Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωαννίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7671/2009, 11/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7671/2009 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- XXXXX Ιωαννίδη
- XXXXX Λουκά Χ" Ιωάννου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 01.08.2019 Ημερομηνία: 11.02.2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2 -Αιτητή: κ. Αλ. Γαβριηλίδης για Σκορδή, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28.06.2019, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 2 για το ποσό των $20.000.000 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισόποσο σε Ευρώ, τοκοφόρο με 6,54% από 22.01.2009 μέχρι 21.07.2009, 5,96% από 22.07.2009 μέχρι 11.08.2009 και 5% από 12.08.2009 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Επιδίκασε επίσης προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος του εναγόμενου 2 τα έξοδα της διαδικασίας. Ταυτόχρονα, Ανταπαίτηση του εναγομένου 2 απορρίφθηκε, χωρίς έξοδα. Παρεμβάλλεται ότι σε προγενέστερο χρόνο, ειδικότερα στις 12.07.2011, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1, η οποία, μεταξύ άλλων, προνοούσε την αναστολή της εκτέλεσης της για πέντε χρόνια. Ο εναγόμενος 2, στις 26.07.2019, εφεσίβαλε την ως άνω εκδοθείσα σε βάρος του απόφαση. Με την υπό συζήτηση αίτηση, η πλευρά του εναγομένου 2 (στο εξής «ο αιτητής») επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης της σε βάρος του εκδοθείσας απόφασης, ημερ. 28.06.2019, μέχρι την εκδίκαση της ως άνω έφεσης. Η αίτηση εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 ΘΘ.8, 18 και 19, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1-4 και 7-9, στα άρθρα 25 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 30 στου Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο που την υποστηρίζει τίθεται με την ένορκη δήλωση της Κατερίνας Γιαπανά, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον αιτητή και στα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας. Στην ως άνω δήλωση της, η Κ. Γιαπανά, αφού αναφέρεται στην εξέλιξη των γεγονότων μέχρι την έκδοση της απόφασης σε βάρος του εναγομένου 2 (εγγυητή του εναγομένου 1 σε σχέση με την πληρωμή τριών εγγυητικών που εκδόθηκαν από την ενάγουσα κατ' εντολή του τελευταίου) και της απόρριψης της ανταπαίτησής του, παραπέμποντας στη σχετική Ειδοποίηση Έφεσης και τους λόγους που εκεί προβάλλονται, εξηγεί γιατί κατά τη θέση της η έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 28.06.2019 έχει πολύ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, σημειώνοντας ταυτόχρονα πως εάν δεν εκδοθεί το επιζητούμενο διάταγμα, η έφεση, τουλάχιστο στο βαθμό που στρέφεται κατά της άρνησης του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του αιτητή, στη βάση προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμοι του 2003 έως 2015 (Ν.197(Ι)/2003), θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Σημειώνοντας πως δεν αμφισβητείται από την καθ΄ ης η αίτηση ότι ο αιτητής αποτελεί επιχειρηματία παγκόσμιας εμβέλειας με σημαντικότατα περιουσιακά στοιχεία, υποστηρίζει ότι το γεγονός τούτο καταδεικνύει πως η καθ' ης η αίτηση δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο να μην μπορεί να εισπράξει το εξ΄ αποφάσεως χρέος σε περίπτωση που η εκτέλεση της απόφασης ανασταλεί μέχρι και την εκδίκαση της έφεσης. Υποστηρίζει παράλληλα ότι στην περίπτωση που η έφεση του εναγομένου 2 επιτύχει, χωρίς στο μεταξύ η εκτέλεση της εφεσίβλητης απόφασης να ανασταλεί, πιθανότατα ο αιτητής να αναγκαστεί να εμπλακεί σε διαδικασίες και να υποστεί περαιτέρω έξοδα προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή του ποσού της απόφασης στον ίδιο. Εν πάση περιπτώσει, υποδεικνύει την ετοιμότητα του αιτητή να καταθέσει στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση προς όφελος της ενάγουσας προς εξασφάλιση της είσπραξης του εξ' αποφάσεως χρέους από την τελευταία σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης. Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση στην υπό συζήτηση αίτηση, αντέδρασε, καταχωρώντας σχετική Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Η ένσταση εδράζεται επίσης στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, ως επίσης στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης, ως προβάλλονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται ότι: «(α) Ο Αιτητής εξ αποφάσεως χρεώστης έχει καταχραστεί τις διαδικασίες του Δικαστηρίου, η δε συμπεριφορά του είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση οποιασδήποτε επιείκειας ή της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος του δυνάμει αρχών της επιεικείας ή και άλλως πως. (β) Δεν συντρέχουν προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Δεν απεδείχθη η όποια βασιμότητα της έφεσης και κυρίως, δεν απεδείχθη ότι με την εκτέλεση της απόφασης η έφεση υπό του Αιτητού θα καταστεί άνευ αντικειμένου. (γ) Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα ουδόλως επηρεάζεται το δικαίωμα άσκησης της Έφεσης διά της καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους, η δε Καθ' ης η αίτηση εξ αποφάσεως πιστωτής δεν στερείται του καρπού της επιτυχίας τους σε δικαστικό αγώνα ιδιαίτερα εφόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε αδυναμία ή δυσκολία εκ μέρους της επιστροφής των επιδικασθέντων ποσών. (δ) Αντίθετα η Καθ' ης η αίτηση εξ αποφάσεως πιστωτής αλλά και το σύστημα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων υφίσταται καίριο πλήγμα εάν υιοθετηθούν οι λόγοι για αναστολή που επικαλείται, παντελώς γενικά ή και αόριστα ή και αλαζονικά, ο Αιτητής ο οποίος ουσιαστικά αξιώνει αναστολή εκτέλεσης της εναντίον του απόφασης διότι είναι δισεκατομμυριούχος. (ε) Η καθυστέρηση εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους σημαίνει και την καθυστέρηση καταβολής του λαβείν της Καθ' ης η αίτηση και άδικη αποστέρηση της απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας της. (στ) Το αίτημα δια αναστολή είναι καταχρηστικό διότι δεν γίνεται γνήσια αλλά επιδιώκει αλλότριους σκοπούς. Η πραγματικότητα είναι πως ο Αιτητής διατηρεί πολλαπλά περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο και κυρίως εκτός ευρωπαϊκής ένωσης και μέσω τρίτων εταιρειών και, επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης με σκοπό να κερδίσει χρόνο και να παρεμποδίσει διαδικασίες εκτέλεσης της απόφασης στο εξωτερικό έτσι ώστε, να αποξενώσει ή και αποκρύψει τα πολλαπλά του περιουσιακά στοιχεία και να παρεμποδίσει την εκτέλεση της εναντίον του απόφασης. (ζ) Ο Αιτητής δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη, ούτε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά στοιχεία και/ή γεγονότα σχετικά με την υπόθεση. (η) Η Καθ' ης η Αίτηση είναι αξιόχρεη και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα είναι σε θέση να επιστρέψει στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή όποιο ποσό εισπράξει μέχρι τότε.» Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, υπαλλήλου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και εξουσιοδοτημένου, όπως υποδεικνύει, τόσο από την ως άνω Τράπεζα όσο και από την Gordian Holdings Ltd να προβεί σε αυτήν. Παραπέμποντας στην επικύρωση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της αντικατάστασης και/ή υποκατάστασης της τράπεζας από την εταιρεία Gordian Holdings Ltd, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύει τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης, υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτητής δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υποστηρίζοντας ότι η καταχωρηθείσα έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, αποτελεί θέση του ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και θα αποστερήσει την καθ΄ ης η αίτηση από τους καρπούς της επιτυχίας της. Προβάλλοντας ότι η υπό συζήτηση αίτηση προωθείται καταχρηστικά, αποδίδει στον αιτητή αλλότρια κίνητρα για την προώθησή της, υποστηρίζοντας ότι μέσω της προσπαθεί να εξασφαλίσει χρόνο για να αποξενώσει και αποκρύψει περιουσιακά του στοιχεία, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης. Παράλληλα, προκρίνει ότι στην απίθανη περίπτωση που η έφεση επιτύχει, η καθ΄ ης η αίτηση είναι σε θέση να του επιστρέψει το εξ΄ αποφάσεως χρέος, παραπέμποντας προς τούτο σε βεβαίωση των ελεγκτών της καθ' ης η αίτηση, με την οποία, ως υποδεικνύει, αποκαλύπτεται η οικονομική επιφάνεια και ευρωστία της τελευταίας. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των πλευρών με τις εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις θέσεις τους για τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Στην έκταση που θεώρησαν χρήσιμο τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρεμβάλλεται ότι οι δικηγόροι των δύο πλευρών δεν προέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Ούτε έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς για εξασφάλιση άδειας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο «Stay of execution pending appeal» γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: «Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal». Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο «Stay of execution generally» αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλον ότι: «.On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness». Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1958, (Annual Practice) στη σελίδα 1697: «It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay [Becker v Earl's Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Batata [1897] P at p. 132; A. G. v Emerson
(1889)24 QBD pp.58, 59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require». Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης, έχουν τεθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας στη βάση των πιο πάνω αρχών, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (ΑΒΡ Holdings Ltd ν Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287). Στην υπόθεση Penderhill Hold. Ltd κ.ά. ν. Κλουκινά κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1921, αφού γίνεται παραπομπή σε σχετική με το ζήτημα νομολογία, σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι: « .. το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης: (α) Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεση του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας τους. (β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας. (Βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, πιο πάνω).» Ομοίως στην υπόθεση Νεοφύτου ν Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 σημειώθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την οίκησε έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others ν Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέφει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί και το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ' άλλο τρόπο ικανοποίηση της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου, (nugatory) (βλ. Wilson ν Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd v. Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.) ή ακόμα, ότι τυχόν αφερεγγυότητα του ενάγοντα θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ή ακόμα, το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση (βλ. Δημητρούδης v. Λουγκρίδη
(2011)1(Α) ΑΑΔ 687). Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός πλην όμως οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα και αποφασιστική σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 591, Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394 και Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους και 1. Λεωνίδας Γεωργίου κ.ά. ECLI:CY:AD:2016:A103, Πολ. Εφ. 251/14, ημερ. 19.2.2016). Εξετάζοντας κατά προτεραιότητα την εισήγηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση προωθείται καταχρηστικά, αποσκοπούσα ουσιαστικά στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης και αποδίδοντας στον αιτητή αλλότρια κίνητρα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Ως άλλωστε έχει υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο. Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ως εκ τούτου ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, από τον Λόρδο Diplock. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπό το σύνολο πάντα όσων την περιβάλλουν ως αυτά έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η προώθηση της αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας από την πλευρά του αιτητή, δεν φαίνεται να μπορεί να ενταχθεί στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης, κατά τον τρόπο που θα επέβαλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ούτε διαπιστώνονται στοιχεία κακοπιστίας εκ μέρους του αιτητή. Ο τελευταίος, έχοντας εφεσιβάλει την εκδοθείσα στις 28.06.2019 απόφαση σε βάρος του, καθ΄ όλα δικαιωματικά διεκδικεί θεραπείες που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς. Εξ' άλλου, η δήλωση ετοιμότητας από την πλευρά του να καταθέσει ανάλογη τραπεζική εγγύηση προς εξασφάλιση του επιδικασθέντος ποσού μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, εκ των πραγμάτων φαίνεται να διασκεδάζει οποιαδήποτε ανησυχία της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με τα κίνητρα που του αποδίδονται από την τελευταία όσον αφορά την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Την αδιαμφισβήτητη φερεγγυότητα του αιτητή σε συνδυασμό με την ετοιμότητά του να παράσχει αποτελεσματικές εγγυήσεις προς εξασφάλιση του επιδικασθέντος ποσού, προκρίνει ο ευπαίδευτος συνήγορός του ως λόγο ικανό να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τούτο, προβάλλοντας ταυτόχρονα πιθανά προβλήματα και έξοδα που δυνατό να κληθεί να αντιμετωπίσει η πλευρά του για την επιστροφή του ποσού της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Δεν παραλείπει παράλληλα να σημειώσει ότι η εταιρεία που αντικατέστησε και/ή υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συστάθηκε μόλις τον Δεκέμβριο του 2017, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι σε σχετική βεβαίωση για την περιουσιακή της κατάσταση που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με την περιουσία εκατομμυρίων ευρώ που γίνεται ισχυρισμός ότι αυτή διαθέτει, ενώ εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει οποιαδήποτε εγγύηση ως προς το ποια θα είναι η οικονομική κατάστασή της στο μέλλον. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε αιτήσεις του είδους, ότι πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η φερεγγυότητα του εφεσίβλητου - εξ' αποφάσεως δανειστή, συνδεόμενη προφανώς με την δυνατότητά του να ανταποκριθεί άμεσα και ανάλογα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η φερεγγυότητα ή μη του εφεσείοντα - εξ' αποφάσεως οφειλέτη, συνεκτιμάται επίσης, με το Δικαστήριο να διατηρεί πάντα τη δυνατότητα αντιμετώπισης του ζητήματος κατά τρόπο δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας επί του συζητούμενου, διασφαλίζοντας με ανάλογες οδηγίες αποτελεσματικά το επιδικασθέν ποσό. Των ως άνω λεχθέντων, η εκφρασθείσα ετοιμότητα του αιτητή να καταθέσει τραπεζική εγγύηση προς εξασφάλιση της καταβολής του εξ' αποφάσεως χρέους, όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει αναγκαίο και δίκαιο να διατάξει, αποτελεί παράμετρο που λαμβάνεται υπόψη, ανάμεσα σε άλλες, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στρέφοντας ειδικότερα την προσοχή στο ζήτημα της αφερεγγυότητας της καθ΄ ης η αίτηση και εξετάζοντας την παράμετρο της πιθανής αδυναμίας της πλευράς της να ανταποκριθεί άμεσα στην επιστροφή του ποσού της απόφασης σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση, καθ΄ ην έκταση η ανατροπή ή η όποια διαφοροποίηση της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ συνεπαγόμενη την ανάλογη αναδιαμόρφωση της, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, το ζήτημα δεν φαίνεται να προβάλλεται ως ένας από τους λόγους που δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος. Τούτο, προβάλλεται και αναδεικνύεται από την πλευρά του αιτητή κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων των δύο πλευρών, καθ' ον χρόνο ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή σχολιάζει ουσιαστικά τις θέσεις της πλευράς της καθ' ης η αίτηση επί τούτου, όπως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένστασή της, με παραπομπή και αναφορά στο περιεχόμενο σχετικής βεβαίωσης των ελεγκτών της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι φανερό ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα αφερεγγυότητας κατά τρόπο που θα επέβαλλε, ως αποτέλεσμα τούτου, την παρέμβαση του Δικαστηρίου, όπως εισηγείται τουλάχιστον ο αιτητής. Αναντίλεκτες παρέμειναν ουσιαστικά οι θέσεις της, χωρίς να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε περί του αντιθέτου στοιχεία όσον αφορά την οικονομική κατάσταση και επιφάνεια της εταιρείας Gordian Holdings Ltd, η οποία κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ούτε καν επιχειρήθηκε, μέσω παράθεσης συμπληρωματικών δηλώσεων ή αντεξέτασης, να αμφισβητηθούν τα στοιχεία και οι θέσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την καθ΄ ης η αίτηση επί του συζητούμενου. Με δεδομένο και ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο ως παρέμεινε, ότι η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία διαθέτει συνολικά περιουσιακά στοιχεία πέραν του ενός δισεκατομμυρίου Ευρώ, ενώ έχει στη διάθεσή της ποσό πέραν των 44 εκατομμυρίων Ευρώ σε μετρητά, κατατεθειμένα σε τράπεζες, αισθάνομαι ότι δεν μπορεί σοβαρά να απασχολήσει ζήτημα αφερεγγυότητας της, υπό την έννοια ότι υπάρχει κίνδυνος σε περίπτωση που η έφεση εν όλο ή εν μέρει επιτύχει να μην μπορεί ανάλογα να ανταποκριθεί. Προβάλλεται ακόμα από την πλευρά του αιτητή πως εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής, με αποτέλεσμα να προχωρήσει η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης σε βάρος του αιτητή πριν την εκδίκαση της έφεσης, η τελευταία, τουλάχιστο στο βαθμό που στρέφεται κατά της άρνησης του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αναστολής της στη βάση του άρθρου 10 του Ν.197(Ι)/2003, ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν απέδειξε ότι ο εναγόμενος 1 πρωτοφειλέτης δεν είχε την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή ή ότι ήδη εξάντλησε τις διαθέσιμες διαδικασίες εναντίον του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Με κάθε σεβασμό, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αποκλίνω από την ως άνω προσέγγιση. Είναι γεγονός ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, προσπαθώντας να τον διασφαλίσει, είναι η αποτελεσματικότητα του ένδικου μέσου της έφεσης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως διακρίνεται από τη σχετική ειδοποίηση έφεσης που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, η έφεση αφορά την ορθότητα ολόκληρης της απόφασης του Δικαστηρίου και όχι μόνο του μέρους που άπτεται του ζητήματος της αναστολής στη βάση του άρθρου 10 του Ν.197(Ι)/2003, ως τούτο προκρίθηκε ανταπαιτητικά από τον αιτητή. Στην περίπτωση που η καταχωρηθείσα έφεση επιτύχει, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, είναι προφανές ότι η ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης θα λειτουργήσει αναδρομικά, με αποτέλεσμα τυχόν προηγηθείσα εκτέλεση της απόφασης να μπορεί, χωρίς οποιοδήποτε κώλυμα, να οδηγήσει στην επιστροφή του ποσού της απόφασης στον αιτητή. Συνακόλουθα, τυχόν εκτέλεση της απόφασης στο μεσοδιάστημα μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, δεν καθιστά ούτε τη συγκεκριμένη πτυχή της έφεσης άνευ αντικειμένου. Έχει, άλλωστε, τη δική του σημασία το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η εκκαλούμενη απόφαση αφορά αποκλειστικά την απόδοση συγκεκριμένου χρηματικού ποσού. Από τυχόν παρέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως αποτέλεσμα της ασκηθείσας έφεσης, εύκολα θα μπορούσε να επαναφερθεί η κατάσταση πραγμάτων με την αναδρομική επιστροφή του πρωτόδικα επιδικασθέντος ποσού και εξόδων στον επιτυχόντα εφεσείοντα. Προκρίνεται ακόμα από την πλευρά του αιτητή ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το επιζητούμενο διάταγμα αναστολής, καθ' ην έκταση - ως υποδεικνύεται με παραπομπή γενικότερα στους λόγους έφεσης όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην σχετική ειδοποίηση έφεσης που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αλλά και ειδικότερα σε ζητήματα που άπτονται του εύρους της εγγύησης του αιτητή με παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια - η έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης έχει πολύ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Έχει ήδη γίνει αναφορά για τη σημασία και τη σχετικότητα της προοπτικής επιτυχίας μιας έφεσης και πότε αυτή είναι δυνατό να αποκτήσει αποφασιστική σημασία και σπουδαιότητα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, έχοντας ειδικότερα διεξέλθει προσεκτικά τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, σε συνδυασμό θεωρούμενους με την εκκαλούμενη απόφαση, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση από αυτό το στάδιο, ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε πράγματι να αποκτήσει αποφασιστική σημασία και σπουδαιότητα ο συγκεκριμένος λόγος, δυνάμενος συνακόλουθα να αναχθεί σε αποφασιστικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της προσπάθειας εξισορρόπησης και συγκερασμού των δύο πιο πάνω σημαντικών παραγόντων και των πολλαπλών προβληματισμών του Δικαστηρίου για την κατάληξη κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο κάτω από τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα την υπό συζήτηση περίπτωση να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα, σχετικό πάντα με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, δεν αφήνει αδιάφορο το ύψος του ποσού που αφορά η υπό εκκαλούμενη απόφαση. Ωστόσο, η παράμετρος αυτή, από μόνη της, έχοντας ήδη πιο πάνω σημειώσει την θέση και την αντίληψη του Δικαστηρίου για τα υπόλοιπα ζητήματα που τέθηκαν υπόψη του, δεν είναι δυνατό να διαφοροποιήσει τον προσανατολισμό για το ζήτημα. Η διεκδίκηση του πιο πάνω ποσού και η εξασφάλιση δικαστικής απόφασης γι' αυτό από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, απεικονίζει στο τέλος της ημέρας το ύψος της συγκεκριμένης συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων, στο ευρύτερο πλαίσιο της οποίας η ενάγουσα τράπεζα μέσω σχετικών εγγυητικών επιστολών φαίνεται ότι κλήθηκε και κατέβαλε συνολικό ποσό $31.150.000 Δολαρίων Αμερικής. Υπό το φως των πιο πάνω, με οδηγό τις νομικές αρχές στις οποίες έχω αναφερθεί και υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως αυτές τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του στη συγκεκριμένη περίπτωση και αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του, την 28.06.2019. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) κρίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του ως άνω κανόνα, τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της καθ' ης η αίτηση και σε βάρος του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο