Semalen Enterprices Ltd κ.α. ν. Σταυρίδου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2596/19, 31/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A162 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2596/19 Μεταξύ: 1.Semalen Enterprices Ltd
- Lakinor Holding Ltd
- Pretoria Capital Corp. Ενάγουσες/Αιτήτριες -και-
- XXXXX Σταυρίδου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της XXXXX Κωνσταντίνου, τέως από τη Λευκωσία
- XXXXX Σταυρίδου, nee Μοτοβίλοβα
- XXXXX Μοτοβίλοβα
- Έλενας Κωνσταντίνου & Σια Δ.Ε.Π.Ε
- XXXXX Κληρίδου, nee Σιεφτσιένκο
- XD Mania Ltd
- Fine Movies Ltd
- XXXXX Φωτίου
- XXXXX Χριστοδούλου Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ------------------------ Ημερομηνία: 31.3.20 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Γεωργίου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1-5 και 9: κ. Μ. Ιωάννου και κ. Γ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες δια της εν τίτλω αγωγής, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων, δυνάμει γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, επιστροφή του ποσού των €1.500.000 το οποίο ιδιοποιήθηκαν η αποβιώσασα εναγόμενη 1 και/ή οι εναγόμενοι, αποζημιώσεις για δόλο και απάτη και για παράβαση κατεπιστεύματος και/ή για δόλιες μεταβιβάσεις περιουσίας, ακύρωση των μεταβιβάσεων των ακινήτων οι οποίες έγιναν δόλια από την πιο πάνω αποβιώσασα και/ή τους διαχειριστές της, και €50.000 για παρεπόμενες αποζημιώσεις. Οι ενάγουσες, την 6.9.18, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως πέτυχαν την έκδοση σειράς απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον όλων των εναγομένων σε σχέση με την αποξένωση ακίνητης περιουσίας, παγοποίησης τραπεζικών λογαριασμών, εξαιρουμένου ποσού μέχρι €1.500, απαγόρευσης μεταφοράς εκτός Κύπρου περιουσιακών τους στοιχείων, διάταγμα ένορκης αποκάλυψης όλων των περιουσιακών τους στοιχείων, εντός και εκτός Κύπρου, καθώς και διάταγμα φίμωσης. Η αίτηση έχει ως νομικό βάθρο τις Δ.39, Δ.48, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και τα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Reshetka, εξ Ουκρανίας, που είναι, ως αναφέρει, ο τελικός απόλυτος ιδιοκτήτης και δικαιούχος των εναγουσών. Στους καθ' ων η αίτηση 6, 7 και 8, όπως φαίνεται από τον φάκελο του δικαστηρίου, δεν έχουν επιδοθεί, ούτε η αίτηση ούτε και τα εκδοθέντα διατάγματα. Οι καθ' ων η αίτηση 1-5 και 9 καταχώρισαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δύο πλευρών. Το δικαστήριο δεν θα προβεί σε παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων, και ειδική αναφορά θα γίνεται κατά την συζήτηση και όπου χρειάζεται για τους σκοπούς της παρούσης ενδιάμεσης διαδικασίας. Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο τις έχει μελετήσει και τις έχει πλήρως υπόψη του. Μια σύντομη και περιληπτική αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση κρίνεται ως αναγκαία. Ο ομνύον έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 1 για την εγγραφή κάποιων εταιρειών στην Κύπρο. Οι εναγόμενες 2 και 3 είναι θυγατέρες της εναγομένης 1, και η εναγόμενη 2 είναι διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης εναγομένης
- Η εναγόμενη 5 ήταν συνεργάτης της εναγομένης 1 και υπάλληλος της εναγόμενης 4, που είναι δικηγορική εταιρεία, και ασχολείτο με τις εταιρείες του ομνύοντος. Η εναγόμενη 8 ήταν επίσης υπάλληλος της εναγομένης 4, η δε εναγόμενη 9, είναι σύζυγος πρώην διευθυντή της εναγόμενης 4, η οποία για κάποιο χρονικό διάστημα εργάστηκε στην εναγόμενη
- Ο ομνύον συνεργαζόταν με τις εναγόμενες 1, 4 και 5 και παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες στις εταιρείες του, στις οποίες έστελνε οδηγίες τις οποίες και εκτελούσαν. Η τελευταία ενημέρωση που είχε αναφορικά με τους λογαριασμούς των εταιρειών του ήταν τον Μάρτιο του
- Η εναγόμενη 1 του ανέφερε ότι η ενάγουσα 3 είχε στον λογαριασμό της €609.000, η ενάγουσα 2, €28.000 και η ενάγουσα 1 είχε USD310.000 στον ένα λογαριασμό και USD23.400 στον άλλο λογαριασμό της. Από τον Σεπτέμβριο του 2012 οι εναγόμενες 1 και 4 απέφευγαν να τον ενημερώσουν για το υπόλοιπο των λογαριασμών του στην Λαϊκή τράπεζα και στην τράπεζα Κύπρου, όπου διατηρούσε λογαριασμούς. Τον Απρίλιο με Ιούνιο του 2013, η εναγόμενη 5 του απέστειλε δέσμη εγγράφων από την τράπεζα και του εξηγούσε ότι, δήθεν, τα χρήματα του είχαν κουρευτεί. Πρόσεξε διάφορα τυπογραφικά λάθη που του κίνησαν υποψίες για ψευδή ενημέρωση. Έτσι, τον Ιούλιο του 2013 ήλθε στη Κύπρο για να επιληφθεί του θέματος. Στην πορεία διόρισε άλλο δικηγόρο, και σε σχετική αλληλογραφία του δικηγόρου του με τις εναγόμενες 1 και 4, αυτές αρνούνταν ότι του ανήκαν οι ενάγουσες εταιρείες. Πείστηκε ότι οι εναγόμενες 1 και 4, με την βοήθεια της εναγόμενης 5, τον καταχράστηκαν και έκλεψαν τα χρήματα των εταιρειών του. Στην τράπεζα που αποτάθηκε, του ανέφεραν ότι δεν φαινόταν στο σύστημα ότι ήταν ο τελικός δικαιούχος, και τον προέτρεψαν να αποταθεί στην αστυνομία. Αποτάθηκε στην αστυνομία και έδωσε 2 καταθέσεις. Η εναγόμενη 9 έλαβε εκ των λογαριασμών ένα ποσό ύψους €10.
- Η καταγγελία του προς την αστυνομία έχει διαβιβαστεί στη νομική υπηρεσία. Περαιτέρω, ήγειρε την υπ' αριθμό XXXXX/13 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στην οποία τελικά εκδόθηκε απόφαση (τεκμ.1). Σύμφωνα με την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση, ημερ.27.3.19, με ενάγοντα τον εδώ ομνύοντα και εναγόμενη την εδώ εναγόμενη 1, ο XXXXX Reshetka (ομνύον), αναγνωρίστηκε ότι είναι ο τελικός και απόλυτος ιδιοκτήτης και δικαιούχος όλων των εκδομένων μετοχών της ενάγουσας 3 και ότι είναι ο τελικός απόλυτος ιδιοκτήτης και δικαιούχος όλων των εκδομένων μετοχών των εναγουσών 1 και 2, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες και/ή κατέχονται από την ενάγουσα
- Επίσης, εκ συμφώνου, διετάχθη η εναγόμενη και/ή οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι των (εδώ) εναγουσών εταιρειών να μεταβιβάσουν τις μετοχές που κατέχουν σε αυτές, επ' ονόματι του ενάγοντα. Η αστυνομία διερεύνησε το παράπονο του και του παρέδωσε 3 εκθέσεις, μια για κάθε εταιρεία, στην οποία φαίνονται αναλυτικά οι κινήσεις χρημάτων από τους λογαριασμούς του σε διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα, στα οποία δεν είχε δώσει ανάλογες οδηγίες (τεκμ.11). Ανέθεσε στους δικηγόρους του να μελετήσουν τις εκθέσεις της αστυνομίας, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως του, ετοίμασαν ένα πίνακα σε πρόγραμμα excel (τεκμ11Α), «όπου σύμφωνα και με συνομιλίες που είχαμε με την αστυνομία, προκύπτει ποσό ύψους περί €1.500.000». Λόγω της καταγγελίας του στην αστυνομία και της έγερσης της αγωγής, τον προσέγγισε η εναγόμενη 8, που ήταν υπάλληλος της εναγόμενης 1, η οποία του έδωσε κατάθεση, στην οποία και επεξηγεί με λεπτομέρεια την απάτη που έστησαν οι εναγόμενες 1 και
- Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον ομνύοντα, η πιο πάνω αναφέρεται σε διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα που χρησιμοποίησαν οι εναγόμενες 1 και 5 για να κλέψουν τα χρήματα των εναγουσών (τεκμ.15 και 16). Εκ των καταθέσεων αυτών, ανακάλυψε ότι τα χρήματα των εναγουσών εταιρειών χρησιμοποιούνταν για προσωπικούς σκοπούς της εναγομένης 1 και της οικογένειας της, και ότι χρηματοδοτούσαν τις οικονομικές δραστηριότητες των εναγομένων εταιρειών 6 και
- Ο ίδιος ουδέποτε εξουσιοδότησε τέτοια επενδυτική κίνηση με τα χρήματα των εταιρειών του. Από την κατάθεση της εναγόμενης 8, αλλά και από τις εκθέσεις της αστυνομίας, φαίνεται ότι η εναγόμενη 1 οικειοποιήθηκε τα χρήματα των εναγουσών εταιρειών και για προσωπικά της έξοδα. Σύμφωνα με το τεκμ.17, η εναγόμενη 1 έχει σημαντική ακίνητη περιουσία. Αναφορικά με την ποινική έρευνα, σύμφωνα με επιστολή της αστυνομίας ημερ.19.8.19, η υπόθεση διερευνήθηκε και ο φάκελος διαβιβάστηκε στη νομική υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες. Τα πιο πάνω αποτελούν, συνοπτικά, τη βάση των γεγονότων που επικαλέστηκαν οι ενάγουσες δια του ομνύοντος προς έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων. Εκεί όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερη αναφορά επί διαφόρων ισχυρισμών του ομνύοντος. Οι καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, και 9 έφεραν ένταση στο αίτημα. Η καθ' ης η αίτηση 2 ορκίστηκε εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και
- Η καθ' ης η αίτηση 5 καταχώρισε ομοίως ένσταση υποστηριζόμενη από δική της ένορκη δήλωση, όπως και η καθ' ης η αίτηση
- Επειδή καταχωρήθηκαν ξεχωριστές ενστάσεις για κάθε μια ξεχωριστά από τις καθ' ων η αίτηση, όπως ομοίως και ξεχωριστές γραπτές αγορεύσεις, θα γίνει μια σύντομη και περιληπτική αναφορά σε ορισμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5, σύμφωνα με την ομνύουσα, καθ' ης η αίτηση 2, η οποία και υποστηρίζει τις ξεχωριστές ενστάσεις, θυγατέρα της αποβιωσάσης καθ' ης η αίτηση 1, και διαχειρίστρια της περιουσίας της, αρνείται τους διάφορους ισχυρισμούς του ομνύοντος και αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα τεκμ.Γ και Δ που επισυνάπτει, η ενάγουσα αρ.3 είναι ανύπαρκτη εταιρεία, αφού αυτή διαγράφτηκε από το μητρώο Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, από την 1.11.2016, όπου ήταν εγγεγραμμένη, γεγονός που ο ομνύον το γνώριζε, πλην όμως δεν το αποκάλυψε στο δικαστήριο. Αναφορικά με την πιο πάνω δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την ομνύουσα, η μητέρα της έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο να προχωρήσει σε ακρόαση της πιο πάνω υπόθεσης και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο της μητέρας της, και ενώ η ίδια εγκυμονούσε, την επισκέφτηκε άλλος δικηγόρος αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Του είπε να ακολουθήσει τις οδηγίες που έδωσε η μητέρα της στον προηγούμενο δικηγόρο. Με έκπληξη πληροφορήθηκε στις 27.3.2019, ότι ο δικηγόρος, χωρίς καμιά εξουσιοδότηση εκ μέρους της, δέχτηκε εκ συμφώνου διάταγμα ως το τεκμ.
- Έδωσε ήδη οδηγίες να καταχωρηθεί αγωγή με σκοπό την ακύρωση του εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος και να ληφθούν μέτρα εναντίον του δικηγόρου που ενέργησε χωρίς καμιά εξουσιοδότηση. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι η ρηθείσα αγωγή, η υπ' αριθμό 4214/19, καταχωρήθηκε εκ συμφώνου, στα πλαίσια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος, ως έγγραφο Α. Σε άλλο μέρος της ένορκης δήλωσης, αναφέρει ότι, για τους λόγους που εξηγεί, ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, ενώ με αναφορά σε διάφορα τεκμήρια που επισύναψαν οι αιτήτριες δια του ομνύοντος, είναι η θέση της, ότι αυτά είναι ανυπόγραφα, ακαταλαβίστικα και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αναλώνεται επίσης σε διάφορα γεγονότα που αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εναγουσών εταιρειών και ότι οι ισχυρισμοί του ομνύοντος είναι αναληθείς και ανυπόστατοι. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της δόλιας μεταβίβασης, αφού ουδεμία πρόθεση υπήρξε για την παρεμπόδιση οποιουδήποτε να ανακτήσει οποιοδήποτε χρέος, αφού οι ενάγουσες, κατά τους ουσιώδης χρόνους της μεταβίβασης δεν υπήρξαν εξ αποφάσεως πιστωτές, ούτε ήταν πιστωτές της αποβιωσάσης μητέρας της. Συνακόλουθα με αυτό, είναι η θέση της ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή για κλοπή υπό της μητέρας της, δεν αφορά τη διαχείριση της περιουσίας και εσφαλμένα εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της διαχείρισης, αφού δεν υπήρξε καταδίκη της αποβιωσάσης στην κατηγορία που της αποδίδεται. Η καθ' ης η αίτηση 5 αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντος και ότι έπαιρνε οδηγίες από αυτόν. Αρνείται επίσης ότι διέπραξε δόλο και απάτη. Τέλος η καθ' ης η αίτηση 9, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τίποτε από όσα αναφέρει ο ομνύον, και δεν θυμάται λεπτομέρειες της ανάληψης του ποσού των €10.000, ως ο ισχυρισμός του. Εκτελούσε οδηγίες από τον εργοδότη της και όταν προέβαινε σε ανάληψη χρημάτων από την τράπεζα, πάντοτε τα παρέδιδε στον εργοδότη της. Δεν πήρε χρήματα για να πλουτίσει αδικαιολόγητα, ως ο σχετικός ισχυρισμός του ομνύοντος. Ήταν και είναι, μια απλή υπάλληλος. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία επί προσωρινών διαταγμάτων. Εγείρονται όμως δια της ενστάσεως των καθ' ων η αίτηση δυο θέματα, τα οποία κατά τη κρίση του δικαστηρίου, θα πρέπει να εξεταστούν πρώτα. Το ένα αφορά το κατ' επείγον, και το άλλο την απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, είναι η θέση και η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση, η οποία και προωθείται δια της αγορεύσεως των συνηγόρων τους, ότι ενώ ο ομνύον, ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, είναι από το 2013 που ήλθε στη Κύπρο για τα θέματα των εταιρειών του, παρά ταύτα, αποτάθηκε στο δικαστήριο το
- Το ιστορικό, όπως ο ομνύον το αναφέρει, το οποίο και παρέμεινε αναντίλεκτο επί τούτου, είναι ότι από το 2013, που κατά τους ισχυρισμούς του υπήρχε έλλειψη επικοινωνίας με τις εναγόμενες 1, 4 και 5, και αφού πρόσεξε διάφορα τυπογραφικά λάθη στους λογαριασμούς που του απέστειλαν διόρισε δικηγόρο, και το 2013 καταχώρισε την αγωγή XXXXX/13, στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση την 27.3.19, στη βάση της οποίας αναγνωρίστηκε ως ο τελικός και απόλυτος ιδιοκτήτης και δικαιούχος των εναγουσών εταιρειών. Σε αυτά τα πλαίσια, προσέφυγε και στην αστυνομία. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το τεκμ.1, ο ομνύον απέκτησε την ιδιοκτησία των εναγουσών εταιρειών από τις 27.3.19, ανεξάρτητα αν ήλθε στην Κύπρο 2013 για να προστατεύσει, ως αναφέρει, τα συμφέροντα του. Ο χρόνος συνεπώς αρχίζει από το τέλος Μαρτίου του 2019 και όχι από το 2013, ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Η υπόθεση Liberty Life ν. Σιακατίδου, Πολ. Έφεση 52/10, ημερ.19.3.2014 είναι σχετική, όπως σχετικά είναι όσα υπεδείχθησαν αναφορικά με το Άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, που να σημειωθεί αποτελεί μέρος του νομικού βάθρου της αγωγής. Κατά συνέπεια η ένσταση ως προς το κατ' επείγον δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Το άλλο θέμα που εγείρεται, αφορά την απόκρυψη εκ μέρους του ομνύοντος για τις αιτήτριες, σύμφωνα με τα τεκμ.Γ και Δ που επισυνάπτονται στις ενστάσεις, ότι η ενάγουσα αρ.3 είναι ανύπαρκτη εταιρεία, γιατί έχει διαγραφεί από το μητρώο Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, από την 1.11.
- Πρόκειται ως αναφέρουν, για ένα γεγονός που ο ομνύον το γνώριζε, πλην όμως δεν το αποκάλυψε στο δικαστήριο. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι το γεγονός αυτό παρέμεινε αναντίλεκτο, και κατά βάση αποδεκτό και από τον συνήγορο των αιτητριών. Σχετικά είναι και τα πιο πάνω τεκμήρια που επισυνάπτουν οι καθ' ων η αίτηση, εκ των οποίων αναδύεται ότι η ενάγουσα 3 έχει διαγραφεί, γεγονός που ήταν σε γνώση του ομνύοντος. Από το πιστοποιητικό συστάσεως της ενάγουσας 3, τεκμ.3 στην αίτηση, προκύπτει ότι η εταιρεία Pretoria Capital Corp. με αριθμό εγγραφής 426873, συνεστήθη την 9.1.
- Από το τεκμ.Γ της ένστασης της καθ' ης η αίτηση 4, προκύπτει ότι η εταιρεία Pretoria Capital Corp. με αριθμό συστάσεως 426873, που συνεστήθη την 9.1.2001, διεγράφη (struck off) την 1.11.
- Πρόκειται συναφώς για ένα γεγονός, που σύμφωνα με τα πιο πάνω τεκμήρια, ήταν γνωστό στον ομνύοντα πριν από την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Ο κ. Γεωργίου εκ μέρους των αιτητριών στην αγόρευση του, εισηγείται ότι το γεγονός αυτό δεν είναι ουσιώδες, αφού στις 27.3.19 στην πιο πάνω απόφαση, που είναι μεταγενέστερη της διαγραφής, αναγνωρίζεται η ύπαρξη της ενάγουσας
- Προσθέτει επίσης, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για το νομικό καθεστώς που ακολουθεί τη διαγραφή μιας εταιρείας στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ως εκ τούτου, σε τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο θεωρεί ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται είναι το Κυπριακό. Επικαλούμενος το Άρθρο 327
(7)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, είναι η θέση του ότι μια εταιρεία που διαγράφεται δεν παύει να έχει νομική προσωπικότητα και ότι, η διαγραφή, είναι ζήτημα σχέσης της εταιρείας με το εθνικό μητρώο και όχι ταυτόσημη έννοια με τη διάλυση της εταιρείας. Εκ των πραγμάτων, τα δυο ζητήματα αναπόφευκτα θα πρέπει να συνεξεταστούν, αφού αφορούν το ίδιο ζήτημα με δυο πτυχές, όπως τουλάχιστο αναλύεται από την πλευρά των αιτητριών. Στην υπόθεση Trafalgar Developments Ltd κ.ά ν. Uralcmem Holding P.L.C κ.α, Πολ. Έφεση 331/17,ημερ.24.4.18, υπεδείχθη ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι αυτά ήταν ζητήματα που θα έπρεπε να απαντηθούν με γνώμονα το ουσιαστικό δίκαιο της Ιρλανδίας. Εφόσον όμως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για το δίκαιο της Ιρλανδίας, το δικαστήριο εφάρμοσε τα ισχύοντα στην Κύπρο επί της αρχής ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία, σε περίπτωση δε που δεν αποδεικνύεται, τεκμαίρεται ότι είναι το ίδιο με το ημεδαπό (Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ, 753)». Δεδομένου ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση δεν προσκόμισε μαρτυρία για το δίκαιο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων ως προς τις νομικές συνέπειες της διαγραφής, ούτε βεβαίως και η πλευρά των αιτητριών, τότε εφαρμόζονται τα ισχύοντα στο ημεδαπό δίκαιο. Σχετικό είναι το Άρθρο 327 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3, η διαγραφή (striking off) της επωνυμίας εταιρείας από τα μητρώα του Εφόρου εταιρειών, έχει ως αποτέλεσμα ότι η εταιρεία διαλύεται (the company will be dissolved). Στην υπόθεση Logicom Ltd v. P & G Caresys Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ 877, επεξηγείται ότι, δυνάμει του Άρθρου 327
(7)του Νόμου, τόσο η εταιρεία, όσο και οι πιστωτές της, για τους λόγους που εκεί αναφέρονται, μπορούν με αίτηση τους να ζητήσουν αποκατάσταση του ονόματος της εταιρείας. Τέτοια ενέργεια, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έγινε εκ μέρους της ενάγουσας
- Και επί του προκειμένου, το βάρος ήταν στην ίδια να το αποσείσει. Στο σύγγραμμα Buckley On The Companies Acts, 13η έκδοση, σελ.701, στα σχόλια, σε σχέση με το αντίστοιχο Άρθρο του 353 του Companies Act 1948, αναφέρεται ότι είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι, παρόλο που η εταιρεία, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, έχει διαλυθεί και δεν υπάρχει πλέον (no longer in existence), μπορεί να αποταθεί για αποκατάσταση του ονόματος της. Προκύπτει, στη βάση των πιο πάνω, ότι η ενάγουσα 3 εταιρεία κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής δεν υπήρχε, και ήταν ανύπαρκτη εταιρεία. Η ρηθείσα δικαστική απόφαση δεν αναβιώνει, ούτε και αποκαθιστά την επωνυμία της ενάγουσας 3, ως είναι η εισήγηση του κ. Γεωργίου, δυνάμει του Άρθρου 327 του Κεφ.
- Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, το μείζον που προκύπτει σε σχέση με το θέμα αυτό, είναι αν το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αποκαλυφθεί στο δικαστήριο, όταν οι ενάγουσες αποτάθηκαν μονομερώς και εκδόθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα. Σειρά αποφάσεων, κυρίως Αγγλικών, που υιοθέτησε η δική μας νομολογία, αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη αλλά και την υποχρέωση της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι σε γνώση του αιτητή. Σε αντίθετη περίπτωση, το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή, θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ 1168). Η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, που μπορεί ακόμα να είναι και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου, αποτελεί υψίστης πίστεως. Παράλειψη τήρησης της υποχρέωσης αυτής, οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε μονομερώς. Τα γεγονότα θα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση έστω και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Beenfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ 280). Στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 597, κρίθηκε ότι το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Εκείνο που σε τελική ανάλυση προσμετρά ως επιβαλλόμενη υποχρέωση, είναι η ειλικρινής παράθεση όλων των αληθινών γεγονότων κατά τρόπο δίκαιο. Σύμφωνα με την υπόθεση Larissa (Αρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ 1333, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε (α) ήταν γνωστό στον αιτητή και (β) αν είναι ουσιαστικό. Το πρώτο ερώτημα έχει ήδη απαντηθεί, ότι δηλαδή ήταν σε γνώση του ομνύοντα η διαγραφή του ονόματος της ενάγουσας 3. Έπεται πως η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική. Στην Resola Cyprus Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους. Ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Στο τέλος της ημέρας το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιώδες. Είναι αναμφίβολα μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων, η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclussif Ltd κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 1953). Κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναντιλέκτως, όφειλε ο ομνύον να αποκαλύψει το γεγονός αυτό στο δικαστήριο, αφού πρόκειται για ουσιώδους σημασίας ζήτημα. Και ο λόγος είναι γιατί η εικόνα που παρουσιάζεται σήμερα, είναι εντελώς διαφορετική από όσα αρχικά τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Η εικόνα αλλάζει άρδην με εντελώς διαφορετική δυναμική. Και δεν αφορά μόνο τη διαγραφή του ονόματος της ενάγουσας 3 από τα μητρώα του Εφόρου στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, και την κατά συνέπεια ανυπαρξία της ενάγουσας 3, αλλά και τη διασύνδεση της εταιρείας αυτής με τις ενάγουσες 1 και 2 και των προβαλλόμενων δικαιωμάτων του ομνύοντος σε αυτές, σύμφωνα με την σχετική απόφαση του δικαστηρίου (τεκμ.1). Εκ της ρηθείσης δικαστικής απόφασης (τεκμ.1), στη βάση της οποίας ο ομνύον είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης των εναγουσών εταιρειών, προκύπτει ότι είναι δια του μετοχολογίου της ενάγουσας 3 που έλκει τα δικαιώματα του επί όλων των εναγουσών εταιρειών. Το δικαστήριο δεν θα διεξέλθει τα ζητήματα αυτά και τις νομικές επιπτώσεις που συνεπάγονται, δεν είναι αυτό ζητούμενο, αλλά εκείνο που εξετάζεται εδώ, είναι αν το γεγονός αυτό, που δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, είναι ουσιώδες, και αν θα έπρεπε το δικαστήριο να το είχε υπόψη του όταν αποφάσιζε σε μονομερή βάση, την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Τα γεγονότα αυτά, γνωστά στον ομνύοντα, αναπόδραστα θα έπρεπε να τεθούν εξ αρχής ενώπιον του δικαστηρίου, καθότι είναι ζωτικά και απολύτως ουσιώδη, επί των οποίων το δικαστήριο θα ασκούσε την διακριτική του ευχέρεια. Στη υπόθεση Commerzbank Auslandenbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση αρ.Ε6/14, ημερ. 27.2.15 αναφέρθηκε το εξής: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής..» Τα δεδομένα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί, δεν αφήνουν καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το γεγονός της διαγραφής της ενάγουσας 3, δεδομένης της διασύνδεσης των εναγουσών 1 και 2 με αυτή, που απολήγουν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ομνύοντος επί των εναγουσών εταιρειών, ήταν απολύτως ουσιώδες γεγονός, το οποίο έπρεπε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, όταν εξέταζε μονομερώς την αίτηση. Η ουσιώδης αυτή παράλειψη, είναι κατά τη κρίση του δικαστηρίου καταλυτική, και καθιστά, εξ αυτού του λόγου, την απόφαση ακροσφαλή. Για τους λόγους αυτούς, τα εκδοθέντα διατάγματα κρίνεται ότι θα πρέπει να ακυρωθούν και ως εκ τούτου ακυρώνονται. Χάριν όμως πληρότητας της απόφασης, και αν η πιο πάνω κρίση κριθεί εσφαλμένη, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει σε βάθος τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Από την άλλη, η μαρτυρία, ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική και πρώιμη αξιολόγηση με την έννοια της απεικόνισης της μαρτυρίας, τέτοια ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη
(2011)1 Α.Α.Δ 1066). Δεν είναι το παρόν στάδιο, το βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, απαιτείται να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Το δεύτερο κριτήριο, συναφές και συνδεόμενο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο, ικανοποιείται εφ' όσο καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Η απαίτηση των εναγουσών έχει ήδη καταγραφεί. Αξιώνουν αποζημιώσεις στηριζόμενες επί ιδιοποίησης, δόλου και απάτης, για παράβαση κατεπιστεύματος και/ή για δόλιες μεταβιβάσεις περιουσίας. Κρινόμενη αντικειμενικά η απαίτηση, διαπιστώνεται ότι αυτή αποτελεί καλή βάση αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο συνεπώς θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί η, μικρή έστω, πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής, σε βαθμό που να είναι ορατή. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το δεύτερο κριτήριο, ικανοποιείται, ως λέχθηκε, με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη. Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». Εκ της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντα, προκύπτει ότι στηρίζεται α. σε τρείς φερόμενες ή και ισχυριζόμενες ως εκθέσεις της αστυνομίας (τεκμ.11), στις οποίες φαίνονται, σύμφωνα με τον ομνύοντα, αναλυτικά οι κινήσεις των χρημάτων των εναγουσών εταιρειών, και σε σχετικό πίνακα που ετοίμασαν, στη βάση των πιο πάνω εκθέσεων, οι δικηγόροι του και β. σε κατάθεση που έδωσε στον ίδιο η εναγόμενη 8, αλλά και σε σχετική ένορκη δήλωσή της, που έγινε στα πλαίσια της αγωγής 5356/13 (τεκμ.15 και 16). Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από τα πιο πάνω τεκμήρια ανακάλυψε ότι τα χρήματα των εναγουσών εταιρειών χρησιμοποιούνταν για προσωπικούς σκοπούς της εναγόμενης 1 και χρηματοδότησης των εναγομένων 6 και 7. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι οι δυο φερόμενες, ανυπόγραφες, ως καταθέσεις του (τεκμ.10), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε, περιλαμβάνουν τα ίδια γεγονότα και ισχυρισμούς που περιέχονται στην παρούσα ένορκη του δήλωση. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου, καθ' όσον αφορά τις αναφερόμενες ως φερόμενες εκθέσεις της αστυνομίας (τεκμ.11), ότι πρόκειται για ανυπόγραφα έγγραφα, χωρίς να φέρουν κάποια σφραγίδα ή οτιδήποτε άλλο που να παραπέμπουν στο συντάκτη τους. Καταγράφονται σωρεία χρεοπιστώσεων διαφόρων λογαριασμών, ανατρέχουσες πέραν της 10ετίας, και περιλαμβάνουν σωρεία ονομάτων, χωρίς οτιδήποτε άλλο επεξηγηματικό, ή και διευκρινιστικό εκ του οποίου να μπορεί γίνει αντιληπτό περί τίνος πρόκειται. Ανάλογα είναι τα σχόλια και για τον πίνακα 11Α που ετοιμάστηκε σε πρόγραμμα Excel αφού, πέραν του ότι δεν αναφέρει τον συντάκτη του, είναι αδύνατον να κατανοηθεί και να γίνει αντιληπτό τι ακριβώς περιλαμβάνει ο πίνακας αυτός. Εκείνο επίσης που προκύπτει και κρίνεται ως το σημαντικότερο, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο ομνύον, στην ουσία, δεν προβαίνει σε καμιά απολύτως αναφορά, ή άλλη έστω επεξήγηση ή ανάλυση των διαλαμβανομένων στα διάφορα τεκμήρια που επισύναψε, ώστε να μπορούσε, έστω και κατ' αρχή, να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα, ή να σκιαγραφηθεί κάποια συγκεκριμένη εικόνα των ισχυρισμών του. Ουδόλως λησμονείται ότι στο στάδιο αυτό δεν εκδικάζεται η ουσία της απαίτησης των εναγουσών, ούτε βεβαίως ότι δεν είναι επιτρεπτή η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα αξιοπιστίας. Τα πιο πάνω σχόλια καταγράφονται όχι προς εξαγωγή ευρημάτων ή ακόμα και συμπερασμάτων, κάθε άλλο. Γίνονται ακριβώς στα πλαίσια διερεύνησης και αναζήτησης εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, εξ αυτών τα οποία επικαλείται ή και παραθέτει ο ομνύον, ώστε να αποκρυσταλλωθεί μια κατ' αρχή και εκ πρώτης όψεως εικόνα της εκδοχής του ομνύοντος και των αιτητριών, που φέρουν και το σχετικό βάρος, ώστε, στη βάση αυτών, να εξεταστούν οι προβαλλόμενες θέσεις και ισχυρισμοί, στα πλαίσια του δεύτερου πιο πάνω κριτηρίου. Στην ουσία, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί κινούνται στο επίπεδο της γενικότητας, και αυτής περιορισμένης, όπως και αοριστίας και ασάφειας, χωρίς την απαιτούμενη στοιχειοθέτηση που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Και αυτό εντοπίζεται τόσο στο πεδίο των γεγονότων που αναφέρει ο ομνύον, όσο και στο επίπεδο των συνημμένων εγγράφων. Στην υπόθεση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 Α.Α.Δ. 629, αναφορικά με υπό συζήτηση θέμα, το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Δεν υπάρχει όμως κανόνας ότι τα αναφερόμενα σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη ex parte αίτησης πρέπει και να τεκμηριώνονται με τον τρόπο που εισηγείται ο Εφεσίβλητος. Αναμφιβόλως, οποιοδήποτε τεκμήριο μπορεί να βεβαιώσει τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση είναι ορθό να προσκομίζεται μαζί της. Η συνολική επάρκεια όμως της ένορκης δήλωσης συναρτάται τόσο προς τη φύση του περιεχομένου της όσο και προς την ύπαρξη στοιχείων που να τους στηρίζουν.» Στην παρούσα υπόθεση, ούτε η ένορκη δήλωση περιέχει στοιχεία που να υποστηρίζουν, ή έστω να αναλύουν και να επεξηγούν τους διάφορους ισχυρισμούς του ομνύοντος, αλλά ούτε και από τα συνημμένα έγγραφα που επισύναψε, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, προκύπτει ακόμα ένα θέμα. Ο ομνύον αναφέρεται γενικά και αόριστα στην απώλεια χρημάτων από τις τρεις ενάγουσες εταιρείες, χωρίς κάποια ειδικότερη αναφορά ή και εξειδίκευση. Για παράδειγμα, υπάρχει ισχυρισμός ότι τα χρήματα των εναγουσών εταιρειών χρησιμοποιούνταν για προσωπικούς σκοπούς της εναγόμενης 1, αλλά και για χρηματοδοτήσεις των εναγόμενων 6 και 7, χωρίς να παρέχεται κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, ή κάποια λεπτομέρεια, αλλά και κυρίως, χωρίς αναφορά ποιας ενάγουσας εταιρείας, εκ των τριών, ως ξεχωριστής νομικής οντότητας, χρησιμοποιούνταν τα χρήματα. Και αυτό ενέχει πλέον τη σημασία του, δεδομένης της ανυπαρξίας της ενάγουσας 3 λόγω της διαγραφής της, ώστε να μπορεί ευκρινώς να διαφανεί ποιο ακριβώς χρηματικό ποσό απώλεσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα, κάθε ενάγουσα ξεχωριστά. Τα συνημμένα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ουδόλως υποβοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ η ένορκη δήλωση του ομνύοντος, όχι μόνο δεν είναι υποβοηθητική, αλλά αντίθετα δεν παρέχει απολύτως κανένα στοιχείο. Ο ομνύον, στη παράγραφο 19 της ενόρκου δηλώσεως του, παραπέμπει επίσης σε κατάθεση και ένορκη δήλωση της εναγόμενης 8, (τεκμ.15 και 16). Σύμφωνα με τον ομνύοντα, «η εν λόγω κυρία μου έδωσε κατάθεση στην οποία επεξηγεί με κάθε λεπτομέρεια την απάτη που έστησαν σε βάρος μου οι εναγόμενες 1 και 5». Εκείνο που διαπιστώνεται από το τεκμ.15, είναι ότι πρόκειται για ένα 9σέλιδο έγγραφο, που δεν φέρει, αλλά ούτε και έχει κάποια υπογραφή, ή μονογραφή, σφραγίδα ή κάποια άλλη ένδειξη ως προς το ποιος το υπέγραψε ή το συνέταξε, ούτε καν φωτοαντίγραφο του φερόμενου ως υπογραμμένου πρωτοτύπου δεν είναι. Προφανώς και δεν μπορεί να αποδοθεί κάποια σημασία στο έγγραφο αυτό, ούτε και να αντληθούν εξ αυτού κάποια συμπεράσματα. Ίδια είναι η εικόνα και για το τεκμ.16, το οποίο φέρεται να είναι ένορκη δήλωση, χωρίς υπογραφή και ημερομηνία, και κυρίως, αφού φέρεται να είναι δικαστικό έγγραφο, δεν φέρει πιστοποίηση από τον αρμόδιο πρωτοκολλητή ότι πρόκειται για πιστό αντίγραφο. Στο περιεχόμενο κανενός εκ των δυο αυτών εγγράφων μπορεί να προσδοθεί σημασία ή και κάποια αξία, προς εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Αναφορά στο θέμα αυτό θα γίνει και στη συνέχεια. Μια άλλη συναφής αλλά ουχί αμελητέα παράμετρος, αποτελεί η θέση του ομνύοντος, όπως καταγράφεται τόσο στο υπό στοιχείο Β της γενικής οπισθογράφησης, όσο και στην ένορκη του δήλωση, δες για παράδειγμα παραγράφους 13, 19 και 25 της ενόρκου δηλώσεως, ότι η απαίτηση των εναγουσών εναντίον των εναγομένων στηρίζεται σε δόλο και απάτη εκ μέρους τους, για να κλέψουν χρήματα των εναγουσών εταιρειών. Στην Hellenic Bank ανωτέρω, υπεδείχθη η υποχρέωση των αιτητών, στα πλαίσια της προώθησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία, ώστε να μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο. Υπεδείχθη ότι: «Η γενικότητα της θέσης ότι υπάρχει δόλος, επειδή για χρόνια ανανεωνόταν η εγγυητική, και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων σε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι εφεσείοντες ζήτησαν την πληρωμή της εγγυητικής, αναμφίβολα υστερεί κατά πολύ από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δοθεί ώστε το Δικαστήριο να εξέταζε κατά πόσο υπήρχαν πράγματι εκείνα τα στοιχεία δόλου στη γνώση μάλιστα των εφεσειόντων, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε ή όχι το προσωρινό διάταγμα». Διαπιστώνεται ότι τέτοιες λεπτομέρειες δόλου και απάτης δεν περιέχονται στην ένορκη του ομνύοντος. Αλλά και γενικότερα, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, όπως και στην υπόθεση Hellenic Bank ανωτέρω, έτσι και εδώ, οι αιτήτριες απέτυχαν να το πράξουν. Τόσο δια της ενόρκου δηλώσεως, όσο και δια των συνημμένων εγγράφων, δεν παρέθεσαν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία, πέραν γενικοτήτων και αοριστιών, εκ των οποίων να αναδεικνύεται, στη βάση αυτών επαρκές υλικό, ώστε να διαφανεί, εκ πρώτης όψεως, κατά πόσο πληρείται ή και στοιχειοθετείται η πιθανότητα επιτυχίας της βάσης της αγωγής. Ούτε και παρατίθενται, στην ένορκη δήλωση, λεπτομέρειες δόλου και απάτης των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, ώστε να εξεταστούν από το δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα και για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται, και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η δεύτερη, τασσόμενη υπό της νομολογίας, προϋπόθεση. Η εξέταση των υπολοίπων δυο προϋποθέσεων, εν όψει της πιο πάνω κατάληξης, εκ των πραγμάτων, είναι άνευ αντικειμένου. Τέλος εγείρεται ακόμα ένα ζήτημα. Ως λέχθηκε, ο ομνύον επικαλείται την εναγόμενη 8 προς υποστήριξη των διαφόρων ισχυρισμών του. Το θέμα αυτό έχει ήδη εξεταστεί από το δικαστήριο. Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα σχετικό, από άλλη όμως σκοπιά, το οποίο ενέχει και αυτό ξεχωριστή σημασία. Τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς την 6.9.19 εναντίον όλων των εναγομένων. Έκτοτε, ως λέχθηκε και ως προκύπτει εκ του φακέλου, δεν έχουν επιδοθεί ούτε στην εναγόμενη 8, αλλά ούτε και στις εναγόμενες 6 και 7. Στην υπόθεση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1 Α.Α.Δ. 1105, υπεδείχθη ότι σύμφωνα με το Άρθρο 9
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, τα εκδοθέντα σε μονομερή βάση διατάγματα πρέπει να επιδίδονται σε όλους, ώστε όλοι να είναι σε θέση να εμφανιστούν και να ενστούν. Και το γεγονός αυτό αποκτά σημασία. Και αυτό, λόγω της δεδομένης επίκλησης της εναγόμενης 8 εκ μέρους του ομνύοντος, ανεξάρτητα από όσα έχουν ήδη λεχθεί ως προς τα συνημμένα έγγραφα που επισύναψε στην ένορκη του δήλωση. Η μαρτυρία της εναγόμενης 8, αν της επιδιδόταν η αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα, θα ήταν, όπως λέχθηκε στην Capman ανωτέρω, στη διάθεση των υπολοίπων εναγομένων. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι αφορά και τις εναγόμενες 6 και 7, στις οποίες ο ενάγων καταλόγισε χρηματοδότηση τους από την εναγόμενη
- Χωρίς εξήγηση του λόγου για τον οποίο δεν επιδόθηκαν η αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα στους εναγόμενους 6, 7 και 8 μέχρι, τουλάχιστο, και τις 4.3.20, που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση, ήτοι περί τους 6 μήνες, τα εκδοθέντα διατάγματα, για τους λόγους που αναλύονται στην υπόθεση Capman ανωτέρω, θα πρέπει να ακυρωθούν και για τον λόγο αυτό. Στην ίδια τροχιά είναι και η κρίση για την παράλειψη καταχώρισης εκθέσεως απαιτήσεως, που ήγειρε η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, αφού σύμφωνα με την Capman ανωτέρω, η έλλειψη προώθησης της αγωγής, καθιστά το εξασφαλισθέν διάταγμα ως αυτοσκοπό, γεγονός που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, και
- Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο