IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 9622/2010, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9622/2010 Μεταξύ: IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD Ενάγουσας και ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγομένης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Ανδρέου, για Ανδρέου, Χατζηχριστοφής Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Θ. Ιωαννίδης, για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή της και επικαλούμενη την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης, η Ενάγουσα αξιώνει το ποσόν των €112.498,99, το οποίον η ίδια κατέβαλε μετά την επιδίκαση του εν λόγω ποσού εις βάρος της στην αγωγή υπ' αρ.13./04 («η αγωγή Πάφου»). Βασικά είχε κριθεί εκ προστήσεως υπεύθυνη για τον θάνατο πεζού σε ατύχημα στο οποίο εμπλέκετο εργοδοτούμενος της («ο Μ.Ε.2»), ο οποίος οδηγούσε το δικό της όχημα («ο εκσκαφέας») υπ' αρ.CA.31 στις 10.4.03 στα πλαίσια επανασφαλτόστρωσης της οδού Αισώπου στην Πάφο. Η Εναγόμενη ασφαλιστική προέβαλε πως για το επίδικο ατύχημα δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη διότι: (
- i)ο οδηγός ήταν κάτω των 25 ετών (
- ii)ο εκσκαφέας χρησιμοποιείτο ως εργαλείο-μηχάνημα και (iii) το σημείο ατυχήματος ήταν σε εργοτάξιο, δηλαδή σε χώρο πέραν της οδού. Η Ενάγουσα αγορεύοντας δέχθηκε ότι ο οδηγός ήταν κάτω των 25 ετών αλλά εμμένει στις δικογραφηθείσες θέσεις ότι υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη, ότι το ατύχημα ήταν τροχαίο καθότι ο οδηγός είχε τελειώσει με την εργασία σκουπίσματος της οδού (με τον εκσκαφέα), ότι το κοινό είχε πρόσβαση στην οδό και κυρίως προβάλλει τη θέση ότι υπό τις περιστάσεις η εναγόμενη εγκατέλειψε (waived) οποιαδήποτε τυχόν ένσταση στην παροχή ασφαλιστικής κάλυψης, οπότε εμποδίζεται (estopped) να αρνείται κάλυψη ακριβώς λόγω της ενεργούς συμμετοχής της και ή του χειρισμού της υπεράσπισης (της Ενάγουσας και του οδηγού) κατά την ακρόαση της αγωγής στην Πάφο. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες ενώ η Εναγόμενη παρουσίασε τρεις προς υπεράσπιση της. Όλοι οι μάρτυρες παρουσίασαν γραπτές δηλώσεις τους (Έγγραφα Α-Ε) ενώ συνολικά κατατέθηκαν 32 έγγραφα (Τεκμήρια 1-32), ορισμένα εξ αυτών εκ συμφώνου. Η Μ.Ε.1, κα Ανδρέου, δικηγόρος, στη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Α, αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως μετά από αποδοχή προσφοράς (Τεκμήριο 2) η Εναγόμενη είχε εκδώσει στις 19.4.03 πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3) και στις 10.4.03 καλυπτικό σημείωμα στη βάση σχετικού ασφαλιστηρίου (Τεκμήριο 1). Αργότερα στην αγωγή Πάφου η Εναγομένη επέλεξε ως επιπλέον δικηγόρους το γραφείο που την εκπροσωπεί στην παρούσα, οι οποίοι είχαν και τον χειρισμό της αγωγής (Τεκμήριο 12 τα πρακτικά) ενώ συμμετείχαν και στον χειρισμό της έφεσης μετά την απόρριψη της οποίας η Ενάγουσα κατέβαλε το προαναφερθέν ποσό. Κατά την προφορική της μαρτυρία, κατέθεσε, πέραν των εγγράφων που είχαν κατατεθεί εκ συμφώνου (Τεκμήρια 1-14), σειρά άλλων εγγράφων ως Τεκμήρια 15-25. Αντεξεταζόμενη απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με τα απεικονιζόμενα στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 14, διαφωνώντας ότι η οδός ήταν κλειστή κατά την ημέρα του ατυχήματος ή ότι ήταν εργοτάξιο. Δήλωσε ότι το καλυπτικό σημείωμα δεν το είχε αλλά το έλαβε από τον αντίδικο της, προσθέτοντας ότι είχε υπόψιν το πιστοποιητικό ασφάλισης ημερ. 19.4.03 για κάλυψη από 1.4.03. Δέχθηκε ότι οι καταγραφές γεγονότων στη δήλωση της ήταν στη βάση των όσων έμαθε κατά τον χειρισμό της ποινικής υπόθεσης και της αγωγής Πάφου. Στη συνέχεια κατατέθηκαν εκ συμφώνου ακόμα κάποια έγγραφα (Τεκμήρια 26-31). Ο Μ.Ε.2 κ. Κωνσταντίνου ήταν ο οδηγός του εκσκαφέα κατά το ατύχημα. Στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, περιγράφει τις συνθήκες του ατυχήματος και τις δύο υποθέσεις τις οποίες αντιμετώπισε. Ήταν η θέση του πως οι ένοικοι της οδού, παρά τις πινακίδες, είχαν πρόσβαση στην οδό και στάθμευαν εκεί. Αντεξεταζόμενος απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με τις φωτογραφίες και το ίδιο το ατύχημα. Η Μ.Υ.1 κα Καραϊσκάκη, Διευθύντρια στο Τμήμα Απαιτήσεων της Εναγομένης, στη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Γ) αναφέρθηκε στη διαδικασία έκδοσης ασφαλιστηρίων προς όφελος της Ενάγουσας, στην υποβολή απαίτησης μετά το ατύχημα, στο αίτημα της Ενάγουσας να προστεθεί ο οδηγός ονομαστικά στο ασφαλιστήριο έγγραφο, πράγμα που έγινε με έναρξη στις 15.4.03, και στο ότι εκδόθηκε καλυπτικό σημείωμα για τις εργασίες ασφαλτόστρωσης που εκτελούσε ο εκσκαφέας αλλά από τις 10.4.03 και ώρα 16:00, ήτοι μετά το ατύχημα. Αντεξεταζόμενη προέβαλε πως εξαρχής είχαν ξεκαθαρίσει τη θέση τους ότι δεν θα κάλυπταν την Ενάγουσα. Στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με κάποια έγγραφα όπως το ασφαλιστήριο και τον πίνακα του (Τεκμήριο 3), δέχθηκε ότι υπήρχε από 1.4.03 ασφάλεια αλλά με εξαιρέσεις, καθώς και ότι μετά το ατύχημα υπήρξε συνάντηση στα γραφεία τους, υποστηρίζοντας ότι εξήγησαν εκεί τη θέση τους στην Ενάγουσα και ότι για δύο οδηγούς είχε δοθεί κάλυψη από 10.4.03 και ώρα 16:00. Τέλος εξήγησε για ποιους λόγους είχαν διορίσει δικό τους δικηγόρο στην αγωγή Πάφου. Η Μ.Υ.2 κα Ισαάκ, επίσης εργοδοτούμενη στην Εναγόμενη ως Λειτουργός στον Κλάδο Μηχανοκινήτων, στη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Δ), αναφέρθηκε στην κατακύρωση προσφοράς για έκδοση ασφαλιστηρίων εγγράφων με καλύψεις από 1.4.03 σύμφωνα με τους πίνακες και τις εξαιρέσεις τους, στο υποβληθέν στις 10.4.03 αίτημα για καλυπτικό σημείωμα και στο υποβληθέν αίτημα στις 15.4.03 για κάλυψη αριθμού υπαλλήλων σε συγκεκριμένα οχήματα, πράγμα που έγινε στις 16.4.03 με εφαρμογή από 15.4.03 οπότε εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης. Όταν αργότερα υπεβλήθη απαίτηση για κάλυψη του ατυχήματος, κρίθηκε πως δεν υπήρχε κάλυψη, κατά την επίδικη ημερομηνία, λόγω των τριών εξαιρέσεων (ηλικία, μηχάνημα, οδός). Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι στις 15.4.03 είχαν λάβει μέσω τηλεομοιοτύπου επιστολή για κάλυψη συγκεκριμένων οδηγών ηλικίας μικρότερης των 25 ετών, οπότε προχώρησαν στην πρόσθετη πράξη ημερ. 16.4.03 ενώ βάσει της αρχικής προσφοράς είχαν εκδοθεί γύρω στα 350 ασφαλιστήρια στις 19.4.03. Επανέλαβε ότι για άτομα κάτω των 25 ετών είχαν ενημερωθεί στις 15.4.03 οπότε τότε έδωσαν κάλυψη ενώ από 1.4.03 είχαν καλυφθεί άτομα πέραν των 25 ετών. Ο Μ.Υ.3 κ. Μακρής, Διευθυντής της Διεύθυνσης Οχημάτων της Εναγομένης, στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Ε), αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στο στάδιο υποβολής προσφορών για τα ασφαλιστήρια, στην αποδοχή (Τεκμήριο 2), σε συνάντηση που είχαν μετά το ατύχημα με διευθυντή της Ενάγουσας όπου ζητήθηκε αναδρομική κάλυψη και στην απόρριψη της εισήγησης αυτής. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι μετά από επιστολή ημερ. 15.4.03 προσέθεσαν κάποιους οδηγούς ονομαστικά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες με κάθε επιβαλλόμενη προσοχή και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Σημειώνω ευθύς εξαρχής πως σχημάτισα γενικά καλή εικόνα για όλους και δεν θεωρώ ότι οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες είχε πρόθεση να παραποιήσει γεγονότα ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αντιθέτως σχημάτισα την εντύπωση πως όλοι προσπάθησαν να παραθέσουν τα γεγονότα όπως τα είχαν βιώσει αν και σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το έπραξαν βάσει των όσων είχαν αντιληφθεί και οι ίδιοι μέσα από έγγραφα ή εξιστορήσεις άλλων εμπλεκομένων, στοιχείο το οποίο συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση, ως θα φανεί κατωτέρω. Παρά τη γενική καλή εικόνα θα πρέπει να πω ότι υπάρχουν σημεία από τη μαρτυρία κάποιων τα οποία αξιολογούμενα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά είτε επειδή αντιφάσκουν με άλλη αξιόπιστη προφορική ή πραγματική μαρτυρία είτε επειδή δεν συνάδουν με προηγούμενες δηλώσεις ή την κοινή λογική, ως επίσης εξηγείται ειδικότερα πιο κάτω. Εν πρώτοις λοιπόν συνάγεται ως αναντίλεκτο πως η Εναγόμενη υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστική εταιρεία όντως υπέβαλε προς την Ενάγουσα προσφορά ημερ. 26.3.03 (Τεκμήριο 2) για ασφαλιστική κάλυψη 359 μηχανοκινήτων οχημάτων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Ρητώς αναφερόταν ότι η προσφερόμενη κάλυψη ήταν για όλους τους εργοδοτούμενους της Ενάγουσας ηλικίας 25-65 ετών, με εξαίρεση κάποια οχήματα (σαλούν και μοτοσικλέτες) για τα οποία επεκτείνετο μέχρι τα 70 έτη. Δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω προσφορά έγινε αποδεκτή και ότι με νεότερη επιστολή της ημερ. 2.4.03 η Εναγόμενη ενημέρωσε τον όμιλο στον οποίο ανήκε η Ενάγουσα ότι αποδέχεται την ασφάλιση των οχημάτων της με βάση τους καταλόγους οχημάτων, μηχανημάτων και οδηγών, που είχαν επισυναφθεί, με ισχύ από 1.4.03 έως 31.6.03 (προφανώς εννοούσε 30.6.03), καθώς και ότι όλες οι καλύψεις υπέκειντο στους όρους και εξαιρέσεις των συμβολαίων και της προσφοράς ημερ. 26.3.03 (Τεκμήριο 2). Επιβεβαιώνεται με αυτό τον τρόπο η Μ.Υ.2 η οποία εξήγησε σαφώς πως με την κατακύρωση της προσφοράς και ακολούθως την έκδοση ασφαλιστηρίων, η Εναγόμενη αποδέχθηκε την παροχή ασφαλιστικών καλύψεων από 1.4.03 σύμφωνα με τους όρους του κάθε συμβολαίου, του πίνακα και τις εξαιρέσεις αυτού. Το ουσιώδες από τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 είναι η επίσης αναντίλεκτη εξήγηση της πως δεδομένης της συμφωνηθείσας κάλυψης από 1.4.03 η διαδικασία η οποία ακολουθείτο για την έκδοση των ασφαλιστηρίων και των πιστοποιητικών και κυρίως η περίοδος ολοκλήρωσης της (διαδικασίας) ήταν ανάλογη και του όγκου εργασιών της συγκεκριμένης συνεργασίας καθώς και της ασφαλιστικής εταιρείας γενικότερα. Είναι αυτό που εννοούσε προφορικά όταν έλεγε πως «. είναι ένας μεγάλος όγκος ασφαλιστηρίων, γύρω στα 350, ήταν αδύνατο με τα ηλεκτρονικά μέσα που διαθέταμε την εποχή εκείνη να εκδώσουμε αυθημερόν 350 συμβόλαια», προσθέτοντας ότι έπρεπε να καταχωρηθούν τα στοιχεία για όλα ως η αρχική συμφωνία, ακολούθως εάν υπήρχαν αλλαγές να εντοπιστούν, να ληφθούν υπόψιν και μετά να εκδοθούν τα έντυπα όλα, οπότε υπήρχε καθυστέρηση στην εκτύπωση και για αυτό η έκδοση των εγγράφων εν τέλει επετεύχθη στις 19.4.03. Πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας όμως και την έκδοση των ασφαλιστηρίων, ατυχώς μεσολάβησε το επίδικο ατύχημα στην Πάφο. Ο μοναδικός οποίος έχει άμεση γνώση για τα διαδραματισθέντα εκείνης της ημέρας είναι εκ των πραγμάτων ο Μ.Ε.2, ο οποίος ήταν ο οδηγός και χειριστής του εκσκαφέα κατά την ώρα του ατυχήματος, ο οποίος ως δέχθηκε ήταν κάτω των 25 ετών (γεννηθείς το 1979). Σαφέστατα προτιμάται η δική του μαρτυρία σε αντίθεση με εκείνη της Μ.Ε.1, η οποία βέβαια δεν ήταν παρούσα και όσα ανέφερε ήταν εξ ακοής και εκ της εμπλοκής της στις προηγούμενες υποθέσεις (ποινική και αστική). Τα βασικά γεγονότα λοιπόν, με μια εξαίρεση και κάποιες απαιτούμενες διευκρινίσεις, είναι ως τα αναφέρει ο Μ.Ε.2 στις §§2-5 και 7 της γραπτής δήλωσης του, τα οποία και αποδέχομαι και έχουν ως εξής: «2. Στις 10.4.2003 και γύρω στις 12.40 μ.μ. επεσυνέβη ατύχημα μεταξύ του οχήματος τύπου εκσκαφέα που οδηγούσα με αρ. εγγραφής CA.31, ιδιοκτησία των εναγόντων και του πεζού XXXXX Δημητρίου. Ο συγκεκριμένος εκσκαφέας τύπου ντίκερ, μπροστά είχε κάδο με σκούπα. Η σκούπα χρησιμοποιείτο για το σκούπισμα του δρόμου πριν την τοποθέτηση του πρέμιξ. Στο κέντρο του πισινού μέρους του εκσκαφέα υπήρχε η πύγα. Την συγκεκριμένη μέρα μου είχε ζητηθεί από τον επιστάτη κ. Γεωργίου να επιστρέφω στην οδό Αισώπου στην Πάφο για να σκουπίσω κάτι κομμάτια που έμειναν πίσω από το προηγούμενο σκούπισμα που είχε γίνει στο δρόμο της οδού Αισώπου. Συγκεκριμένα μου ζητήθηκε να σκουπίσω μέρος της λωρίδας του δρόμου που δεν είχε ακόμα ασφαλτοστρωθεί. 3. Ακολουθώντας τις εντολές του επιστάτη μου, μετέβηκα στην συγκεκριμένη οδό και εκτέλεσα την εργασία που μου ανατέθηκε και σκούπισα τα συγκεκριμένα κομμάτια. Ακολούθησε μεσημεριανό με τους συνάδελφους μου και τον Δημήτρη Δημητρίου. Ο Δημήτρης ήταν υπάλληλος άλλης εταιρείας η οποία προμήθευσε εκείνη την ημέρα πρέμιξ για την ασφαλτόστρωση του δρόμου. 4. Περίπου η ώρα 12.35 π.μ. ο XXXXX και εγώ ξεκινήσαμε να συνεχίσουμε τη δουλειά μας. Ο εκσκαφέας βρισκόταν σταθμευμένος πάνω στην μη ασφαλτοστρωμένη λωρίδα της οδού Αισώπου, στο μέρος όπου προηγουμένως είχα σταματήσει το σκούπισμα. 5. Ανέβηκα στον εκσκαφέα, ξεκίνησα την μηχανή και άρχισα να οδηγώ με πισινή ταχύτητα προς την οδό Νέστωρος έχοντας την ίδια πορεία με τον XXXXX, χωρίς να έχω θέσει σε λειτουργία τη σκούπα. Ο κάδος με τη σκούπα ήταν στη θέση που βρίσκεται όταν οδηγούσα τον εκσκαφέα χωρίς χρήση της σκούπας. Ενώ οδηγούσα τον εκσκαφέα με πισινή ταχύτητα σε ευθεία γραμμή επί της λωρίδας της οδού Αισώπου που δεν είχε ακόμα ασφαλτοστρωθεί και ενώ ο XXXXX περπατούσε με την ίδια κατεύθυνση στην άκρη του παγκέτου, πολύ κοντά στον εκσκαφέα, είδα τον XXXXX να γέρνει προς το δρόμο πίσω από τον εκσκαφέα. Προσπάθησα να σταματήσω έγκαιρα τον εκσκαφέα αλλά δυστυχώς ο XXXXX τραυματίστηκε θανάσιμα. Πριν κτυπήσω τον XXXXX είχα διανύσει απόσταση 10 - 15 μέτρων περίπου. Την ημέρα του δυστυχήματος η αστυνομία πήρε φωτογραφίες του χώρου του ατυχήματος και τις οποίες φαίνεται ο εκσκαφέας ακριβώς στην κατάσταση και θέση που τον οδηγούσα κατά τη στιγμή του ατυχήματος. 6. .......................... 7. Σε ότι αφορά την κατάσταση της οδού Αισώπου κατά την ημέρα και χρόνο του επίδικου ατυχήματος, θυμούμαι ότι υπήρχαν σπίτια σε αυτή και παρά τις συνηθισμένες πινακίδες που είχαμε τοποθετήσει, οχήματα των κατοίκων της οδού είχαν πρόσβαση και πάρκαραν εκεί. Μάλιστα για να μην επηρεαστούν οι κάτοικοι από τις εργασίες, η ασφαλτόστρωση έγινε πρώτα στην μία λωρίδα του δρόμου και μετά στην άλλη λωρίδα του δρόμου. Στις φωτογραφίες που πήρε η Αστυνομία λίγο μετά το ατύχημα φαίνονται τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα. Επίσης τη στιγμή του ατυχήματος η μία λωρίδα του δρόμου στην συγκεκριμένη οδό είχε ήδη ασφαλτοστρωθεί.» Πράγματι, πλείστα όσα αναφέρει ο Μ.Ε.2 απεικονίζονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 14, οι οποίες λήφθησαν αργότερα την ίδια μέρα. Ο Μ.Ε.2 επιβεβαιώνεται για την ύπαρξη πινακίδων στην είσοδο της οδού με την ένδειξη «Δρόμος Κλειστός», καθώς και κώνων τροχαίας, που συνιστούν σαφείς ενδείξεις για την απαγόρευση χρήσης του οδοστρώματος ή της οδού (φωτ.1-4). Άλλωστε θα ήταν ανασφαλές και παράλογο να γίνονται εργασίες ασφαλτόστρωσης και παράλληλα να χρησιμοποιείται ο δρόμος. Αυτό που προσπάθησε να εξηγήσει ο Μ.Ε.2 - και το οποίο δέχομαι - είναι πως η απαγόρευση δεν γινόταν σεβαστή από όλους τους περιοίκους υπό την έννοια ότι έτυχαν περιπτώσεις που κάποιοι μετακίνησαν τους κώνους και εισήλθαν στον δρόμο για να μεταβούν στα σπίτια τους. Αυτό βέβαια πόρρω απέχει από την εμφανώς παρατραβηγμένη θέση του ότι όσα αυτοκίνητα απεικονίζονται στις φωτογραφίες, είχαν εισέλθει κατ' αυτό τον τρόπο και ανήκαν σε περιοίκους. Είναι λογικό πως οι εκ των υστέρων ληφθείσες φωτογραφίες απεικονίζουν την δημιουργηθείσα μετά το ατύχημα κατάσταση και την άφιξη εκεί διαφόρων (π.χ. ερευνώντων, συγγενών ή ενδιαφερομένων). Ενδεικτικό είναι πως απεικονίζεται μεταξύ των οχημάτων και το αστυνομικό όχημα, το οποίο προφανώς έφθασε μετά το ατύχημα. Αυτό το οποίο επίσης δεν μπορώ να δεχθώ είναι και τη θέση την οποία ο Μ.Ε.2 προέβαλε μόνο προφορικά, ότι μετά το γεύμα τους επί τόπου, ο ίδιος ξεκίνησε τον εκσκαφέα να «πάει» πισινή, για να βγει από την οδό Αισώπου και να πάει σε άλλη περιοχή να καθαρίσει. Δεν είναι αυτό που δήλωσε στη γραπτή δήλωση του. Εκεί σαφέστατα δήλωσε πως περί τις 12:35 ο ίδιος με τον αποβιώσαντα ξεκίνησαν για να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Όπως λεπτομερώς είχε εξηγήσει, εκείνη τη μέρα έλαβε οδηγίες να μεταβεί στην οδό Αισώπου για να σκουπίσει μέρος της λωρίδας που δεν είχε ασφαλτοστρωθεί. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε γραπτώς, όταν διέκοψαν για μεσημεριανό, «ο εκσκαφέας βρισκόταν σταθμευμένος πάνω στη μη ασφαλτοστρωμένη λωρίδα της οδού Αισώπου, στο μέρος όπου προηγουμένως είχα σταματήσει το σκούπισμα». Δεν δέχομαι συνεπώς τη θέση πως η εκκίνηση του εκσκαφέα έγινε με σκοπό την αναχώρηση του (Μ.Ε.2) από το μέρος. Σαφέστατα ήταν για συνέχιση της εργασίας που τού είχε ανατεθεί στην οδό Αισώπου. Άλλωστε αυτό ακριβώς είχε δηλώσει αφενός η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη επί του εντύπου απαίτησης (Τεκμήριο 5) λέγοντας πως μετά το γεύμα «ξεκίνησαν ο κάθε ένας τη δουλειά του» και αφετέρου ο ίδιος ο Μ.Ε.2 στην παλαιότερη γραπτή δήλωση του στα πλαίσια της αγωγής (Τεκμήριο 9) λέγοντας πως επέστρεψαν στις δουλειές τους (εξηγώντας μάλιστα εκεί πως ο εκσκαφέας, όταν σκουπίζει, κινείται με πισινή ταχύτητα). Αξίζει δε να σημειωθεί πως και από την επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 24.4.03, Τεκμήριο 8, συνάγεται πως οι δύο εμπλεκόμενοι μετά το γεύμα επέστρεφαν στα μηχανήματα τους, ότι η ασφαλτόστρωση ευρίσκετο σε εξέλιξη και ότι με βάση την έκθεση εργοδηγού που επισυνάπτεται αυτή η εργασία συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε αυθημερόν μετά το τέλος των ερευνών για το ατύχημα. Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση της Μ.Υ.2 ότι στις 10.4.03 και πριν ακόμα εκδοθεί το Ασφαλιστήριο και ο Πίνακας του, η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση Καλυπτικού Σημειώματος για τον εκσκαφέα για παρουσίαση του στην Αστυνομία. Τη θέση αυτή επιβεβαιώνει και η Μ.Υ.1 λέγοντας ότι η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση Καλυπτικού Σημειώματος για τον εκσκαφέα, για τις εργασίες ασφαλτόστρωσης που εκτελούσε. Γεγονός παραμένει πως εκδόθηκε τέτοιο Καλυπτικό Σημείωμα στις 10.4.03 για τον συγκεκριμένο εκσκαφέα και αναφερόταν σε κάλυψη από τις 10.4.03 και ώρα 16:00 μέχρι τις 9.5.03 για εξουσιοδοτημένους οδηγούς από 25 έως 65 ετών με 2ετή άδεια οδήγησης. Πρόκειται για το Τεκμήριο 4. Στις 15.4.03 η Εναγόμενη παρέλαβε τηλεομοιότυπο (ημερ. 9.4.03) με το οποίο η Ενάγουσα ζητούσε από την Εναγομένη να εκδώσει Καλυπτικό Σημείωμα για οκτώ κατονομαζόμενους οδηγούς 17 καταγραφόμενων δικών της οχημάτων-μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων ήταν ο Μ.Ε.2 και ακόμα ένας οδηγός για τον επίδικο εκσκαφέα (Τεκμήριο 32). Η Μ.Υ.2 εξήγησε πως επειδή οι οδηγοί αυτοί δεν ήταν καλυπτόμενοι η συγκεκριμένη ενέργεια θα έπρεπε να γίνει με πρόσθετη πράξη-οπισθογράφηση και ότι πράγματι αυτή έγινε στις 16.4.03 με ημερομηνία εφαρμογής τις 15.4.03, δηλαδή την ημερομηνία παραλαβής των οδηγιών της Ενάγουσας. Η μαρτυρία της αυτή, εκτός από το Τεκμήριο 32, επιβεβαιώνεται και από την Οπισθογράφηση Ασφαλιστηρίου η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3. Με αυτή δηλώνεται ότι από την ημερομηνία εφαρμογής, ήτοι από 15.4.03, προστίθενται στους εξουσιοδοτημένους οδηγούς που αφορούν το ασφαλιστήριο (υπ' αρ.ΜΕ.367) ονομαστικά δύο οδηγοί, ήτοι ο Μ.Ε.2 και ακόμα ένα πρόσωπο, ως αναφέροντο στο Τεκμήριο 32 (οδηγοί εκσκαφέα). Όταν βέβαια η Μ.Υ.2 λέει ότι «δεν ήταν καλυπτομένοι» σαφώς εννοεί καλυπτόμενοι βάσει της κατακυρωθείσας προσφοράς, της συμφωνίας και των ασφαλιστηρίων που αναμένετο να εκδοθούν. Εν πάση περιπτώσει και για ό,τι ενδιαφέρει, σε σχέση με τον εκσκαφέα, στις 19.4.03 εκδόθηκε εν τέλει το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο για το οποίο είχε κατακυρωθεί η προσφορά της Εναγομένης (Τεκμήριο 1). Βάσει του σχετικού Πίνακα (Τεκμήριο 3) επρόκειτο για ασφάλιση 12 μηνών, ήτοι για την περίοδο από 1.4.03 έως 31.3.04. Είναι προφανές πως ατυχώς το δεύτερο μισό της σελίδας του Πίνακα εμφανίζεται στη φωτοτυπία η οποία απεικονίζει το Πιστοποιητικό Ασφάλισης (δηλαδή στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 3). Αυτό είναι προφανές (
- i)από τις υπογραφές που υπάρχουν στο τέλος του Πιστοποιητικού, (
- ii)από την ταυτοσημία του κειμένου στο κάτω μέρος του Πιστοποιητικού, (iii) από διακεκομμένες γραμματοσειρές στο απόσπασμα του Πίνακα και (
- iv)από το ίδιο το περιεχόμενο του Πίνακα, το οποίο δεν είχε θέση κάτω από το Πιστοποιητικό, το οποίο συνδέεται με την επόμενη σελίδα, ήτοι την προαναφερθείσα Οπισθογράφηση, με την οποίαν στις 16.4.03 είχαν καλυφθεί ονομαστικά οι δύο νεαροί οδηγοί για τον εκσκαφέα. Στις 24.4.03 η Ενάγουσα μέσω του επιστάτη-μηχανικού ενημέρωσε και γραπτώς την Εναγόμενη για τα γεγονότα εν σχέσει με το ατύχημα, σε κάποια εκ των οποίων έγινε ήδη αναφορά (Τεκμήριο 8). Την 1.7.03 η Εναγόμενη παρέλαβε και έντυπο απαίτησης με το οποίο η Ενάγουσα ζητούσε κάλυψη για το ατύχημα (Τεκμήριο 5) και ενημέρωσε σχετικά τους τότε δικηγόρους της (Χρυσαφίνη και Πολυβίου) ζητώντας γνωμάτευση για (
- i)το κατά πόσον ήταν ορθό να αποδεχθεί την εισήγηση της Ενάγουσας για παραχώρηση πιστοποιητικού «στο οποίο να φαίνεται κάλυψη την ημέρα και ώρα του συμβάντος στον νεαρό οδηγό που είχε το ατύχημα», (
- ii)ποια τα συνεπακόλουθα τέτοιας ενέργειας της και (iii) ποια ισχύ θα είχε η εξασφάλιση ή η πιθανότητα παροχής τραπεζικής εγγύησης της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη (Τεκμήριο 26). Οι συνήγοροι απάντησαν με επιστολή ημερ. 18.8.03 (Τεκμήριο 27). Αν αξίζει να σημειωθεί κάτι από την απάντηση τους είναι πως καταγράφεται σε αυτή ότι είχε ήδη προηγηθεί επικοινωνία του δικηγόρου της Ενάγουσας (του κ. Α. Ανδρέου) με τους ίδιους. Το πιο ουσιώδες όμως είναι πως μέσα από την επιστολή Τεκμήριο 26 επιβεβαιώνεται η προφορική μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 περί συνάντησης τους με εκπρόσωπο της Ενάγουσας, κατά την οποία (συνάντηση), δέχομαι, ότι διεβίβασαν αυτά τα οποία κατέγραψαν και προς τους δικηγόρους τους. Εξ ου και υπεβλήθη η συγκεκριμένη εισήγηση από πλευράς Ενάγουσας. Θα ήταν παράλογο να κατέγραφαν σε επιστολή προς τους δικηγόρους τους τέτοια εισήγηση χωρίς να είχε υποβληθεί και θα ήταν πολύ πιο παράλογο να συμφωνούσαν ή να μην είχαν ένσταση σε κάλυψη αλλά να υπέβαλλε τέτοια εισήγηση η Ενάγουσα. Δεν έχω λοιπόν καμιά αμφιβολία πως έγιναν τέτοιες εισηγήσεις από πλευράς Ενάγουσας (αμφίβολης όντως νομιμότητας). Να σημειωθεί πως κατά το 2003 είχε ήδη καταχωριστεί μια πρώτη αγωγή από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (υπ' αρ.35./03, η οποία όμως αργότερα διεκόπη), οπότε η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 24.11.03 ζήτησε διοριστήριο από την Ενάγουσα αλλά παράλληλα επεσήμανε πως δεδομένης της αμφισβήτησης εκ μέρους της για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης θα έπρεπε να αναλάβει τον χειρισμό της αγωγής και δικηγόρος της επιλογής της Ενάγουσας (Τεκμήριο 16). Μέχρι τον επόμενο χρόνο, καταχωρίστηκε η δεύτερη αγωγή Πάφου και στις 22.9.04 οι συνήγοροι της Ενάγουσας ενημέρωσαν με σχετική επιστολή την Εναγομένη (Τεκμήριο 17). Στην ίδια επιστολή ενημέρωναν και για την επίδοση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του οδηγού, ζητώντας ενημέρωση ως προς το κατά πόσον θα αναλάμβανε η Εναγομένη την υπεράσπιση του. H τελευταία απάντησε με επιστολή ημερ. 7.10.04 αφενός ότι στην αγωγή θα διόριζε και η ίδια δικηγόρους αλλά μόνο για την εταιρεία (Ενάγουσα) και αφετέρου ότι δεν είχε σχέση με την ποινική και δεν προτίθετο να χειριστεί οτιδήποτε (Τεκμήριο 18). Την έκθεση υπεράσπισης της Ενάγουσας συνέταξαν οι δικηγόροι της την οποίαν κοινοποίησαν με επιστολή ημερ. 28.2.05 και στους τότε δικηγόρους της εδώ Εναγομένης για τις δικές τους θέσεις (Τεκμήριο 20). Σημειώνεται πως στην ποινική υπόθεση ο οδηγός εκπροσωπήθηκε από τη Μ.Ε.1 δικηγόρο και αθωώθηκε κατόπιν ακρόασης στις 8.9.05 (Τεκμήρια 6 και 10), οπότε και ενημερώθηκε σχετικά η Εναγομένη (Τεκμήριο 21). Στις 20.9.05 η Εναγομένη με επιστολή της προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, Τεκμήριο 22, επισύναψε παλαιότερη επιστολή της ημερ. 8.11.04, Τεκμήριο 19, στην οποία επανελάμβανε βασικά τα όσα είχε αναφέρει στους δικούς της δικηγόρους με το Τεκμήριο 18. Στη συνέχεια και μετά από ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Εναγομένης και των δικηγόρων της (Τεκμήρια 29, 30 και 31) αντικαταστάθηκαν οι δικηγόροι που υπερασπίζοντο εκ μέρους της την Ενάγουσα στην αγωγή Πάφου και στη θέση τους διορίστηκαν οι δικηγόροι που εκπροσωπούν την Εναγομένη στην παρούσα (Θεόδωρος Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε.). Κατά την ακρόαση, την υπεράσπιση του οδηγού χειρίζετο η Μ.Ε.1 και της εργοδότριας εταιρείας ο κ. Ιωαννίδης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας (εδώ Εναγομένης), πλην όμως κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης τους δύο πρώτους μάρτυρες είχε αντεξετάσει η Μ.Ε.1 και τους άλλους δύο ο κ. Ιωαννίδης ενώ στην κυρίως εξέταση των κοινών μαρτύρων υπεράσπισης προέβη η Μ.Ε.1. Η απόφαση εκδόθηκε στις 18.1.07. Η έφεση ετοιμάστηκε από τη Μ.Ε.1 και κοινοποιήθηκε στον κ. Ιωαννίδη με επιστολή ημερ. 26.2.07 (Τεκμήριο 23). Μετά την επικύρωση της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης από το Εφετείο [
(2009)1 Α.Α.Δ.1073] η Μ.Ε.1 ζήτησε γραπτώς τη θέση της ασφαλιστικής σε ό,τι αφορά την κάλυψη της, ο κ. Ιωαννίδης απάντησε ότι δεν παρείχε κάλυψη, οπότε στις 19.11.09 η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσόν των €112.498,99 στους ενάγοντες της αγωγής Πάφου προς πλήρη ικανοποίηση της απόφασης. Νομική πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή πρέπει να διευκρινιστεί ευθύς εξαρχής πως η θέση, την οποία εξακολουθεί να προωθεί η Ενάγουσα, ότι δηλαδή στις 9.4.03 είχε ζητήσει την ονομαστική κάλυψη συγκεκριμένων οδηγών, σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι η συγκεκριμένη επιστολή προωθήθηκε προς την Εναγομένη στις 15.4.03, έστω και εάν έφερε ως ημερομηνία την «9.4.03». Είναι ενδεικτικό πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ίδιο το γεγονός όμως ότι απαιτείτο επιπρόσθετο αίτημα, έγκριση και συμφωνία για την κάλυψη οδηγών κάτω των 25 ετών καταδεικνύει αναμφίβολα πως δεν περιλαμβάνετο τέτοια κάλυψη στην αρχική προσφορά και συμφωνία. Εάν υπήρχε τέτοια κάλυψη τότε δεν υπήρχε λόγος να αποστείλει την επιστολή, Τεκμήριο 32, η Ενάγουσα. Άλλωστε, το ότι δεν υπήρχε κάλυψη, είναι σαφέστατο από την προσφορά, Τεκμήριο 2, στην οποία αναφέρεται πως: «Cover is provided for all the employees of the firm age from 25-65 whilst driving the above vehicle provided they have the suitable type of licence for at least two years.» Το Καλυπτικό Σημείωμα, Τεκμήριο 4, το οποίο εξέδωσε μετά το ατύχημα η Εναγόμενη, είναι σαφώς ουδέτερης σημασίας καθότι ούτε προσέθεσε ούτε αφαίρεσε οτιδήποτε από την κάλυψη την οποία ήδη συμφώνησε, παρείχε και αναγνώριζε η Εναγόμενη. Σημειώνεται πως δεν ήταν ονομαστικό, υπό την έννοια ότι δεν αφορούσε κάποιο συγκεκριμένο οδηγό και κυρίως σημειώνεται πως ούτως ή άλλως επανελάμβανε τον όρο της προσφοράς και της υφιστάμενης συμφωνίας, αφού σε αυτό αναφερόταν ο εξής όρος: «Εξουσιοδοτημένοι Οδηγοί Οποιοδήποτε (sic) 25-65 χρον (sic) και πάνω από δύο χρόνια κανονικής άδειας.» Βασικά το Τεκμήριο 4 δεν διαφοροποιούσε την κατάσταση και δεν είναι σε αυτό στο οποίο στηρίζει την αξίωση της η Ενάγουσα. Δεν είναι τυχαίο που η Μ.Ε.1 δήλωσε πως δεν είχε καν στην κατοχή της το Καλυπτικό Σημείωμα. Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται ότι στις 19.4.03 η Εναγόμενη εξέδωσε τελικά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Τεκμήριο 1) και τον Πίνακα του. Η Ενάγουσα σφάλλει όταν επιμένει πως στις 19.4.03 η Εναγόμενη εξέδωσε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης το οποίο εκλαμβάνει ότι είναι το Τεκμήριο 3 χωρίς να αναφέρεται σε όλες τις σελίδες του Τεκμηρίου αυτού και υποστηρίζοντας ότι σε αυτό καθορίζονται συγκεκριμένοι εξουσιοδοτημένοι οδηγοί, περιλαμβανομένου και του Μ.Ε.2. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί το Τεκμήριο 3 ναι μεν κατατέθηκε ως δέσμη εγγράφων αλλά δεν είναι ενιαίο και συνεχές κείμενο. Αποτελείται από τις εξής τρεις σελίδες: (
- i)Πρώτη Σελίδα Είναι ο Πίνακας (Schedule) Ασφαλιστηρίου ως καταγράφεται και στο κάτω μέρος του. Αφορά την ασφάλιση του εκσκαφέα για την περίοδο από 1.4.03 έως 31.3.04, ως είχε συμφωνηθεί, δεν περιέχει κανένα όνομα, αναφέρει ως ημερομηνία πρότασης όντως την 1.4.03, ως ημερομηνία υπογραφής του όντως την 19.4.03 και το κυριότερο αναφέρει ότι υπόκειται στις Οπισθογραφήσεις υπ' αρ.37,70,Β «που είναι τυπωμένες ή επισυνάπτονται». Σαφέστατα παραπέμπει στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, Τεκμήριο 1 όπου: (α) η υπ' αρ.37 Πρόσθετη Πράξη αφορά την εξαίρεση σε περίπτωση χρήσης του οχήματος «σαν εργαλείο» και (β) η υπ' αρ.70Β αφορά την εξαίρεση οδηγών ηλικίας κάτω των 25 ετών. Για σκοπούς πληρότητας επισημαίνεται πως κανονικά η θέση του Πίνακα είναι στη σελίδα 3 του Συμβολαίου (Τεκμήριο 1), όπου υπάρχει σχετική σημείωση και χώρος για την τοποθέτηση του. (
- ii)Δεύτερη Σελίδα Είναι το Πιστοποιητικό Ασφάλισης το αναφερόμενο μεν στο Ασφαλιστήριο, Τεκμήριο 1, αλλά εκδοθέν αφού πλέον λήφθηκε υπόψιν η Εγκριθείσα και συμφωνηθείσα Οπισθογράφηση ημερ. 16.4.03 για ονομαστική κάλυψη δύο προσώπων κάτω των 25 ετών (μεταξύ των οποίων ο Μ.Ε.2) από 16.4.03. Για το κάτω μέρος της σελίδας έχει εξηγηθεί προηγουμένως ότι στην πραγματικότητα δεν αποτελεί μέρος του Πιστοποιητικού. (iii) Τρίτη Σελίδα Συνιστά την Οπισθογράφηση διά της οποίας συμφωνήθηκε η ασφαλιστική κάλυψη ονομαστικά των δύο οδηγών κάτω των 25 ετών για την περίοδο 15.4.03 έως 31.3.04. Στην αγόρευση της η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι το κυρίως νομικό θέμα που εγείρεται είναι το κατά πόσον η Εναγόμενη έχει εγκαταλείψει (waived) το δικαίωμα της να εγείρει θέμα παράβασης όρου του ασφαλιστηρίου ή και το ότι εμποδίζεται (estopped) λόγω συμπεριφοράς της να αρνείται την κάλυψη προβάλλοντας τώρα παράβαση όρου του ασφαλιστηρίου που αφορούσε τη μη συμπερίληψη του ονόματος του οδηγού. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι οι ενέργειες και η συμπεριφορά της Εναγομένης μετά την αποκάλυψη της πιο πάνω παράβασης τής στερούν το δικαίωμα να προβάλλει θέμα παράβασης, στη βάση των αρχών «waiver» ή «estoppel». Με όλο τον σεβασμό δεν θα συμφωνήσω με τις εισηγήσεις. Η Εναγόμενη δεν επικαλείται παραβάσεις του συμβολαίου. Μάλλον το αντίθετο. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι κατ' εφαρμογήν συγκεκριμένων όρων του δεν υποχρεούται να καλύψει. Δεν απαιτείται δε ιδιαίτερη ανάλυση για να λεχθεί ότι έχει δίκαιο σε όσα προέβαλε, εξ ου και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Ενάγουσα επιχειρηματολόγησε βασικά και εν εκτάσει μόνο για τα θέματα παραίτησης ή κωλύματος. Εάν ήταν η θέση της Ενάγουσας πως υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη, αρκούσε μόνο να την επικαλεστεί για να δικαιωθεί. Πλην όμως δεν είναι αυτή η περίπτωση καθότι: (α) Ο εργοδοτούμενος της οδηγός κατά την ώρα του ατυχήματος ήταν πρόσωπο κάτω των 25 ετών, άρα δεν καλύπτεται βάσει ρητής εξαίρεσης του ασφαλιστηρίου. Σημειώνω πως στην αγόρευση της η Ενάγουσα παραδέχθηκε πως «εκ λάθους ή απλής παράλειψης δεν ζήτησαν πριν την υπογραφή της πρότασης, να περιληφθεί στη λίστα των υπό κάλυψη υπαλλήλων της και ο οδηγός του μηχανοκινήτου που προκάλεσε το ατύχημα έστω και εάν ήταν 22 χρονών και όχι 25 .». (β) Έχει προκύψει ότι ο εκσκαφέας κατά πάντα επίδικο χρόνο χρησιμοποιείτο ως εργαλείο για το σκούπισμα λωρίδας δρόμου πριν την επίστρωση της με άσφαλτο. Η εκδοχή του Μ.Ε.2 ότι εκκίνησε τον εκσκαφέα για να οδηγήσει και μετακινηθεί σε άλλη τοποθεσία για εργασία έχει απορριφθεί και κατά συνέπειαν δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο εκσκαφέας χρησιμοποιείτο εκείνη την ώρα ως «μηχανοκίνητο όχημα» εν τη εννοία του ασφαλιστηρίου, καθώς και του σχετικού Νόμου (Τεκμήριο 1, Άρθρο 1 και Μέρος IV, Άρθρο 7). Ασφαλέστατα δεν ήταν πρόθεση των μερών συνάπτοντας συμβόλαιο ασφάλισης έναντι τρίτου βάσει του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Ν.96
(1)/2000, να καλύψουν τυχόν ευθύνη εργοδότη για εργατικά ατυχήματα ή άλλου είδους αμέλεια υπαλλήλων της Ενάγουσας εταιρείας. (γ) Η ασφαλιστική κάλυψη βάσει του άρθρου 1 του Μέρους II του Τεκμηρίου 1 παρέχεται για χρήση μηχανοκινήτου εντός οδού, η οποία σύμφωνα με το Μέρος IV του εν λόγω συμβολαίου έχει την έννοια την οποίαν αποδίδει ο Ν.96
(1)/2000. Ο εν λόγω Νόμος στο άρθρο 2 ορίζει την οδό, μεταξύ άλλων, ως δρόμο ή ανοικτό χώρο καθώς και κάθε χώρο στον οποίο το κοινό έχει πρόσβαση. Στην πραγματικότητα και με τον νέο Νόμο ο ορισμός της έννοιας παραμένει ως είχε και βασικό προαπαιτούμενο είναι να έχει πρόσβαση το κοινό κατά τον τρόπο που είχε εξηγηθεί στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R.134. Στην παρούσα περίπτωση σαφέστατα ο εν λόγω δρόμος ήταν κλειστός και προφανώς για λόγους ασφαλείας αλλά και για την απρόσκοπτη διεξαγωγή των εργασιών δεν επιτρέπετο η πρόσβαση στο κοινό και δη σε μηχανοκίνητα οχήματα. Οι ενδείξεις προς τούτο ήταν σαφέστατες αφού πέραν της πινακίδας τοποθετήθηκαν και κώνοι, οι οποίοι αποσκοπούσαν ακριβώς στην παρεμπόδιση εισόδου. Το ότι κάποιοι ένοικοι της οδού μετακινούσαν τους κώνους πετυχαίνοντας είσοδο, ακόμα και αν αυτό γινόταν με ανοχή των εργαζομένων εκεί (που δεν ήταν αυτή η περίπτωση) δεν καθιστά τον εν λόγω δρόμο ως «οδό» εν τη εννοία του συμβολαίου και της σχετικής νομοθεσίας. Παρά την ως άνω κατάληξη περί ανυπαρξίας παράβασης συμβολαίου (breach), θα πρέπει για σκοπούς πληρότητας να πω ότι έχω μελετήσει με προσοχή τα αποσπάσματα στα οποία με παρέπεμψε η πλευρά της Ενάγουσας (MacGillevray & Parkinson on «Insurance Law», 7η έκδοση, Fire and Motor Insurance, E.R. Hardy Ivamy, 4η έκδοση, σελ.287 και Birds Modern Insurance Law, 5η έκδοση, σελ.252). Η Ενάγουσα στην πραγματικότητα επικαλείται ότι η Εναγόμενη κωλύεται να αρνείται την κάλυψη λόγω εγκατάλειψης ή απεμπόλησης οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος της προς τέτοια κατεύθυνση. Ως προς τις γενικές αρχές εφαρμογής του κωλύματος και των διαφόρων εκφάνσεων του έλαβα υπόψιν και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, 2014, σελ.938 επ.. Ειδικά ως προς τον συνδυασμό εγκατάλειψης δικαιώματος που οδηγεί σε κώλυμα θεωρώ ότι το θέμα συνοψίζεται επαρκώς και στο σύγγραμμα MacGillevray & Parkinson on «Insurance Law», 5η έκδοση, σελ.467, όπου αναφέρεται ότι: «A waiver involves the idea of assent, and assent is primarily an act of the understanding. It presupposes that the person to be affected has knowledge of his rights, but does not wish to enforce them. It is relinquishment of a known right, and it is a question of fact whether it is to be inferred from the evidence adduced. It may be that a waiver of a breach of warranty was not actually intended; but any agreement, declaration or course of action on the part of an insurer which leads the party insured to the honest belief that by conforming thereto a forfeiture of his policy will not be incurred, followed by due conformity on his part, will estop the insurer from insisting on the forfeiture, though it might be claimed under the express letter of the contract.25 To constitute waiver there must be conduct which leads the other party reasonably to believe that the strict legal rights will not be insisted on. The whole essence of waiver is that there must be an intention to affect the legal relations of the parties. If that' cannot properly be inferred from the conduct there is no waiver.» Συνάγεται λοιπόν πως ακόμα και αν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι στην παρούσα υπήρξε παράβαση ή και γενικότερα όμως για την εξαγωγή συμπεράσματος απεμπόλησης θα έπρεπε να διαπιστωθεί ότι: (
- i)η Εναγόμενη δεν επιθυμούσε να αρνηθεί κάλυψη και (
- ii)με ενέργειες της οδήγησε την ασφαλιζόμενη (Ενάγουσα) στην καλόπιστη πεποίθηση ή ευλόγως να πιστεύει ότι η Εναγόμενη δεν θα επέμενε στα δικαιώματα της. Στην παρούσα περίπτωση δεν συμφωνώ ότι υπήρξαν τέτοιες ενέργειες της Εναγομένης για τους πιο κάτω λόγους: (
- i)Εξαρχής όταν απαιτήθηκε Καλυπτικό Σημείωμα, το εξέδωσε από 10.4.03 αλλά από ώρα 16:00 και μετά, στοιχείο το οποίο έδειχνε τη στάση της και την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ατυχήματος. (
- ii)Η Ενάγουσα κατανόησε πλήρως τη στάση της Εναγομένης και ζήτησε στις 15.4.03 ονομαστική κάλυψη των οδηγών κάτω των 25 ετών. (iii) Η Ενάγουσα έχοντας πλήρη γνώση για τη στάση της Εναγομένης τής υπέβαλε πρόταση για αναδρομική κάλυψη με αντάλλαγμα κάποιες εξασφαλίσεις. (
- iv)Η Εναγόμενη ενημερώνοντας για την πρώτη αγωγή στις 24.11.03 με το Τεκμήριο 16 επεσήμανε την αμφισβήτηση εκ μέρους της και τόνισε ότι έπρεπε να αναλάβει τον χειρισμό της αξίωσης και δικηγόρος της επιλογής της Ενάγουσας. (
- v)Αν και ήσσονος σημασίας την έκθεση υπεράσπισης της Ενάγουσας στην αγωγή Πάφου την συνέταξαν οι δικηγόροι της δικής της επιλογής. Ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι η Εναγομένη δεν ήταν σαφής στην αρχική τοποθέτηση της αλλά απλώς είχε θέσει το θέμα υπό αμφισβήτηση, θα έλεγα πως με δεδομένη την απουσία παράβασης έχει εφαρμογή το δεύτερο μέρος του αποσπάσματος από το σύγγραμμα MacGillevray & Parkinson on «Insurance Law», 7η έκδοση, σελ.832, §1997, το οποίο παρέθεσε η Ενάγουσα και έχει ως εξής: «The situation becomes more complicated when there is doubt as to whether the claim brought by a third party against the assured is covered by the policy at all, regardless of any breach on the part of the assured which would provide the insurers with a defence on the policy if the claim were covered. In such a case there is no breach of duty by the assured to be waived by insurers, and the significance of the insurers' conduct in defending the third party's claim pursuant to their rights under the policy depends upon the strictness of the doctrine of estoppel in whatever jurisdiction is concerned.» Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση θα θεωρούσα για τους λόγους που έχω προαναφέρει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν στοιχειοθετούν τη γένεση κωλύματος (by contuct of defence), δεδομένου ότι ήταν σαφής εξαρχής η θέση της Εναγόμενης για το ότι δεν επικαλείτο παράβαση αλλά την ισχύ του συμβολαίου το οποίο εξαιρούσε τον συγκεκριμένο οδηγό. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α.. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο