← Κύπρος

C.N.G.F. CONSTRUCTION LTD ν. COSTAPPIS BROS LTD, Αρ. Αγωγής: 5377/2011, 28/2/2020

C.N.G.F. CONSTRUCTION LTD ν. COSTAPPIS BROS LTD, Αρ. Αγωγής: 5377/2011, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5377/2011 Μεταξύ: C.N.G.F. CONSTRUCTION LTD Εναγόντων και COSTAPPIS BROS LTD Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 8.1.2019 για πώληση ακίνητης περιουσίας που επιβαρύνεται με ΜΕΜΟ Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Βορκάς Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Γαβριηλίδου Για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Μανέντζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής στις 8.1.2013 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €400.000 πλέον τόκο επί αυτού προς 8% ετησίως από 1.5.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €3.490 έξοδα πλέον €399,50 με τόκο προς 5.5% ετησίως επί αυτών από 5.8.2011 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €59 έξοδα της απόφασης πλέον το εκάστοτε σε ισχύ Φ.Π.Α. Η εκτέλεση της απόφασης αναστάληκε μέχρι 31.1.2014 πλην, όμως, οι Ενάγοντες διατήρησαν το δικαίωμα καταχώρησης MEMO επί της περιουσίας των Εναγομένων σε σχέση με το κτήμα με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Φ/Σχ 21/53Ε1, Τμήμα 2, Τεμάχιο XXXXX, 26/75 μερίδια στην Έγκωμη - Λευκωσία (στο εξής το «Ακίνητο»). Στις 15.2.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν MEMO με αριθμό ΕΒ756/13 επί του Ακινήτου, περιουσίας των Εναγομένων. Στις 8.1.2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την πώληση της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, που περιγράφεται στο MEMO με αρ. ΕΒ 756/13 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.1.2013 στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την πώληση του Ακινήτου και διάταγμα καθορισμού τιμής πώλησης που θα ορισθεί από το Δικαστήριο. Γ. Έξοδα MEMO ύψους €4,

  1. Δ. Έξοδα Εντάλματος Εκποίησης Κινητής Περιουσίας ημερομηνίας 4.8.2017 με αρ. 1060/17 ύψους €108,
  2. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 22 - 71, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.42 Θ.Θ.1 - 5 και Δ.48 ΘΘ.1 - 4, 8 και 9, και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγόντων κ. Ανδρέα Φιλίππου. Στην ένορκη του δήλωση ο κ Φιλίππου αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 8.1.2013 και στην καταχώρηση του ΜΕΜΟ με αρ.ΕΒ756/2013 επί του Ακινήτου (πιστό αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 και απόδειξη εγγραφής του ΜΕΜΟ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). Ο κ Φιλίππου επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 Πιστοποιητικό Έρευνας της Ακίνητης Ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Εναγομένων. Από το Πιστοποιητικό Έρευνας προκύπτει ότι το Ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Εναγομένων και ότι μερίδιο 34/975 αυτού επιβαρύνεται με την Υποθήκη XXXXX/2009 υπέρ της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ για το ποσό των €70.
  3. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται επίσης ότι οι Εναγόμενοι ασχολούνται με την εκτέλεση οικοδομικών και συναφών εργασιών ενώ η ανέγερση διαμερισμάτων επί του εν λόγω κτήματος αφορούσε αποκλειστικά την μετέπειτα εμπορική του εκμετάλλευση και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αναγκαίας στέγασης του εξ αποφάσεως χρεώστη και της οικογένειας του, ούτε οι Εναγόμενοι είναι γεωργοί. Δηλώνεται επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες έναντι του εξ' αποφάσεως χρέος τους και σημειώνεται ότι το ένταλμα κινητής περιουσίας που καταχωρήθηκε κατά των Εναγομένων στις 4.8.2017 με αρ. 1060/17 επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 6.9.2017 (η σχετική ειδοποίηση του αρμόδιου δικαστικού επιδότη σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι στερούνται κινητής περιουσίας στη διεύθυνση όπου είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6). Ο κ Φιλίππου επισυνάπτει ως Τεκμήρια 4 και 5 αλληλογραφία των δικηγόρων των Εναγόντων με το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με το ύψος των δαπανών που απαιτούνται για την εκποίηση του Ακινήτου. Σύμφωνα δε με την επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 5.2.2018, τα έξοδα πώλησης θα καθοριστούν από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό όταν και εφόσον κατατεθεί στο Κτηματολόγιο αίτηση για πώληση ακινήτου και επομένως δεν μπορούν να προσδιοριστούν εκ των προτέρων. Τέλος, στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας που ετοιμάστηκε από τους εκτιμητές ακινήτων Nicholas Kyriakou & Associates (Τεκμήριο 8), σύμφωνα με την οποία η αξία του κτήματος με αρ. εγγραφής 2/ XXXXX ξεπερνά τα €1.780.000 στο σύνολο της. Στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ Φιλίππου, οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση και στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Κατά την 17.5.2019 ο συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ δήλωσε ότι η υποθήκη XXXXX/2009 δεν σχετίζεται και δεν ενδιαφέρει την ΚΕΔΙΠΕΣ και ότι δικαιούχος της υποθήκης είναι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στις 10.10.2019 η συνήγορος που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας δήλωσε ότι υπό το φως των προνοιών του άρθρου 28 του Κεφ. 6 δεν ενίστανται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

(1)Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν καθότι το Ακίνητο αποτελεί αντικείμενο της Υποθήκης XXXXX/2009 ημερομηνίας 30.10.2009 την οποία οι Εναγόμενοι έχουν παραχωρήσει προς όφελος της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Η εν λόγω υποθήκη έχει προτεραιότητα αφού η εγγραφή αυτής προηγείται του εμπράγματου βάρους των Εναγόντων.
(2)Το αιτούμενο διάταγμα υπό (Β) δεν μπορεί να εκδοθεί και το Δικαστήριο δεν μπορεί να καθορίσει την τιμή πώλησης του Ακινήτου. Το άρθρο 40 του Κεφ.6 το οποίο προνοεί για ορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης από το Δικαστήριο δεν εφαρμόζεται σε ιδιοκτησία που είναι υποθηκευμένη. Επομένως, το εν λόγω διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί βάσει του άρθρου 40 του Κεφ. 6.
(3)Οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες του Ακινήτου μόνο κατά 26/75 μερίδιο χωρίς να υπάρχει συμφωνία διανομής, γεγονός το οποίο καθιστά αδύνατη την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθ' ότι: (α) Η πώληση μεριδίου του κτήματος επηρεάζει τρίτα άτομα, ήτοι τους συνιδιοκτήτες του κτήματος, οι οποίοι δεν έλαβαν γνώση της παρούσας αίτησης ενώ σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων τα συμφέροντα τους επί του κτήματος θα επηρεαστούν δυσμενώς. (β) Δεν μπορεί να υπολογισθεί η αξία του μεριδίου που κατέχουν οι Καθ' ων η αίτηση στο κτήμα αφού δεν υπάρχει συμφωνία διανομής. Επομένως η έκθεση εκτίμησης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική αφού αφορά ολόκληρο το κτήμα. (γ) Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καθορίσει τιμή πώλησης του Ακινήτου που αφορά τους Καθ' ων η αίτηση καθότι δεν υπάρχει εκτίμηση αναφορικά με το μερίδιο των Καθ' ων η αίτηση και/ή δεν θα μπορούσε να υπάρχει αφού δεν έχει καθοριστεί και διανεμηθεί μεταξύ των ιδιοκτητών ποια διαμερίσματα ανήκουν σε ποιόν.
(4)Σε κάθε περίπτωση δεν έχουν τεθεί αρκετά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να είναι σε θέση να καθορίσει την τιμή πώλησης του Ακινήτου.
(5)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία έτσι ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
(6)Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγομένων.
(7)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Κεφ. 6 και/ή τα όποια στοιχεία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλειπή με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καθοριστεί η επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης από το Δικαστήριο και συγκεκριμένα: (α) Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν πλήρωσαν ούτε προσφέρθηκαν να πληρώσουν τον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους των Εναγόμενων τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα. (β) Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν μπορούν να παράσχουν ασφάλεια ως επιτακτικά ορίζει το Άρθρο 28 (γ) του Κεφ. 6, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν για να μπορεί το Δικαστήριο να ορίσει επιφυλαχθείσα προσφορά για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης καθ' ότι: (i) Δεν υπάρχει συμφωνία διανομής και επομένως η εκτίμηση ολόκληρου του κτήματος ως το Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι αντιπροσωπευτική, (ii) Οι Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ως προς τα χρήματα που οφείλονται στον ενυπόθηκο δανειστή σήμερα, (iii) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη για τα έξοδα που θα προκύψουν από την πώληση ή σε σχέση με αυτήν και (iv) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στα ποσά που απαιτούνται για την δαπάνη της εκτέλεσης ως η προϋπόθεση της Δ.42 Θ.2 αναφέρει.
(8)Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στο ενδιαφερόμενο μέρος ήτοι τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Η ένσταση των Εναγομένων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της εταιρείας XXXXX Κωστάππη όπου υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και ζητείται η απόρριψη της αίτησης. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και δεν προέβηκαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τα όσα αμφότεροι υποστήριξαν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους είναι καταγεγραμμένα και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων, η οποία έχει επιβαρυνθεί με εγγραφή δικαστικής απόφασης (MEMO). Τόσο η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με εγγραφή δικαστικής απόφασης όσο και η εκτέλεση με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, αποτελούν μεθόδους εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 διέπει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας περιέχονται στα άρθρα 22 - 24 του Κεφ. 6, καθώς και στη Δ.42 ΘΘ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 6: «
  2. Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.» Περαιτέρω, το άρθρο 23 του Κεφ.6 προνοεί ότι: «
  3. Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένειά του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του. [...].» Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ. 6 κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους. Σε περίπτωση που η ακίνητη περιουσία της οποίας αξιώνεται η εκποίηση βαρύνεται με υποθήκη τίθενται σε εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 28 του Κεφ. 6 που έχουν ως εξής: «
  4. Όταν η ιδιοκτησία βαρύνεται με υποθήκη - (α) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο, αφού το ενυπόθηκο χρέος καταστεί πληρωτέο, να πληρώσει στον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, όλα τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα και δύναται να προσθέσει τα χρήματα που πληρώθηκαν με τον τρόπο αυτό στο ποσό του χρέους από δικαστική απόφαση· και το δικαστήριο όταν ικανοποιηθεί ότι τα ασφαλιζόμενα με την υποθήκη χρήματα έχουν πληρωθεί, δύναται να διατάξει την πώληση της ιδιοκτησίας (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνηθεί να δεχτεί την προσφορά των ασφαλισμένων με την υποθήκη χρημάτων που έγινε σε αυτόν από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το Δικαστήριο δύναται με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή να διατάξει όπως η ιδιοκτησία πωληθεί υπό τέτοιους όρους ως προς την πληρωμή από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή στο Δικαστήριο ή την εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους από αυτόν με άλλο τρόπο, όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο (γ) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται αντί να πληρώσει ή να προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, να γνωστοποιήσει σε αυτόν την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο έκδοση εντάλματος πώλησης· στην αίτηση αυτή και αφού ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παράσχει ασφάλεια που ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν, δύναται να εκδοθεί ένταλμα για πώληση της ιδιοκτησίας, το οποίο ορίζει την επιφυλαχθείσα από το Δικαστήριο προσφορά για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης· και αν δεν υπάρξει προσφορά ίση με την επιφυλαχθείσα η ιδιοκτησία δεν πωλείται (δ) το ποσό χρημάτων το οποίο εισπράττεται κατόπιν πώλησης δυνάμει της παραγράφου (γ), εφόσον αυτό επαρκεί, διατίθεται για πληρωμή πρώτα του οφειλόμενου βάσει της υποθήκης ποσού· δεύτερο, των εξόδων της πώλησης· τρίτο, του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· και το υπόλοιπο, αν υπάρχει ανήκει στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους (ε) αν το ποσό που εισπράχτηκε με τον τρόπο αυτό δεν επαρκεί για την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων την πώλησης, ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής είναι υπεύθυνος για το έλλειμα, αλλά δύναται, αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει κατ' αυτό τον τρόπο, να προσθέσει το ποσό του ελλείμματος στο ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως έξοδα εκτέλεσης: Νοείται ότι όταν το ακίνητο βαρύνεται με δύο ή περισσότερες υποθήκης - [..].» Από τις συνδυασμένες πρόνοιες των προαναφερόμενων άρθρων 22, 23, 24 και 28 του Κεφ.6, προκύπτει ότι ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  5. Αντίγραφο της διά κλήσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. άρθρο 24).
  6. Να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί.
  7. Να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή περιουσία (βλ. άρθρο 22).
  8. Η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας ζητείται η πώληση πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου (βλ. άρθρο 23).
  9. Όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του (βλ. πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 23).
  10. Όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του (βλ. δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 23).
  11. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία που πρόκειται να πωληθεί βαρύνεται με υποθήκη και δεν πληρώσει ή προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, ως δύναται να πράξει, πρέπει να γνωστοποιήσει στον ενυπόθηκο δανειστή την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα πώλησης της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ άρθρο 28(α) και (γ)). Ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας, η Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τιτλοφορείται «Execution by sale of immovable property» προβλέπει τα εξής (παρατίθενται οι πρόνοιες των Θεσμών 1 - 3 που είναι σχετικές): «
  12. Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration number, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor΄s name.
  13. The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the enumber of the debtor΄s family, the house accommodation left, and (where necessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant΄s belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.
  14. A copy of the application and the affidavit in support thereof shall be served upon the debtor.» Μελετώντας τις πρόνοιες της Δ.42 διαπιστώνεται ότι αίτηση για εκτέλεση με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά και να αποκαλύπτει τα ακόλουθα: A. Η αίτηση πρέπει να γίνεται δια κλήσεως, να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και να επιδίδεται στον χρεώστη (βλ. Δ.42 ΘΘ.1-3) Β. Στην αίτηση θα πρέπει να αναφέρεται η περιουσία της οποίας επιδιώκεται η πώληση, ο αριθμός εγγραφής, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκταση της (βλ. Δ.42 Θ.1) Γ. Θα πρέπει επίσης να αναφέρονται τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που διεκδικείται να ανακτηθεί και θα πρέπει να επισυνάπτονται σχετικές αποδείξεις ή μαρτυρία για υποστήριξη τους (βλ. Δ.42 Θ.1). Δ. Να επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση (βλ. Δ.42 Θ.1). Ε. Να επισυνάπτεται πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη (βλ. Δ.42 Θ.1). Στ. Η αίτηση να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη ή να αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού (βλ. Δ.42 Θ.2). Ζ. Στην ένορκη δήλωση να αναφέρονται τα ποσά που απαιτούνται ως παρεπόμενα έξοδα της εκτέλεσης (βλ. Δ.42 Θ.2). Η. Στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι φυσικό πρόσωπο, στην ένορκη δήλωση θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του χρεώστη, η οικία που παραμένει για διαμονή, και όπου είναι αναγκαίο η γη που θα εξαιρεθεί σαν αναγκαία για τη συντήρηση του χρεώστη και της οικογένειας του και επίσης να δηλώνεται από τον αιτητή ότι, εξ όσων αυτός καλύτερα πιστεύει, έχει γίνει επαρκής πρόνοια για τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του, από αυτή την άποψη (βλ. Δ.42 Θ.2). Μελέτη των προνοιών των άρθρων 22, 23, 24 και 28 του Κεφ. 6 και της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεικνύει ότι κάποιες εξ αυτών θέτουν τις ίδιες ή παρόμοιες προϋποθέσεις, και για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων θα εξεταστούν μαζί, κατωτέρω. Εξέταση της αίτησης και κατά πόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσον στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, σημειώνω τα ακόλουθα: ● Η αίτηση να έχει γίνει διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει την οφειλή του χρέους και η οποία να έχει επιδοθεί στον εξ αποφάσεως χρεώστη Η υπό κρίση αίτηση έγινε διά κλήσεως και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ Φιλίππου, διευθυντή των Εναγόντων - Αιτητών. Η αίτηση με την συνοδεύουσα αυτήν ένορκη δήλωση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση, με τρόπο ώστε οι προϋποθέσεις υπό
(1)και (Α) πιο πάνω να πληρούνται. ● Στην αίτηση να επισυνάπτεται επίσημο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, το χρέος να μην έχει εξοφληθεί και να γίνεται αναφορά στα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που διεκδικείται να ανακτηθεί Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 8.1.2013 που εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση του κ Φιλίππου αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό έχουν πληρώσει μέχρι σήμερα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο και προσδιορίζεται με την απαραίτητη σαφήνεια Συνεπώς και οι προϋποθέσεις υπό
(2), (Γ), (Δ) και (Στ), ως αυτές αριθμήθηκαν πιο πάνω, ικανοποιούνται. ● Ο χρεώστης να στερείται κινητής περιουσίας προτού εκδοθεί ένταλμα πώλησης ακίνητης περιουσίας Σύμφωνα με την μαρτυρία του κ Φιλίππου, το ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας το οποίο εκδόθηκε εις βάρος των Εναγομένων με αρ. 1060/2017 επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ως αναφέρεται στη σχετική ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη (Τεκμήριο 6), η εκτέλεση του εντάλματος δεν ήταν δυνατή καθότι οι Εναγόμενοι στερούνται κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση στη διεύθυνση οδός Αλέκου Κωνσταντίνου 10, Διαμ. 1, Λευκωσία, όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Επομένως πληρείται και η προϋπόθεση υπό
(3)πιο πάνω. ● Περιγραφή περιουσίας, Πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου και εγγραφή της περιουσίας στο όνομα του καθ' ου η αίτηση Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση του αιτητή που τη συνοδεύει γίνεται επαρκής περιγραφή του Ακινήτου του οποίου επιδιώκεται η πώληση και όλων των αναγκαίων στοιχείων αυτού. Περαιτέρω, από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ Φιλίππου προκύπτει ότι το Ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Εναγομένων και το μερίδιο τους επί του κτήματος. Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται από τους Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς, πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπό
(4), (Β) και (Ε) πιο πάνω. ● Εξαίρεση για την αναγκαία στέγαση για τον εξ αποφάσεως χρεώστη και την οικογένεια του Όπως έχει ήδη σημειωθεί, οι Εναγόμενοι, ιδιοκτήτες του Ακινήτου, είναι εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο που βρίσκεται σε άλλη διεύθυνση με τρόπο ώστε να μην τυγχάνει εφαρμογής η πιο πάνω αναφερόμενη εξαίρεση. ● Εξαίρεση γης όταν ο χρεώστης είναι γεωργός Παρομοίως, οι Εναγόμενοι δεν ασχολούνται με γεωργικές εργασίες και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξαίρεσης από την πώληση μέρους της γης για διεξαγωγή του επαγγέλματος του γεωργού προς το σκοπό συντήρησης του εξ αποφάσεως χρεώστη και της οικογένειας του. ● Προϋποθέσεις όταν η ακίνητη ιδιοκτησία είναι υποθηκευμένη Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και από το Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 3), το Ακίνητο βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/2009 η οποία είναι προγενέστερη της εγγραφής του MEMO που ενέγραψαν οι Αιτητές επί αυτού. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν ούτε προσφέρθηκαν να πληρώσουν τον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους των Εναγομένων και εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλετών τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν επιβεβλημένο με βάση το εδάφιο (α) του άρθρου 28, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο (γ) του ίδιου άρθρου. Σε αυτή τη βάση και σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (γ) του άρθρου 28 του Κεφ. 6, οι Αιτητές επέδωσαν την αίτηση στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σημερινό δικαιούχο της υποθήκης, γνωστοποιώντας έτσι σε αυτούς την πρόθεση τους να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος πώλησης. Από την πλευρά της, η Ελληνική Τράπεζα δεν ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα επηρεασμού των δικαιωμάτων και/ή των συμφερόντων τους ως ενυπόθηκοι δανειστές. Μελέτη των προνοιών των άρθρων 28 και 40 του Κεφ. 6 δεικνύει πως σε περίπτωση που η περιουσία η οποία ζητείται να εκποιηθεί είναι υποθηκευμένη, δεν απαιτείται καθορισμός επιφυλαχθείσας τιμής από το Δικαστήριο[1]. Το δε εδάφιο (γ) του άρθρου 28 αναφέρεται στην προσφορά που γίνεται σύμφωνα με τα εδάφια (α) και (β) από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή προς τον ενυπόθηκο δανειστή και σε μια τέτοια περίπτωση δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να καθορίσει επιφυλαχθείσα τιμή. Όταν τα ακίνητα των οποίων ζητείται η εκποίηση είναι υποθηκευμένα τότε ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 28(γ) του Κεφ. 6, να παράσχει ασφάλεια που να ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν. Το ζήτημα αυτό άπτεται οδηγιών του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί υποχρέωση των Αιτητών που απορρέει εκ του Νόμου ή των Κανονισμών να παρέχουν πληροφορίες ως προς τα έξοδα αυτά. ● Αναφορά στις δαπάνες της εκτέλεσης Στην αίτηση γίνεται αναφορά στα έξοδα τα οποία υπέστηκαν οι Ενάγοντες για σκοπούς υποβολής της παρούσας αίτησης, ήτοι τα έξοδα καταχώρησης του ΜΕΜΟ και τα έξοδα που διενεργήθηκαν σε σχέση με το ένταλμα πώλησης κινητής περιουσίας. Σε ό,τι αφορά στα έξοδα που θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν, ως έχει ήδη σημειωθεί αμέσως πιο πάνω, το Δικαστήριο θα δώσει ανάλογες οδηγίες για κατάθεση ασφάλειας αναφορικά με αυτά και επομένως τα έξοδα αυτά, με τρόπο ώστε το ζήτημα δεν χρήζει περαιτέρω συζήτησης. Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές εκπλήρωσαν τις προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 23 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Απομένει να εξεταστεί η ένσταση που εγείρεται από τους Εναγόμενους επί τω ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεαστούν τα συμφέροντα τρίτων προσώπων τα οποία δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Σε σχέση με το θέμα αυτό, παρατηρώ ότι ενώ στην ένσταση γίνεται λόγος για τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών, στο στάδιο των αγορεύσεων η κα Γαβριηλίδου αναφέρθηκε και στα δικαιώματα των προσώπων που έχουν εγγράψει εμπράγματα βάρη επί του Ακινήτου πριν από την εγγραφή του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ756/
  1. Κληθείσα να παραπέμψει το Δικαστήριο σε νομοθετική πρόνοια που να υποστηρίζει τη θέση της περί αναγκαιότητας γνωστοποίησης της αίτησης στα πρόσωπα αυτά, η συνήγορος δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Σε σχέση με το θέμα αυτό αποτελεί κρίση μου ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν απαιτείται η συναίνεση και/ή συγκατάθεση των προσώπων που κατέχουν τα υπόλοιπα μερίδια επί του κτήματος ή αυτών που έχουν εγγράψει εμπράγματα βάρη επί αυτού. Το άρθρο 22 του Κεφ.6, προβλέπει ότι «Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους...». Συνεπώς, ο νομοθέτης δεν απαιτεί τη γνωστοποίηση της αίτησης σε τρίτα πρόσωπα ή τη συναίνεση αυτών στην έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Ό,τι απαιτείται είναι η συναίνεση του εξ αποφάσεως χρεώστη, νοουμένου ότι η ακίνητη περιουσία που θα πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει «μόνο την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου» και η γνωστοποίηση της αίτησης στον ενυπόθηκο δανειστή σε περίπτωση που η περιουσία της οποίας ζητείται η εκποίηση είναι υποθηκευμένη. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι κατά την εκποίηση του Ακινήτου θα τηρηθεί από το Κτηματολόγιο η σειρά προτεραιότητας οποιωνδήποτε ΜΕΜΟ ή επιβαρύνσεων τυχόν προηγούνται των ΜΕΜΟ που ενέγραψαν οι Αιτητές επί του Ακινήτου ενώ με βάση το άρθρο 32 του Κεφ. 6, κάθε πρόσωπο που αξιώνει συμφέρον επί ακίνητης ιδιοκτησίας για την πώληση της οποίας εκδόθηκε ένταλμα, δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο αναστολή της πώλησης και το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλους τους ενδιαφερόμενους να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ως ήθελε θεωρήσει δίκαιο. Ερχόμενη, τέλος, στη θέση των Καθ'ων η αίτηση περί καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, περιορίζομαι να σημειώσω ότι ο Νόμος δεν τάσσει οποιαδήποτε προθεσμία. Περαιτέρω, από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δεν επεξηγήθηκε με ποιο τρόπο επηρεάστηκαν τα δικαιώματα τους συνεπεία της υποβολής της αίτησης στο παρόν στάδιο. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα πώλησης εκποίησης του Ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο Α της αίτησης, ιδιοκτησίας των Εναγομένων, δια δημόσιου πλειστηριασμού. Το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων όπως και εξόδων συνολικού ποσού €112,28 που αφορούν έξοδα καταχώρησης ΜΕΜΟ και εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας. Οποιοδήποτε ποσό, ως προϊόν της πώλησης περισσεύει, να αποδοθεί στους Εναγόμενους. Η επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης του Ακινήτου να καθοριστεί από το Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κατόπιν προγενέστερης επίσκεψης, ως και ο καθορισμός της ημερομηνίας πώλησης του Ακινήτου. Να τηρηθεί από το Κτηματολόγιο η σειρά προτεραιότητας οποιωνδήποτε ΜΕΜΟ ή επιβαρύνσεων τυχόν προηγούνται του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ756/2013 που ενέγραψαν οι Αιτητές επί του Ακινήτου. Οι Αιτητές να καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το ποσό των €1.000 για τα έξοδα δαπάνης της πώλησης. Σε περίπτωση που το ποσό δεν χρησιμοποιηθεί εξ ολοκλήρου, τυχόν υπόλοιπο να επιστραφεί στους Αιτητές. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πληρωθούν από το προϊόν της πώλησης, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
  2. Το Δικαστήριο δύναται, κατά την έκδοση εντάλματος, να δώσει οδηγίες να μην πωληθεί η ιδιοκτησία εκτός αν το ποσό που προσφέρεται είναι ίσο ή υπερβαίνει την επιφυλαχθείσα τιμή η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια οδηγία δύναται να δοθεί από το Δικαστήριο με αίτηση του προσώπου του οποίου η ιδιοκτησία διατάχτηκε να πωληθεί και αφού αυτό εξασφαλίσει, κατά τέτοιο τρόπο ως το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει, την πληρωμή οποιασδήποτε πρόσθετης δαπάνης που δυνατό να συνεπάγεται η οδηγία αυτή0 αν δοθεί τέτοια οδηγία η επιφυλαχθείσα τιμή πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται στο ένταλμα πώλησης και καμιά πλειοδοσία ή προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός αν είναι ίση με την επιφυλαχθείσα τιμή ή υπερβαίνει αυτή: Νοείται ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται σε ιδιοκτησία που είναι υποθηκευμένη σύμφωνα με το νόμο για πληρωμή χρέους». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.