← Κύπρος

Δημητρίου ν. CHAMPNEYS HENLOW LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1534/2017, 28/2/2020

Δημητρίου ν. CHAMPNEYS HENLOW LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1534/2017, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1534/2017 Μεταξύ: *** Δημητρίου Ενάγοντα και

  1. CHAMPNEYS HENLOW LIMITED
  2. CASA NITA SL Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγομένης 1 ημερ. 20.9.17 για Ακύρωση Κλητηρίου, Σφράγισης, Επίδοσης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1: κ. Κ. Σταματίου με κ. Α. Χριστοφίδη, για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα: κα Μ. Κωνσταντίνου, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την εξασφάλιση άδειας για σφράγιση του κλητηρίου ο Ενάγων καταχώρισε στις 29.3.17 την ως άνω αγωγή και λίγο αργότερα, στις 25.4.17 εξασφάλισε διατάγματα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στους Εναγομένους 1 και 2 σε συγκεκριμένες διευθύνσεις στην Αγγλία και στην Ισπανία αντίστοιχα. Δεν αμφισβητείται ότι διενεργήθηκε επίδοση μόνο στην Εναγομένη 1 στις 19.6.17, η οποία και καταχώρισε στις 11.9.17 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία κατόπιν σχετικής προς τούτο άδειας. Εξ ου και πολύ σύντομα μετά προχώρησε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, αιτούμενη την ακύρωση όλων των προηγηθέντων διαβημάτων, ήτοι της σφράγισης, του κλητηρίου, της άδειας για επίδοση και της ίδιας της επίδοσης. Για την Εναγόμενη 2 δεν φαίνεται να υπήρξε επίδοση και λογικά το κλητήριο έχει λήξει για σκοπούς επίδοσης. Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων της Εναγομένης, κας Αγκαστινιώτη, στην οποίαν αυτή αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, επισυνάπτει σειρά εγγράφων ως Τεκμήρια 1-11 και καταλήγει εισηγούμενη ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής. Ένσταση Με την ένσταση του ο Ενάγων προέβαλε 12 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  3. Δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.27 αφού αμφισβητούνται γεγονότα.
  4. Δεν εφαρμόζεται η Δ.19 κ.
  5. Τα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος συνηγορούν υπέρ της διατήρησης της αγωγής.
  6. Δεν υπάρχει συμφυής εξουσία η οποία να επιτρέπει τις αιτούμενες θεραπείες.
  7. Υπάρχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής εφόσον τα αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν στην Κύπρο, όπου επήλθε και η ζημιά.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.
  9. Δεν ενδείκνυται κατάληξη σε ευρήματα.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν υπάρχουν παραδεκτά δεδομένα για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου.
  11. Η έκθεση απαίτησης δεν είναι ανυπόστατη (demurrable).
  12. Στο κλητήριο καταδεικνύεται η ύπαρξη βάσης και αιτίας αγωγής και ή βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα.
  13. Η όλη διαδικασία είναι δέουσα και νομότυπη.
  14. Η αίτηση είναι ανυπόστατη και ή καταχρηστική. Σε επίσης πολυσέλιδη υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Ενάγων αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, επισυνάπτει σειρά εγγράφων ως Τεκμήρια 1-10, απαντά σε θέσεις και επιχειρήματα της Εναγομένης 1 και καταλήγει ότι η εν λόγω εταιρεία είχε εμπλοκή στο επίμαχο έργο ανέγερσης διαμερισμάτων στην Ισπανία και συμμετείχε στην εξαπάτηση του ιδίου, όπως καταδεικνύεται από δημοσιεύματα της Εναγομένης 1 στον διεθνή τύπο και σειρά άλλων στοιχείων. Σ.Ε.Δ. Εναγομένης 1 Κατόπιν άδειας η Εναγόμενη 1 καταχώρισε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία παρουσίασε δύο μεταφράσεις εγγράφων που συνόδευαν την αρχική ένορκη δήλωση και υποστήριξε ότι οι δημοσιεύσεις που την εμπλέκουν δεν έγιναν από την ίδια. Νομική πτυχή Στο στάδιο των αγορεύσεων η Εναγόμενη 1 προώθησε εισηγήσεις κατατασσόμενες σε δύο ενότητες, υποστηρίζοντας αφενός ότι ελλείπει δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και αφετέρου ότι υπήρξαν δικονομικά σφάλματα, ήτοι λανθασμένη νομική βάση, μη αποκάλυψη γεγονότων και μη ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Παρέλκει βέβαια, η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος εκτός των προωθηθέντων, αφού εκλαμβάνεται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Α. Διεθνής δικαιοδοσία Όσον αφορά το θέμα της διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει να διευκρινιστεί πως το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχικές αιτήσεις και πως το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο των μονομερών αιτήσεων, ήτοι το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Εξ ου και λαμβάνεται υπόψιν η μαρτυρία η οποία στοιχειοθέτησε τις αιτήσεις για σφράγιση και για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.

(1993)1 Α.Α.Δ.1030, Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ.2182). Θα συμφωνήσω ότι το ζήτημα αυτό στην παρούσα σχετίζεται πλέον με τον Κανονισμό (ΕΕ) αρ.1215/12 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Πρόκειται για Κανονισμό του οποίου τα άρθρα 75 και 76 τέθηκαν σε ισχύ από τις 10.1.14 και τα υπόλοιπα από τις 10.1.15, καταργώντας τον παλαιότερο Κανονισμό ΕΚ 44/
  1. Όπως και με τη θέσπιση του παλαιότερου Κανονισμού έτσι και με τον ισχύοντα, στόχος ήταν η εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των εθνικών κανόνων σε θέματα δικαιοδοσίας και κατά συνέπεια σε θέματα αναγνώρισης αποφάσεων, στα πλαίσια ανάπτυξης και διατήρησης ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός ήταν απαραίτητο να καθορίζονται οι κανόνες εν σχέσει με τη διεθνή δικαιοδοσία από δεσμευτικό νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στη Σκέψη 10 του ΕΚ 1215/2012 το πεδίο εφαρμογής του πρέπει να καλύπτει «όλες τις κύριες αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκτός από κάποια σαφώς καθορισμένα ζητήματα, .». Το βασικό σκεπτικό ήταν ότι οι σχετικοί Ευρωπαϊκοί κανόνες πρέπει να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, η οποία θα ισχύει μεν κατά κανόνα αλλά με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις στις οποίες το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί κάποιο άλλο συνδετικό στοιχείο, ήτοι τις αποκαλούμενες εναλλακτικές δωσιδικίες, οι οποίες θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της συγκεκριμένης διαφοράς ή για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Σκέψεις 13-16). Πρέπει να σημειωθεί πως η αντικατάσταση του ΕΚ 44/2001 προέκυψε μετά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για αναβάθμιση του με σειρά τροποποιήσεων και πως για λόγους σαφήνειας προκρίθηκε η συνολική αναδιατύπωση του. Είναι ενδεικτικό πως στον Κανονισμό υπάρχει παράρτημα με Πίνακα Αντιστοιχίας προνοιών του παλαιού με πλείστες όσες του νέου Κανονισμού. Λογικό επακόλουθο είναι πως η σχετιζόμενη με τον παλαιό Κανονισμό νομολογία είναι χρήσιμη και για την ερμηνεία διατάξεων του νέου. Όπως αναφέρεται στην Hellenische Republik v. Leo Kuhn, C-308/17, ημερ. 15.11.18 «. η διατυπωθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία των διατάξεων του Κανονισμού 44/2001 ισχύει και για τον Κανονισμό 1215/2012, στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των διατάξεων των δύο αυτών νομοθετημάτων της Ένωσης.» Το άρθρο 1 §1 του ΕΚ 1215/2012 είναι από αυτά που παρέμειναν αναλλοίωτα και έχει ως ακολούθως: «
  2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii.)» Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται από οποιονδήποτε των διαδίκων ότι η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ισχύοντος Κανονισμού. Το μόνο ερώτημα είναι κατά πόσον με βάση τις πρόνοιες του η Εναγόμενη 1 ορθώς έχει εναχθεί στην Κύπρο αντί στην Ισπανία με βάση τη δωσιδικία του ακινήτου ή τη συμβατική ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας ή ως καταλληλότερο forum ή στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου έχει την έδρα της ή και πάλι ως καταλληλότερο forum, ως οι εισηγήσεις της Εναγομένης
  3. Εις απάντηση του ερωτήματος ο Ενάγων προβάλλει ότι τα αγώγιμα δικαιώματα δεν είναι συμβατικά αφού δεν διεκδικεί ούτε ειδική εκτέλεση των συμφωνιών αγοράς των διαμερισμάτων ούτε αποζημιώσεις στη βάση των συμβάσεων αλλά αποζημιώσεις για δόλο ή απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, οπότε, κατά την εισήγηση του τυγχάνει εφαρμογής η ειδική δωσιδικία η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 7
(2)του Κανονισμού 1215/12 (άρθρο 5
(3)του παλαιού ΕΚ 44/2001). Όντως το άρθρο 7
(2)προνοεί πως πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος δύναται να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» («. in matters relating to tort, delict or quasi-delict, in the courts for the place where the harmful event occurred or may occur.») Αυτό το οποίο πρέπει να τονιστεί είναι πως η πιο πάνω φράση, πέραν του ότι πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανεξάρτητη έννοια, καλύπτει όλες τις αγωγές που αποσκοπούν στο να στοιχειοθετήσουν ευθύνη κάποιου εναγομένου, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται με κάποια σύμβαση εν τη εννοία του προηγούμενου εδαφίου, ήτοι του εδ.
(1)του άρθρου 7. Δηλαδή με την αγωγή πρέπει να επιδιώκεται απόφαση εναντίον κάποιου αλλά για θέμα το οποίο δεν σχετίζεται με σύμβαση. Εάν κριθεί, στη βάση της νομολογίας, ότι η αγωγή σχετίζεται με σύμβαση τότε εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)και αυτομάτως εκφεύγει αυτών του άρθρου 7
(2), δεδομένου ότι τα εδάφια είναι αλληλοαποκλειόμενα. Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο του αξιώνει ποσόν €477.574,13 αποσπασθέν ή και εξασφαλισθέν δυνάμει δόλου ή και απάτης ή ψευδών παραστάσεων διά συνωμοσίας των Εναγομένων 1 και
  1. Όπως και ο ίδιος είχε αναφέρει (στην αίτηση ημερ. 3.4.17) η ουσία του ισχυρισμού είναι πως διά δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και απάτης οι Εναγόμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους και εξασφάλισαν από τον ίδιο το πιο πάνω ποσό. Οι ισχυρισμοί του όσον αφορά την επιλήψιμη συμπεριφορά έχουν ως εξής: «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΔΟΛΟΥ Ή ΚΑΙ ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Η ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΣ ΔΙΑ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 Α) Δολίως και ψευδώς μου παρέστησαν ότι θα ανεγείρετο χωρίς προβλήματα και μέχρι τις 15.12.15 (πρέπει να εννοείται «15.12.10») το έργο Champneys Marbella στην Ισπανία στο οποίο με τον ίδιο τρόπο με έπεισαν και παραπλάνησαν να επενδύσω με αγορά σχετικών διαμερισμάτων. Β) Δολίως και ψευδώς μου εγγυάτο η Εναγομένη 1 την ολοκλήρωση αλλά και ευόδωση της επένδυσης μου και παράλληλα, μου παρέστησε ότι ανεξάρτητα της υπογραφής των επίδικων συμφωνιών από την Εναγομένη 2, αυτές ετύγχαναν εγγύησης αλλά και εδέσμευαν και την Εναγομένη
  2. Γ) Δολίως και ψευδώς με προέτρεπε συνεχώς και επέτυχε εις το να με πείσει όπως προβώ στην αγορά των αναφερόμενων διαμερισμάτων χρησιμοποιώντας και τη διεθνή της φήμη προς τούτο. Δ) Δολίως και ψευδώς και επειδή εγνώριζε ότι ουδέποτε θα ελάμβανα κατοχή των επίδικων διαμερισμάτων, συνωμότησε μετά της Εναγομένης 2 παραθέτοντας αυτή ως τη συμβαλλόμενη μου στις επίδικες συμφωνίες, με μοναδικό σκοπό την αποποίηση των ευθυνών της όταν και εφόσον θα αντιλαμβανόμουν ότι δεν θα ελάμβανα ποτέ κατοχή των ως άνω αγορασθέντων διαμερισμάτων. Ε) Δια των ως άνω δολίων πράξεων και δια ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας, οι Εναγόμενοι απέσπασαν από εμένα το ως άνω ποσό των €477,574.13 ευρώ.» Είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη 1 είχε πλήρη έλεγχο επί των συμφωνιών που ο ίδιος υπέγραψε με την Εναγόμενη 2, ότι η Εναγόμενη 1 τον είχε προτρέψει να προβεί στην επίδικη επένδυση, ότι κατά τις πληρωμές μέχρι το 2010 δεν του είχαν πει ότι αυτή ενεργούσε ως μεσάζων για την Εναγόμενη 2 (όπως ισχυρίστηκε μετά), ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην Κύπρο, ότι οι συμφωνίες υπεγράφησαν στην Κύπρο, όπου αποσπάστηκε και το ποσό αφού από εδώ έγινε η αποστολή του από λογαριασμούς που ο Ενάγων διατηρεί στην Κύπρο. Η αποδιδόμενη δράση στους Εναγόμενους έγκειται στο ότι τον εξαπάτησαν στο να επενδύσει αγοράζοντας δύο διαμερίσματα σε υπό ανέγερση έργο στην Ισπανία ενώ η όλη ιστορία ήταν προϊόν απάτης. Στην αίτηση για σφράγιση ο Ενάγων εξηγεί ότι προ του 2007 ήταν συχνός πελάτης της Εναγομένης 1, ότι εκείνη περί τον Νοέμβριο του 2007 κυκλοφόρησε διαφημιστικό υλικό εν σχέσει με υπό ανέγερση έργο (διαμερίσματα) στη Μάλαγα Ισπανίας, το οποίο υλικό είδε κατά το 2008 σε επίσκεψη του στην Εναγόμενη 1, οπότε και έλαβε έγγραφα από τον υπεύθυνο πωλήσεων (κ. XXXXX), μέσω των οποίων εγγράφων πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για μια εξαιρετική επένδυση. Εξ ου και ενδιαφέρθηκε οπότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς στα γραφεία της Εναγομένης 1 στην Αγγλία περί τον Μάιο του
  3. Ακολούθησε και άλλη τηλεφωνική πληροφόρηση, όπως και ηλεκτρονική αλληλογραφία τους, συμπλήρωση του εντύπου κράτησης, καθώς και αποστολή σωρείας διαφημιστικών εντύπων ή και σχεδίων ενώ στις 13.6.08 τού υπέβαλαν προσφορά, παρέχοντας εκ μέρους της Εναγομένης 1 εγγύηση για το 50% του τιμήματος αγοράς από έσοδα ενοικίασης των υπό αγορά διαμερισμάτων για τρία έτη από την ανέγερση τους και ζητώντας του προκαταβολή ύψους €24.
  4. Ο ίδιος απεδέχθη την προσφορά ζητώντας 10 έτη εγγύηση, πράγμα που απεδέχθη η Εναγόμενη 1 με ηλεκτρονική επιστολή ημερ. 26.6.08, οπότε την 1.7.08 πλήρωσε τις €24.000 μέσω εμβάσματος σε λογαριασμό τον οποίο υπέδειξε η Εναγόμενη (Τεκμήρια 1-4). Ακολούθησαν προτροπές του ιδίου προσώπου (κ. XXXXX) για άμεση υπογραφή σχετικών συμβολαίων για να μην χάσει αυτή την τεράστια ευκαιρία. Όταν όμως τον Ιούλιο του 2008 η Εναγόμενη 1 απέστειλε τα συμβόλαια, αυτά ανέφεραν ως πωλήτρια την Εναγόμενη 2 μέσω κάποιου κ. XXXXX και ζητώντας εξηγήσεις έλαβε διαβεβαιώσεις από την Εναγόμενη 1 (τον κ. XXXXX) πως η συμφωνία τυγχάνει απόλυτης εγγύησης από την Εναγόμενη 1 και πως η Εναγόμενη 2 είναι συνέταιρος και ή συνεργάτης της, καθώς και ότι ο κ. XXXXX ήταν ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1, πράγμα που διαπίστωσε αργότερα. Έτσι περί τις αρχές Αυγούστου του 2008 υπέγραψε δύο συμβόλαια στην Κύπρο και τα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 για να φροντίσει να υπογραφούν και από την Εναγόμενη 2 πράγμα που όντως έγινε (Τεκμήρια 7 και 9). Ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας με την Εναγόμενη 1 μέχρι και τις 9.9.10 (Τεκμήρια 10-21). Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2010 κατέβαλε το συνολικό ποσό των €477.574,13 (Τεκμήρια 22, 24-28 και 33-35). Περί τις 15.12.10 όμως, ήτοι την αναμενόμενη ημέρα συμπλήρωσης του έργου βάσει της συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 ζήτησε ολιγόμηνη παράταση στην οποία ο Ενάγων συμφώνησε. Πλην όμως με την πάροδο αυτής δεν κατέστη δυνατό για τον ίδιο να επικοινωνήσει ξανά είτε με την Εναγόμενη 1 είτε με την Εναγόμενη 2 μέχρι και τις 8.5.12 που η Εναγόμενη 1 με ηλεκτρονική επιστολή της τον ενημέρωσε (i) ότι δεν είχε πληροφορίες για την εξέλιξη από την Εναγόμενη 2, ήτοι τους κατασκευαστές του έργου, (ii) ότι οι συμφωνίες του ήταν με την Εναγόμενη 2 και (iii) ότι η Εναγόμενη 1 δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τις όποιες ζημιές αυτός ήθελε υποστεί (Τεκμήριο 37). Τόσο στην αγωγή όσο και στις αιτήσεις, καθώς και στην ένσταση του ο Ενάγων (§41 xvi Δ) ξεκαθαρίζει πως δεν ζητά αποζημιώσεις βάσει συμφωνιών αλλά αποζημιώσεις στη βάση της όλης απάτης εκ μέρους των Εναγομένων. Ούτε τίθεται οποιοδήποτε θέμα για τα ακίνητα ή τις συμφωνίες ούτε και ζητά εκπλήρωση ή εκτέλεση οποιασδήποτε συμφωνίας. Θέση δική του είναι πως όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα (κ. XXXXX, κ. XXXXX και κ. XXXXX) είναι αντιπρόσωποι ή και υπάλληλοι της Εναγομένης
  5. Υποστηρίζει πως η απάτη είναι στην Κύπρο που έχει διαπραχθεί και παράλληλα η ζημιά επεσυνέβη επίσης στην Κύπρο, εφόσον είναι εδώ που διά απάτης αποσπάστηκαν τα χρήματα του. Επιστρέφοντας στη νομική πτυχή του θέματος επαναλαμβάνεται πως όταν διαφαίνεται ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 7
(2)του ΕΚ 1215/12 θα πρέπει πρώτα να αποκλειστεί ότι υπάρχει θέμα σχετιζόμενο με σύμβαση εν τη εννοία του άρθρου 7
(1). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ.264: «The first question asked is whether there is a matter relating to a contract under Article 7
(1). If there is, that is the end of the matter and Article 7
(2)cannot apply. Once it has been decided that there is not, the question arises of whether it must be held that it is a matter relating to tort, delict or quasi-delict.» Όπως εξηγείται σε άλλο σημείο (σελ.245) για να κριθεί ότι υπάρχει θέμα σχετιζόμενο με σύμβαση («a matter relating to a contract») απαιτείται να υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των μερών (Granarolo SpA v. Ambrosi Emmi France, C-196/15, ημερ. 14.7.16). Είναι αδιάφορο το πώς θα ερμήνευε τη συγκεκριμένη σχέση κάποιο εθνικό δικαστήριο με βάση συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο, δεδομένου ότι στην έννοια του Κανονισμού πρέπει να δίδεται ανεξάρτητη ή αυτόνομη ερμηνεία. Στην υπόθεση Jakob Handte & Co GmbH v. Traitements Mecano-Chimiques de Surfaces SA (TMCS), C-26/91, ημερ. 17.6.92 το ΔΕΚ ασχολήθηκε με τη σχέση ενός κατασκευαστή και ενός μεταγοραστή, ο οποίος εγείρει αγωγή για ζημιά στο ίδιο το αγορασθέν αγαθό, σχέση την οποία το Γαλλικό δίκαιο θεωρεί συμβατική σε αντίθεση με άλλα δίκαια. Αποφασίστηκε πως το ουσιώδες κριτήριο ήταν το κατά πόσον ο κατασκευαστής είχε αναλάβει οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση έναντι του μεταγοραστή. Όπως τέθηκε το θέμα στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.246): «The Court held that it was irrelevant how the relevant national court classified the matter or how it was classified under the applicable law; "matters relating to a contract" had to be given an independent meaning. The action did not relate to a contractual matter since there was no contractual relationship between the parties because the manufacturer had not undertaken any contractual obligation towards the sub-buyer, and the nature of the manufacturer's liability was not regarded by the overwhelming majority of Contracting States to the Brussels Convention as being contractual. However, such liability (ie that imposed under French law) should be regarded as falling within the scope of Article 7
(2)of the Brussels I Recast, even though such liability is not regarded in Member States as being tortious in the strict sense. .......... ............................ A contractual relationship between the parties can be tacit, as in the case of a long-standing business relationship which has formed without a contract in writing. The existence of a tacit contractual relationship must be demonstrated by a body of consistent evidence such as the existence of a long-standing business relationship, good faith between the parties, regularity of transactions and their development over time in terms of quantity and value, any agreements as to prices and discounts, and the correspondence exchanged.» Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές πως η Εναγόμενη 1 δεν ανέλαβε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση έναντι του Ενάγοντος. Παρά την όποια επικοινωνία υπήρξε, την ανταλλαγή αλληλογραφίας και τις όποιες συνεννοήσεις εντούτοις δεν υπέγραψε τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια και κατά συνέπειαν τις όποιες τυχόν συμβατικές υποχρεώσεις φέρεται να τις είχε αναλάβει η Εναγόμενη 2. Η όποια αλληλογραφία είχε ξεκινήσει με κάποιον κ. XXXXX και οι πληρωμές καθ' υπόδειξη του έγιναν άλλες στην Champ Marb SL με έδρα τη Μάλαγα Ισπανίας και άλλες στην Casa Nita SL (Εναγόμενη 2) με έδρα τη Μαρβέγια (Marbella) Ισπανίας. Άλλωστε ούτε ο Ενάγων ούτε (βέβαια) και η Εναγόμενη 1 προέβαλαν ισχυρισμό περί ύπαρξης ή δημιουργίας (μέσω των τυχόν επαφών) οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης. Ο ίδιος ο Ενάγων παρουσίασε και επιστολή ημερ. 8.5.12 (του κ. XXXXX) διά της οποίας προβάλλεται ρητή άρνηση περί μεταξύ τους συμβατικής σχέσης και υποδεικνύεται η σύναψη αγοραπωλητηρίων συμβολαίων με την Casa Nita (Εναγομένη 2). Υπό το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας είναι φανερό πως ούτε οι προϋποθέσεις που είχαν τεθεί στην Granarolo SpA (ανωτέρω) για εξαγωγή συμπεράσματος σιωπηρής ή εξυπακουόμενης (tacit) συμβατικής σχέσης πληρούνται. Συνεπώς μη υπάρχουσας οποιασδήποτε σύμβασης με την Εναγομένη 1 δεν τίθεται θέμα εφαρμογής είτε του άρθρου 7
(1)είτε οποιουδήποτε συμβατικού όρου περί ρήτρας δικαιοδοσίας (Ledra Fisheries Ltd v. Dickinsons Chartered Accountants
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ.2334). Θα πρέπει, ίσως εκ του περισσού να σημειωθεί πως σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ αξίωση η οποία στηρίζεται σε παραβίαση της καλής πίστης κατά το προσυμβατικό στάδιο, δεν θεωρείται σχετιζόμενη με σύμβαση έστω και αν κατατάσσεται ως τέτοια βάσει κάποιου εθνικού δικαίου και αντιθέτως θεωρείται ως σχετιζόμενη με αδικοπραξία εντός της έννοιας του άρθρου 7
(2)(Fonderie Officine Meccandile Tacconi SpA v. Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (HWS), C-334/00, ημερ. 17.9.02). Σε ό,τι δε αφορά το συμβόλαιο που υπεγράφη με την Εναγόμενη 2 υποδεικνύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.269) πως ακόμα και τα μέρη μπορούν να εμπλέξουν το άρθρο 7
(2)σε σχέση με αδικοπραξία αρκεί μόνον να μην είναι απαραίτητη η ερμηνεία του συμβολαίου προς απόδειξη της παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου, δηλαδή μόνον εάν δεν είναι απαραίτητη η συνεκτίμηση της σύμβασης για την επίλυση της αγωγής (Brogsitter v. Fabricotion de Montres Normandes EVRL, C-548/12, ημερ. 13.3.14). Το μόνο ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον μέσω του άρθρου 7
(2)του Κανονισμού τα ημεδαπά δικαστήρια αποκτούν διεθνή δικαιοδοσία, επί τω ότι ο Ενάγων στηρίζεται σε απατηλές πράξεις ή παραλείψεις, ήτοι δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ έχει αναγνωριστεί πως αξιώσεις για ψευδείς ή απατηλές παραστάσεις (fraudulent misrepresentation) οι οποίες παρέχουν δικαίωμα προς αποζημιώσεις εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 7
(2)(Private International Law, ανωτέρω, σελ.263). Πρόκειται για την ειδική συντρέχουσα δωσιδικία του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Για την εφαρμογή της προϋποτίθεται κατ' αρχάς ενοχή εξ αδικοπραξίας η οποία ερμηνευόμενη επίσης αυτοτελώς ορίζεται ως κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά διαφορές εκ συμβάσεως (Kalfelis v. Shröder, C-189/87 ημερ. 27.9.88) και περιλαμβάνει προσυμβατική ευθύνη (Tacconi SpA v. Wagner, C-334/00, ημερ. 17.9.02). Βασικό χαρακτηριστικό των αξιώσεων αυτών είναι ότι επιζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποκαταστήσει τη ζημιά που προκάλεσε με τις πράξεις ή παραλείψεις του στον ενάγοντα. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001, Ι. Σ. Δεληκωστόπουλου, 2011, σελ.108 σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ η έννοια «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν αφορά τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται «ότι υπέστη περιουσιακή ζημιά που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη» (βλ. Marinari v. Lloyds Bank, C-364/93, ημερ. 19.9.95) ούτε βέβαια επεκτείνεται στον τόπο της κατοικίας του Ενάγοντος, όπου βρίσκεται το επίκεντρο της περιουσίας του, επειδή μόνον και μόνον ο Ενάγων υπέστη εκεί την οικονομική ζημία (βλ. Kranhofer, C-168/02, ημερ. 10.6.04). Όπως εξηγεί ο καθηγητής στο πιο πάνω σύγγραμμα του, σελ.113: «Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητο είναι να τονιστεί, ότι γενικά το ΔΕΚ ακολουθεί μία μάλλον αυστηρή, συσταλτική, ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του κανονισμού (νυν άρθρο 7.2). Αυτό σημαίνει ότι, οι αποκλίσεις από τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου ισχύουν μεν, ερμηνεύονται όμως με αυστηρά κριτήρια δε. Συγκεκριμένα, έχει νομολογηθεί, ότι τόσο ο τόπος διαπίστωσης της ζημίας, όσο και ο τόπος της τελικής παραδόσεως του φορτίου, δεν θεμελιώνουν τη δικαιοδοτική βάση του άρθρου 5 παρ. 3 του κανονισμού. Όπως εύστοχα επιλέγεται γι' αυτή τη νομολογία του ΔΕΚ, «είναι προφανής [...] η επιθυμία αποφυγής του forum shopping που θα οδηγεί συνήθως στο forum actoris», δηλαδή στην επιλογή του ενάγοντα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του. Πράγματι, από την παράθεση του συνόλου της νομολογίας του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, συνάγεται κατ' αρχήν ότι «η διεθνής δικαιοδοσία κατά το άρθρο 5 σημείο 3 [..] ερμηνεύεται συσταλτικά σε σχέση προς τον 'τόπο όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός', ώστε να αποκλεισθεί τόσο η δημιουργία ενός forum actoris όσο και η δυνατότητα του ενάγοντος να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων fora delicti.» Στο ίδιο σύγγραμμα όμως εξηγείται κατωτέρω ότι συσταλτική ερμηνεία δεν σημαίνει πως η πρόνοια του κανονισμού περιορίζεται μόνον στον τόπο του αιτιώδους γεγονότος. Αντιθέτως λαμβάνεται υπόψιν και ο τόπος επελεύσεως της ζημιάς, δηλαδή ο τόπος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η ζημιά που προκλήθηκε, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Zuid-Chemie BV v. Philippo' s Mineralenfabriek NV, C-189/08, ημερ. 16.7.09. Πρόκειται για υπόθεση την οποία υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1 Α.Α.Δ.2182 καταλήγοντας ότι αφού οι ενέργειες, υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της εκεί εναγομένης έλαβαν χώρα σε συναντήσεις που είχαν γίνει στη Λευκωσία τότε έπρεπε να αποδοθεί δικαιοδοσία και στα Κυπριακά Δικαστήρια ως τόπος τελέσεως της αδικοπραξίας, πέραν δηλαδή της Ρουμανίας που ήταν ο χώρος επελεύσεως της ζημιάς. Βασικά η αρχή η οποία προκύπτει από τη Zuid-Chemie BV v. Philippo'.s Mineralenfabriek NV (ανωτέρω) είναι πως στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος όπου έλαβε χώρα το επίμαχο γεγονός (το οποίο δυνητικά στοιχειοθετεί την ευθύνη εξ αδικοπραξίας) δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου αυτό το γεγονός προκάλεσε τη ζημιά τότε η πρόνοια του άρθρου πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημιάς, οπότε ο ενάγων δύναται να επιλέξει τα δικαστήρια του ενός ή του άλλου τόπου. Θέση του Ενάγοντος είναι πως ο δόλος, απάτη και ψευδείς παραστάσεις στην περίπτωση του διενεργήθηκαν στη Λευκωσία «εφόσον εδώ ελάμβανε τα ηλεκτρονικά μηνύματα . και από εδώ μιλούσε τηλεφωνικώς με τους υπαλλήλους της Εναγομένης 1» ενώ και η ζημιά έλαβε χώραν στην Κύπρο εφόσον τα χρήματα στάληκαν από λογαριασμό του στην Κύπρο. Παρόμοιες θέσεις με αυτές του Ενάγοντος απασχόλησαν και τα Αγγλικά δικαστήρια, τα οποία εξέφρασαν διαφορετική άποψη, εφαρμόζοντας κατ' αναλογίαν τις αρχές που καθιερώθηκαν σε υποθέσεις δυσφημίσεων. Στο σύγγραμμα Private International Law (ανωτέρω) παρατίθενται τα ακόλουθα καθοδηγητικά, τα οποία απαντούν και στις πιο πάνω θέσεις (σελ.271-272): «The place of the event giving rise to the damage. In Shevill, the Court of Justice gave an autonomous meaning to the concept of the place of the event giving rise to the damage, rather than ascertaining this in the light of the elements of the tort under the substantive law of the forum or the applicable law. It held that, in the case of a libel by a newspaper article distributed in several Contracting States, the giving rise to the damage "can only be the place where the publisher of the newspaper in question is established, since that is the place where the harmful event originated and from which the libel was issued and put into circulation". The court of this place has jurisdiction to hear the action for damages for all the harm caused by the unlawful act. .............. ............................. The analogy of defamation has also been applied by the English courts in a case of negligent misstatement. In Domicrest Ltd v Swiss Bank Corpn, Rix J held that in such a case the place where the harmful event giving rise to the damage occurs is where the misstatement originates, rather than where it is received and relied upon. In the case of a telephone conversation between persons in different countries, this is where the words constituting the misstatement are spoken (in the instant case, this was in Switzerland), rather than where they are heard (in the instant case, this was in England). Accordingly, the English court had no jurisdiction. There is no difference for these purposes between oral or other instantaneous communication and a written document.» Η προκύπτουσα βασική αρχή, ότι δηλαδή ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προέκυψε δεν μπορεί να είναι κάποιος τόπος στον οποίο δεν έχει καν δράσει ο εναγόμενος («. cannot be a place where the defendant has not itself acted») υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις (βλ. C-228/11, C-387/12, C-360/12 και C-352/13). Στη βάση των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει δεκτό πως επειδή παραλήφθηκε αλληλογραφία ή απαντήθηκαν τηλεφωνήματα στην Κύπρο, έπεται αυτομάτως πως και το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή οι απατηλές παραστάσεις διενεργήθηκαν στην Κύπρο κατά τρόπον που θα μπορούσαν να προσδώσουν δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 7
(2)για ένα τέτοιο λόγο. Δεν ισχύουν τα ίδια όμως όσον αφορά τον τόπο επελεύσεως της ζημιάς. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Private International Law (ανωτέρω, σελ.273): «Moreover, the plaintiff always has the option of suing in the place where the damage occurred, which is quite likely to be the place of receipt and reliance.» Πρόκειται για αναφορά η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Domicrest Ltd v. Swiss Bank Corp.
(1999)Q.B.548 η οποία αφορούσε το πανομοιότυπο παλαιό άρθρο 5
(3)και η οποία συνοψίζεται στο σύγγραμμα των Dicey, Morris & Collins «The Conflict of Laws», 15η έκδοση, τόμος 1, §§11-289 ως εξής: «In Domicrest Ltd v Swiss Bank Corp it was held that, for the purposes of Art.5
(3), in an action for negligent misstatement the place where the harmful event giving rise to the damage occurs is, by analogy with defamation, the place where the misstatement originated and that the place where the misstatement is received and relied upon is likely to be the place where the damage occurs.» (έμφαση δοθείσα) Η υπόθεση Domicrest (άνω) αφορούσε αγγλική εταιρεία η οποία δίδοντας πίστη σε ψευδείς παραστάσεις ελβετικής τράπεζας περί εγγυημένης εξόφλησης, προχώρησε στην αποδέσμευση εμπορευμάτων αποθηκευμένων στην Ελβετία και στην Ιταλία, οπότε όταν δεν πληρώθηκε, ήγειρε αγωγή στην Αγγλία εις βάρος της ελβετικής τράπεζας, επικαλούμενη τόσο τη σύμβαση όσο και την αδικοπραξία. Όπως έχει ήδη προαναφερθεί το αγγλικό Δικαστήριο απέρριψε τη θέση ότι το ζημιογόνο γεγονός επεσυνέβη στην Αγγλία πλην όμως δέχθηκε πως θεωρητικά θα μπορούσε η ζημιά να είχε επέλθει (occurs) στην Αγγλία, αν και δεν ήταν τέτοια η περίπτωση διότι τα εμπορεύματα ευρίσκοντο σε άλλες χώρες από όπου και είχαν αποδεσμευθεί. Λέχθηκαν τα εξής: «To prefer receipt and reliance as epitomising the harmful event giving rise to the damage in the case of negligent mis-statement is, I think, to ignore the fact that the plaintiff also has the option of suing in the courts of the place where the damage occurs—which is quite likely to be at the place of receipt and reliance. As for the place where the damage itself occurs, that may, of course, be elsewhere than the place of the event giving rise to the damage and, as I have already suggested, is quite likely to be where the mis-statement is heard and relied on, but in this case I do not think that it was in England. In my judgment Mr. Dunning is right to submit that the damage occurred in Switzerland and Italy, where the goods were released without prior payment. It is by reference to the loss of those goods that the damages are in my view primarily pleaded (see paragraph 33
(1)and
(2)of the reamended points of claim), even if there is also an alternative plea in sub-paragraph
(3)in terms of the unpaid price (a plea which in any event may have been intended for the claim in breach of contract). In truth, even though Domicrest would have suffered no loss if Swiss Bank Corporation, or Interglobal, had paid the price of those goods, nevertheless it has to be remembered that the remedy in negligent mis-statement is not, as it is in contract, to be put in the same position as if the contract had been p performed, but depends on the answer to the question: what would have happened if the negligent mis-statement had not been made? In that case, the goods would not have been released before payment and thus lost to Domicrest. The essence of the complaint is in any event that the goods were released prior to payment on the strength of Swiss Bank Corporation's representations and contrary to Domicrest's trading policy. It seems to me that this is consistent with the decision in Marinari v. Lloyds Bank Plc. (Case C-364/93) [1996] Q.B.217.» (έμφαση δοθείσα) Κατ' ανάλογο τρόπο στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ισχυρισμός για απατηλές παραστάσεις στη βάση των οποίων ο Ενάγων προέβη σε δύο ενέργειες, ήτοι αφενός απεδέχθη να υπογράψει στην Κύπρο τα σχετικά αγοραπωλητήρια και αφετέρου να αποστείλει από την Κύπρο χρήματα στο εξωτερικό. Αναμφίβολα η θέση του είναι ότι στηρίχθηκε στις πιο πάνω επίμαχες παραστάσεις για να προβεί στις εν λόγω ενέργειες. Η υπόθεση Domicrest (ανωτέρω) αφορούσε μεν εμπορεύματα πλην όμως δεν θεωρώ ότι είναι δυνατό να διακριθεί από την παρούσα για ένα τέτοιο λόγο, ήτοι επειδή η παρούσα αφορούσε αποστολή (αποδέσμευση) ή εξασφάλιση χρημάτων αντί εμπορευμάτων. Στη βάση αυτή καταλήγω πως ναι μεν για τις απατηλές παραστάσεις δεν μπορεί να λεχθεί ότι διενεργήθηκαν στην Κύπρο πλην όμως σαφέστατα η Κύπρος ήταν ο τόπος στον οποίο αυτές λήφθησαν και στον οποίο επεσυνέβη ή επήλθε ή προέκυψε η ζημιά η οποία διεκδικείται αφού ο Ενάγων ευρισκόμενος εντός δικαιοδοσίας έδωσε οδηγίες μεταφοράς των χρημάτων του από τραπεζικό λογαριασμό του. Κατά συνέπειαν τα ημεδαπά Δικαστήρια κέκτηνται διεθνούς δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αγωγή κατ' επιλογήν του ενάγοντος και στη βάση του τόπου επελεύσεως της ζημιάς (βλ. Powertools Electro SRL, ανωτέρω). Β. Υπόλοιπες εισηγήσεις Όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα, δεν θα συμφωνήσω ότι εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα από τη μη συμπερίληψη του ΕΚ 1215/12 στη νομική βάση της αίτησης για άδεια σφράγισης. Η αίτηση στηρίζετο σε όλους τους αναγκαίους δικονομικούς κανονισμούς εν σχέσει με σφράγιση και όπως είναι φανερό δεν ακολουθήθηκε η πρακτική της εξασφάλισης άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας σε εκείνο το στάδιο. Εξ ου και αργότερα υπεβλήθη σχετική αίτηση στα πλαίσια της αγωγής. Ούτε συμφωνώ ότι ο Ενάγων είτε απέτυχε να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου σε ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στις συμφωνίες είτε απέτυχε να αποκαλύψει οποιοδήποτε άλλο ουσιώδες στοιχείο το οποίο να επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της σφράγισης. Αρκεί να σημειωθεί ότι στη σχετική ένορκη δήλωση του είχε επισυνάψει όλα τα έγγραφα του (μεταξύ αυτών και αγοραπωλητήρια), στα οποία μάλιστα στηρίχθηκε και αργότερα, κατά την ακρόαση της παρούσας, παραπέμποντας στην αρχική ένορκη δήλωση του. Ο ισχυρισμός για μη αποκάλυψη καλής και συζητήσιμης υπόθεσης ή βάσης αγωγής επίσης δεν ευσταθεί. Η Εναγόμενη στηρίζει την εισήγηση της στις Δ.27 κ.3 και στη Δ.19 κ.26. Βάσει της Δ.27 κ.3 η αγωγή δεν απορρίπτεται εκτός αν δεν περιέχεται αιτία αγωγής, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση αφού αποκαλύπτεται μια κατ' ισχυρισμόν αιτία αγωγής, ήτοι των προαναφερθέντων αστικών αδικημάτων (Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.704). Η Δ.19 κ.26 αφορά μόνο την ενδεχόμενη διαγραφή μέρους δικογράφων, στοχεύει στη συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης τους και δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα στην παρούσα, στην οποία δεν έχει καν καταχωριστεί έκθεση απαίτησης (βλ. Cyper Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1852). Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με €1.000 έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ του Ενάγοντος και εις βάρος της Εναγομένης 1. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.