συμφερόντων όσο και των συμφερόντων της ίδιας της ενάγουσας τράπεζας. Αυτοί που δημιούργησαν και διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο της, καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού της με βάση το «Σχέδιο Επενδυτής», ουδέποτε την συμβούλεψαν να ρευστοποιήσει οποιαδήποτε μετοχή, προτρέποντάς την αντίθετα να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια και ότι οι ίδιοι θα διαχειρίζονταν με τον κατάλληλο τρόπο τον λογαριασμό της. Ούτε προστάτευσαν τα οικονομικά της συμφέροντα με ενδεχόμενη πώληση μετοχών της οι οποίες ήταν δεσμευμένες προς όφελος της Τράπεζας προς εξασφάλιση του ορίου που της είχε παραχωρηθεί. Αντίθετα, αντλούσαν ανεξέλεγκτα κεφάλαια κατά παράβαση της συμφωνίας του «Σχεδίου Επενδυτής» και των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια για ελαχιστοποίηση των ζημιών που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει στο λογαριασμό της, αφήνοντας να νοηθεί ότι θα διέγραφαν όλους τους λογαριασμούς ενόψει του γεγονότος ότι οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει το πρόβλημα. Προς τούτο επισήμανε το γεγονός ότι από τον Νοέμβριο του 2001, χρονικό διάστημα που ο αναφερόμενος λογαριασμός της έκλεισε, η ίδια ουδέποτε οχλήθηκε από οποιοδήποτε για τον πιο πάνω λογαριασμό. Μόλις επτά χρόνια αργότερα της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, για να διαπιστώσει με έκπληξη ότι η ενάγουσα τράπεζα διεκδικούσε ένα υπέρογκο ποσό, το οποίο εν πολλοίς είχε προκύψει από το επιτόκιο. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη ή και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν αμφισβητούνται ουσιαστικά γεγονότα που την περιβάλλουν. Ούτε η εξέλιξη τους αυτή καθ' αυτή. Άλλωστε οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ομονοούν προς τούτο. Ανάμεσα σε άλλα, δεν αμφισβητήθηκε ότι η εναγόμενη συμμετείχε στο «Σχέδιο Επενδυτής» της ενάγουσας τράπεζας, υποβάλλοντας στις 10.05.1999 σχετική αίτηση, με αποτέλεσμα να της παραχωρηθούν τραπεζικές διευκολύνσεις για την αγορά και/ή πώληση αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας και χρηματοδότησης, η ενάγουσα άνοιξε επ' ονόματι και για λογαριασμό της εναγόμενης τον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό XXXXX3171, σχετικές καταστάσεις του οποίου τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 5, 18 και 20) στις οποίες εμφαίνονται οι διάφορες χρεοπιστώσεις που γίνονταν για αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών αξιών στο ΧΑΚ προς όφελος και για λογαριασμό της εναγόμενης, οι οποίες διεκπεραιώνονταν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, εταιρείας που ανήκε στον ευρύτερο όμιλο της ενάγουσας. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι οι ως άνω αγοραπωλησίες γίνονταν στη βάση συμφωνίας μεταξύ της εναγόμενης και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και σχετικού προς τούτο πληρεξουσίου εγγράφου, ως επίσης το γεγονός ότι η εναγόμενη διατηρούσε με τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ξεχωριστό χρηματιστηριακό λογαριασμό, μέσω του οποίου γίνονταν σχετικές συναλλαγές ─ αγοραπωλησίες μετοχών ─ για λογαριασμό της εναγόμενης, πέραν και ανεξάρτητα από αυτές που γίνονταν στη βάση της συμμετοχής της στο «Σχέδιο Επενδυτής». Ομοίως δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η εναγόμενη και/ή οι πληρεξούσιοί της, προς εξασφάλιση της οφειλής της προς την ενάγουσα τράπεζα, ενεχυρίασαν προς όφελος της τελευταίας διάφορες μετοχές ως ειδικότερα αυτές προσδιορίζονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως επίσης ότι δέσμευσε υπέρ της ενάγουσας προς εξασφάλιση της εκάστοτε οφειλής της σε αυτή 2.000 μετοχές της εταιρείας C.C.C. HOLDINGS & INVESTEMENT PUBLIC COMPANY LTD. Είναι άλλωστε σημαντικό να σημειωθεί πως παρά την αμφισβήτηση του ποσού που παρουσιάζεται από την ενάγουσα ως υπόλοιπο και οφειλόμενο δυνάμει του σχετικού και επίδικου λογαριασμού, εντούτοις, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν οι σχετικές με τις αγοραπωλησίες μετοχών χρεοπιστώσεις στον ως άνω λογαριασμό αλλά ούτε και οι σχετικές χρηματιστηριακές πράξεις, ως ειδικότερα αυτές καταγράφονται σε σχετική αναλυτική κατάσταση που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6). Τα πιο πάνω, καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω πραγματικότητα, διευκολύνει σε κάποιο βαθμό το καθήκον του Δικαστηρίου να αποκρυσταλλώσει, μέσω της καλά καθιερωμένης από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας μεθοδολογίας και αρχών, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση. Τούτο, χωρίς επ' ουδενί να μειώνει την αναγκαιότητα το Δικαστήριο προβαίνοντας σε ανάλογη αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και στοιχείων, να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για να διαδραματισθέντα. Καθ΄ όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων που η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε στο Δικαστήριο. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, στο σύνολο τους, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα διαδραματισθέντα που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση και για τα οποία ερωτήθηκαν, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που κατά τον τρόπο που εξήγησαν έλαβαν, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Οι μάρτυρες Αναστασιάδης και Ξιούρος κατά τον τρόπο που εξήγησαν και χωρίς τούτο ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, ήταν πρωταγωνιστές σε κάποια έκταση στην εξέλιξη γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση. Χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις τέτοιες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην καλή ποιότητα της μαρτυρίας τους, έπειθαν για την ειλικρίνεια τους, ενώ πλείστες από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα φαίνεται να επιβεβαιώνονται, να συμπλέουν ή να ενισχύονται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Ομοίως, ο μάρτυρας Κουντούρης, με λόγο πειστικό κατάθεσε στο Δικαστήριο χωρίς καν να αντεξεταστεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αποτελεί, όπως και οι δύο άλλοι μάρτυρες που κλήθηκαν από την ενάγουσα και τις εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες, μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του, στο σύνολό της, έχοντας κατά νου την καλή της ποιότητα γίνεται αποδεκτή. Φανερή ήταν η προσπάθεια της εναγόμενης, καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, να αποστασιοποιηθεί από την διαδικασία αγοραπωλησίας μετοχών επ' ονόματι της κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως εντελώς αδαή με το ζήτημα των χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ειδικότερη γνώση για το αντικείμενο, επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο, ανεπιτυχώς, ότι η ίδια υπάκουε στις οδηγίες και τις επιλογές της ενάγουσας και πολύ περισσότερο της χρηματιστηριακής εταιρείας που χρησιμοποιούσε για να προβαίνει στις ανάλογες αγοραπωλησίες των κινητών αξιών, χωρίς η ίδια να έχει οποιαδήποτε γνώση ή συμμετοχή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Θα πρέπει εξ' αρχής να σημειωθεί πως το γεγονός ότι η προηγούμενη επαγγελματική της ενασχόληση δεν είχε άμεση σχέση με ζητήματα αγοράς και πώλησης μετοχών, δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στην υιοθέτηση της ως άνω θέσης της. Οι όροι συμμετοχής άλλωστε στο «Σχέδιο Επενδυτής» όπως αυτοί περιλαμβάνονταν στο σχετικό έντυπο - αίτηση συμμετοχής (τεκμήρια 1 και 19), σύντομοι, απλοί και κατανοητοί, δεν προϋποθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία για να τους αντιληφθεί κανείς. Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, διαφαίνεται άλλωστε ότι η εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο ενεργά και προσωπικά με τις αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ. Ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, ήταν σχεδόν καθημερινή η φυσική της παρουσία στα γραφεία της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας. Η θέση της ότι τούτο γινόταν στα πλαίσια μόνο του ενδιαφέροντός της να ενημερώνεται για τις αγορές και πωλήσεις που γίνονταν για λογαριασμό της, δεν πείθει. Αν τέτοια ήταν η κατάσταση πραγμάτων, θα ανάμενε κανείς να περιορίζεται στην σχετική ενημέρωση που μπορούσαν να τις παρέχουν οι χρηματιστές που χρησιμοποιούσε, πέραν βέβαια από την πληροφόρηση που ασφαλώς είχε μέσω των μηνιαίων καταστάσεων του λογαριασμού της και της αναλυτικής κατάστασης χρηματιστηριακών πράξεων που δεν αμφισβήτησε ότι ελάμβανε. Είναι φανερό ότι η «έντονη» παρουσία της στο χώρο είχε σκοπό, ως επιβεβαίωσαν μάρτυρες της ενάγουσας, να ελέγχει προσωπικά την κατάσταση πραγμάτων σχετικά με τις επενδύσεις της, δίνοντας οδηγίες και κατευθύνσεις για τις σκοπούμενες επ' ονόματι της αγοραπωλησίες μετοχών, όντας ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, από τους πιο ενεργούς «παίχτες» στο ΧΑΚ. Το γεγονός άλλωστε ότι η ενάγουσα ασχολείτο επισταμένα με το αντικείμενο της αγοροπωλησίας μετοχών κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, καταδεικνύεται όχι μόνο από των όγκο των σχετικών συναλλαγών, ως διαφαίνεται από την κατάσταση του λογαριασμού της και από την αναλυτική κατάσταση χρηματιστηριακών πράξεων που την αφορά, αλλά και από το γεγονός ότι πέραν από τις χρηματιστηριακές πράξεις που διενεργούνταν στα πλαίσια του «Σχεδίου Επενδυτής» και εμφαίνονται στα σχετικά τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, τέτοια άνεση και τριβή φαίνεται να είχε με το αντικείμενο, που της επέτρεπαν να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις και εκτός του ως άνω «Σχεδίου Επενδυτής». Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου πως όταν η ενάγουσα, κατ' εφαρμογή ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο διαφόρων εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, κάλεσε την εναγόμενη να προβεί σε αύξηση των εξασφαλίσεων που παραχώρησε ή να καταβάλει μετρητά, ούτως ώστε να τηρείται η απαιτούμενη αναλογία κάλυψης όπως προβλεπόταν στο «Σχέδιο Επενδυτής», διαφορετικά θα αναστελλόταν η λειτουργία του λογαριασμού της (Τεκμήριο 14), η τελευταία μέσω επιστολής της, ημερ. 26.04.2001 (Τεκμήριο 15), διαμαρτυρόμενη για την πρόθεση της ενάγουσας να της στερήσει την δυνατότητα να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό της για να προβαίνει σε περαιτέρω αγοραπωλησίες, υποδεικνύει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν απαράδεκτη και ότι θα αποτελούσε πίεση στην «δουλειά» της, ως επενδυτής. Ομοίως, προσχηματική και εντασσόμενη στην προσπάθειά της να αποστασιοποιηθεί από κάθε τι που ως έκρινε θα μπορούσε να αποδυναμώσει την εκδοχή της, πλήττουσα στο τέλος της ημέρας όχι μόνο την ποιότητα της μαρτυρίας της αλλά και ευρύτερα την αξιοπιστία της, κρίνεται η προβολή από την πλευρά της της θέσης πως στις 14.03.2001, καθ' ων χρόνο υπέγραφε έγγραφο με το οποίο αναγνώριζε ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού της κατά την 31.12.2000 ήταν Λ.Κ 259.591,60 τούτο έγινε για καθαρά λογιστικούς σκοπούς που δεν αφορούσαν την ίδια και ότι έτυχε διαβεβαιώσεων ότι το θέμα ήταν τυπικό χωρίς η ίδια να έχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις, θέση που εν πάση περιπτώσει παρουσιάζεται διαφοροποιημένη από τη δικογραφημένη της θέση επί του ζητήματος, (παράγραφος 26Α(ι) της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της) όπου ως δικαιολογία για την υπογραφή από μέρους της της σχετικής αναγνώρισης του υπολοίπου του λογαριασμού της, προβάλλεται ότι τούτο έγινε, «χωρίς η εναγομένη να αντιληφθεί ότι επρόκειτο περί χρέους αλλά ότι αφορούσε αξία μετοχών χαρτοφυλακίου που κάλυπτε τις υποχρεώσεις εκ της αγοράς των». Το γεγονός εξ' άλλου ότι η εναγόμενη σε κανένα στάδιο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν φαίνεται να αμφισβήτησε οποιαδήποτε από τις αγοραπωλησίες μετοχών που περιγράφονται στα σχετικά τεκμήρια, ή οποιαδήποτε χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού της, ενεχυριάζοντας κατά περιόδους διάφορες μετοχές της προς εξασφάλιση του, σε συνδυασμό τούτο με το ξεκάθαρο περιεχόμενο του σχετικού έγγραφου αναγνώρισης του υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού της (Τεκμήριο 8), δεν επιτρέπει την υιοθέτηση της ως άνω, εκ των υστέρων ως κρίνεται προβαλλόμενης θέσης και επινόησης της εναγόμενης. Στη βάση της πιο πάνω γενικότερης τοποθέτησης και αξιολόγησης της προσκομισθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, σε συνδυασμό θεωρούμενης με τα γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο στην υπό συζήτηση περίπτωση και υπό το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ως αυτά έγιναν αποδεκτά, πέραν από όσα πιο πάνω έχουν ήδη διακηρυχθεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι η εναγόμενη μετά από αίτηση της έγινε αποδεκτή για συμμετοχή στο σχέδιο πιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας που έφερε το όνομα «Σχέδιο Επενδυτής». Σκοπός του εν λόγω σχεδίου ήταν να παρέχει στους πελάτες της τράπεζας που συμμετείχαν σε αυτό - όπως δηλαδή εναγόμενη - πιστωτικές διευκολύνσεις ώστε αυτοί να μπορούν να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών (μετοχών) εισηγμένων στο ΧΑΚ. Αγοραπωλησίες οι οποίες και στην περίπτωση της εναγόμενης, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, θα γίνονταν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, εταιρείας μέλους του ευρύτερου ομίλου της ενάγουσας. Για σκοπούς λειτουργίας του ως άνω «Σχεδίου Επενδυτής», η εναγόμενη υπέγραψε, μεταξύ άλλων, πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε και εξουσιοδοτούσε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της ώστε να προβαίνει σε διάφορες πράξεις προς όφελος και για λογαριασμό της, μεταξύ των οποίων και την αγοραπωλησία μετοχών δυνάμει του ως άνω «Σχεδίου Επενδυτής». Στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων η ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμό XXXXX3171 λογαριασμό επ' ονόματι της εναγόμενης, ο οποίος ανάλογα χρεοπιστωνόταν με βάση τις πρόνοιες της ως άνω συμφωνίας χρηματοδότησης. Με βάση τους όρους του «Σχεδίου Επενδυτής», οι πιστωτικές διευκολύνσεις πέραν του εγκεκριμένου ορίου, που στην περίπτωση της εναγόμενης αρχικά ήταν Λ.Κ.30.000 ενώ στη συνέχεια με δική της αίτηση ανήλθαν σε Λ.Κ. 55.000, θα επιβαρύνονταν με τόκο 8% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν με βάση την εκάστοτε νομοθεσία. Τόσο η ενάγουσα όσο και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ απέστελλαν στην εναγόμενη, αντίστοιχα, μηνιαίες καταστάσεις του ως άνω λογαριασμού και τριμηνιαίες καταστάσεις των αγοραπωλησιών των μετοχών που διενεργούνταν από την εναγόμενη. Στις 14.03.2001, η εναγόμενη έκανε γραπτώς αποδεκτό ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του ως άνω λογαριασμού της, κατά την 31.12.2000, ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.289.591,60. Δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών που υπεγράφη στις 17.05.1999 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, η εναγόμενη σε διάφορες ημερομηνίες προχώρησε στην ενεχυρίαση διαφόρων κινητών αξιών της προς εξασφάλιση των οφειλών της προς την ενάγουσα. Ειδικότερα, κατέστησε την ενάγουσα δικαιούχο ενεχύρου των πιο κάτω αξιών: (α) 22.752 Μετοχές της ERA SPLIT CAPITAL LTD (β) 10.000 Μετοχές της THE CYPRUS CEMENT PUBLIC COMPANY LTD (γ) 1.000 Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών της THE CYPRUS CEMENT PUBLIC COMPANY LTD (δ) 1.636 Μετοχές της ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ε) 54.480 Μετοχές της LEMECO SILVEX INDUSTRIES PUBLIC COMPANY LIMITED (στ) 2.055 Μετοχές της MALLOUPAS & PAPACOSTAS PUBLIC CO LTD (ζ) 10.000 Μετοχές της ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (η) 2.000 Μετοχές της ASTARTI DEVELOPMENT PLC (θ) 10.000 Μετοχές της AMΑΤΗUS PUBLIC LTD (ι) 43.919 Μετοχές της D.H. CYPROTELS PLC (κ) 9.168 Μετοχές της ELMA HOLDINGS PUBLIC COMPANY LIMITED (λ) 28.698 Μετοχές της CYTRUSTEES INVESTMENT PUBLIC COMPANY LTD (μ) 1.900 Μετοχές της ΦΙΛΟΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ (ν) 21.978 Μετοχές της APOLLO INVESTMENT FUND PLC (ξ) 2.000 Μετοχές της ΤΡΙΑΙΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ο) 1.166 Μετοχές της AVACOM PUBLIC COMPANY LTD (π) 34 Μετοχές της LIBRA HOLIDAYS GROUP PLC Περαιτέρω προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης προς την ενάγουσα, κατά ή περί τον Νοέμβριο του 1999 μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό ασφαλείας στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και δεσμεύτηκαν υπέρ της ενάγουσας προς εξασφάλιση της εκάστοτε οφειλής της εναγόμενης προς την ενάγουσα 2.000 μετοχές της εταιρείας C.C.C. HOLDINGS & INVESTMENT PUBLIC COMPANY LTD. Ενόψει της παράλειψης της εναγόμενης να ανταποκριθεί σε επιστολή της ενάγουσας, ημερ. 23.03.2001, όπως προβεί σε αύξηση των εξασφαλίσεων που παραχώρησε ή να καταβάλει μετρητά έναντι της οφειλής της ούτως ώστε να τηρείται η αναγκαία αναλογία, η τελευταία ενημερώθηκε ότι δεν θα της επιτρεπόταν να προβεί σε νέες αγορές αξιών. Η εναγόμενη διαμαρτυρήθηκε έντονα για την πιο πάνω εξέλιξη, καλώντας την ενάγουσα με επιστολή της, ημερ. 26.04.2001, όπως επιτρέψει στην ίδια την κίνηση του ως άνω λογαριασμού της. Στις 28.11.2001 η ενάγουσα προχώρησε σε τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού καθορίζοντας το επιτόκιο σε 12,25% και απαιτώντας την εξόφληση κάθε οφειλόμενου προς αυτήν ποσού, εντός επτά ημερών. Παρά την διεκδίκηση μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής την ποσού των €772.053,04 πλέον τόκο προς 12,75% από 01.01.2008 μέχρι εξόφλησης που να κεφαλαιοποιείται την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουλίου εκάστου έτους, η πλευρά της ενάγουσας προχώρησε σε ανακατασκευή της ως άνω κατάστασης λογαριασμού της εναγόμενης, κατά τρόπο που αυτός να χρεώνεται με σταθερό επιτόκιο 8% από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία ανατοκισμού. Σύμφωνα με την αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, το διεκδικούμενο ως υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό δυνάμει του ως άνω λογαριασμού ανέρχεται τελικά σε €760.277,32 πλέον τόκο προς 8% από 30.05.2018 μέχρι εξοφλήσεως. Ό,τι κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η εισήγηση της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων πως το γεγονός ότι η εναγόμενη, σε προγενέστερο και ανύποπτο χρόνο, ήτοι στις 14.03.2001, εγγράφως έκανε δεκτό το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού της ως τούτο ίσχυε κατά την 31.12.2000, σε συνδυασμό θεωρούμενο με το γεγονός ότι δεν αμφισβήτησε τις σχετικές αγοραπωλησίες μετοχών που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γίνονταν προς όφελος και για λογαριασμό της, ούτε κατά τρόπο ουσιαστικό και πειστικό τις ανάλογες χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού της, αποτελεί τούτο πραγματικότητα που το ως άνω υπόλοιπο, ως παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, εμποδίζει ουσιαστικά την εναγόμενη από το να προβάλλει οποιαδήποτε περί του αντιθέτου θέση και υπερασπιστική γραμμή. Είναι φανερό ότι η τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του ως άνω ζητήματος είναι δυνατό να έχει τη δική της, καταλυτική σημασία στην πορεία της παρούσας υπόθεσης. Είναι καλά καθιερωμένο ότι η αναγνώριση ενός χρέους μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτεί παραδεδεγμένο λογαριασμό, δυνάμενο να αποτελέσει τη βάση για δικαστική διεκδίκηση. Τούτο, ακόμα και όπου το αρχικό συμβόλαιο για το οποίο έγινε η αναγνώριση του χρέους δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δικαστική διεκδίκηση. Όπως υποδεικνύεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England, 4th edition, (reissue) Vol. 28, παρα. 828, υπό τον τίτλο «Statute barred debts within an account»: «An acknowledgment constituting an account stated may in certain cases be sued upon even though the original contract in respect of which the acknowledgment is made is incapable of being sued upon as being statute-barred by limitation. » Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρέϊνμποου Πλητσιηγκ και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 610 στη σελίδα 615 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Στα πλαίσια της υπόθεσης Connochie v. British Linen Bank
(1943)S.L.T. (Sh. Ct.) 27, που απασχόλησε τα Δικαστήρια της Σκωτίας, εκπρόσωποι μιας εταιρείας διεκδικούσαν από την τράπεζα ένα ποσό χρημάτων το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους παράνομα υπερχρεώθηκε ο λογαριασμός τους. Ανάμεσα στις υπερασπίσεις που η εναγόμενη τράπεζα προέταξε, ήταν και το γεγονός ότι η ορθότητα του λογαριασμού της εταιρείας αναγνωρίστηκε γραπτώς από την εταιρεία σε προγενέστερο χρόνο, κατά τρόπο που εμποδιζόταν (barred) να προσβάλει την ορθότητα των χρεώσεων του συγκεκριμένου λογαριασμού. Το Δικαστήριο, αφού εντόπισε το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της εταιρείας είχαν σε προγενέστερο χρόνο αποστείλει επιστολή με την οποία δήλωναν ότι είχαν εξετάσει τους λογαριασμούς της εταιρείας με την τράπεζα και ότι αναγνώριζαν την ορθότητά τους, παραπέμποντας σε αριθμό υποθέσεων που πραγματεύτηκαν παρόμοια ζητήματα, έκρινε πως καθ΄ ην έκταση η εταιρεία είχε στο παρελθόν αναγνωρίσει την ορθότητα του λογαριασμού, εμποδιζόταν σε μεταγενέστερο χρόνο να την αμφισβητήσει. Υπέδειξε παράλληλα πως με δεδομένη την αναγνώριση της ορθότητας του οφειλόμενου ποσού από την πλευρά της εταιρείας, δεν ήταν καν αναγκαίο να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ορθότητα ή μη της αμφισβητούμενης χρέωσης του λογαριασμού της εταιρείας. Έθεσε το ζήτημα ως εξής: «On consideration of the respective contentions of parties relative to the case, I am satisfied that the defenders΄ plea of bar is well founded, and that the pursuer is not entitled now to challenge the accuracy of the account as at 15th January 1938. There is not much direct authority to be found in the reported cases. As supporting the defenders΄ contention, I was however referred to a judgment by Lord Carmont in the unreported case of Dickson v. The Clydesdale Bank Ltd (18th December 1936), where the question at issue came up sharply for decision. From a typed copy of Lord Carmont΄s judgment it appears that in that case the pursuer sued the Clydesdale Bank in respect of two items which she alleged were wrongly debited to her in her bank account. She maintained that as regards one cheque it was a forgery, and as regards another that the name of the payee had been altered without the pursuer΄s authority. On behalf of the bank it was contended that as the pursuer had examined and approved of the bank΄s statement of her account, and granted a document under her hand to that effect, she was not entitled to reopen the matter by questioning the validity of the cheques in question. In sustaining the bank΄s contention, Lord Carmont gave the following decision: "In my opinion the pursuer is not entitled to go back on her formal approval of the defenders debiting her account with the £10 cheque even on the assumption that it contains a forgery of the pursuer΄s signature. The amount of the account was approved at a figure £10 less than she now says it should have been, but she has only herself to blame for not checking the figures properly before she signed the letter of acknowledgment of the amount."» Σε σχέση με την έννοια του όρου παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, βλ. επίσης Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 661 και Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνος Επιφανίου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 494 και Halsbury΄s Laws of England, 4th edition, (reissue) Vol. 9[1], παρ. 1049 κ.ε.). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 14.03.2001, η εναγόμενη, εγγράφως επιβεβαίωσε ότι το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού της κατά την 31.01.2000, ήταν Λ.Κ. 250.591,51 (Τεκμήριο 8). Παρεμβάλλεται ότι ουδέποτε στο παρελθόν, πριν δηλαδή τη δικαστική διεκδίκηση του υπόλοιπου του ως άνω λογαριασμού από την πλευρά της ενάγουσας, αμφισβήτησε η εναγόμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο την ορθότητα του υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού της ως η ίδια το επιβεβαίωσε. Έχει ήδη εξηγηθεί γιατί διαφορετική θεώρηση και ερμηνεία της ως άνω ενέργειας, ως επιχειρήθηκε να προωθηθεί από την εναγόμενη, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να υιοθετηθεί, καθ' ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και επινόημα της ίδιας και ως τέτοια έχει απορριφθεί. Η αποδοχή και επιβεβαίωση εκ μέρους της εναγόμενης του ύψους του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού της, σε συνδυασμό θεωρούμενα, όχι μόνο με το γεγονός ότι ουδέποτε προβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο, διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση από την πλευρά της για το ως άνω αναγνωρισμένο από την ίδια ως υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού της, αλλά και τη συνέχιση της συνεργασίας της με την ενάγουσα και την εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, καθιστούν κατά την αντίληψη μου το ποσό που περιγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο 8 παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό, υπό την έννοια ότι η πλευρά των εναγόντων η οποία τον επικαλείται, δεν φαίνεται να είναι υποχρεωμένη να δικογραφήσει και να αποδείξει κάθε ένα από τα στοιχεία αυτού του λογαριασμού, εμποδίζοντας την πλευρά της εναγόμενης να επανέρχεται πίσω για σκοπούς συζήτησης της ορθότητας του συγκεκριμένου υπολοίπου που η ίδια συμφώνησε ότι κατά την 31.12.2000 οφειλόταν. Όπως υποδείχθηκε ανάμεσα σε άλλα στην ως άνω απόφαση των Δικαστηρίων της Σκωτίας, η εναγόμενη δεν μπορεί παρά να μέμφεται μόνο τον εαυτό της, εάν στο κατάλληλο στάδιο δεν ήλεγξε ικανοποιητικά το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό που ρητά δηλώνει στην εν λόγω γραπτή δήλωση-βεβαίωσή της ότι οφείλει στους ενάγοντες. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία φαίνεται ικανή από μόνη της, δραστικά να επηρεάσει την πορεία και την τύχη της υπό συζήτηση αγωγής, το Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, θα προχωρήσει στην εξέταση προβαλλόμενων από την πλευρά της εναγόμενης νομικών ισχυρισμών και επιχειρημάτων, με δεδομένο ότι, ως έχει ήδη σημειωθεί, για την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, στη συντριπτική τους πλειοψηφία υπάρχει σύμπνοια. Έχοντας πάντα κατά νου την υπόδειξη της σεβαστής Δικαστού Ψαρά-Μιλτιάδου, στα πλαίσια της Νίκος Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2012, ημερ. 19.04.2018 ─ υπόθεση που αφορούσε ζητήματα ομοειδή στο χαρακτήρα με αυτά που απασχολούν στην παρούσα ─ ότι την τελευταία δεκαετία πολυάριθμες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν αποφασίσει επανειλημμένα και δεσμευτικά πλείστα όσα από τα ζητήματα που προκρίνονται στα πλαίσια και της παρούσας. Παραπέμποντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης στις πρόνοιες του «Σχεδίου Επενδυτής» αλλά και στο πληρεξούσιο έγγραφο που η τελευταία παραχώρησε προς την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, υπέδειξε ότι τόσο η χρηματοδότηση της εναγόμενης από την ενάγουσα όσο και οι αγοραπωλησίες κινητών αξιών από μέρους της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ για λογαριασμό της, κινήθηκαν αφενός κατά παράβαση του «Σχεδίου Επενδυτής» και αφετέρου εκτός των ορίων της εξουσιοδότησης που δόθηκε στην Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Συνακόλουθα, τόσο οι ενέργειες της ενάγουσας όσο και οι πράξεις της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ θα πρέπει να θεωρηθούν παράνομες και αυθαίρετες. Οι αγοραπωλησίες μετοχών από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης, οι οποίες οδήγησαν το λογαριασμό της τελευταίας πέραν του εγκεκριμένου ορίου, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ενέργειες που έγιναν καθ΄ υπέρβαση της ρητής πληρεξουσιότητας που η εναγόμενη της είχε δώσει και συνακόλουθα ότι δεν την δεσμεύουν. Άλλωστε, η παραδοχή του γεγονότος ότι μεσολάβησε αγορά μετοχών για την εναγόμενη με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης, συναλλαγής δηλαδή που δεν αφορούσε αξίες εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, όπως υπαγόρευε το σχετικό «Σχέδιο Επενδυτής», αποτελεί εξέλιξη που επίσης καταδεικνύει παραβίαση των όρων του συγκεκριμένου σχεδίου και ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ λειτούργησε εκτός της εξουσιοδότησης που της παραχώρησε η εναγόμενη, κατά τρόπο που οι πιο πάνω ενέργειες να μην δεσμεύουν την τελευταία. Προκρίθηκε παράλληλα ότι η εισαγωγή στο έγγραφο εξουσιοδότησης της εναγόμενης προς την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ (Τεκμήριο 2), ειδικότερα του όρου 4, στη βάση του οποίου η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ μεταξύ άλλων εξουσιοδοτείτο να δανείζεται και/ή λαμβάνει τραπεζικές διευκολύνσεις στο όνομα της εναγόμενης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως καταχρηστική ρήτρα και ως τέτοια, άκυρη, χωρίς να δεσμεύει την εναγόμενη. Συνακόλουθα, οι επιπλέον τραπεζικές διευκολύνσεις και ο επιπλέον δανεισμός στον οποίο προέβη η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ από την ενάγουσα για λογαριασμό της εναγόμενης, πέραν αυτών που προβλέπεται στο «Σχέδιο Επενδυτής», δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν άκυρες και χωρίς να δεσμεύουν την εναγόμενη. Ομοίως, προτάσσεται ότι η ενάγουσα απέτυχε να προβεί ως είχε υποχρέωση, σε ενέργειες περιορισμού της ζημιάς της όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού της εναγόμενης είχε ξεφύγει από το εγκεκριμένο όριο. Ως προκρίνεται, παρέλειψε να τερματίσει το λογαριασμό και να ζητήσει επιπλέον εξασφάλιση, πράγμα που έπραξε μόνο μια φορά, ενώ παρέλειψε να προχωρήσει σε άμεση ρευστοποίηση του μετοχικού κεφαλαίου του λογαριασμού της εναγόμενης, περιορίζοντας έτσι την οικονομική της ζημιά. Η πρακτική που η ενάγουσα και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ακολούθησαν έναντι της εναγόμενης κατά τη λειτουργία του «Σχεδίου Επενδυτής», υποδεικνύεται, υπήρξε εγκληματική, δόλια, αντίθετη με τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, ενώ πέραν από την απάτη και τις ψευδείς παραστάσεις που τους αποδίδονται, προβάλλεται πως δεν αποκαλύφθηκαν στην εναγόμενη ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης και ότι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και εγκληματικό δεν έγινε οποιαδήποτε έρευνα για να αποκαλυφθεί το επενδυτικό προφίλ της εναγόμενης («Investor Profiling») καθ΄ ον χρόνο η τελευταία γινόταν αποδεκτή στο «Σχέδιο Επενδυτής». Η ολιγωρία άλλωστε που επέδειξε η ενάγουσα στην προώθηση της υπόθεσής της από την ημέρα τερματισμού του λογαριασμού μέχρι την καταχώριση της υπό συζήτηση αγωγής, δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι έχει σαν αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην εναγόμενη, υποδεικνύοντας ότι είναι άδικο να παρέχεται σε έναν ενάγοντα θεραπεία όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε ένα δικαίωμά του. Η παραπομπή στο λόγο διαφόρων αποφάσεων των Δικαστηρίων μας που σε προγενέστερο στάδιο ασχολήθηκαν με τα πιο πάνω ζητήματα, αποτέλεσε πρωτίστως τον αντίλογο του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενων στις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, δεν παρέλειψε να υποδείξει ότι τα ειδικότερα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως η αποδοχή του υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού στον επίδικο λογαριασμό της εναγόμενης και η γραπτή δήλωση της τελευταίας ότι η διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι η δουλειά της ─ καθ' ον χρόνο η τελευταία διαμαρτυρόταν για την γνωστοποίηση στην ίδια της πρόθεσης της τράπεζας να μην επιτρέπει πλέον την κίνηση του επίδικου λογαριασμού της ─ ενισχύουν ακόμη περισσότερο τις θέσεις της ενάγουσας και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, αδυνατίζοντας ταυτόχρονα την υπόθεση της εναγόμενης και αναδεικνύοντας το ατελέσφορο της ανταπαίτησής της. Σε κάθε περίπτωση, προκρίνεται, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ικανή να καταδείξει αμέλεια από τη συμπεριφορά που αποδίδεται στην ενάγουσα και την εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, πολύ δε περισσότερο εάν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης αμέλειας ήταν να προκληθεί συγκεκριμένη ζημιά στην εναγόμενη. Είναι γεγονός ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας σε υποθέσεις του είδους, αντιμετωπίζοντας και επιλύοντας ζητήματα όπως αυτά που προκρίνονται και στην υπό συζήτηση περίπτωση από την πλευρά πρωτίστως της υπεράσπισης, παρουσιάζεται ιδιαίτερα βοηθητική και καθοδηγητική. Μεταξύ πολλών άλλων, οι υποθέσεις Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Γρηγορίου ν. Euroinvestment
(2011)1 A.A.Δ. 2229, Μακρίδης ν. Ellinas Finance Public Co Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A161, Πολ. Έφ. Αρ. 97/2011, ημερ. 05.05.2017 και Γεώργιος Κουλλαπής ν. Έλληνας, ECLI:CY:AD:2017:A65, Πολ. Έφ. Αρ. 210/2010, ημερ. 01.03.2017, ο λόγος των οποίων φαίνεται να καλύπτει πλείστα όσα από τα ζητήματα που απασχολούν και στο πλαίσιο της παρούσας. Τούτων λεχθέντων, δεν παραβλέπω ασφαλώς την προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου στα ιδιαίτερα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, καλώντας ουσιαστικά το τελευταίο να μη διστάσει να διαφοροποιηθεί από αυτές, όπου τούτο κρίνεται δικαιολογημένο. Καταθέτοντας η εναγόμενη από το εδώλιο του μάρτυρα προέβαλε ουσιαστικά τη θέση ότι οι αναστολές της να συμμετάσχει στο «Σχέδιο Επενδυτής» κάμφθηκαν μετά από διαβεβαιώσεις λειτουργών της ενάγουσας και της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος πέραν από το ποσό της συμμετοχής της στο σχέδιο και ότι αυτή η συμμετοχή θα ήταν τυπική, καθότι ολόκληρη τη διαδικασία αγοραπωλησίας μετοχών και δημιουργίας χαρτοφυλακίου θα την αναλάμβαναν έμπειροι χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης, με τις τελικές του εισηγήσεις, παραπέμποντας σε αναφορές στην τυποποιημένη αίτηση συμμετοχής στο «Σχέδιο Επενδυτής», μεταξύ των οποίων η αναφορά ότι η επένδυση στο Κυπριακό Χρηματιστήριο μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου θα γινόταν με την καθοδήγηση των έμπειρων χρηματιστών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και υποστηρίζοντας ότι της απέκρυψαν διάφορα ζητήματα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ θα είχε το δικαίωμα να λαμβάνει από την ενάγουσα επιπλέον ποσά στο όνομά της, όπως και το ενδεχόμενο να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από αυτό που προβλεπόταν ότι θα χρηματοδοτείτο από το συγκεκριμένο σχέδιο, υποστήριξε ότι η εναγόμενη, αντίθετα με την καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη ουσιαστικά παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε, χωρίς να της αποκαλυφθούν ουσιώδη στοιχεία. Έχοντας ήδη καταγράψει την εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της εναγόμενης, η ως άνω θέση της ότι ουσιαστικά αποφάσισε τη συμμετοχή της στο «Σχέδιο Επενδυτής» μετά από διαβεβαιώσεις και παρότρυνση λειτουργών της ενάγουσας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν του γεγονότος ότι η ενάγουσα τράπεζα δεν όφειλε να εξηγήσει τους κινδύνους από τη συμμετοχή της εναγόμενης στο συγκεκριμένο σχέδιο, (βλ. Καλλικάς (ανωτέρω)) οι όροι συμμετοχής στο «Σχέδιο Επενδυτής» όπως καταγράφονται στην αίτηση που η ίδια υπέγραψε και υπέβαλε για να γίνεται αποδεκτή, ήταν τόσο απλοί και σύντομοι που δεν φαίνεται να χρειαζόταν ιδιαίτερες γνώσεις για να τους κατανοήσει κάποιος και να αντιληφθεί τους όποιους κινδύνους. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεχτές, δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί η θέση περί συμπεριφοράς αντίθετης με την καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και εξαπάτησης της εναγόμενης τόσο από την ενάγουσα όσο και από την εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Στην υπό συζήτηση περίπτωση πέραν από το γεγονός ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου δυνάμενο να τεκμηριώσει ότι η εναγόμενη έπεσε θύμα ψυχικής πίεσης και αθέμιτου επηρεασμού ή παραπλάνησης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων δεν παρουσιάζονται τέτοιες ώστε να μπορεί να υιοθετηθεί η θέση ότι η ενάγουσα ή εν πάση περιπτώσει οι εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενες ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί της θέλησης της εναγόμενης, εξασφαλίζοντας έτσι αθέμιτο όφελος. Η αναφορά άλλωστε στο σχετικό έντυπο συμμετοχής ότι μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου θα μπορούσε κάποιος να εξασφαλίσει το αναγκαίο κεφάλαιο για να μπορέσει να επενδύσει το Κυπριακό Χρηματιστήριο με την καθοδήγηση έμπειρων χρηματιστών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει την υιοθέτηση της θέσης ότι η εναγόμενη αντιλήφθηκε πως θα τις παρέχονταν επενδυτικές συμβουλές και ουσιαστική διαχείριση του χαρτοφυλακίου της πέραν από την εκ του νόμου αναγκαία παρέμβαση των συγκεκριμένων χρηματιστών για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών που κατόπιν της δικής της εντολής, ως η αίτηση συμμετοχής της στο συγκεκριμένο σχέδιο (βλ. όρο 10 του τεκμηρίου 1 και 19) θα διενεργούντο προς όφελός της. (βλ. κατ' αναλογία Συρίμη και Γρηγορίου (ανωτέρω)). Όπως άλλωστε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον Μ.Ε.3 - Ξιούρο και γίνεται αποδεκτό, τέτοια υποχρέωση παροχής επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης χαρτοφυλακίου ήταν πράγματι δυνατόν να αναληφθεί από τους χρηματιστές της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ, εφόσον όμως συνομολογείτο προς τούτο σχετική συμφωνία, έναντι αμοιβής, πράγμα που δεν ίσχυε στην υπό συζήτηση περίπτωση. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών, είναι φανερό ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε παράβαση των ορίων χρηματοδότησης της εναγόμενης, όπως αυτά αρχικά προβλεπόταν στο «Σχέδιο Επενδυτής». Παραβάσεις ωστόσο για τις οποίες η εναγόμενη ήταν ενήμερη, πληροφορούμενη σχετικά τόσο με τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού όσο και με τις τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και αγοραπωλησιών μετοχών, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί για αυτή την εξέλιξη. Η ίδια άλλωστε, στη βάση όλων όσων έχουν γίνει αποδεκτά, έδινε οδηγίες και επέλεγε τη συνέχιση της δραστηριότητας του λογαριασμού της όντας προφανώς ενήμερη γι' αυτό. Κατά τον ίδιον τρόπο φέρεται να ενημερώνεται για τη χρήση του επίδικου λογαριασμού προς αγορά των μετοχών της Louis στα πλαίσια της ιδιωτικής τοποθέτησης, εξέλιξη για την οποία, όχι μόνο δεν αντιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε οπουδήποτε χρόνο αλλά φαίνεται με τη στάση και συμπεριφορά της να αποδέχεται. Όπως δε καταδεικνύεται από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν αντιδρά για την ως άνω εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά όταν σε κάποιο στάδιο - έχοντας προηγηθεί σχετικές οχλήσεις της ενάγουσας προς τούτο - ενημερώνεται πως θα ανασταλεί η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού της ενόψει της υπέρβασης του και του γεγονότος ότι οι όποιες καλύψεις παραχώρησε μέσω της ενεχυρίασης μετοχών ή άλλως πως είναι μικρότερες του υπολοίπου του λογαριασμού, διαμαρτύρεται, αποστέλλοντας σχετική επιστολή και υποδεικνύοντας ότι θεωρεί την πιο πάνω ενέργεια εκ μέρους της ενάγουσας ως πίεση στην ίδια ως επενδυτή, παρακαλώντας ταυτόχρονα όπως επιτραπεί η συνέχιση της κίνησης του ως άνω λογαριασμού της. Έχει κατ' επανάληψη διακηρυχθεί ότι ο ρόλος της χρηματοδότριας τράπεζας σε υποθέσεις του είδους, περιορίζεται στη χρηματοδότηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών (βλέπε μεταξύ άλλων Κυριακίδης (ανωτέρω)). Στην περίπτωση της εναγόμενης, αυτές διενεργούντο από την χρηματιστική εταιρεία Λαϊκή Επενδυτική Λτδ στη βάση σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Η ενεχυρίαση προς όφελος της ενάγουσας των μετοχών που η εναγόμενη εξασφάλισε, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η τελευταία παρέμεινε πάντοτε ιδιοκτήτρια των ως άνω μετοχών. Ούτε ετίθετο θέμα δημιουργίας εμπιστεύματος με εμπιστευματοδόχο την ενάγουσα ή ανάληψη υποχρέωσης για διαχείριση του χαρτοφυλακίου της εναγόμενης από την ενάγουσα ή την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Η επιλογή της εναγόμενης να συνεχίσει να απαιτεί τη δραστηριοποίηση του λογαριασμού της, παραλείποντας να δώσει εντολή για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών της κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε ή θα μείωνε έστω το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της, δεν φαίνεται να αφήνει περιθώρια σοβαρής συζήτησης για υποχρέωση της ενάγουσας να εκποιήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές για τον πιο πάνω σκοπό. Όπως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας σε υποθέσεις του είδους, ο δανειστής, ήτοι η ενάγουσα τράπεζα, δικαίωμα έχει να προβεί σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και των όποιων εξασφαλίσεων διατηρεί σε συγκεκριμένο χρόνο και όχι υποχρέωση. Τέτοια υποχρέωση δεν έχει επίσης αμέσως μόλις ανατραπεί το περιθώριο εξασφάλισης, αφού το ζήτημα της οφειλής παραμένει ανεξάρτητο των όποιων εξασφαλίσεων ο τελευταίος διατηρεί (βλ. μεταξύ άλλων Συρίμη και Καλλικάς (ανωτέρω)). Εξ' άλλου, στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υπονοεί έστω, ότι η εναγόμενη ήταν ποτέ έτοιμη και πρόθυμη να προβεί σε πώληση των μετοχών της και η ενάγουσα την εμπόδισε ή δεν την διευκόλυνε σε αυτή την επιλογή (βλ. Γρηγορίου (ανωτέρω)). Αποδίδεται στην ενάγουσα και στην εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 παράβαση των καθηκόντων τους και/ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας ως επίσης αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατά τον τρόπο που επιχειρείται να προσδιοριστεί τούτο στις δικογραφημένες θέσεις της εναγόμενης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την εξέλιξη των γεγονότων ως έχει γίνει αποδεκτή η ως άνω θέση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δυνάμενα, αφού τεθούν στη βάσανο της αξιολογικής διύλισης, να καταδείξουν αμέλεια εκ μέρους της ενάγουσας και/ή της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ κατά τον τρόπο που δικογραφικά τουλάχιστον επιχειρήθηκε να αποδοθεί σε αυτές. Άλλωστε, σε σχέση με την τελευταία, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν έχει καν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία όσον αφορά τα καθήκοντα του χρηματιστή και το μέτρο επιμέλειας που αυτός θα πρέπει να επιδεικνύει κατά την εκτέλεσή τους, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να διαπιστώσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση και έχοντας κατά νου τις υποχρεώσεις που η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ανέλαβε έναντι της εναγόμενης, υπήρξε τελικά αμελής ή όχι. Παραπέμποντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης σε διάφορα έγγραφα που ως υποστηρίζει συναποτελούν ουσιαστικά το «Σχέδιο Επενδυτής», υποστηρίζει πως κατ΄ εφαρμογή του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(Ι)/1996), οποιαδήποτε ρήτρα σε αυτά κριθεί καταχρηστική δεν μπορεί να δεσμεύει την εναγόμενη. Επί τούτου, πέραν από την ανισότητα που όπως υποστηρίζει γενικότερα εντοπίζεται στα αναγκαία έγγραφα για τη συμμετοχή της εναγόμενης στο «Σχέδιο Επενδυτής» και την απουσία οποιασδήποτε διαπραγματευτικής δύναμης της εναγόμενης, υποδεικνύει ειδικότερα ότι ο όρος 4 στο πληρεξούσιο έγγραφο που η εναγόμενη υπέγραψε (Τεκμήριο 2), εξουσιοδοτώντας την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ λειτουργώντας προς όφελος και για λογαριασμό της «να δανείζεται και/ή λαμβάνει τραπεζικές διευκολύνσεις» στο όνομα της, κατά τρόπο που να απολήγει στο όνομα της να συνομολογηθούν δάνεια για απεριόριστα ποσά, πολύ πέραν του συμφωνημένου ορίου όπως αυτό προβλεπόταν αρχικά στο «Σχέδιο Επενδυτής», να αποτελεί τούτο μια ξεκάθαρη καταχρηστική ρήτρα η οποία δημιουργεί ανισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των πλευρών. Ο χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης ρήτρας ως καταχρηστικής, συμπληρώνει, θα πρέπει αναπόδραστα να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όλες οι επιπλέον τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή επιπλέον δανεισμός στον οποίο προέβη η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ από την ενάγουσα στο όνομα της εναγόμενης είναι άκυρες χωρίς να δεσμεύουν την τελευταία. Ως εκ τούτου δεν μπορεί η εναγόμενη να καλείται να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού που «αυθαίρετα» δημιούργησαν η ενάγουσα μαζί με την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. Καταχρηστική ρήτρα σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία (Ν.93(Ι)/1996), θεωρείται ουσιαστικά κάθε πρόνοια η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από μια σύμβαση (άρθρο 5
(1)). Έχοντας ήδη καταλήξει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους της ενάγουσας ή άσκηση ψυχικής ή άλλης αθέμιτης πίεσης ώστε η εναγόμενη να συμμετάσχει στο πιο πάνω σχέδιο, θα πρέπει να σημειωθεί, ως έχει επισημανθεί στις υποθέσεις Συρίμη και Γρηγορίου (ανωτέρω), πως και αν ακόμη οποιαδήποτε ρήτρα σε σχετικά έγγραφα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, τούτο σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσει την εναγόμενη από τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει, παρά μόνο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, παρέχεται σε αυτήν το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση ή να επιμένει για τη μη εφαρμογή της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η εναγόμενη, όχι μόνο δεν ενήργησε ως ανωτέρω αλλά συμμετείχε και η ίδια στην εξέλιξη των πραγμάτων, δίδοντας οδηγίες και εντολές για την αγορά προς όφελος και για λογαριασμό της μετοχών, χωρίς να αντιδρά ή να την ενδιαφέρει το γεγονός ότι κατ΄ εφαρμογή των ως άνω οδηγιών της τα όρια χρηματοδότησης της είχαν, από μακρού χρόνου, ξεπεραστεί. Επιτακτικά και εγγράφως επιζητούσε τη συνέχιση της συμμετοχής της στο «Σχέδιο Επενδυτής», εκλαμβάνοντας την γνωστοποιηθείσα σε αυτήν απόφαση της ενάγουσας να μην επιτρέπει πλέον την κίνηση του επίδικου λογαριασμού της ενόψει της υπέρβασης, ως πίεση σε βάρος της. Το γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ο τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού έγινε στις 28.11.2001, ενώ η καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής μόλις στις 08.08.2008, προβάλλεται επίσης από την πλευρά της εναγόμενης, υποδεικνύοντας ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά, αδικαιολόγητη ως παρέμεινε, η ενάγουσα, όχι μόνο έχει καταδείξει αποποίηση ή απεμπόληση των δικαιωμάτων της αλλά και ότι το Δικαστήριο - κατ' εφαρμογή της γνωστής αρχής του δικαίου της επιείκειας για αποδοκιμασία της αδικαιολόγητης ολιγωρίας στην προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος «Laches» - ευθύς εξ΄ αρχής θα πρέπει να αρνηθεί να εξετάσει περαιτέρω την υπό συζήτηση αγωγή. Ως αποτέλεσμα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, προκρίνεται ειδικότερα, επηρεάστηκαν δυσμενώς τα συμφέροντα της εναγόμενης αφού η τελευταία σε περίπτωση που η αγωγή καταχωρείτο σε πολύ προγενέστερο στάδιο θα είχε πιθανότατα τη δυνατότητα διαφορετικού χειρισμού της υπόθεσης αλλά και τη δυνατότητα να δοκιμάσει ακόμα και την εξωδικαστηριακή επίλυση της υπόθεσης. Το ότι μια ολιγωρία οδηγεί σε αδικία, αποτελεί ασφαλώς ζήτημα πραγματικό και ως τέτοιο θα πρέπει να αποδεικνύεται. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για παράβαση δικαιωμάτων χωρίς απτά στοιχεία και δεδομένα, δεν είναι αρκετοί (βλ. Χαρτζιώτης Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, ECLI:CY:AD:2015:D869, Πολιτική Έφεση Αρ. 94/2011, ημερ. 22.12.2015). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι ευθύς εξ΄ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της αδικαιολόγητης ολιγωρίας «Laches» (βλ. ΑΤΗΚ ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158), είναι σημαντικό να σημειωθεί πως παρά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της αγωγής, το διάστημα που μεσολάβησε δεν φαίνεται να λειτούργησε κατά τρόπο που πράγματι να επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα της εναγόμενης. Γενικές και αόριστες αναφορές όσον αφορά την δυνατότητα διαφορετικού χειρισμού της υπόθεσης από την πλευρά της και η πιθανότητα να δοκιμάσει να επιλύσει εξωδικαστηριακά την υπό συζήτηση υπόθεση, με δεδομένο ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πραγματική βούληση της προς τούτο στο διάστημα που έχει διαρρεύσει μέχρι και σήμερα, δεν μπορεί ασφαλώς να πείσει περί του αντιθέτου. Αλώβητη άλλωστε παρέμεινε η δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης της με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας και εγγράφων αφού δεν φαίνεται να έχει παρεμβληθεί οποιαδήποτε μεταβολή πραγματικών καταστάσεων ικανών να επηρεάσουν την ως άνω δυνατότητα και τα δικαιώματα της εναγόμενης. Η διεκδίκηση των συγκεκριμένων θεραπειών από την ενάγουσα με την προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής δεν φαίνεται επίσης να πλήττει το γενικότερο δημόσιο συμφέρον σε ότι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φράγκου κ.ά. ν. Στυλιανίδη κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 73 και Ιερίδης κ.ά. ν. Παναγιώτου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 498 και Χαρτζιώτης Trading Ltd (ανωτέρω). Καταληκτικά, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικά θεωρούμενων των πραγμάτων, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά τρόπο πειστικό από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι η καθυστέρηση, εξαιτίας του χρόνου που παρήλθε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος έως στην καταχώριση της αγωγής, οδήγησε σε αδικία. Είναι γεγονός ότι η πλευρά της ενάγουσας, έχοντας προφανώς κατά νουν τις δικογραφημένες θέσεις της εναγόμενης ότι το υπόλοιπο και διεκδικούμενο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσό φέρει εν πάση περιπτώσει υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς, προχώρησε στην ετοιμασία και παρουσίαση αναδομημένου λογαριασμού, στο πλαίσιο του οποίου, ως εξηγήθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, πέραν από την αφαίρεση οποιωνδήποτε ανατοκισμών, το επιτόκιο περιορίστηκε σε σταθερό επιτόκιο 8% από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του λογαριασμού. Η παρουσίαση αναδομημένου λογαριασμού δεν δημιουργεί ασφαλώς οποιοδήποτε πρόβλημα (βλ. Καλλικάς (ανωτέρω)). Με δεδομένη την αδυναμία του Δικαστηρίου, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του για το ζήτημα, το ίδιο να υπολογίσει και ανάλογα να προσθαφαιρέσει τις υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε να προβεί σε ανάλογες αναπροσαρμογές του ποσού όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται και διεκδικείται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Έχοντας κατά νου ότι στο πλαίσιο του αναδομημένου λογαριασμού το επιτόκιο περιορίστηκε στο 8%, όπως αυτό προβλεπόταν δηλαδή στους σχετικούς όρους συμμετοχής στο «Σχέδιο επενδυτής», σε συνδυασμό θεωρούμενο με τη μη αμφισβήτηση της σχετικής αναδομημένης κατάστασης του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήρια 18 και 20), αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό δυνάμει του ως άνω επίδικου λογαριασμού κατά την 30.05.2018, ανερχόταν σε €760.277,32, όπως δηλαδή παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού, ποσό που θα πρέπει να χρεώνεται με σταθερό επιτόκιο 8% από την ως άνω ημερομηνία μέχρι εξόφλησης. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €760.277,32 με τόκο προς 8% ετησίως από 30.05.2018, μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για διάθεση και πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών που η εναγόμενη κατέχει, ως ειδικότερα καταγράφεται στην παράγραφο 10 του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα διορίζεται ως παραλήπτρια των ως άνω μετοχών, ώστε να διενεργήσει όλες τις ενέργειες και να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο και Κανονισμούς για να προχωρήσει στην πώληση τους μέσω του ΧΑΚ ή ιδιωτικά, ανάλογα με την εξασφάλιση της υψηλότερης δυνατής τιμής πώλησης, με το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων, να διατεθεί προς εξόφληση του ως άνω εξ΄ αποφάσεως χρέους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας, τόσο τα έξοδα της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά της εναγόμενης, όπως θα υπολογισθούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενες εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία από τον ίδιο δικηγόρο, νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο