← Κύπρος

Panima Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5040/2010, 25/2/2020

Panima Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5040/2010, 25/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5040/2010 Μεταξύ:

  1. Panima Ltd
  2. XXXXX Ιωαννίδη Εναγόντων - και - Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ...... Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Στ. Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κα. Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 15.06.2010, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που καταχώρησαν, αξιώνουν απόφαση και/ή διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης με Αρ. XXXXX/94, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ως επίσης εξάλειψη τόσο της ως άνω υποθήκης όσο και της υποθήκης με Αρ. XXXXX/93, επίσης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, ως εξοφληθείσες. Αξιώνουν ταυτόχρονα απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διαγράφεται και/ή ακυρώνεται οποιοδήποτε ισχυριζόμενο από την εναγόμενη ως χρέος οφειλόμενο από τους ενάγοντες συναρτώμενο με συγκεκριμένους λογαριασμούς, ως επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες εδράζουν σε διάφορες βάσεις. Διεκδικούν επίσης τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας 1, ως επίσης την επιστροφή Λ.Κ. 1500 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρηθεί δίκαιο από το Δικαστήριο, το οποίο διατείνονται ότι αχρεωστήτως κατέβαλαν στην εναγόμενη, όπως και τη διαγραφή παράνομων χρεώσεων σε συγκεκριμένο λογαριασμό που η ενάγουσα 1 διατηρούσε στην εναγόμενη, τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, η ενάγουσα 1 αποτελεί Κυπριακή εταιρεία, διευθυντής της οποίας κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ο ενάγων
  4. Όντας και οι δύο πελάτες της εναγόμενης τράπεζας, διατηρούσαν σε αυτήν συγκεκριμένους λογαριασμούς ενώ για την παραχώρηση χρηματικών διευκολύνσεων σε αυτούς από την πλευρά της εναγόμενης, ανάμεσα σε άλλες εξασφαλίσεις, ο εναγόμενος 2 παραχώρησε προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας τις υποθήκες XXXXX/94, ημερ. 29.11.94 και XXXXX/93, ημερ. 25.05.93 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι οι ως άνω υποθήκες παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση συγκεκριμένων υποχρεώσεων της ενάγουσας εταιρείας, ήτοι του τρεχούμενου λογαριασμού 0127-11-010635 και του δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX8743, ημερ. 29.11.
  5. Με δεδομένο ότι αριθμός τραπεζικών διευκολύνσεων που οι ενάγοντες εξασφάλισαν από την εναγόμενη τράπεζα παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η τελευταία τερμάτισε τη λειτουργία των σχετικών τραπεζικών λογαριασμών και καταχώρισε σχετικές αγωγές, μεταξύ άλλων και εναντίον των εναγόντων. Αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο πλευρών ήταν να επέλθει συμφωνία μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν εκ συμφώνου από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, πέντε συνολικά αποφάσεις στα πλαίσια ισάριθμων αγωγών που η εναγόμενη είχε δρομολογήσει, με αναστολή εκτέλεσής τους εφόσον θα καταβάλλονταν σε κάθε μια από της ως άνω εκδοθείσες αποφάσεις, μηνιαίως, συγκεκριμένο ποσό προς εξόφλησή τους. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόντων ότι ανάμεσα στους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους και δεσμεύσεις της συνολικής διευθέτησης που συμφωνήθηκε μεταξύ των πλευρών, ήταν και η υποχρέωση των εναγόντων στην παρούσα διαδικασία για ανελλιπή καταβολή μηνιαίων δόσεων συνολικού ύψους, αρχικά Λ.Κ.1.500 και στη συνέχεια Λ.Κ.1.750, έναντι των ως άνω εξ' αποφάσεως χρεών, με την εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων να αναστέλλεται από μήνα σε μήνα. Με τη συμπλήρωση της κατάθεσης συνολικού ποσού Λ.Κ.12.000, η εναγόμενη τράπεζα θα προχωρούσε άμεσα στην εξάλειψη της υποθήκης Αρ. XXXXX/94, όπως επίσης θα έπραττε σε σχέση με την υποθήκη Αρ. XXXXX/93 στην περίπτωση που συμπληρωνόταν η κατάθεση συνολικού ποσού Λ.Κ.33.
  6. Εν πάση περιπτώσει, με την κατάθεση συνολικού ποσού το οποίο θα υπερέβαινε το ποσό για το οποίο είχαν παρασχεθεί οι αναφερόμενες υποθήκες και/ή ποσού που υπερέβαινε τα ποσά των εξ΄ αποφάσεως χρεών στις αγωγές με Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97, η εναγόμενη είχε υποχρέωση και/ή καθήκον να εξαλείψει άμεσα τις υπό αναφορά υποθήκες. Παρά το γεγονός ότι μέχρι το τέλος του 2000 οι ενάγοντες είχαν εξοφλήσει το δάνειο για το οποίο παρασχέθηκε η υποθήκη Αρ. XXXXX/94, η εναγόμενη αρνήθηκε να εξαλείψει την ως άνω υποθήκη. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνουν, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες συνέχισαν να καταβάλλουν μηνιαίως και ανελλιπώς έναντι των εξ΄ αποφάσεως χρεών τους τα συμφωνηθέντα ποσά, μεταξύ 01.01.1999 και 17.12.2002 κατεβλήθησαν στην εναγόμενη ποσά που υπερέβαιναν τις Λ.Κ.62.500, υπερκαλύπτοντας έτσι τα ποσά που εξασφαλίστηκαν με τις ως άνω υποθήκες αλλά και το σύνολο των ποσών που οφείλονταν με βάση τις αποφάσεις στις αγωγές Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/
  7. Η εναγόμενη τράπεζα, αντισυμβατικά και/ή παράνομα και/ή κακόπιστα αρνήθηκε επίσης να εξαλείψει τις ως άνω υποθήκες, ακόμα και όταν οι ενάγοντες - στα πλαίσια των μεταξύ τους συμφωνηθέντων - ζήτησαν την εξάλειψή τους με την προσφορά για ταυτόχρονη καταβολή από μέρους τους του υπόλοιπου του οφειλόμενου ποσού, το οποίο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν υπερέβαινε τις Λ.Κ.15.
  8. Οι ως άνω υποθήκες, προτάσσουν οι ενάγοντες, διατηρούνται μέχρι σήμερα, με την εναγόμενη να εξακολουθεί να προβαίνει σε αντισυμβατικές, παράνομες και αδικαιολόγητες χρεώσεις και/ή ανατοκισμούς, με αποτέλεσμα τα ποσά που σήμερα αξιώνονται από αυτήν να υπερβαίνουν το διπλάσιο ποσό των εξ΄ αποφάσεως χρεών και τους τόκους που προβλέπονται στις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις. Η εναγόμενη τράπεζα, προτάσσουν, παρέβη την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και τις υποχρεώσεις της ως τραπεζικό ίδρυμα έναντι των εναγόντων, παραθέτοντας λεπτομέρειες παράβασης συμφωνίας, κατάχρησης εμπιστοσύνης και/ή απάτης και/ή δόλιας συμπεριφοράς της. Αποδίδουν παράλληλα στην τελευταία, επαγγελματική αμέλεια και/ή έλλειψη δέουσας επιμέλειας, προσοχής και φροντίδας. Ομοίως, παραθέτουν λεπτομέρειες παράβασης από μέρους της εναγόμενης των εκ του νόμου και κανονισμών και/ή συμβατικών απορρεόντων καθηκόντων της, σημειώνοντας ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της και η άρνηση της να αποδεσμεύσει τις αναφερόμενες υποθήκες, είχε καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους με άμεσο επακόλουθο την οικονομική τους εξόντωση, την παρεμπόδιση της ανάπτυξης των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και την αναστολή των εργασιών της ενάγουσας 1 από ή περί το
  9. Καταληκτικά, οι ενάγοντες αξιώνουν: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η συμφωνία Υποθήκης XXXXX/94 ημερομηνίας 29-11-1994 ποσού ΛΚ 12.000 η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας μεταξύ Ενάγοντα αρ. 2 και Εναγομένων ως συνομολογηθείσα δυνάμει μη νόμιμου και/ή άνευ ανταλλάγματος. ΔΙΑΖΕΥΤΙΚΑ Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η εξάλειψη της ως άνω αναφερόμενης Υποθήκης XXXXX/94 ημερομ. 29-11-1994 η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας προς όφελος των Εναγομένων ως εξοφληθείσα. Β. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να διαγράφεται και/ή ακυρώνεται οποιοδήποτε ισχυριζόμενο από τους Εναγομένους χρέος οφειλόμενο από τους Ενάγοντες αρ.1 και/ή 2 και που αφορά τους λογαριασμούς των Εναγόντων και/ή το ποσό που αναφέρεται στην επιστολή των Εναγόμενων προς τους Ενάγοντες αρ.1, ημερομ. 8-01-2008 ύψους €96674 και/ή οιονδήποτε άλλο ποσό πλέον τόκοι. Γ. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να διαγράφεται και/ή ακυρώνεται οποιοδήποτε ισχυριζόμενο από τους Εναγομένους χρέος οφειλόμενον από τους Ενάγοντες 1 και/ή 2 που αφορά τους λογαριασμούς: (α) αρ. λογαριασμού XXXXX0064 (β) αρ. λογαριασμού XXXXX4531 (γ) αρ. συναλλαγματικής Β/Δ 110/XXXXX6943 λήψης ημερομ. 15-2-1996 σε σχέση με τον λογαριασμό XXXXX4531 Δ. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να επιστρέψουν στον Ενάγοντα 1 και/ή 2 ποσό εκ ΛΚ 1500 (ή το ισάξιο σε ευρώ) και/ή οποιονδήποτε άλλο ποσό θεωρηθεί δίκαιο από το Σεβαστό Δικαστήριο το οποίο κατέβαλεν αχρεωστήτως σε αυτούς και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ε. Αποζημιώσεις για παράνομες και/ή καταστροφικές και/ή ενέργειες των Εναγομένων σε βάρος των Εναγόντων 1 και/ή 2 οι οποίες συνετέλεσαν στην αναστολή και/ή διακοπή των εμπορικών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας αρ.1 και/ή του Ενάγοντα αρ.2 και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και/ή λόγω απάτης και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των νομίμων και συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων μαζί και/ή του κάθε ενός ξεχωριστά. ΣΤ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις προς όφελος των Εναγόντων αρ.1 και/ή του Ενάγοντα αρ.2 εξ' αιτίας των επιζήμιων οικονομικά ενεργειών και/ή παραλείψεων των Εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων τους, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να εξοντώσουν οικονομικά τους Ενάγοντες αρ.1 και 2, να εμποδίσουν την ανάπτυξη της ελεύθερης οικονομικά δραστηριότητας τους και/ή να πλήξουν το κύρος και την υπόληψη τους και/ή να περιάγουν αυτούς σε δεινή οικονομική θέση. Ζ. Αποζημιώσεις ίσες προς απώλεια εισοδημάτων και/ή ως διαφυγόντων κερδών της Ενάγουσας αρ.1 ύψους ΛΚ140.000 ετησίως από το έτος 2002 οπότε αναστάληκε και/ή διακόπηκε η εμπορική δραστηριότητα της Ενάγουσας αρ.2 εξ' αιτίας των παρανόμων και/ή αντισυμβατικών ενεργειών των Εναγομένων. Η. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να διαγράφονται ως παράνομες χρεώσεις στον λογαριασμό αρ. XXXXX0460 τον οποίο διατηρούσε η Ενάγουσα αρ. 1 με τους Εναγομένους και/ή χρεώσεις μη συμφωνηθείσες και/ή ως υπερβαίνουσες το νόμιμο επιτόκιο και/ή τόκον από το 1993 μέχρι 1998 και στην συνέχεια μέχρι 31-12-
  10. Θ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η εξάλειψη της υποθήκης αρ. Υ XXXXX/93 ημερομ. 25-5-1993 για ποσό ΛΚ 33000 η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας από τον Ενάγοντα αρ.2 προς όφελος των Εναγομένων ως εξοφληθείσας και/ή ως προσφερθείσας προς εξόφληση και άρνησης της εναγομένης να αποδεχθεί την εξάλειψη αυτή. Ι. Γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εξ' αιτίας των παρανόμων και/ή αντισυμβατικών ενεργειών των Εναγομένων. ΙΑ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. IB. Τόκον προς 9% ετησίως επί οποιουδήποτε επιδικασθέντος ποσού ήθελε αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως ειδικές αποζημιώσεις. ΙΓ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της, όπως αυτή τελικά τροποποιούμενη καταχωρήθηκε στις 07.06.2018, πέραν από την προβολή, προδικαστικά, ένστασης σε σχέση με την δυνατότητα του ενάγοντα 2 να προωθεί την υπό συζήτηση αγωγή - καθ' ην έκταση ως προκρίνεται ο τελευταίος τελεί υπό καθεστώς πτώχευσης από τις 16.11.1995 - παραδέχεται ότι είχαν παραχωρηθεί τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους ενάγοντες. Χωρίς να αμφισβητεί το γεγονός ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκ συμφώνου αποφάσεις προς όφελος της εναγόμενης στα πλαίσια των αγωγών Αρ. XXXXX/98, XXXXX/98, XXXXX/98, XXXXX/97 και XXXXX/97, προβάλλεται παράλληλα ότι στα πλαίσια της επιτευχθείσας προς τούτο συμφωνίας μεταξύ των μερών, συμφωνήθηκε πως νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα κατέθεταν ανελλιπώς το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.500 μηνιαίως, θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων και ότι με την συμπλήρωση του ποσού των Λ.Κ.84.000 (συμπεριλαμβανομένων των τόκων), οι αγωγές θα θεωρούνταν πλήρως εξοφληθείσες. Ως η μεταξύ των μερών συμφωνία, μόνο με τη συμπλήρωση του ποσού των Λ.Κ.84.000 η εναγόμενη θα προχωρούσε στην εξάλειψη των σχετικών υποθηκών και σε διαγραφή μέρους του υπόλοιπου και οφειλόμενου δυνάμει των δικαστικών αποφάσεων ποσού, ήτοι ποσού Λ.Κ. 8.023, προς πλήρη εξόφληση των ως άνω αποφάσεων. Αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά μόνο το ποσό των Λ.Κ.62.500, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να αρνηθεί να εξαλείψει τις σχετικές υποθήκες. Σημειώνουν παράλληλα ότι το ποσό που οι ενάγοντες ζήτησαν να καταβάλουν προς πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού, ήτοι Λ.Κ.15.167, δεν ήταν αρκετό για να εξοφλήσει το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό. Αρνούμενοι ότι προέβηκαν σε οποιεσδήποτε παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις ή ότι ενήργησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε βάρος των εναγόντων, ως τους αποδίδεται από τους τελευταίους με τους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς, αποτελεί θέση τους ότι κάθε χρέωση των σχετικών λογαριασμών των εναγόντων ήταν σύννομη, καλώντας τους τελευταίους σε αυστηρή απόδειξη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους. Με την Απάντηση τους στην Υπεράσπιση της εναγόμενης, οι ενάγοντες προκρίνουν ότι ο ενάγων 2 έχει αποκατασταθεί από το καθεστώς πτώχευσης ήδη από τις 03.11.2009, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτουν ισχυρισμούς που προβάλλονται στην υπεράσπιση και οι οποίοι δεν συνάδουν με τις θέσεις τους όπως αυτές προκρίνονται στην έκθεση απαιτήσεως τους. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά των εναγόντων κάλεσε τρεις μάρτυρες. Η εναγόμενη περιορίστηκε σε ένα, ενώ υπόψη του Δικαστηρίου τέθηκαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας και σημειώθηκαν ως τεκμήρια αριθμός εγγράφων και στοιχείων. Παράλληλα με τη σύμφωνη γνώμη των πλευρών διακηρύχθηκαν από το Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 28), ενώ πλείστα όσα από τα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου περιλήφθηκαν επίσης σε κατάλογο παραδεκτών εγγράφων. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τούτο, όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.

(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα ο XXXXX Ιωαννίδης (ενάγων αρ. 2), παρουσιάζοντας σχετική επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη (Τεκμήριο 24), υπέδειξε ότι από τις 03.11.2009 έχει αποκατασταθεί από το καθεστώς πτώχευσης στο οποίο τελούσε από το
  1. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τόσο η ενάγουσα 1 όσο και ο ίδιος - διευθυντής της - όντας πελάτες της εναγόμενης τράπεζας διατηρούσαν δυνάμει διαφόρων τραπεζικών διευκολύνσεων που ετύγχαναν από την τελευταία, διάφορους λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων έξι στους οποίους ειδικότερα αναφέρθηκε. Προς εξασφάλιση δύο εξ' αυτών - οι οποίοι ως διαφάνηκε ανήκαν στην ενάγουσα 1 - ειδικότερα του τρεχούμενου με αριθμό λογαριασμού XXXXX0635 και του δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX8743, παραχωρήθηκαν από τον ίδιο αντίστοιχα οι υποθήκες Αρ. XXXXX/94 και Αρ. XXXXX/93 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Ενόψει του γεγονότος ότι οι πιο πάνω διευκολύνσεις παρουσίαζαν καθυστερήσεις ή υπερβάσεις, η εναγόμενη τράπεζα δρομολόγησε συνολικά πέντε αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ήτοι τις Αγωγές Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98, για τις οποίες, ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο πλευρών, εκδόθηκαν εκ συμφώνου ανάλογες αποφάσεις (Τεκμήρια 5-9). Στα πλαίσια ενός συνολικού πλαισίου διευθέτησης μεταξύ των δύο πλευρών, υποστήριξε, οι ενάγοντες ανέλαβαν να καταβάλλουν μηνιαίως το ποσό των Λ.Κ.1.500 και στη συνέχεια των Λ.Κ.1.750 προς ικανοποίηση του συνόλου των ως άνω αποφάσεων, ενώ στη βάση ρητών, εξυπακουόμενων και προφορικών δεσμεύσεων των διαδίκων, συμφωνήθηκε ανάμεσα σε άλλα ότι με τη συμπλήρωση κατάθεσης συνολικού ποσού Λ.Κ.12.000 η εναγόμενη τράπεζα θα φρόντιζε να εξαλειφθεί άμεσα η υποθήκη Αρ. XXXXX/94 όπως επίσης θα φρόντιζε να εξαλειφθεί η υποθήκη Αρ. XXXXX/93 με τη συμπλήρωση της κατάθεσης συνολικού ποσού Λ.Κ.33.
  2. Επανέλαβε επίσης τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι σύμφωνα με την επιτευχθείσα διευθέτηση μεταξύ των πλευρών, με την καταβολή ποσού που θα υπερέβαινε το ποσό των εξ' αποφάσεως χρεών στις Αγωγές Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97, η εναγόμενη είχε υποχρέωση και καθήκον να προχωρήσει άμεσα στην εξάλειψη των υπό αναφορά υποθηκών. Στην περίπτωση δε που οι ως άνω εξ' αποφάσεως οφειλέτες (ενάγοντες στην παρούσα) τηρούσαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν, η εναγόμενη θα τους απάλλασσε από την πληρωμή ποσού ύψους Λ.Κ.10.000 διαγράφοντας το από τις υποχρεώσεις τους έναντι της. Με την παράδοση 41 μεταχρονολογημένων επιταγών από την πλευρά των εναγόντων στην εναγόμενη τράπεζα, αξίας Λ.Κ.1.750 έκαστη, αποτελεί θέση του μάρτυρα ότι η τελευταία ουσιαστικά αποδέχτηκε την πλήρη εξόφληση των πιο πάνω αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων τόκων και δικηγορικών εξόδων. Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες μέχρι τις 05.03.2002, είχαν εξοφλήσει το δάνειο για το οποίο παρασχέθηκε η υποθήκη Αρ. XXXXX/94, η εναγόμενη τράπεζα, παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές παραστάσεις τους, παρέλειψε να προβεί σε εξάλειψη της σχετικής υποθήκης. Κατά τον ίδιον τρόπο συμπεριφέρθηκε και σε σχέση με την υποθήκη Αρ. XXXXX/93, αφού παρά την εξόφληση του ποσού για το οποίο αυτή παρεσχέθη και πάλι αρνήθηκε να προβεί σε εξάλειψη της. Ούτε η υπερκάλυψη του ποσού που οφειλόταν με βάση τις δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97 με την καταβολή εκ μέρους των εναγόντων του συνολικού ποσού των Λ.Κ.62.500 οδήγησε στην εξάλειψη των ως άνω υποθηκών. Εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσε θέση του μάρτυρα πως η εναγόμενη τράπεζα όχι μόνο χρησιμοποιούσε χρήματα που οι ενάγοντες κατέβαλλαν για την εξόφληση των επίδικων λογαριασμών και συνακόλουθα την εξάλειψη των επίδικων Υποθηκών προς εξόφληση άλλων λογαριασμών, αλλά και ως διεφάνη, εισέπραξε περισσότερα ποσά από τα οφειλόμενα δυνάμει των αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/
  3. Συμπλήρωσε περαιτέρω ότι η εναγόμενη τράπεζα παρέλειψε επίσης να ανταποκριθεί σε επιστολή των τότε δικηγόρων των εναγόντων, οι οποίοι πρότειναν στην εναγόμενη την καταβολή συγκεκριμένου ποσού προς πλήρη εξόφληση του υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού δυνάμει των ως άνω αποφάσεων, με ταυτόχρονη εξάλειψη των Υποθηκών. Μέχρι σήμερα, υποστήριξε παραπέμποντας σε έκθεση εμπειρογνώμονα (Τεκμήριο 21), η εναγόμενη εξακολουθεί να διατηρεί τις υπό αναφορά υποθήκες ενώ προβαίνει σε αντισυμβατικές, παράνομες και αδικαιολόγητες χρεώσεις και ανατοκισμούς, με αποτέλεσμα να αξιώνονται υπερδιπλάσια ποσά από αυτά των σχετικών δικαστικών αποφάσεων και των προβλεπόμενων σε αυτές τόκων. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων περί παραβίασης των υποχρεώσεων της εναγόμενης ως τραπεζικού ιδρύματος και κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ της τράπεζας και των εναγόντων, με αποτέλεσμα να επέλθουν καταστροφικές συνέπειες για τους τελευταίους, αφού αποστερήθηκαν του δικαιώματος τους για αξιοποίηση και εκμετάλλευση των ενυπόθηκων ακινήτων, με αποτέλεσμα την οικονομική εξόντωσή τους, την παρεμπόδιση της ανάπτυξης των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και την αναστολή περί το 2002 των εργασιών της ενάγουσας 1, επανέλαβε ουσιαστικά τις αξιώσεις των εναγόντων ως αυτές προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησής τους. Ο XXXXX Παπαευτυχίου, αποτέλεσε τον δεύτερο μάρτυρα για την πλευρά των εναγόντων. Δηλώνοντας κάτοχος πτυχίου του Ινστιτούτου Τραπεζιτών Λονδίνου και εργαζόμενος κατά το παρελθόν, επί 19 χρόνια, σε δύο τράπεζες με εμπειρία στον τομέα των δανειοδοτήσεων, όντας σήμερα διευθυντής της εταιρείας A.Ε.Ζ. Trust and upper qualities services Ltd, που ως εξήγησε εξειδικεύεται στον τομέα της διαχείρισης δανείων, υπέδειξε ότι μελετώντας το ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ της εναγόμενης και των εναγόντων που ανάγεται από το 1992, ετοίμασε προς τούτο σχετική Έκθεση (Τεκμήριο 21). Παραπέμποντας στο περιεχόμενο της ως άνω Έκθεσης του και αναφερόμενος στους λογαριασμούς των εναγόντων που ανοίχθηκαν δυνάμει διαφόρων τραπεζικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη τράπεζα, εστίασε στο γεγονός ότι σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, το συνολικό ποσό επιβαρύνσεων (τόκοι και άλλα έξοδα) μέχρι τις 29.02.2016, ημερομηνία μέχρι την οποία ήταν διαθέσιμοι στον ίδιο οι ως άνω λογαριασμοί, ήταν €78.323,88 το οποίο φαίνεται να υπερβαίνει το αρχικό κεφάλαιο των δανείων, πραγματικότητα που κατά τον μάρτυρα έρχεται σε αντίθεση με την πρακτική των τραπεζών να μην χρεώνουν τόκους πέραν του αρχικού ποσού, ειδικότερα για δάνεια τα οποία συνάφθηκαν πριν το
  4. Αναφερόμενος ειδικότερα στις επίδικες Υποθήκες, υπέδειξε πως καθ' ην έκταση δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες που να συνδέονται με τις συγκεκριμένες υποθήκες, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ποια ποσά δανειοδοτήσεων των εναγόντων αυτές εξασφαλίζουν. Σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσε θέση του πως καθ' ην έκταση οι ως άνω Υποθήκες δεν φαίνεται να συνδέονται με τα υφιστάμενα υπόλοιπα ούτε και με προγενέστερα, θα πρέπει να θεωρηθούν ως μη γενόμενες. Αντεξεταζόμενος, κληθείς να σχολιάσει αναφορές στην Έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 21), αφού χαρακτήρισε διάφορα λάθη και ανακολουθίες που συμφώνησε ότι εντοπίζονται σε αυτήν, συντακτικά λάθη, δεν αμφισβήτησε την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, στη βάση πάντα των σχετικών με αυτές λογαριασμών που τέθηκαν υπόψη του, οι τελευταίοι δεν φαίνεται να επιβαρύνονταν με τόκο πέραν από τον προβλεπόμενο στις σχετικές αποφάσεις, ούτε εντόπισε οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση των τόκων. Ωστόσο δεν παρέλειψε να υπόδειξη ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με βεβαιότητα προς τούτο, εξηγώντας ότι θα έπρεπε να γίνουν συγκεκριμένες ασκήσεις και αναλύσεις, σε ημερήσια βάση, με τη χρήση λογαριασμού τοκαρίθμων, εργασία στην οποία ο ίδιος εν πάση περιπτώσει δεν προέβη. Μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων, υπέδειξε, δανειακοί λογαριασμοί έχουν εξοφληθεί, ενώ υποστήριξε ότι κάποιοι από αυτούς είχαν χρεωθεί με κόστη και επιβαρύνσεις πέραν του νόμιμου. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε ο Χρίστος Καραμάνος. Όντας λογιστής, δήλωσε ότι συμμετείχε στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της ενάγουσας 1 για τα έτη 1998 μέχρι και 2002, από λογιστικό γραφείο στο οποίο εργοδοτείτο, οι οποίες κατατέθηκαν στο Τμήμα Φορολογίας και στον Έφορο Εταιρειών, τις οποίες και παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 29). Στην προσπάθειά του και στο βαθμό που του ζητήθηκε να εξηγήσει τους ως άνω λογαριασμούς, σημείωσε ότι για κάποια από τα πιο πάνω έτη, ήτοι από το 1997 μέχρι το 1999, οι λογιστές της ενάγουσας 1 δεν είχαν τα ακριβή υπόλοιπα των λογαριασμών της τελευταίας, με αποτέλεσμα να προβούν οι ίδιοι σε υπολογισμό τους. Εξήγησε ότι στο σύνολο των ως άνω λογαριασμών, στο σημείο όπου καταγράφονται οι τόκοι και τα δικαιώματα τραπεζών, στα σχετικά ποσά περιλαμβάνονται τα ποσά που αφορούν όλες τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν η ενάγουσα
  5. Ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιά από αυτά αφορούσαν κάθε τράπεζα ξεχωριστά και ειδικότερα την εναγόμενη τράπεζα. Γενικότερα, ως διευκρίνισε, δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ανάλυση για να ξεχωρίσει ποιες από τις αναφορές στους ως άνω λογαριασμούς αφορούσαν συγκεκριμένα την Τράπεζα Κύπρου. Ομοίως, στην προσπάθειά του να εξηγήσει στο Δικαστήριο την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά τα έτη 1998 - 2002, υπέδειξε ότι δεν προέβη σε ειδικότερη ανάλυση των λογαριασμών της τελευταίας. Αποτέλεσε ωστόσο θέση του πως παρά το γεγονός ότι οι ως άνω λογαριασμοί παρουσιάζουν ζημιές για την ενάγουσα 1 εταιρεία, αν αφαιρεθούν οι αποσβέσεις, οι οποίες ως εισηγήθηκε δεν αποτελούν πραγματικό έξοδο όπως και οι τόκοι, τότε προκύπτουν κέρδη. Εν πάση περιπτώσει, δεν διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι στην περίπτωση της ενάγουσας εταιρείας οι τόκοι δεν φαίνεται να ήταν το πρόβλημα το οποίο της προκάλεσε ζημιά οδηγώντας στο τέλος στο κλείσιμό της. Ο XXXXX Βανέζης, υπάλληλος της εναγόμενης τράπεζας, αποτέλεσε τον μοναδικό μάρτυρα που κλήθηκε από την πλευρά της τελευταίας. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) αναφέρθηκε στην εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην εκ συμφώνου έκδοση αποφάσεων προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας στις αγωγές Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98, που η εναγόμενη τράπεζα στην παρούσα διαδικασία είχε καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε συνάρτηση με διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις που η τελευταία είχε παραχωρήσει στους ενάγοντες. Έναντι των ως άνω διευκολύνσεων, υπέδειξε, μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων δόθηκαν ως εξασφάλιση από τον εναγόμενο 2 και οι υποθήκες XXXXX/1993 και XXXXX/1994 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (Τεκμήρια 3 και 2, αντίστοιχα). Στα πλαίσια της εξώδικης διευθέτησης που επήλθε μεταξύ των μερών, η οποία οδήγησε στην εκ συμφώνου έκδοση των ως άνω αποφάσεων, οι ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία ανέλαβαν να καταβάλουν 46 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.1.750 με την τελευταία δόση να ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.1.917 κατά τρόπο ώστε να συμπληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.80.
  6. Με τη συμπλήρωση δε του ως άνω ποσού, η τράπεζα θα προέβαινε σε διαγραφή υπόλοιπου ποσού εκ Λ.Κ.7.000 ως επίσης στη διαγραφή των ως άνω υποθηκών. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, οι ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία ζήτησαν όπως μειωθεί η μηνιαία δόση από Λ.Κ.1.750 σε Λ.Κ.1.500, αίτημα το οποίο η τράπεζα απεδέχθη, με αποτέλεσμα οι δόσεις να αυξηθούν από 46 σε 56, ενώ το συνολικό ποσό που όφειλαν να καταβάλουν εκ των πραγμάτων αυξήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.84.
  7. Τελικά οι ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία, κατέβαλαν με δόσεις κατά τον τρόπο που εξήγησε, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.60.500, ως ειδικότερα εμφαίνεται τούτο σε σχετικό πίνακα που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 16), μέσω επιταγών εκ Λ.Κ. 1750 έκαστη. Ως διευκρίνισε, τιμήθηκαν συνολικά 32 επιταγές από αυτές που παραδόθηκαν, ενώ παράλληλα, έναντι του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού πιστώθηκε και το ποσό των Λ.Κ.2.000 που οι ενάγοντες είχαν καταβάλει, κατά τρόπο που το συνολικό ποσό που κατεβλήθη έναντι του συμφωνηθέντος ποσού προς εξόφληση των ως άνω εξ΄ αποφάσεως χρεών, να ανέρχεται σε Λ.Κ.62.
  8. Με δεδομένο, ως εξήγησε, ότι το ως άνω συνολικό ποσό που οι ενάγοντες κατέβαλαν, είναι κατά πολύ μικρότερο από το αρχικό ποσό των Λ.Κ.80.667 και στη συνέχεια - ενόψει της μείωσης του ύψους των μηνιαίων δόσεων που συμφώνησαν να καταβάλουν - το ποσό των Λ.Κ.84.000, οι ως άνω υποθήκες ορθά και νόμιμα συνεχίζουν να είναι σε ισχύ, εξασφαλίζοντας τα υπόλοιπα και οφειλόμενα ποσά που εξακολουθούν να εκκρεμούν δυνάμει των ως άνω Δικαστικών αποφάσεων. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι έγιναν παράνομες χρεώσεις και επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς που αφορούν τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις. Προς τούτο έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στις αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμού, υποδεικνύοντας ότι οι τόκοι έχουν χρεωθεί σύμφωνα με τις εκ συμφώνου εκδοθείσες Δικαστικές αποφάσεις. Παρά το γεγονός, εξήγησε, ότι στους ως άνω λογαριασμούς καταγράφονται αναφορές για «επιβαρύνσεις», οι εν λόγω επιβαρύνσεις αποτελούν ουσιαστικά έξοδα των διαδικασιών και τόκους που δικαιωματικά θα έπρεπε να συνυπολογισθούν στη βάση των Δικαστικών αποφάσεων. Απέρριψε επίσης, κατηγορηματικά, την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι οι επίδικες υποθήκες εξασφάλιζαν μόνο τις διευκολύνσεις και τους λογαριασμούς που αφορούσαν οι αγωγής Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/
  9. Κληθείς επί τούτου να σχολιάσει το γεγονός ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή επιφύλαξη σε σχέση με τις ως άνω υποθήκες στις υπόλοιπες τρείς αγωγές, (XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98) σημείωσε ότι πιθανόν να μην θεωρήθηκε σκόπιμο τούτο καθ' ότι ο εναγόμενος 2 τελούσε ήδη σε πτώχευση, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι η εναγόμενη τράπεζα είχε ήδη δρομολογήσει αίτηση για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων απευθείας στο κτηματολόγιο. Συμφώνησε επίσης ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, σε κάποιο στάδιο έγινε πρόταση από την πλευρά των ως άνω εξ' αποφάσεων οφειλετών για καταβολή συγκεκριμένου ποσού σε πλήρη εξόφληση, πλην όμως, υπέδειξε, το προσφερόμενο ποσό δεν ήταν ικανοποιητικό για να βρεθεί τελική λύση. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη ή και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Η αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα XXXXX Ιωαννίδη δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Με λόγο συγκεχυμένο, αναφερόμενος γενικότερα στη δύσκολη προφανώς συνεργασία των εναγόντων με την εναγόμενη τράπεζα, πολλές φορές πλατειάζοντας κατά τρόπο που καθιστούσε δυσκολότερη τη παρακολούθησή του, προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή του για την εξέλιξη των πραγμάτων. Επικαλούμενος ουσιαστικά υποδείξεις, αναφορές και υπολογισμούς τρίτων προσώπων, επέμενε στη θέση ότι οι ενάγοντες είχαν καταβάλει μεγαλύτερα ποσά από ότι είχαν συμφωνήσει, κατά τρόπο που οι ως άνω εκδοθείσες Δικαστικές αποφάσεις θα πρέπει να θεωρούνται πλήρως εξοφληθείσες. Τούτο, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος, ουσιαστικά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει και να καταδείξει με ακρίβεια πότε και ποια ήταν τα ποσά που οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγόμενη τράπεζα προς εξόφληση των ως άνω υποχρεώσεών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτου, ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν ήταν καν σε θέση να γνωρίζουν ποιες από τις πολλές επιταγές - 41 ως προβλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων - που παρέδωσαν στην εναγόμενη τράπεζα (στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας για εξόφληση των εξ' αποφάσεως χρεών τους) δεν τιμήθηκαν. Πέραν του γεγονότος ότι η ως άνω θέση από μόνη της δεν πείθει, κλονίζει γενικότερα την αξιοπιστία του μάρτυρος, αναδεικνύοντας την επιπολαιότητα με την οποία προσέγγιζε το ζήτημα. Ομοίως, η θέση του πως στα πλαίσια της επιτευχθείσας συμφωνίας μεταξύ των μερών για την συνολική εξόφληση όλων των εξ' αποφάσεως χρεών θα έπρεπε ούτος ή άλλως να διαγραφούν οι επιδικίες υποθήκες άμα τι καταβολή και εξόφληση των ποσών που αφορούσαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97, δεν φαίνεται επίσης να επιβεβαιώνεται ή έστω να ενισχύεται από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα. Αντίθετα ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και ενισχύεται από την σχετική με το ζήτημα επιστολογραφία που προηγήθηκε (Τεκμήριο 11), η οποία οδήγησε στην έκδοση, εκ συμφώνου, όλων των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, προϋπόθεση για την πλήρη εξόφληση όλων των σχετικών Δικαστικών αποφάσεων, ήταν η καταβολή με ανάλογες μηνιαίες δόσεις του συνολικού τελικά ποσού των Λ.Κ.84.000, εξέλιξη που θα οδηγούσε αφενός στη διαγραφή από μέρους της εναγόμενης τράπεζας μέρους του συνολικού εξ' αποφάσεως χρέος των εναγόντων και αφετέρου στη διαγραφή των επίδικων Υποθηκών. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο, διερχόμενο μέσα από τους μηχανισμούς της αξιολογικής διάλυσης, δύναται να πείσει ότι μέρος της επιτευχθείσας ρύθμισης μεταξύ των μερών για την συνολική ικανοποίηση των εξ' αποφάσεως χρεών, ήταν η δυνατότητα διαγραφής των επιδικιών υποθηκών σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, πριν δηλαδή την καταβολή του συνολικά συμφωνηθέντος ποσού από μέρους των εξ' αποφάσεως οφειλετών. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η γενικότερη θέση που προβλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων σε σχέση με το αν και κατά πόσο οι ως άνω Υποθήκες κάλυπταν και τις υποχρεώσεις - διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες από την εναγόμενη τράπεζα, για τις οποίες εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις στο πλαίσιο των αγωγών Αρ. XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ζήτημα που απασχολεί σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία των μαρτύρων Ε. Παπαευτυχίου και Χρ. Καραμάνου, οι τελευταίοι αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο ως ειδικοί μάρτυρες, στην έκταση και το βαθμό που κατέθεσαν για τα εξειδικευμένα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκαν. Τόσο τα αδιαμφισβήτητα ακαδημαϊκά τους προσόντα όσο και η μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία τους, επιτρέπουν αισθάνομαι την ως άνω θεώρησή τους. Το πιο πάνω, χωρίς να σημαίνει ότι η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή ότι αντιμετωπίστηκαν κατά τρόπο διαφορετικό από τους υπόλοιπους μάρτυρες (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες αρχές (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβ. Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298). Πέραν από το ότι η συμπεριφορά τους στο εδώλιο παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης τους, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησής τους (βλ. Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλάζη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 27-35, πλανάται ακόμα και σήμερα η υποψία ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων μαρτύρων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο παρά μόνο είναι δυνατόν να το βοηθήσει, με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 446). Περιορισμένη ήταν η συμβολή του μάρτυρος XXXXX Παπαευτυχίου στην προσπάθεια του Δικαστηρίου, αφενός να αποκρυσταλλώσει την εκδοχή των εναγόντων στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να προσφέρει τη μαρτυρία του και αφετέρου για τα ουσιαστικά αμφισβητούμενα ζητήματα στην υπό συζήτηση υπόθεση. Εξηγούμαι. Στην προσπάθειά του να επεξηγήσει την έκθεσή του (Τεκμήριο 21), πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος κατ' επανάληψη αναγνώρισε ότι διάφορες αναφορές σε αυτήν ήταν λανθασμένες, ευθαρσώς παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση τελικά να επιβεβαιώσει αν πράγματι σε σχετικές καταστάσεις λογαριασμών υπήρχαν παράνομες χρεώσεις, αφού δεν προέβη σε ειδική προς τούτο ανάλυση, κάνοντας χρήση αναγκαίου λογαριασμού τοκαρίθμων. Διάφορες δε χρεώσεις, «επιβαρύνσεις», στις οποίες αναφέρθηκε, διερωτήθηκε ουσιαστικά τι αφορούσαν, με τον ίδιο και πάλι να μην μπορεί με βεβαιότητα να τοποθετηθεί, υποδεικνύοντας εν πάση περιπτώσει ότι η χρέωση των λογαριασμών με τα συγκεκριμένα ποσά δεν φαίνεται να δικαιολογείτο. Παρεμβάλλεται ότι με σχετική μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στην εξέλιξη της διαδικασίας, από την πλευρά της εναγομένης, η οποία για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγηθούν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση τόσο για το τι τελικά αφορούσαν οι συγκεκριμένες «επιβαρύνσεις» για τις οποίες ο μάρτυρας Παπαευτυχίου διερωτάτο τι αντιπροσώπευαν, χαρακτηρίζοντας τις τελικά ως παράνομες χρεώσεις, όσο και για την συμπερίληψή τους σε σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Η υπόδειξη του εξ' άλλου, σύμφωνα πάντα με τους δικούς του υπολογισμούς, ότι η χρέωση ποσού τόκων και επιβαρύνσεων κατά τρόπο που να υπερβαίνει το συνολικό εξ' αποφάσεως χρέος, αποτελεί πρακτική αντίθετη με αυτή που ακολουθούν οι τράπεζες, με δεδομένο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πιο πάνω χρεώσεις γίνονταν κατ' εφαρμογή των Δικαστικών αποφάσεων που είχαν στο μεταξύ μεσολαβήσει, δεν επιτρέπει ούτος ή άλλως την προώθηση της ως άνω θέσης. Άλλωστε, δεδομένη είναι η θέση του μάρτυρα ότι δεν εντόπισε τόκους ή ανατοκισμούς, πέραν από τα προβλεπόμενα στις σχετικές Δικαστικές αποφάσεις. Ομοίως, η προσπάθειά του να ερμηνεύσει ποιες διευκολύνσεις τελικά κάλυπταν οι επίδικες Υποθήκες, χωρίς να έχει όπως παραδέχτηκε σχετικά προς τούτο έγραφα και στοιχεία, αποδεικνύεται εξ' αρχής ατελέσφορη. Παρεμβάλλεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση είχαν προηγηθεί σχετικές διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών οι οποίες οδήγησαν όχι μόνο στην έκδοση των εκ συμφώνου Δικαστικών αποφάσεων αλλά και στην ειδικότερη ρύθμιση για την συνολική εξόφλησή τους, κατά τρόπο που θα οδηγούσε και στη διαγραφή των επίδικων υποθηκών. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα, κλονίζουν στο τέλος της ημέρας την ποιότητα της μαρτυρίας του, μη επιτρέποντας στο Δικαστήριο να στηριχτεί στις τοποθετήσεις και αναφορές του για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων για τα ουσιαστικότερα τουλάχιστον ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Ούτε ο μάρτυρας Καραμάνος ήταν τελικά σε θέση να βοηθήσει το Δικαστήριο για τα ουσιαστικά και επίδικα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της υπό συζήτηση υπόθεσης. Πέραν από το γεγονός ότι δεν διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι δηλαδή στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ήταν οι τόκοι που προκάλεσαν ζημιά στην ενάγουσα 1 εταιρεία που στο τέλος οδήγησε στο κλείσιμό της, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι παραπέμποντας στις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας 1 εταιρείας, στην ετοιμασία των οποίων ο ίδιος ως εξήγησε συνέδραμε, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιοι τόκοι και δικαιώματα τραπεζών για τα οποία γινόταν αναφορά στους εν λόγο λογαριασμούς, αφορούσαν ειδικότερα την εναγόμενη τράπεζα, υποδεικνύοντας ότι η αναφορά σε αυτά αφορούσε το σύνολο των τραπεζών με τις οποίες η ενάγουσα 1 εταιρεία συνεργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντίθετα με τις ως άνω επισημάνσεις, καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα Βανέζη. Ο εν λόγω μάρτυρας, με λόγο σταθερό και πειστικό αναφέρθηκε στην εξέλιξη των γεγονότων πείθοντας το Δικαστήριο για την ειλικρίνειά του. Με παραπομπή σε συγκεκριμένα τεκμήρια και στοιχεία αναφέρθηκε και εξήγησε με λεπτομέρεια στις χρεώσεις οι οποίες στην εξέλιξη των πραγμάτων έγιναν στους σχετικούς λογαριασμούς μετά την κατάληξη σε συνολική ρύθμιση μεταξύ των μερών και την έκδοση των ως άνω εκ συμφώνου αποφάσεων προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας. Οι γενικότερες τοποθετήσεις του άλλωστε για την εξέλιξη ουσιαστικών ζητημάτων που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας φαίνεται να επιβεβαιώνονται και να ενισχύονται από τεκμήρια και στοιχεία που εκ συμφώνου τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Έχει εξάλλου τη δική του σημασία, το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας η θέση του συγκεκριμένου μάρτυρα όσον αφορά τα ποσά που κατεβλήθησαν προς ικανοποίηση του συνόλου των σχετικών Δικαστικών αποφάσεων που εξεδόθησαν στις 18.12.1998, δεν αμφισβητήθηκε κατά τρόπο πειστικό. Ζήτημα που ειδικότερα απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, αποτελεί η διάσταση των θέσεων μεταξύ των μερών κατά πόσο οι επίδικες υποθήκες XXXXX/1994 και XXXXX/1993 καλύπτουν, ως εξασφάλιση, το σύνολο των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 εταιρείας όπως αυτές προβάλλονταν στις αγωγές Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αποκρυσταλλώθηκαν με την έκδοση των σχετικών Δικαστικών αποφάσεων και εναντίον της στις 18.12.1998, στα πλαίσια των ως άνω αγωγών Ως έχει ήδη σημειωθεί, αποτελεί θέση των εναγόντων ότι οι συγκεκριμένες υποθήκες θα έπρεπε ταυτόχρονα με την εξόφληση των αγωγών Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97 να εξαλειφθούν, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελούσαν συνεχείς εγγυήσεις καλύπτοντας και άλλες υποχρεώσεις της ενάγουσας εταιρείας 1. Η καταβολή ποσού που υπερκαλύπτει τα ποσά των ως άνω αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97, θα έπρεπε αναπόδραστα να οδηγήσει στην εξάλειψη των ως άνω υποθηκών. Αντίθετα με τα πιο πάνω σθεναρή θέση της εναγόμενης τράπεζας είναι ότι οι ως άνω υποθήκες αποτελούν συνεχείς εξασφαλίσεις καλύπτοντας και μεταγενέστερες τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα 1 εταιρεία. Όπως υπεδείχθη μεταξύ άλλων στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση** (Hefffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599). » Καθήκον του Δικαστηρίου ερμηνεύοντας μια συμφωνία, ως υποδεικνύει η νομολογία, είναι να εντοπίσει την πρόθεση των συμβληθέντων και να ερμηνεύσει τα αναγραφόμενα στη συμφωνία κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί την πρόθεση των μερών, ερμηνεία η οποία θα πρέπει να γίνεται συνολικά και με συμμετρικότητα ώστε να μην δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγησή τους (βλ. Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362, Archbold Investment Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, εντοπίζεται ότι και στις δύο επίδικες υποθήκες, ειδικότερα στα έγγραφα υποθήκης που συνοδεύουν τις σχετικές δηλώσεις υποθήκης Αρ. XXXXX/94 και XXXXX/93, ρητά καταγράφεται ότι οι περί ου ο λόγος υποθήκες θα αφορούν και θα εξασφαλίζουν κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα - ήτοι της εταιρείας Panima Ltd - παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση είτε αυτή έγινε ή πιθανό να γίνει απαιτητή κλπ. Ειδικότερα, στους πανομοιότυπους όρους αρ. 2 και 3 των ως άνω εγγράφων (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα) προβλέπεται ότι: «
  1. Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετον και περαιτέρω εξασφάλισιν και εγγύησιν πάσης υποχρεώσεως του πρωτοφειλέτου προς την Τράπεζαν είτε αύτη είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεσος ή έμμεσος, είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστή απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυος μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων και/ή εμού.
  2. Η παρούσα υποθήκη είναι εξασφάλισις επιπρόσθετος προς οιασδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τας οποίας η Τράπεζα έχει σήμερον ή δυνατόν να έχη εις το μέλλον παρ' εμού ή οιουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων εν σχέσει με τας υποχρεώσεις τας οποίας αύτη εξασφαλίζει η δε Τράπεζα δύναται να συναλλάττηται, ανταλλάσση, ακυροί, τροποποιή ή απέχη από του να τελειοποιή ή να θέτη εις εφαρμογήν οιασδήποτε άλλας εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις άνευ επηρεασμού οιουδήποτε δικαιώματος της βάσει της παρούσης.» Παρά τις ως άνω ρητές πρόνοιες των σχετικών εγγράφων υποθήκης, η πλευρά των εναγόντων, προκρίνει ότι το γεγονός ότι η εναγόμενη τράπεζα επιφύλαξε τα δικαιώματά της σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποθήκες, κάνοντας αναφορά σε αυτές μόνον στις υποθέσεις Αρ. XXXXX/97 και XXXXX/97, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτές στις υπόλοιπες αγωγές, αποτελεί στοιχείο που καταδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες υποθήκες εξασφαλίζουν μόνον τις υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 εταιρείας που αφορούσαν οι δύο πιο πάνω αγωγές. Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το γεγονός και μόνο ότι δεν μνημονεύεται η ύπαρξη των επίδικων υποθηκών στις αγωγές Αρ. XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ούτε η εναγόμενη τράπεζα επιφύλαξε στα πλαίσια των εν λόγω διαδικασιών τα δικαιώματά της σε σχέση με αυτές σε βάρος του πτωχεύσαντα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενάγοντα 2, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση των πραγμάτων, ούτε τις ρητές αναφορές επί του ζητήματος στα σχετικά έγγραφα των υποθηκών. Άλλωστε δεν παραβλέπεται ότι εν πάση περιπτώσει η εναγόμενη τράπεζα είχε ήδη δρομολογήσει διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, μέσω του Κτηματολογίου. Είναι εξάλλου σημαντικό να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, η συνολική διευθέτηση μεταξύ των μερών η οποία οδήγησε στην εκ συμφώνου έκδοση δικαστικών αποφάσεων στις 18.12.1998 στο πλαίσιο των αγωγών Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, προέβλεπε την καταβολή συγκεκριμένου συνολικού ποσού, με μηνιαίες δόσεις, εξέλιξη που τελικά θα οδηγούσε κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε και έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, στην εξόφληση συνολικά των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και συνακόλουθα στη διαγραφή των επίδικων υποθηκών. Είναι φανερό ότι στις προθέσεις των μερών καθ΄ ον χρόνο κατέληγαν στην ως άνω ρύθμιση, ήταν ότι οι επίδικες υποθήκες θα εξακολουθούσαν να ισχύουν, εξασφαλίζοντας συνολικά τις υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 εταιρείας που απέρρεαν από τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, μέχρι την καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών και την εξόφληση του συνόλου των Δικαστικών αποφάσεων μέσω και της διαγραφής από την τράπεζα του εναπομείναντος ως υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η εισήγηση της πλευράς των εναγόντων ότι οι επίδικες υποθήκες δεν εξασφάλιζαν πιστωτικές διευκολύνσεις πέραν αυτών που αφορούσαν οι αγωγές Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αντίθετα, ως αναδύεται τόσο από τα σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 2 και 3) όσο και από τις πραγματικές προθέσεις των μερών, οι επίδικες υποθήκες εξασφάλιζαν και τις τραπεζικές διευκολύνσεις που αφορούσαν οι αγωγές XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν επίσης εκ συμφώνου αποφάσεις ως μέρος ευρύτερης διευθέτησης μεταξύ των μερών. Στη βάση της πιο πάνω γενικότερης τοποθέτησης και αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, σε συνδυασμό θεωρούμενης με γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών στην υπό συζήτηση περίπτωση και υπό το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ως αυτά έγιναν αποδεκτά, πέραν από όσα πιο πάνω έχουν ήδη διακηρυχθεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι ο εναγόμενος 2 με την εγγραφή των υποθηκών XXXXX/94 και XXXXX/93 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, οι οποίες αφορούσαν ακίνητά του, εξασφάλισε υφιστάμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της ενάγουσας 1 εταιρείας. Στην εξέλιξη του χρόνου και της συνεργασίας μεταξύ της εναγόμενης τράπεζας και των εναγόντων στην παρούσα αγωγή, οι τελευταίοι αντιμετώπισαν διάφορα προβλήματα στην εξυπηρέτηση διαφόρων τραπεζικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν από την συγκεκριμένη τράπεζα, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταχωρήσει αριθμό αγωγών, ειδικότερα τις αγωγές Αρ. XXXXX/97, XXXXX/97, XXXXX/98, XXXXX/98 και XXXXX/98, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στα πλαίσια συνολικής διευθέτησης που επήλθε μεταξύ των μερών, στις 18.12.1998 εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις στις ως άνω υποθέσεις προς όφελος της εναγόμενης στην παρούσα τράπεζας, ενώ συμφωνήθηκε ότι με την καταβολή μηνιαίως, του συνολικού ποσού των Λ.Κ.1.500 μέχρι τη συμπλήρωση του συνολικού ποσού των Λ.Κ.84.000, οι ως άνω αποφάσεις θα θεωρούντο εξοφληθείσες, αφού η τράπεζα στο πλαίσιο της συνολικής διευθέτησης ανέλαβε την υποχρέωση όπως με την καταβολή του ως άνω συνολικού ποσού, προχωρήσει ταυτόχρονα στην διαγραφή οποιουδήποτε υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού δυνάμει των ως άνω αποφάσεων. Παρεμβάλλεται ότι την ως άνω διαφοροποίηση την οποία ζήτησαν και πέτυχαν οι εξ' αποφάσεως οφειλέτες όσον αφορά το ύψος της συνολικής μηνιαίας δόσης προς εξόφληση των εξ' αποφάσεως χρεών τους, οι ίδιοι δεν την ακολούθησαν καταβάλλοντας τελικά μηνιαίες δόσεις ύψους Λ.Κ.1.750 έκαστη ως η αρχική διευθέτηση μεταξύ των μερών. Κατ' εφαρμογή της ως άνω επιτευχθείσας μεταξύ των μερών συμφωνίας, η πλευρά των εξ' αποφάσεως οφειλετών παρέδωσε πράγματι στην εναγόμενη τράπεζα αριθμό μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών, εκ Λ.Κ.1.750 έκαστη, πλην όμως αριθμός από αυτές δεν τιμήθηκε. Αποτέλεσμα τούτου, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε προς ικανοποίηση του συμφωνηθέντος ποσού προς πλήρη εξόφληση των εξ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων, ανήλθε τελικά στις Λ.Κ.62.
  3. Παράκληση της ενάγουσας 1 εταιρείας, μέσω επιστολής ημερ. 18.03.2003 των τότε δικηγόρων της (Τεκμήριο 17), για καταβολή συνολικού ποσού Λ.Κ. 15.000,00 σε πλήρη εξόφληση των χρεών της με την ταυτόχρονη εξάλειψη των επίδικων υποθηκών, απορρίφθηκε από την εναγόμενη τράπεζα, με δεδομένο ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, ήταν μεγαλύτερο. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό συζήτηση περίπτωση, η εναγόμενη τράπεζα δεν φαίνεται να ενέργησε κατά τρόπο δόλιο, ή αντίθετο προς τις νόμιμες ή συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες. Δεν χρειάζεται αισθάνομαι να λεχθούν πολλά. Με δεδομένη την μη απόσειση από τους ώμους των εναγόντων του βάρους απόδειξης της εξόφλησης του συνόλου του συμφωνηθέντος ποσού προς ικανοποίηση των εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων, η επιδίωξη από την πλευρά τους της εξάλειψης των επίδικων υποθηκών, οι οποίες ως έχει ήδη γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, καλύπτουν και τις τραπεζικές διευκολύνσεις για τις οποίες εκδόθηκαν οι ως άνω Δικαστικές αποφάσεις, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Ομοίως, η μη παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας, ικανών, μετά την υποβολή τους στην αναγκαία αξιολογική διύλιση, να πείσουν ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση μετά την έκδοση των ως άνω εκ συμφώνου δικαστικών αποφάσεων προστέθηκαν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, παράνομο και καταχρηστικό οποιεσδήποτε χρεώσεις, τόκοι και επιβαρύνσεις, αποτελεί πραγματικότητα που δεν επιτρέπει την έκδοση απόφασης για επιστροφή σε αυτούς οποιουδήποτε ποσού ως αδικαιολόγητα καταβληθέντος. Κατ' ουσία η μη υιοθέτηση από το Δικαστήριο, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, των ως άνω βασικών δικογραφημένων θέσεων της πλευράς των εναγόντων, εκ των πραγμάτων εξοβελίζει το βάθρο επί του οποίου εδράζεται κάθε απαίτηση τους στην παρούσα αγωγή, αφήνοντας τις έκθετες σε απόρριψη. Τούτο, βέβαια, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αριθμός από τις αιτούμενες αξιώσεις παρέμειναν ισχυρισμοί σε επίπεδο δικογράφησης, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου η μαρτυρίας προς προώθησή τους. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ.795 και 796), επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης και σε βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.