Andreas Christoforides and Associates Ltd ν. Βιομηχανία Υποδημάτων Αφροδίτη Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2592/12, 3/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2592/12 Μεταξύ: Andreas Christoforides and Associates Ltd Ενάγουσας -και- Βιομηχανία Υποδημάτων Αφροδίτη Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 03 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Φ. Θεοχάρους με κ. Κούσιο Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Κυριακίδης ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €2.450 πλέον τόκους για παράβαση σύμβασης. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει, αφού δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι κατόπιν παρακλήσεως και/ή οδηγιών της Εναγόμενης και/ή δυνάμει προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας συμφώνησε με την Εναγόμενη να προσφέρει υπηρεσίες εκτίμησης. Ως αντάλλαγμα της συμφωνίας συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των €
- Έναντι του πιο πάνω ποσού θα πληρωνόταν ποσό €
- 000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο κατά την παράδοση της έκθεσης εκτίμησης. Διαζευκτικά η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €
- 450 αποτελεί εύλογη αμοιβή για τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες. Η Εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €1.000 περί τον Νοέμβρη του 2011 και η Ενάγουσα εκτέλεσε τη συμφωνηθείσα εργασία. Παρέμεινε όμως οφειλόμενο το ποσό των €2.
- Η Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 11.01.2012 αξίωσε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της ισχυρίστηκε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν για το συνολικό ποσό των €
- 000 το οποίο και καταβλήθηκε. Περαιτέρω, ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι ο XXXXX Χριστοφορίδης θα λάμβανε επιπλέον αμοιβή από τη Δημοκρατία σε σχέση με τη διευθέτηση ή ολοκλήρωση της παραπομπής 108/
- Ισχυρίστηκε, επίσης, η Εναγόμενη, ότι το εν λόγω πρόσωπο έλαβε το ποσό των €850 πλέον Φ.Π.Α από τη Δημοκρατία. Η Εναγόμενη αρνήθηκε ότι το ποσό των €3.450 αποτελεί εύλογη και δίκαιη αμοιβή για την παρασχεθείσα υπηρεσία. Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε επίσης ότι απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας με επιστολή της, ημερομηνίας 29.02.
- Η Ενάγουσα στην απάντηση στην Υπεράσπισή ισχυρίστηκε ότι η αμοιβή από την Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν επιπρόσθετη της συμφωνηθείσας αμοιβής των €
- Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας μαρτυρία έδωσε ο XXXXX Χριστοφορίδης διευθυντής αυτής. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 έλαβε τη μορφή της γραπτής δήλωσης κατάθεσης. Κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκαν τέσσερα Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων αναφορικά με τη σύσταση της Ενάγουσας εταιρείας. Περαιτέρω κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 η επιταγή, ημερομηνίας 1.11.2011, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της επίδικης έκθεσης εκτίμησης και ως Τεκμήριο 4 η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 10.01.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ1 δήλωσε ότι κατόπιν οδηγιών της Εναγόμενης και δυνάμει προφορικής συμφωνίας η Ενάγουσα συμφώνησε όπως προσφέρει στην Εναγόμενη υπηρεσίες εκτίμησης της αξίας του ακινήτου της Εναγόμενης για σκοπούς αποζημίωσης σε σχέση με υπόθεση απαλλοτρίωσης. Τόνισε ότι ουδέποτε συμβλήθηκε προσωπικά με την Εναγόμενη και ότι πάντα ενεργούσε για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ως αντάλλαγμα της συμφωνίας συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των €3.
- Το ποσό των €1.000 θα καταβάλλετο ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό των €2.450 θα καταβάλλετο με την παράδοση της έκθεσης εκτίμησης. Την 01.11.11 η Εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €1.000 στον ίδιο ως εκπρόσωπο της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Ενάγουσα θα λάμβανε αμοιβή από την Κυπριακή Δημοκρατία στα πλαίσια της παραπομπής 108/2004 επιπροσθέτως του συμφωνημένου και εύλογου ποσού των €
- Όντως η Κυπριακή Δημοκρατία κατέβαλε το ποσό των €850 πλέον Φ.Π.Α ως εκτιμητικά έξοδα προς την Ενάγουσα, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε παράλληλα ότι το ποσό των €
- 450 ήταν το συμφωνημένο ποσό και εν πάση περιπτώσει το ποσό αυτό αποτελούσε εύλογη και δίκαιη αμοιβή για την παρασχεθείσα υπηρεσία. Στις 14.11.11 η Ενάγουσα προέβη σε εκτίμηση της αξίας του ακινήτου και παρέδωσε σχετική έκθεση. Κατά παράβαση της συμφωνίας των μερών η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει το υπολειπόμενο ποσό έτσι η Ενάγουσα μέσω επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 10.01.12 κάλεσε την Εναγόμενη να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι η συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ του ιδίου ως εκπροσώπου της Ενάγουσας και του κύριου Ανδρέου ως εκπροσώπου της Εναγόμενης. Την πρώτη φορά συναντήθηκε με τον κύριο Ανδρέου στο γραφείο του δικηγόρου της Εναγόμενης. Σε ερώτηση να απαντήσει σε ποιο υποστατικό έλαβε χώρα η προφορική συμφωνία, απάντησε ότι αποδέχθηκε να αναλάβει την υπόθεση κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας με τον δικηγόρο της Εναγόμενης και η συμφωνία έγινε στο γραφείο στην οδό Πάφου, δηλαδή στο κατάστημα της Εναγόμενης. Σε ερώτηση εάν ο δικηγόρος της Εναγόμενης κύριος Χριστάκη ήταν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης, απάντησε πως ναι και εξήγησε ότι ο κύριος Χριστάκη ήταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι συνηθίζεται να αναγράφεται στις εκθέσεις εκτίμησης που έρχονται μέσω δικηγορικών γραφείων το όνομα του δικηγορικού γραφείου. Εξήγησε, επιπλέον, ότι η επίδικη συμφωνία έγκειτο στο να εκτιμήσει η Ενάγουσα την αποζημίωση που δικαιούται η Εναγόμενη από τον επηρεασμό της απαλλοτρίωσης που υπέστη το ακίνητό της για δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Επανέλαβε ότι το συμφωνηθέν ποσό ανερχόταν στο ποσό των €
- Σε ερώτηση να απαντήσει σε ποιο φυσικό πρόσωπο παρέδωσε την έκθεση εκτίμησης απάντησε ότι δεν θυμάται. Ακολούθως ερωτώμενος ως προς τη μέθοδο εργασίας του απάντησε ότι ετοίμασε την έκθεση εκτίμησης μαζεύοντας όλα τα πολεοδομικά και κτηματολογικά δεδομένα του ακινήτου και προέβη σε επιτόπια αυτοψία του ακινήτου στην παρουσία του πελάτη. Εντόπισε επίσης όλες τις πολεοδομικές άδειες και τις άδειες οικοδομής μαζί με τους όρους τους. Ακολούθως μελέτησε όλα τα αρχιτεκτονικά σχέδια και διάβασε όλους τους όρους των αδειών. Επιπλέον, μελέτησε το πώς επηρεάζει η απαλλοτρίωση το μέγεθος και συνέταξε την εκτίμησή του. Για να συντάξει την εκτίμησή του έκανε έρευνα αγοράς για δύο διαφορετικές περιόδους, δηλαδή για το έτος 2006 και για το έτος
- Σε ερώτηση αν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη για το ποσό των €
- 000 που έλαβε, απάντησε πως δεν το έπραξε. Σε ερώτηση γιατί δεν εξέδωσε οποιοδήποτε παραστατικό απάντησε ότι δεν το έπραξε γιατί μετά από λίγες μέρες θα λάμβανε ολόκληρο το ποσό. Επέμενε ακολούθως ότι δεν εξέδωσε οποιοδήποτε παραστατικό γιατί το ποσό των €1.000 το έλαβε ως προκαταβολή. Σε ερώτηση εάν κατά τον χρόνο που παρέδωσε την έκθεση έδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο, απάντησε ότι δεν θυμάται σε ποιον την παρέδωσε. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι έγιναν πολλά τηλεφωνήματα, ώστε να παραδώσει το τιμολόγιο σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε ερώτηση εάν εξέδωσε οποτεδήποτε μετά οποιοδήποτε τιμολόγιο, απάντησε ότι έπαιρνε τηλέφωνο τον κύριο Ανδρέου για να του παραδώσει. Δέχθηκε ακολούθως ότι δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Σε ερώτηση ότι δεν είχε συμφωνηθεί η καταβολή του ποσού των €2.450 απάντησε ότι έλαβε υποσχέσεις ότι θα ήταν και διπλάσια η αμοιβή του. Σε ερώτηση εάν το ποσό των €
- 450 συμπεριλάμβανε και το Φ.Π.Α απάντησε ότι συνήθως η προσφορά είναι πλέον Φ.Π.Α. Σε ερώτηση γιατί δεν αξιώνει ποσοστό Φ.Π.Α απάντησε ότι δεν το αξιώνει γιατί πιθανόν αυτό να εξυπακούεται. Ακολούθως δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν πήγε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει σε σχέση με την έκθεση εκτίμησης την οποία ετοίμασε. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει ποία ήταν η επιδικασθείσα αποζημίωση στην παραπομπή, απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση πόσα τετραγωνικά μέτρα ήταν η απαλλοτριωθείσα έκταση απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε υποβολή ότι το ποσό των €
- 850 ανέρχεται σε ποσοστό του 14.56% της επιδικασθείσας αποζημίωσης απάντησε ότι αυτό έπρεπε να το σκεφτεί ο κύριος που συμφώνησε με την Ενάγουσα. Σε υποβολή ότι το ποσό των €4.300, το οποίο αποτελείται από τα €1.000 της προκαταβολής, τα €800 που έχουν επιδικαστεί ως εκτιμητικά και τα €2.450 που αξιώνει η Ενάγουσα με την αγωγή, ανέρχεται σε ποσοστό 33.85% της επιδικασθείσας αποζημίωσης, απάντησε ότι το πιο πάνω ποσοστό δεν λέει τίποτα. Σε ερώτηση εάν το ποσό των €4.300 συνιστά εύλογη αποζημίωση σε σχέση με το ποσό των €12.700, απάντησε ότι είναι πέραν για πέραν εύλογη αμοιβή. Κληθείς να σχολιάσει το γιατί στην επιστολή των δικηγόρων του Τεκμήριο 4 αξιώνεται το ποσό των €2.000 πλέον Φ.Π.Α, απάντησε ότι δεν θυμάται και ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να έχει να κάνει με τους συντελεστές του Φ.Π.Α. Κληθείς να σχολιάσει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της αξίωσης των €
- 000 πλέον Φ.Π.Α και του ποσού που αξιώνει με την αγωγή του συμφώνησε ότι μεταξύ της επιστολής των δικηγόρων του και της αξίωσης που προωθεί με την αγωγή υπάρχει διαφορά €
- Δήλωσε, όμως, ότι δεν θα επιμένει για χάριν προόδου της υπόθεσης. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έχει πληρωθεί πλήρως για τις υπηρεσίες του. Κατά την επανεξέτασή του διευκρίνισε ότι την επιταγή Τεκμήριο 2 του την έδωσε, νομίζει, ο κύριος Ανδρέου. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Ττοφαρίδης ΜΕ
- Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι είναι εκτιμητής ακινήτων. Κατέθεσε σχετικά δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από τα προσόντα του ως Έγγραφο Β. Σημειώνεται ότι τα προσόντα του μάρτυρα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι γνωρίζει τον διευθυντή της Ενάγουσας αφού είναι συνάδελφοι. Δήλωσε, επίσης, ότι του είχε αποσταλεί η έκθεση εκτίμησης Τεκμήριο
- Μέσα από την έκθεση εκτίμησης έχει αντιληφθεί ότι αυτή αφορά την εκτίμηση ενός ακινήτου σε σχέση με δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Σύμφωνα με τον ίδιο χωρίς να μπορεί να μπει σε βάθος, αλλά με αυτά που έχει μελετήσει και ο ίδιος θα χρέωνε περί τις €
- 000 με €
- 000 πλέον Φ.Π.Α. Ως προς τον τρόπο χρέωσης απάντησε ότι οι χρεώσεις γίνονται κυρίως με βάση την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, επειδή υπάρχει και κτήριο μέσα στο τεμάχιο και επειδή η συγκεκριμένη εκτίμηση αφορά δύο διαφορετικές ημερομηνίες και επειδή ο εκτιμητής θα έπρεπε να ανατρέξει σε στοιχεία για δύο διαφορετικές περιόδους, δήλωσε ότι η επίδικη εκτίμηση ήταν πολύπλοκη. Κατά την αντεξέτασή του τόνισε ότι γνωρίζει τον διευθυντή της Ενάγουσας ως συνάδελφο. Δήλωσε ότι επιλέχτηκε ως μάρτυρας, επειδή ο ίδιος μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Εκτιμητών όπως και στο Συμβούλιο του RICS. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι για να γίνει η επίδικη εκτίμηση χρειάζονται περίπου 15 με 20 εργάσιμες μέρες. Σε ερώτηση πόσες περίπου εκτιμήσεις κάνει ένα γραφείο τον χρόνο απάντησε ότι θεωρεί πως η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να κάνει γύρω στις
- 000 εκτιμήσεις τον χρόνο. Σε ερώτηση εάν υπάρχει οποιαδήποτε συνάρτηση της αμοιβής ενός εκτιμητή και του ύψους της αποζημίωσης απάντησε ότι τη μεγαλύτερη σημασία έχει η πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Εξήγησε ακολούθως ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει συνάρτηση μεταξύ της αμοιβής και της αποζημίωσης που θα λάβει. Σε ερώτηση εάν σε περιπτώσεις παραπομπής το Δικαστήριο επιδικάζει εκτιμητικά έξοδα απάντησε ότι, εξ όσων γνωρίζει ο ίδιος, δεν επιδικάζει. Ο ίδιος ανέφερε ότι τα εκτιμητικά έξοδα, στις υποθέσεις που είχε πάει ο ίδιος τουλάχιστον, είναι συμφωνημένα εκ των προτέρων μεταξύ του πελάτη και του εκτιμητή. Σε ερώτηση εάν για απαλλοτρίωση 67 τετραγωνικών μέτρων και ύψος αποζημίωσης €
- 700 δικαιολογείται η αμοιβή των €4.300, απάντησε ότι όταν έγινε η εκτίμηση η χρέωση αυτή ήταν απόλυτα λογική γιατί η εκτίμηση έγινε για απαλλοτρίωση 238 τετραγωνικών μέτρων σε σχέση με δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Ακολούθως εξήγησε ότι ο ίδιος είχε προβεί σε πολλές εκτιμήσεις παρόμοιας φύσης με την εκτίμηση Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι πάντοτε λαμβάνουν προκαταβολή περίπου το 30%. Σε ερώτηση να απαντήσει συγκεκριμένα αν υπήρχαν τεμάχια γης τα οποία παρέμειναν εκτός απάντησε ότι ο ίδιος δεν έχει στην κατοχή του το διάταγμα απαλλοτρίωσης ούτε και τη γνωστοποίηση. Σε ερώτηση για το πώς προκύπτει η πολυπλοκότητα στην υπό κρίση υπόθεση, απάντησε ότι η πολυπλοκότητα προκύπτει επειδή έπρεπε να διερευνηθούν οι συγκριτικές πωλήσεις σε δύο διαφορετικές χρονολογίες. Λαμβάνεται επίσης υπ' όψιν η αλλαγή πολεοδομικής ζώνης που από βιομηχανική μετατράπηκε σε εμπορική και έτσι θα έπρεπε να μελετηθούν οι συγκριτικές πωλήσεις σε βιομηχανικές περιοχές συνεπώς ήταν η θέση του ότι η υπό εξέταση εκτίμηση ήταν πολύπλοκη. Ισχυρίστηκε ακολούθως ότι δεν είναι σε κάθε εκτίμηση που είναι αναγκαία η διερεύνηση των συγκριτικών αξιών καθότι υπάρχουν πέντε διαφορετικές μέθοδοι εκτίμησης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά της Εναγομένης. Πρώτος μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο XXXXX Χριστάκη ΜΥ
- Ο ΜΥ1 είναι δικηγόρος και για την περίοδο από το 2007 μέχρι το 2017 η Εναγόμενη υπήρξε πελάτιδά του. Δήλωσε ότι τον Οκτώβρη του 2011 διευθυντής της Εναγόμενης ήταν ο κύριος XXXXX Ανδρέου. Το εν λόγω πρόσωπο τα τελευταία δύο χρόνια είναι κλινήρης. Δήλωσε ότι μεταξύ των υποθέσεων που έχει χειριστεί ήταν και η παραπομπή 108/
- Εξήγησε ότι η εν λόγω παραπομπή αφορούσε απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της Εναγόμενης. Η έκταση της απαλλοτρίωσης ανήλθε περίπου στα 67 τετραγωνικά μέτρα. Σε σχέση με την επίδικη έκθεση εκτίμησης δήλωσε ότι αποτάθηκε στον κύριο Χριστοφορίδη και τον ρώτησε κατά πόσο ήταν διατεθειμένος να αναλάβει τη διεκπεραίωση αυτής. Τότε διευθέτησε συνάντηση στο γραφείο του μαζί με τον διευθυντή της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Η εν λόγω συνάντηση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη με Οκτώβρη του
- Ήταν σαφής όμως ότι το ζήτημα της αμοιβής δεν συζητήθηκε στην εν λόγω συνάντηση. Εξήγησε περαιτέρω ότι όπως τον ενημέρωσε ο διευθυντής της Εναγόμενης συμφωνήθηκε ως αμοιβή το ποσό των €
- 000 πλέον έξοδα που θα επιδικάζονταν ως εκτιμητικά από το Δικαστήριο ή θα τα συμφωνούσε η Νομική Υπηρεσία. Δήλωσε περαιτέρω ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τον πελάτη του για αμοιβή ύψους €
- Σε σχέση με την παραπομπή 108/2004 απάντησε ότι κατόπιν συνάντησης που είχε στη Νομική Υπηρεσία με τον αρμόδιο λειτουργό η υπόθεση έκλεισε στο ποσό των €
- 700 ως ποσό αποζημίωσης και περί τα €800 εκτιμητικά καθώς επίσης και/ή περίπου €
- 000 δικηγορικά έξοδα. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση εάν γνωρίζει το κατά πόσο ο κύριος Χριστοφορίδης είχε εταιρεία που κάνει εκτιμήσεις, απάντησε ότι δεν θυμάται να γνώριζε κάτι τέτοιο. Γνώριζε ότι ο κύριος Χριστοφορίδης ήταν παράλληλα και πρόξενος κάποιας άλλης χώρας και ασκούσε κυρίως τα προξενικά του καθήκοντα. Έκανε όμως και κάποιες εκτιμήσεις. Ήταν σαφής ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών σε οποιανδήποτε συζήτηση η οποία να αφορούσε το ύψος της αμοιβής. Σε υποβολή ότι είχε συμφωνηθεί η αμοιβή των €
- 500 πλέον εκτιμητικά μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης απάντησε ότι δεν ήταν παρών στη συμφωνία που έκανε ο κύριος Χριστοφορίδης με τον κύριο Ανδρέου. Δήλωσε όμως ότι θεωρεί μη λογικό ο ίδιος ως δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση από το 2007 μέχρι το 2011 να έλαβε €
- 000 ως αμοιβή και ο εκτιμητής να λάμβανε αμοιβή στο πιο πάνω ύψος. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Οι θέσεις του ΜΕ1 σε σχέση με την ύπαρξη της Ενάγουσας εταιρείας δεν έχουν αμφισβητηθεί και επιβεβαιώνονται από τα σχετικά πιστοποιητικά από το τμήμα Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο
- Επιπλέον, η θέση του ότι ήταν η Ενάγουσα σαν εταιρεία που συμβλήθηκε με την Εναγομένη πέραν του ότι δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι την επίδικη έκθεση την κατήρτισε η Ενάγουσα. Η μαρτυρία του ΜΕ1, όμως, σε σχέση με το επίδικο ζήτημα του συμφωνηθέντος ύψους της αμοιβής για την επίδικη συμφωνία στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 προώθησε αρχικά τη θέση ότι το συνολικό συμφωνηθέν ποσό ανερχόταν στο ποσό των € 3.
- Ο ΜΕ1 επέμεινε στην πιο πάνω θέση του χαρακτηρίζοντας μάλιστα το συγκεκριμένο ποσό ως την εύλογη αμοιβή. Παρά ταύτα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει, εάν στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνετο Φ.Π.Α ή όχι. Επιπλέον, όταν του υπεδείχθη πως σύμφωνα με τη επιστολή των δικηγόρων του αξιώνετο ως υπόλοιπο ποσό το ποσό των € 2.300 και όχι € 2 450, απάντησε ότι δεν θα επιμείνει στο ποσό των €
- Το ζήτημα, όμως, δεν είναι εάν επιμένει ο μάρτυρας στην αξίωσή του για το συνολικό ποσό, αλλά στο κατά ποσό με τη συνολική του μαρτυρία έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του. Επί του προκειμένου, η προβολή διαφορετικών θέσεων και η αδυναμία του μάρτυρα να απαντήσει με σαφήνεια σε σχέση με βασικές λεπτομέρειες της συμφωνίας, όπως το εάν το κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνηθέν ποσό περιελάμβανε Φ.Π.Α ή όχι, αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του. Επίσης, η βασική θέση του μάρτυρος αφίσταται της λογικής και δεν υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος κατέθεσε. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι η Ενάγουσα ουδέποτε εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή παραστατικό σε σχέση με το αξιούμενο ποσό, είτε κατά τον χρόνο που έλαβε την προκαταβολή είτε κατά τον χρόνο που παραδόθηκε η έκθεση εκτίμησης, αποδυναμώνουν την πειστικότητα της εκδοχής του ΜΕ
- Θα ανέμενε κανείς πως, εάν όντως υφίστατο η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία, η Ενάγουσα θα εξέδιδε κάποιο παραστατικό ότι έλαβε το ποσό των € 1.000 ως προκαταβολή ή να συνόδευε την έκθεση εκτίμησης με κάποιο τιμολόγιο ή παρατατικό σε σχέση με το κόστος αυτής. Αντίθετα, όταν σε μεταγενέστερο χρόνο, μέσω του Τεκμηρίου 4, αξίωσε πληρωμή η Ενάγουσα, αξίωσε διαφορετικό ποσό από τον κατ' ισχυρισμόν συμφωνηθέν. Επίσης, στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας δεν γίνεται αναφορά στα εκτιμητικά έξοδα που επιδικαστήκαν από το Δικαστήριο στην παραπομπή 108/2004 και σύμφωνα με τον ΜΕ1 ήταν μεν ποσό επιπρόσθετο του συμφωνηθέντος, αλλά ταυτόχρονα μέρος της συμφωνίας. Συνολικά δε η μαρτυρία του ΜΕ1 επί του κρίσιμου επιδίκου γεγονότος είναι ασαφής. Ειδικότερα, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ταυτόχρονα ισχυρισμός ότι το συνολικό συμφωνηθέν ποσό ανερχόταν στο ποσό των € 3.450 χωρίς διευκρίνηση εάν περιλαμβάνει ή όχι Φ.Π.Α. Ταυτόχρονα υπάρχει η θέση που ξεπροβάλει από το Τεκμήριο 4, ότι οφείλεται ποσό εξ € 2.000 πλέον ΦΠ.Α σε χρόνο που ήδη πληρώθηκε το ποσό των € 1.000 ως προκαταβολή και καθιστά το συνολικά αξιούμενο μικρότερο από το ποσό των € 3.
- Την ίδια στιγμή υπάρχει η θέση ότι η Ενάγουσα θα λάμβανε επιπλέον αμοιβή στο πλαίσιο της παραπομπής 108/2004, το ύψος της οποίας ήταν άγνωστο κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, αλλά αποτελούσε μέρος της συμφωνίας και καθιστά το συνολικά συμφωνηθέν μεγαλύτερο του ποσού των € 3.
- Οι πιο πάνω θέσεις προβλήθηκαν όλες μαζί χωρίς να εξηγηθούν με λογικότητα και πειστικότητα από τον μαρτυρά. Επακόλουθο των πιο πάνω είναι να καθίσταται συνολικά η εκδοχή του περί του ύψους της συμφωνηθείσας αμοιβής μη πειστική. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΕ1 παρουσιάζει αντιφάσεις επί ουσιαστικών γεγονότων. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το ποσό των € 2.450 θα καταβάλετο με την παράδοση της έκθεσης εκτίμησης. Ακολούθως, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι εξέδωσε τιμολόγιο σχετικά με τις υπηρεσίες που η Ενάγουσα προσέφερε και επικοινώνησε επανειλημμένα με τον διευθυντή της Εναγομένης για να διευθετηθεί. Τελικά, όμως, δέχθηκε ότι δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Η επιλογή του να μην πει την αλήθεια σε σχέση με την ύπαρξη εγγράφου, το οποίο δυνατόν να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του σε σχέση με ύψο της συμφωνηθείσας αμοιβής, δεικνύει ότι ο μαρτυρίας επιχείρησε να παραπλανήσει ως προς την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων. Η πιο πάνω ενέργειά δεικνύει την πρόθεσή του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και αναπόφευκτα πλήττει την αξιοπιστία του. Επίσης, εφόσον ο ισχυρισμός του ήταν ότι βάσει της κατ΄ισχυρισμόν συμφωνίας το υπόλοιπο ποσό των € 2.450 θα ήταν πληρωτέο με την παράδοση της έκθεση εκτίμησης, θα ανάμενε κανείς πως θα εξέδιδε και θα παρέδιδε κάποιο έγγραφο ή τιμολόγιο κατά τον χρόνο παράδοσης της έκθεσης εκτίμησης. Έτσι και η εκδοχή του επί του συγκεκριμένου σημείου απάδει της λογικής. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής. Αξιολόγηση ΜΕ 2 Ο ΜΕ 2 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας πραγματογνώμονας. Το ζήτημα του ποιός αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 934. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ως προς τα προσόντα του και την πείρα του, καθώς και από τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι ο ΜΕ 2 είναι μάρτυρας πραγματογνώμονας. Ιδίως ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων το Δικαστήριο έχει υπόψη ότι οι εν λόγω μάρτυρες, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς τους. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746. Οι πραγματογνώμονες έχουν καθήκον να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεμένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετική είναι η απόφαση Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1(β) ΑΑΔ 958. Ασφαλώς οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά από το Δικαστήριο επειδή είναι πραγματογνώμονες και η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογείται η μαρτυρία όλων των μαρτύρων, πλην όμως η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα. Σχετικό είναι το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 582 και η απόφαση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 41. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προσφερθεί διιστάμενη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ώστε το Δικαστήριο να απαιτείται να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Όμως, το γεγονός ότι η μαρτυρία πραγματογνώμονα δεν έχει αντικρουσθεί δεν επαρκεί από μόνο του για την αποδοχή της, αλλά το Δικαστήριο έχει καθήκον, σε κάθε περίπτωση, να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση ο ΜΕ2 δεν προσέφερε οποιοδήποτε επιστημονικό υπόβαθρο σε σχέση με τον τρόπο και μεθόδους που υπολογίζεται η αμοιβή των εκτιμητών. Ο ΜΕ2 περιορίστηκε στο να εκθέσει τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν, για να διεκπεραιωθεί η επίδικη εκτίμηση και εξέφρασε τη θέση ότι ο ίδιος θα χρέωνε περί τις € 3.000 -4.000, πλέον Φ.Π.Α. Εξήγησε, επιπλέο,ν ότι το κόστος έκαστης εκτίμησης καθορίζεται με βάση την πολυπλοκότητα αυτής, χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος δήλωσε δεν μπορούσε να μπει σε βάθος σε σχέση με την επίδικη εκτίμηση. Η απλή αναφορά στην πολυπλοκότητα της υπό κρίση εκτίμησης σε συνδυασμό έστω με την δική του υποκειμενική κρίση περί το τι θα χρέωνε ο ίδιος δεν συνιστούν επαρκές υπόβαθρο δεδομένων, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με το εύλογο κόστος εκτίμησης. Συνεπώς, δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΥ1 Ο ΜΥ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Επί του ουσιαστικού επίδικου θέματος η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική, αφού ο ίδιος αναγνώρισε ότι δεν ήταν παρόν στ συνάντηση όπου συμφωνήθηκε η αμοιβή της Ενάγουσας. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα συμφώνησε όπως προσφέρει στην Εναγόμενη υπηρεσίες εκτίμησης της αξίας του ακινήτου της Εναγόμενης για σκοπούς αποζημίωσης σε σχέση με υπόθεση απαλλοτρίωσης. Την 01η .11.11 η Εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €1.000 μέσω επιταγής προς τον διευθυντή της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα προέβη σε εκτίμηση της αξίας του ακινήτου και παρέδωσε τη σχετική έκθεση. Η επίδικη έκθεση εκτίμησης φέρει ημερομηνία 14.11.11 Η Ενάγουσα μέσω επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 10.01.12 κάλεσε την Εναγόμενη να πληρώσει το ποσό των € 2.000 πλέον Φ.Π.Α. Επιπλέον η Ενάγουσα έλαβε ως εκτιμητικά έξοδα το πόσο των € 850 πλέον Φ.Π.Α, το οποίο επιδικάστηκε στο πλαίσιο της παραπομπής 108/
- Νομική Πτυχή Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης το φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Στην υπό κρίση υπόθεση η περί ης ο λόγος συμφωνία ουδέποτε καταρτίστηκε γραπτώς αλλά ήταν προφορική. Το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι η προφορική συμφωνία περιείχε τον όρο περί αμοιβής ύψους € 3.450. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης, όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Στην καλά γνωστή αυθεντία Γεωργίου Eιρήνη ν. Kυπριακών Aερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794, κρίθηκε ότι αναγκαίο στοιχείο για τη συνομολόγηση νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι η ύπαρξη πρότασης από το ένα μέρος, η οποία γίνεται αποδεκτή από το άλλο. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα το Δίκαιο των Συμβάσεων (ανωτέρω) σελ 100, η πρόταση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και σαφής. Αόριστες και ασαφείς προτάσεις ή εισηγήσεις δεν συνιστούν προτάσεις εν τη εννοία του Νόμου. Επιπλέον, στο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 42 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «In order to decide whether the parties have reached an agreement it is usual to inquire whether there has been a definite offer by one party and an acceptance of that offer by the other. In answering this question, the courts apply an objective test: if the parties have to all outward appearances agreed in the same terms upon the same subject matter neither can generally deny that he intended to agree». Επιπρόσθετα, στο ίδιο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, ανωτέρω, παράγραφος 48, καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «Two main rules govern the acceptance of an offer. The first is that there must be positive evidence from which the court may infer an acceptance: this may consist in words, in writing or in conduct; it may not consist simply in intention, for a mere mental acceptance is not enough. The second rule is that the acceptance must be communicated to the offeror. » Συνεπώς, το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να κριθεί, για να διαπιστωθεί το κατά πόσο καταρτίσθηκε η συγκεκριμένη σύμβαση υπό τους συγκεκριμένους όρους, είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα υπέβαλε σχετική πρόσφορα με τους επίδικους όρους και η Εναγόμενη αποδέχτηκε αυτούς. Όπως γίνεται δεκτό η αποδοχή της προσφοράς μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, παράγραφος 2-
- Ασφαλώς στην περίπτωση προφορικής σύμβασης είναι δυσχερέστερο να διαπιστωθεί κατά πόσο έγινε ρητή αποδοχή των όρων. Όμως στις περιπτώσεις που καθίσταται αναγκαίο να διερευνηθεί το κατά πόσο έγινε αποδεκτός, δια της συμπεριφοράς των μερών κάποιος συμβατικός όρος, τα Δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν συγκεκριμένα κριτήρια. Σχετικά παραπέμπω στην ακόλουθη διαφωτιστική ανάλυση από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) παράγραφος 2-030 : «Where an offer or an acceptance or both are alleged to have been made by conduct, the terms of the agreement may be more difficult to ascertain than where the agreement was negotiated by express words. The difficulty may be so great as to force the court to conclude that no agreement was reached at all. But sometimes the court can resolve the uncertainty by applying the standard of reasonableness, or by reference to another contract (whether between the same parties or between one of them and a third party ), or even to a draft agreement between them, which had never matured into a contract» ( η υπογράμμιση δική μου) Στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί το κατά πόσο υποβλήθηκε σαφής πρόταση από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη σε σχέση με το ύψος της αμοιβής της Ενάγουσας. Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιόν μου που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα υπέβαλε και η Εναγομένη αποδέχθηκε τον όρο περί αμοιβής ύψους € 3.
- Επιπρόσθετα, η ασάφεια στη μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το τι τελικά συμφωνήθηκε, όπως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω, δεν επιτρέπει την εξαγωγή ευρήματος ότι υποβλήθηκε έστω σαφής πρόταση. Αφ' ης στιγμής η συνομολόγηση της σύμβασης ακολουθεί την υποβολή της πρότασης, έπεται ότι η αδυναμία κάποιου να προσδιορίσει τι ακριβώς συμφωνήθηκε δεν επιτρέπει, κατά λογική συνέπεια, να εξαχθεί ότι υπεβλήθη συγκεκριμένη πρόταση. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η Εναγομένη δια της συμπεριφοράς της αποδέχθηκε τον συγκεκριμένο όρο. Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα περί το ότι υπεβλήθη συγκεκριμένη και σαφής πρόταση ως προς το ύψος της αμοιβής, η οποία έγινε αποδεκτή, έπεται ότι δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι καταρτίστηκε σύμβαση με το επικαλούμενο από την Ενάγουσα περιεχόμενο. Συνακολούθα, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα πως το ύψος της αμοιβής της θα ανέρχετο στο ποσό των € 3.450 πλέον εκτιμητικά έξοδα ως ισχυρίστηκε. Η αξίωση για εύλογη αμοιβή Η φύσης της αξίωσης για εύλογη αμοιβή επεξηγείται στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms, Vol 12
(2), παράγραφος 64, υπό τον τίτλο Quantum meruit, ως ακολούθως : «The remedy of quantum meruit may be used, either to recover a reasonable price for performance under a contract in which no price is specified, or by one party to recover damages, in the absence of a true contract, on the other party s implied promise to recompense him for his actions.» Επίσης, στη κυπριακή Νομολογία το ζήτημα της εύλογης αμοιβής έχει συνοψισθεί στην απόφαση Χατζηπαναγιώτου Χαράλαμπος ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 173, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, άν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123).» Από τα πιο πάνω προκύπτει πως η αξίωση για εύλογη αμοιβή μπορεί να εγερθεί, όταν κάποιο πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες υπό συνθήκες που δεικνύουν ότι το πράττει επ' αμοιβή, χωρίς όμως να υφίσταται συγκεκριμένη συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή και όχι, όταν η προβαλλόμενη συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής απορρίπτεται ή δεν αποδεικνύεται. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το ζήτημα της εύλογης αμοιβής αναδύεται, όταν δεν υφίσταται καθόλου συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή κάποιου επαγγελματία και όχι όταν είναι κοινά αποδεκτό ότι συμφωνήθηκε αμοιβή, αλλά τα μέρη διαφωνούν ως προς το ύψος αυτής. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η Ενάγουσα όφειλε να επιλέξει το κατά πόσο θα προωθούσε την εκδοχή της ύπαρξης συμφωνίας σε σχέση με την αμοιβή της ή εάν θα προωθούσε την αξίωσή της επί τη βάση της εύλογης αμοιβής. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα επέμεινε και προώθησε την εκδοχή ότι υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνηθείσα αμοιβή. Μετά την απόρριψη της πιο πάνω θέσης δεν μπορεί η Ενάγουσα να αξιώνει το ίδιο ποσό ως ποσό εύλογης αμοιβής, αφού είτε οι διάδικοι συμφώνησαν συγκεκριμένη αμοιβή είτε δεν συμφώνησαν συγκεκριμένη αμοιβή και αναδύεται η ανάγκη επιδίκασης ποσού ως εύλογη αμοιβή. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν μπορούσε να εξεταστεί ζήτημα εύλογης αμοιβής ο καθορισμός αυτής δεν μπορεί να είναι αυθαίρετος. Το Δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τη Νομολογία, να υπολογίσει το ποσό της εύλογης αμοιβής με τρόπο που να φαίνεται δίκαιο και για τις δύο πλευρές. Στην υπό κρίση υπόθεση ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων για να υπολογιστεί ποσό τυχόν εύλογης αμοιβής κατά τρόπο δίκαιο και για τις δύο πλευρές. Η σχετική μαρτυρία του ΜΕ2 έμεινε σε υποκειμενικό επίπεδο και δεν προσέφερε οτιδήποτε που να παρείχε υπόβαθρο βάσει του οποίου να μπορούσε να υπολογιστεί κατά τρόπο δίκαιο και για τις δύο πλευρές τυχόν ποσό εύλογης αμοιβής. Επομένως, κρίνω ότι η αξίωση για εύλογη αμοιβή δεν μπορεί να επιτύχει. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο