Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 148/2018, 27/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 148/2018 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.8549) Επί τοις αφορώσι την Εκούσια Εκκαθάριση της Εταιρείας ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.8549) ------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2020 (Αίτηση ημερ. 15/01/20 υπό του κ. XXXXX Α. Νεοφύτου για αναστολή εκτέλεσης και post-judgment προσωρινό διάταγμα) Για τον αιτητή: κ. Χ. Α. Νεοφύτου προσωπικά και κα Μιχαηλίδου (δικηγόρος) Για την καθ' ης η αίτηση εταιρεία και τους μετόχους Ευανθία Αριστείδου και Όμηρο Αργυρού: κ. Παπαπολυβίου για κ.κ. Κ. Χρυσοστομίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα όσα έχουν προηγηθεί της παρούσας αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος post-judgment καθώς επίσης και για αναστολή εκτέλεσης της τελικής απόφασης που εκδόθηκε στην παρούσα διαδικασία στις 30/03/18 υπό άλλη σύνθεση, έχουν σε μεγάλο βαθμό συνοψισθεί στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 13/01/20 με την οποία ενέκρινα το αίτημα του εδώ αιτητή για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/18. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση μου. «Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης από πλευράς αιτητή είναι, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, κάπως ιδιόμορφο και ίσως πρωτοφανές. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι από της καταχώρησης της κυρίως διαδικασίας, η οποία ήχθη αρχικά με μονομερή αίτηση η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως, και μέχρι σήμερα, έλαβαν χώρα αρκετές δικαστικές «μάχες» μεταξύ των διαδίκων, τόσο σε πρωτόδικο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, με τις εκατέρωθεν θέσεις να περιέχονται σε ογκώδη «δικόγραφα» και ένορκες δηλώσεις. Παρά ταύτα η διαμάχη των διαδίκων ως προς το χειρισμό των εσωτερικών δρώμενων στην εταιρεία «Όμηρος» (εφ' εξής εταιρεία) όχι μόνο δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί από τις μέχρι σήμερα εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μάλιστα, όπως αμφότερες οι πλευρές δηλώνουν και προκύπτει και από τις παραστάσεις τους, έπεται και συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση όμως, το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών με την παρούσα διαδικασία γεγονότων έχει ήδη συνοψιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην Πολ. Εφ. 370/2018, Αναφορικά με την Αίτηση του XXXXX Α. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 24/10/2019 και η οποία αποτέλεσε το λόγο για τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω έφεση: «Σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας Αρτοποιεία Όμηρος Αριστείδου Λτδ (στο εξής η Εταιρεία), στις 29.10.2016, εγκρίθηκε ψήφισμα με το οποίο η Εταιρεία θα τίθετο υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης με εκκαθαριστές τούς XXXXX Νεοφύτου και XXXXX Μιχαηλίδου. Η έγκριση του πιο πάνω ψηφίσματος δεν επέφερε και την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μετόχων. Ό,τι όμως ενδιαφέρει την παρούσα είναι ότι στις 27.2.2018 ο εκ των διορισθέντων εκκαθαριστών XXXXX Νεοφύτου, κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στο εξής το κατώτερο Δικαστήριο) την εταιρική αίτηση 148/2018 με την οποία επεδίωξε, αφενός, να απαγορευτεί στους μετόχους και διευθυντές της Εταιρείας να προβάλλουν εμπόδια στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης και αφετέρου να διατάσσεται ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης να «αποδεχτεί τη Θέσμια δήλωση Φερεγγυότητας της Διευθύντριας της Εταιρείας Μ.Ι. (Κ) Αριστείδου για σκοπούς της διαδικασίες εκούσιας εκκαθάρισης της Εταιρείας». Η πιο πάνω αίτηση του Χρ. Νεοφύτου προσέκρουσε σε ένσταση των μετόχων της Εταιρείας Ε.Γ.Α[1] και Ό.Α., οι οποίοι κατέχουν το 80% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας ενώ το υπόλοιπο 20% κατέχεται από τη Μ.Ι. (Κ.) Α. και τελικά η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στο πλαίσιο της οποίας - μεταξύ άλλων - οι ενιστάμενοι προέβαλαν και τη θέση ότι ο Χρ. Νεοφύτου δεν διορίστηκε νομότυπα εκκαθαριστής της Εταιρείας. Το κατώτερο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 266
(1)[2] του περί Εταιρειών Νόμου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των άρθρων 261-264, 266
(2)
(3)και
(4), 268 και 275-283, κατέληξε (ερμηνευτικά) στο συμπέρασμα ότι χωρίς την εμπρόθεσμη υποβολή της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας δεν ήταν δυνατό για τους μετόχους της Εταιρείας να υποδείξουν εκκαθαριστές. Με δεδομένο δε ότι τέτοια Δήλωση δεν είχε υποβληθεί αποφάσισε πως «το ψήφισμα ημερομηνίας 29.10.2016 για εκούσια εκκαθάριση της υπό αναφορά εταιρείας δεν εγκρίθηκε νομότυπα καθότι αυτού του ψηφίσματος δεν προηγήθηκε χρονικά η Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας από τους συμβούλους της εταιρείας και συνεπώς δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι ούτε το ψήφισμα για το διορισμό του κ. XXXXX Νεοφύτου και της κας XXXXX Μιχαηλίδου εγκρίθηκε νομότυπα. Προκύπτει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μη νομότυπης έγκρισης ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση και διορισμό εκκαθαριστή της υπό αναφορά εταιρείας ότι ο ισχυρισμός πως ο κ. XXXXX Νεοφύτου είναι ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας δεν ευσταθεί και για το λόγο αυτό απορρίπτεται.». Η πιο πάνω απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου προσβλήθηκε από τον XXXXX Νεοφύτου (εφεσίβλητος στην παρούσα) με διαδικασία Certiorari, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της Εταιρείας και των Ε.Α. και Ό. Α. (εφεσειόντων στην παρούσα υπόθεση). Με θετική γι΄ αυτόν κατάληξη καθότι ο αδελφός Δικαστής που επελήφθη της αιτήσεως του, εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου κρίνοντας πως η ερμηνεία που δόθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 266 του Κεφ. 113 ήταν εσφαλμένη. Παραθέτουμε επί τούτου αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση. «Το εκδικάσαν Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω απόφασή του στη βάση της ερμηνείας που το ίδιο έδωσε στις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 266 του Νόμου. Εμφανώς, αυτό δεν αντιλήφθηκε ορθά το νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου γίνεται η θέσμια δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 266
(1)και ότι αυτή κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι και δεν απαιτείται να γίνεται σε κάθε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης εταιρείας. Η πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει με σαφήνεια από τη χρήση στο άρθρο 266
(1)της λέξης «δύναται», και, ειδικά, στην πρόβλεψη σε αυτό ότι: «οι σύμβουλοι της εταιρείας ή, ..., η πλειοψηφία των συμβούλων, δύναται σε συνεδρία των συμβούλων να κάνουν θέσμια δήλωση». Επομένως, σαφώς, δεν απαιτείται να γίνεται θέσμια δήλωση σε κάθε περίπτωση που υιοθετείται πρόταση για εκούσια εκκαθάριση εταιρείας. Σύμφωνα δε και με το άρθρο 263 του Νόμου, εφόσον ληφθεί τέτοια απόφαση, «Εκούσια εκκαθάριση θεωρείται ότι αρχίζει από την ημερομηνία έγκρισης του ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση.»» Σημειώνω εδώ ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η πρωτόδικη απόφαση του αδελφού Δικαστή που επιχειρείται τώρα να εφεσιβληθεί από τον αιτητή εκδόθηκε στις 30/03/18, ότι η ισχύς της εν λόγω απόφασης αναστάληκε από τον έντιμο Γιασεμή Δ. στις 04/04/18 στα πλαίσια της Πολ. Αιτ. 30/18 με την οποία δόθηκε άδεια στον αιτητή να καταχωρήσει αίτηση για Certiorari, ότι παρέμεινε υπό αναστολή ισχύος μέχρι και τις 25/10/18 όταν ο Γιασεμής Δ. την ακύρωσε εξ' ολοκλήρου εκδίδοντας σχετικό ένταλμα Certiorari στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης Αρ. 34/2018, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ημερ. 25/10/2018 και ότι η εν λόγω ακυρωτική απόφαση παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και τις 24/10/19 που εκδόθηκε η απόφαση στην προαναφερόμενη Πολ. Έφ. 370/18 αντικείμενο της οποίας ήταν το certiorari του Γιασεμή Δ. Το Εφετείο που εξέτασε την έφεση που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν εναντίον της ακυρωτικής απόφασης του Γιασεμή Δ. αποφάσισε να ανατρέψει την εν λόγω απόφαση με το εξής σκεπτικό: «Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση ως εσφαλμένη με επτά
(7)Λόγους Έφεσης, πλην όμως προέχει η εξέταση των Λόγων Έφεσης 2, 3 και 4 με τους οποίους προβάλλεται πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος για δύο αλληλένδετους μεταξύ τους λόγους. Ο πρώτος, ότι ο εφεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου με έφεση και, ο δεύτερος, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την καταφυγή στη διαδικασία Certiorari παρά τη δυνατότητα έφεσης.. Έχοντας υπόψιν τις πιο πάνω (βασικές) αρχές, δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά σε σχέση με το ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως το κατώτερο Δικαστήριο «δεν αντιλήφθηκε ορθά το νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου γίνεται η θέσμια δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 266
(1)» δεν δικαιολογούσε αφ΄ εαυτής την έκδοση και του επίδικου διατάγματος. Τούτο γιατί, ακόμη και στην περίπτωση που το κατώτερο Δικαστήριο αντιλήφθηκε λανθασμένα το νομικό πλαίσιο, αυτό μόνο με έφεση μπορούσε να διορθωθεί και όχι με προνομιακό ένταλμα. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που το καταλογισθέν στο κατώτερο Δικαστήριο νομικό σφάλμα ήταν έκδηλο - κάτι που δεν ήταν εφόσον ο έλεγχος της ερμηνείας που έδωσε το κατώτερο Δικαστήριο στο άρθρο 266
(1)επέβαλλε και τη συσχέτιση του εν λόγω άρθρου με τα 261-264, 266
(2)
(3)και
(4), 268 και 275-283 του Κεφ. 113, στοιχείο που απαιτούσε περαιτέρω έρευνα - και πάλιν δεν θα έπρεπε σύμφωνα με τη νομολογία να εκδοθεί το επίδικο ένταλμα χωρίς την κατάδειξη εξαιρετικών περιστάσεων. Ωστόσο η παράμετρος αυτή δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο προχώρησε στην έκδοση του επίδικου εντάλματος κατ΄ ακολουθία της δικής του θεώρησης ότι το κατώτερο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 266
(1)του Κεφ. 113, η οποία θεώρηση δεν συνάδει με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας και ακολούθως την έκδοση προνομιακού εντάλματος. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση επιτυγχάνει χωρίς να απαιτείται η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης, η δε πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα, πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, προς όφελος των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου.» Ως αποτέλεσμα της απόφασης στην Πολ. Έφ. 370/18, το υπό Γιασεμή Δ. εκδοθέν Certiorari ακυρώθηκε και επανήλθε ουσιαστικά η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης της 30/03/18 με την οποία είχε τότε αποπερατωθεί πρωτοδίκως η κυρίως διαδικασία.» Κρίνω επίσης σκόπιμο όπως αναφερθώ και στα όσα σχετικά έλαβαν χώρα από τις 29/10/19 που καταχωρήθηκε η αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης. Μαζί με την προαναφερόμενη αίτηση για παράταση καταχωρήθηκε και μία μονομερής αίτηση, με την οποία ζητείτο αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 30/03/18 είτε μέχρι την καταχώρηση έφεσης είτε μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης για παράταση. Εκείνη η αίτηση όμως, για την οποία δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί, αποσύρθηκε άνευ βλάβης κατά την επόμενη εμφάνιση στο Δικαστήριο στις 19/11/19 και προτού επιδοθεί, ώστε να αποπερατωθεί πρώτα η αίτηση παράτασης εφόσον το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης σίγουρα θα επηρέαζε τα δεδομένα επί των οποίων θα εξετάζετο το οποιοδήποτε αίτημα για αναστολή. Την ίδια ημερομηνία, στις 19/11/19 δηλαδή, η οποία ήταν και η ημερομηνία που ορίστηκε για πρώτη φορά η αίτηση παράτασης, η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ζήτησε χρόνο δύο μηνών για να καταχωρήσει την ένσταση της υποστηρίζοντας ότι οι περιστάσεις και η φύση της υπόθεσης δικαιολογούσαν το εν λόγω χρονικό διάστημα. Η πλευρά του αιτητή θεώρησε υπερβολικό το χρόνο και υποστήριξε ότι θα μπορούσε να δοθεί χρόνος για καταχώρηση της ένστασης μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων και να οριστεί η ακρόαση της αίτησης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία όταν θα επανάνοιγε το Δικαστήριο. Η θέση του αιτητή για χορήγηση 45 ημερών περίπου στους καθ' ων η αίτηση αντί 2 μηνών, κρίθηκε από το Δικαστήριο ως λογική και δίκαιη υπό τις περιστάσεις οπόταν δόθηκαν οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι 20/12/19 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 10/01/20. Δεκαπέντε περίπου μέρες αργότερα, ήτοι στις 02/12/19, ο αιτητής επανήλθε με νέα μονομερή ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της αίτησης για παράταση, παραπονούμενος ότι στις 22/11/19, ήτοι 3 μέρες μετά την τελευταία εμφάνιση στο Δικαστήριο, οι καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα ο μέτοχος Ο. Αργυρού, επέδωσε ειδοποίηση 21 ημερών για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με προτεινόμενα θέματα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων την παύση της «αντίπαλης» μετόχου Μ. Αριστείδου από μέλος του Δ.Σ της εταιρείας, την δια ψηφίσματος επιβεβαίωση ότι η Εταιρεία, συνεπεία της απόφασης της 30/03/18, δεν είναι υπό καθεστώς εκκαθάρισης αλλά ενεργή καθώς και την ανάθεση στους δικηγόρους της εταιρείας να λάβουν νομικά μέτρα προς τον σκοπό αυτό αλλά και προς εξέταση του ενδεχόμενου ανάκτησης εξόδων από τον εκκαθαριστή Χ. Νεοφύτου προσωπικά. Προειδοποίησε περαιτέρω ο Αργυρού ότι σε περίπτωση που το αίτημα του δεν εγκρινόταν εντός επτά ημερών, θα συγκαλούσε ο ίδιος Γενική Συνέλευση δυνάμει του αρ.126
(3)Κεφ.
- Το παράπονο του αιτητή τότε, στη βάση του οποίου αυτός αιτήθηκε μονομερώς όπως μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παράταση και/ή την καταχώρηση έφεσης διαταχθεί η αναστολή αφ' ενός της προτιθέμενης Γενικής Συνέλευσης και αφ' ετέρου της απόφασης της 30/03/18, ήταν ότι, «ως εμφαίνετε . ο λόγος που οι καθ' ων η αίτηση ζητούσαν όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο ενώπιον του Δικαστηρίου.για την καταχώρηση της ένστασης τους ήταν για να προχωρήσουν σε ενέργειες, δημιουργώντας τετελεσμένα που να επηρεάσουν τόσο τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου, την οφθαλμοφανή επιτυχία με την καταχώρηση έφεσης.τις επιπτώσεις από τη συνδεδεμένη διαδικασία αναστολής της απόφασης 30/03/18, να επηρεάσουν την ουσία εκδίκασης της αίτησης 148/18 ημερ. 27/02/18.να αλλάξουν την υπόσταση των μελών της ΟΜΗΡΟΣ, αποκτώντας, έστω προσωρινά έλεγχο της εταιρείας, να επέμβουν στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και γενικά να δημιουργήσουν τέτοια τετελεσμένα, που με την αναδρομική επαναφορά της εκκαθάρισης και του διορισμού μου ως εκκαθαριστής από τις 29/10/16, ημερομηνία ομόφωνης έγκρισης των ψηφισμάτων, να επιφέρουν τέτοιες αλλαγές για να είναι αδύνατο ή και δύσκολο ή και πιο πολύπλοκο στο να ενεργήσω ως εκκαθαριστής». Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ιστορικό της όλης υπόθεσης επέβαλλε όπως μην εκδοθούν οποιαδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και όπως η εν λόγω αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Λόγω όμως της τροπής που έλαβε η υπόθεση με την ειδοποίηση που έστειλε ο Αργυρού και των στενών χρονοδιαγραμμάτων που η εν λόγω ειδοποίηση έθετε, κρίθηκε ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση οριστεί στον συντομότερο δυνατό χρόνο. Αυτό, αν μη τι άλλο ώστε να τοποθετηθεί η άλλη πλευρά αν εξακολουθούσε να επιθυμεί τη σύγκληση της εν λόγω Γενικής Συνέλευσης πριν την αποπεράτωση της αίτησης για παράταση και να διαπιστωθεί κατά πόσο επιβάλλετο να δικαστεί πρώτα η αίτηση για αναστολή. Η αίτηση για αναστολή συνεπώς ορίστηκε στις 06/12/19 και στη συνέχεια στις 13/12/19, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο ζήτησε πρωτίστως να διευκρινιστεί κατά πόσο όντως θα προωθείτο το αίτημα του Αργυρού για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης και αν ναι πότε ήταν που προτίθετο να λάβει χώρα τέτοια Συνέλευση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ανέφερε τότε ότι θα αποστέλλετο νέα ειδοποίηση στις 16/12/19 με την οποία θα τασσόταν περιθώριο 28 ημερών για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης με την ίδια διάταξη, προθεσμία δηλαδή που θα έληγε στις 13/01/20, ήτοι την αμέσως επόμενη εργάσιμη μετά που η αίτηση για παράταση ήταν ορισμένη για ακρόαση (11/12 και 12/12 ήταν Σαββατοκύριακο). Η πλευρά του αιτητή υποστήριξε ότι αν η Συνέλευση γινόταν πριν να δικαστεί η αίτηση για παράταση, τότε υπήρχε ο ορατός κίνδυνος να επηρεάζονταν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του τελευταίου ενώ η πλευρά των καθ' ων η αίτηση υποστήριξε ότι έπρεπε να επιτραπεί στους τελευταίους να ασκήσουν άμεσα τα ενδοεταιρικά τους δικαιώματα όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν μετά την απόφαση της 30/03/18 και ότι δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στην αιτητή να εκτροχιάζει την ομαλή λειτουργία της εταιρείας με αλλεπάλληλες αιτήσεις στο Δικαστήριο. Έκρινα τότε ότι η πιο δίκαια υπό τις περιστάσεις ρύθμιση ήταν να επισπεύσω την εκδίκαση της αίτησης για παράταση και να την ορίσω σε ημερομηνία αρκετά πριν την ημερομηνία που θα έληγε η οποιαδήποτε προθεσμία της νέας ειδοποίησης που προτίθετο να στείλει ο Αργυρού στις 16/12/
- Με τον τρόπο αυτό, όπως ανέφερα και στο σχετικό πρακτικό, θα αποφεύγετο να σπαταληθεί πολύτιμος Δικαστικός και δικηγορικός χρόνος για την εκδίκαση της αίτησης για αναστολή, η οποία προφανώς ήταν άμεσα συναρτημένη με την «κυρίως» αίτηση για παράταση ενώ ταυτόχρονα θα διασφαλιζόταν αμφότερων των μερών τα δικαιώματα να ακουστούν πλήρως και ελεύθερα στην αίτηση για παράταση και χωρίς να επηρεαστούν δυσανάλογα και αχρείαστα τα όποια άλλα ενδοεταιρικά δικαιώματα τυχόν είχαν. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι σύμφωνα με τις προηγούμενες οδηγίες μου οι καθ' ων η αίτηση έπρεπε να καταχωρήσουν την ένσταση τους μέχρι 20/12/19, επαναόρισα την ακρόαση της αίτησης για παράταση στις 23/12/
- Στις νέες αυτές οδηγίες ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντέδρασε έντονα υποστηρίζοντας ότι του τίθενται ασφυκτικά χρονικά πλαίσια τα οποία τον εμποδίζουν από το να εκπροσωπεί στο καλύτερο δυνατό βαθμό τους πελάτες του και αυτό διότι πρόθεση του ήταν ούτως ή άλλως να ζητήσει παράταση για την καταχώρηση της ένστασης του μέχρι τις 23/12/
- Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα αυτό του συνηγόρου και όρισε την υπόθεση για ακρόαση εντός των διακοπών των Χριστουγέννων, ήτοι στις 27/12/19, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η ακροαματική διαδικασία. Σημειώνω εδώ ότι ενόψει της επισπευσμένης εκδίκασης της αίτησης για παράταση, η απόφαση στην οποία εκδόθηκε στις 13/01/20, αμφότερα τα μέρη αναγνώρισαν ότι εφόσον άλλαξαν τα δεδομένα επί των οποίων εδράζετο η αίτηση της 02/12/19 για αναστολή, δεν υπήρχε πλέον λόγος να προωθείται ως είχε εκείνη αίτηση και ως τέτοια άνευ αντικειμένου αίτηση απορρίφθηκε στα πλαίσια της απόφασης της 13/01/
- Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας σημειώνω ότι με την απόφαση της 13/01/20, με την οποία ενέκρινα τελικά το αίτημα για παράταση, ανέφερα καταληκτικά μεταξύ άλλων τα εξής: «Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και αντισταθμίζοντας την αναστάτωση στα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την απόφαση του Εφετείου στις 24/10/19 και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας και χωρίς να παραγνωρίζεται ο κανόνας για αυστηρή τήρηση της προθεσμίας που τίθεται για την άσκηση έφεσης, προθεσμία ούσα συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης, κρίνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση υφίστανται τέτοιοι καλοί λόγοι, οι οποίοι, κρινόμενοι υπό το φως όλων των ομολογουμένως εξαιρετικών και ιδιάζουσων περιστάσεων της υπόθεσης, δικαιολογούν την προς όφελος του αιτητή άσκηση της δικαστικής δυνατότητας για εφαρμογή της εξαίρεσης στον κανόνα. Μάλιστα δε, η εν λόγω δυνατότητα για εφαρμογή της εξαίρεσης ίσως στη συγκεκριμένη περίπτωση να μετατρέπεται και σε υποχρέωση έγκρισης της παράτασης (βλ. λεχθέντα στη Θεοδωράκη ανωτέρω και Χόππης). Για την κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου και το ότι τα όσα ο αιτητής προτίθεται να προβάλει στα πλαίσια έφεσης προς ανατροπή της ουσίας της απόφασης της 30/03/18, φέρεται να έτυχαν αρχικά, έστω στα πλαίσια μονομελούς δικαιοδοσίας, κάποιας επιδοκιμασίας σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου και αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στη συνέχεια σε εφετειακό επίπεδο. Ακόμη όμως και αυτά τα επί του προκειμένου σχόλια του Εφετείου ενισχύουν θεωρώ την αναγκαιότητα όπως το νομικό θέμα που προκύπτει από την απόφαση της 30/03/18 αποφασιστεί τελεσίδικα στα πλαίσια σχετικής έφεσης ώστε να υπάρξει όντως τελεσίδικη κρίση επί της ουσίας της διαφοράς των μερών.». Στις 14/01/20, ήτοι αμέσως μετά την απόφαση της 13/01/20, ο αιτητής καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης της 30/03/18 και στις 15/01/20 καταχώρησε την παρούσα αίτηση ζητώντας και πάλι μονομερώς όπως μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που αυτός καταχώρησε στις 14/01/20, ανασταλεί αφ' ενός η απόφαση της 30/03/18 και αφ' ετέρου απαγορευτεί η σύγκληση οποιασδήποτε Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας ΟΜΗΡΟΣ που αποσκοπεί στην διενέργεια οποιασδήποτε πράξης, περιλαμβανομένης και της «ενεργοποίησης» της εταιρείας, της παύσης διευθυντών, το διορισμό λογιστών και της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Όπως και με την αίτηση της 02/12/19, το εδώ παράπονο του αιτητή εδράζεται στην πρόθεση που εξέφρασαν οι καθ' ων η αίτηση μέσω της ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση για παράταση να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευση στις 24/01/20, με παρόμοια διάταξη με αυτήν που είχαν αναφέρει στην ειδοποίηση της 22/11/
- Αυτή τη φορά όμως, οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνταν το αρ.126 Κεφ.113 και την παράλειψη συμμόρφωσης με την προηγούμενη ειδοποίηση τους ημερ. 22/11/19 ενώ η μόνη ουσιαστική διαφορά στην διάταξη της νέας προτιθέμενης Γενικής Συνέλευσης είναι, σύμφωνα με την φερόμενη ειδοποίηση της 19/12/19, ότι «το προτεινόμενο ψήφισμα αναφορικά με την παύση της κας Μ. Αριστείδου.δεν θα προωθηθεί στο παρόν στάδιο». Η αίτηση εδράζεται επί των αρ. 126, 203
(1)(β), 261 - 292, 298 - 325 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών του 1951, στο Κανονισμό 68, 92 και 93 των Περί Εταιρειών (εκκαθάρισης) Κανονισμών του 1933 - 1999, στις Δ.35 Θ.2 και 19, Δ.40 Θ.11, Δ.48 θ.θ. 1 - 9, 11, 12, 13 Δ.64 θ.1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 31, 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 30, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου ως και επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και επί της Νομολογίας. Σύμφωνα με την εκτενή Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, την οποία θα περιοριστώ απλά να συνοψίσω, η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί κυρίως διότι:
(1)Η εταιρεία τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση κατόπιν ψηφίσματος που λήφθηκε στις 29/10/16 ομόφωνα από όλους τους μετόχους, περιλαμβανομένου και του Αριστείδου και συνεπώς, χωρίς δικαστικό διάταγμα που να ακυρώνει ρητά το ψήφισμα αυτό και το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης και με την απόφαση της 30/03/18 να μην συνιστά τέτοια ακυρωτική απόφαση, αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να ανακληθεί ή να ακυρωθεί απλά με άλλο ψήφισμα των μετόχων. Σε κάθε περίπτωση η έφεση που έχει ασκηθεί εναντίον της απόφασης της 30/03/18 έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας όπως άλλωστε μπορεί να διαφανεί και από τα λεχθέντα στις δύο διαδικασίες που έγιναν στο Ανώτατο Δικαστήριο.
(2)Η πρόθεση των καθ' ων η αίτηση να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευση με την συγκεκριμένη ατζέντα αποσκοπεί αφ' ενός στο να παρακαμφθεί η δικαστική διαδικασία που επιβάλλεται διά νόμου να ακολουθηθεί ώστε να ακυρωθεί το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης και αφ' ετέρου να παραγκωνισθεί ο νόμιμα διορισμένος εκκαθαριστής αλλά και τα δικαιώματα που αυτός έχει τόσο ως εκκαθαριστής όσο και ως εφεσείοντας διάδικος.
(3)Επιχειρείται να αφαιρεθεί διά της πλαγίας οδού ο έλεγχος και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας από τον νόμιμα διορισμένο εκκαθαριστή και να δοθούν στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι θα τα διαχειριστούν χωρίς όμως να υπόκεινται σε οποιοδήποτε έλεγχο. Κάτι τέτοιο όμως, πέραν του ότι θα δημιουργήσει σοβαρό κίνδυνο εξαφάνισης του αντικειμένου της έφεσης, θα επιτρέψει στους καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν να ενεργήσουν ωσάν να η εταιρεία δεν είναι σε καθεστώς εκκαθάρισης καθιστώντας έτσι αδύνατο, σε περίπτωση που ήθελε επιτύχει η έφεση και επιβεβαιωθεί αναδρομικά τόσο το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης της εταιρείας όσο και ο διορισμός του εκκαθαριστή, να διορθωθούν οι όποιες ενέργειες θα έχουν στο μεταξύ γίνει.
(4)Δεν έχουν τηρηθεί οι θέσμιες προϋποθέσεις για νόμιμη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Σημειώνω εδώ ότι ούτε αυτή η αίτηση εγκρίθηκε μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Λαμβανομένου όμως υπόψη και πάλι του χρονοδιαγράμματος που είχε τεθεί με την φερόμενη νέα ειδοποίηση του Αριστείδου για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης στις επόμενες εννέα ημέρες, ήτοι στις 24/01/20, καθώς επίσης και του καθήκοντος του Δικαστηρίου να διασφαλίσει στον καλύτερο δυνατό βαθμό τα δικαιώματα και των δύο πλευρών, επιβάλλετο όπως η αίτηση εκδικαστεί και αποφασιστεί το αργότερο μέχρι και τις 24/01/
- Λόγω τούτου, η αίτηση ορίστηκε στις 21/01/20 και δόθηκαν οδηγίες για άμεση επίδοση της στην άλλη πλευρά. Κατ' εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο ενημέρωσε και τους δύο συνήγορους ότι εάν οι καθ' ων η αίτηση θα επέμεναν στην προώθηση του αιτήματος τους για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης στις 24/01/20 τότε το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο, όπως άλλωστε ήταν και καθήκον του, να δώσει τέτοιες οδηγίες, περιλαμβανομένης και της χορήγησης άδειας για προβολή της ένστασης προφορικά, ώστε να μπορέσει η αίτηση να εκδικαστεί άμεσα και να εκδοθεί απόφαση το αργότερο μέχρι τις 24/01/20 και πριν την προγραμματισμένη Γενική Συνέλευση. Η πρόθεση αυτή του Δικαστηρίου προκάλεσε και πάλι την αντίδραση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ο οποίος ενώ δήλωσε ότι οι πελάτες του εξακολουθούσαν να επιθυμούν να πραγματοποιήσουν την Γενική Συνέλευση στις 24/01/20, εξέφρασε δυσφορία για την ασφυκτική πίεση που του τίθεται για να δικαστούν άμεσα οι αιτήσεις που καταχωρούνται από τον αιτητή και δη πίεση τέτοιας μορφής που σύμφωνα με τον συνήγορο δεν του επέτρεπε να προετοιμαστεί κατάλληλα. Ζήτησε όμως ολιγόλεπτο χρόνο ο συνήγορος για να συνομιλήσει με τους πελάτες του και επανερχόμενος ανέφερε ότι «δηλώνω με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου ότι μόνο για σκοπούς αποφυγής των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων τα οποία έχουν δημιουργηθεί εκ των καταστάσεων και γι' αυτό και μόνο το λόγο η συνέλευση η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 24/01/20 δεν θα προχωρήσει και εισήγηση μου κύριε Πρόεδρε είναι να βάλω την ένσταση στις 17/2 ή 18/2, εάν βολεύει και το σεβαστό Δικαστήριο, να γίνει η ακρόαση 21/2.». Ενόψει τούτου και αφού συγκατατέθηκε και ο κ. Νεοφύτου, το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 21/02/20 με οδηγίες όπως τυχόν ένσταση καταχωρηθεί μέχρι 18/02/
- Στην ένσταση που καταχώρησαν στην συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση, ήτοι η ίδια η ΟΜΗΡΟΣ και τα Ε/Μ Ε. Αριστείδου και Ο. Αργυρού, υποστηρίζεται, με 22 λόγους ένστασης, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ένσταση είναι κυρίως οι εξής:
(1)Ο αιτητής, όχι μόνο δεν έχει, το απαιτούμενο locus (standi) να αιτείται οτιδήποτε, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 30/03/18 και για τους λόγους που εκεί αναφέρονται, αλλά και κινείται καταχρηστικά, εγωιστικά και/ή εγωκεντρικά, σκεπτόμενος μόνο τα δικά του συμφέροντα και όχι της εταιρείας την οποία προσπαθεί να θέσει σε νομικό κενό για τους δικούς του σκοπούς και επιχειρεί να αποστερήσει από τους καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να απολαμβάνουν την ιδιοκτησία τους καθώς και τους καρπούς της δικαστικής τους επιτυχίας με την απόφαση της 30/03/18.
(2)Ότι ούτε η περίπτωση είναι τέτοια που επιδέχεται αναστολής αλλά ούτε και η νομική βάση της αίτησης δικαιολογεί τέτοια αναστολή αφού απουσιάζει από την εν λόγω βάση η Δ.35 Θ.18 κάτι που συνιστά ουσιώδη και αθεράπευτη παράλειψη
(3)Λόγω της συμπεριφοράς του αιτητή η εταιρεία βρίσκεται εκτεθειμένη απέναντι στον Έφορο Εταιρειών και στον Έφορο Φορολογίας λόγω του ότι δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση για συμμόρφωση της εταιρείας με τις σχετικές θέσμιες υποχρεώσεις της και
(4)Τίποτα δεν δικαιολογεί την επιβολή οποιουδήποτε περιορισμού στους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τα εταιρικά τους δικαιώματα, τα οποία δικαιώματα, ιδιαίτερα μετά την απόφαση της 30/03/18, οι καθ' ων η αίτηση είναι και πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι πλήρως ελεύθεροι να τα ασκήσουν παρά τις επανειλημμένες, καταχρηστικές και αδικαιολόγητες προσπάθειες του αιτητή να τους εμποδίσει. Σημειώνω εδώ ότι πρόσθετα των πιο πάνω, οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν και ότι «Στην απομακρυσμένη και/ή λανθασμένη και/ή αντινομική και/ή νομικά απαράδεκτη περίπτωση την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει να εγκρίνει την Αίτηση, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση να προσβάλλουν την οποία Απόφαση ήθελε εκδοθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο με τα κατάλληλα ένδικα μέσα, το Σεβαστό Δικαστήριο οφείλει να διατάξει τον Αιτητή να καταχωρήσει εγγύηση κατάλληλη προς τη ζημιά και/ή την βλάβη στα θεμελιώδη συνταγματικά τους δικαιώματα και/ή την περαιτέρω την οποία θα υποστούν». Η Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση υιοθετεί και επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τους λόγους ένστασης κάμνοντας αναφορά στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες στις οποίες έχει μέχρι σήμερα προβεί ο αιτητής για να πετύχει τους κατ' ισχυρισμό αλλότριους σκοπούς του, στην έφεση που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν εναντίον της απόφασης της 13/01/20, στην ταλαιπωρία και έξοδα στην οποία θέτει συνεχώς τους ιδίους αλλά και την εταιρεία ο αιτητής κατά την κακόπιστη προσπάθεια του να μπλοκάρει την εταιρεία και τους καθ' ων η αίτηση προς εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών και στο πώς κατά τους καθ' ων η αίτηση ο αιτητής, με την Ε/Δ που έχει καταχωρήσει προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης έχει διαπράξει το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας. Επισημαίνω τέλος ότι στην Ε/Δ ημερ. 18/02/20 που υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, ο ομνύοντας, ήτοι ο Αργυρού αναφέρει ότι «προτίθεμαι να παραδώσω σήμερα και νέα ειδοποίηση σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης αφού η προγραμματισμένη για τις 24 Ιανουαρίου 2020 αναβλήθηκε εξαιτίας της έγερσης της υπό εξέταση Αίτησης.εξ' όσον με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των καθ' ων η Αίτηση η τελική υλοποίηση αυτής θα υπόκειται πλήρως στην απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου». Η εν λόγω προτιθέμενη ειδοποίηση, η οποία φέρει ημερ. 18/02/20, επισυνάπτεται ως Τεκ. 7 στην ένσταση και είναι στην ουσία η ίδια με την φερόμενη ειδοποίηση της 19/12/19. Κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων όμως στις 21/01/20 δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων ότι τελικά δεν είχε σταλεί ακόμα η εν λόγω ειδοποίηση και ότι δεν επρόκειτο να επιχειρηθεί οποιαδήποτε σύγκληση Γενικής Συνέλευσης για τις επόμενες 42 ημέρες τουλάχιστον. Συνοψίζω πιο κάτω τις θέσεις που υποστήριξαν με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Από την πλευρά του ο κ. Νεοφύτου, επικαλούμενος τα όσα γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της απόφασης της 30/03/18, και ιδιαίτερα τα γεγονότα που ακολούθησαν της καταχώρησης της αίτησης για παράταση, υποστήριξε με αναφορά τόσο στο αρ.126 Κεφ.113 όσο και στα αρ. 261 - 292 Κεφ.113, ότι αυτό που επιχειρούν να κάμουν οι καθ' ων η αίτηση και δεν πρέπει να επιτραπεί, αντίκειται και στο Νόμο αλλά και στη Νομολογία που διέπει τα δρώμενα σε μια εταιρεία που περιέρχεται σε καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης κατόπιν σχετικού ομόφωνου ψηφίσματος των μελών της. Πρόσθετα τούτου, ο κ. Νεοφύτου υποστήριξε ότι όπως προκύπτει από αποφάσεις όπως η VEIS & OTHERS ν. REPUBLIC,
(1979)3 Α.Α.Δ. 390, από μόνο του το αρ.47 Ν.14/60παρέχει στο Δικαστήριο, το δικαιοδοτικό υπόβαθρο να αναστείλει κάθε απόφαση που έχει εκδώσει ως ήθελε κρίνει ορθό, χωρίς να χρειάζεται να γίνει επίκληση της Δ.35 Θ.18, ιδιαίτερα όταν μια τέτοια αναστολή θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και θα διασφαλίσει την προστασία των αντιμαχόμενων δικαιωμάτων. Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι εφόσον δεν υπάρχει προς το παρών διάταγμα Δικαστηρίου που να ακυρώνει ρητά την εκούσια εκκαθάριση της ΟΜΗΡΟΣ και το διορισμό του ως εκκαθαριστή και εφόσον η έφεση που αυτός έχει καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της 30/03/18 αφορά ακριβώς στην ανατροπή της κατ' εκείνον εσφαλμένης περί του αντιθέτου εικόνας που εκεί αναδύεται, δεν πρέπει να επιτραπεί στους καθ' ων η αίτηση να καταστρατηγήσουν το Νόμο και τα δικαιώματα του και δη μέσω μιας Γενικής Συνέλευσης. Άλλωστε, ανέφερε ο κ. Νεοφύτου, αυτός έχει ήδη, ως εκκαθαριστής της ΟΜΗΡΟΣ, προβεί σε διάφορες εργασίες στα πλαίσια των καθηκόντων του και μόνο με ρητό διάταγμα Δικαστηρίου δυνάμει του αρ. 287
(2)Κεφ.113 μπορεί να απαλλαχθεί. Όπως επομένως και αν ήθελε ιδωθεί το όλο θέμα, καταλήγει ο συνήγορος με αναφορά σε ημεδαπή και αλλοδαπή νομολογία και συγγράμματα, είτε δηλαδή υπό τη σκοπιά της συμμόρφωσης με το Κεφ.113 είτε υπό τη σκοπιά της διασφάλισης και των δικών του δικαιωμάτων ως εφεσείοντα, τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να δοθούν. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Παπαπολυβίου βασιζόμενος κυρίως στην απουσία της Δ.35 Θ.18 από τη νομική βάση της αίτησης, απουσία η οποία κατά το συνήγορο είναι καταλυτικής σημασίας, καθώς επίσης και στη δικαστική κρίση που εκφράστηκε στις 30/03/18, υποστήριξε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος, η απόφαση της 30/03/18 δεν συνιστά απόφαση που επιδέχεται αναστολής και αυτό πέραν και ανεξάρτητα της έλλειψης έννομου συμφέροντος από πλευράς αιτητή να αιτείται τέτοια αναστολή. Ο συνήγορος τέλος, προβάλλοντας τα Συνταγματικά δικαιώματα των πελατών του να απολαμβάνουν και να διαχειρίζονται την περιουσία τους, η οποία περιουσία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το συμφέρον τους στην ΟΜΗΡΟΣ, υποστήριξε ότι δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού τυχόν έκδοση τους θα συνεπάγεται αφ' ενός αποστέρηση των εν λόγω δικαιωμάτων και αφ' ετέρου τη δημιουργία νομικής αβεβαιότητας σε σχέση με το καθεστώς της εταιρείας με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Όσον αφορά δε τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης της 30/03/18 ο συνήγορος υποστήριξε με αναφορά σε νομολογία ότι ο εν λόγω παράγοντας είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας και σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι και οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης με την οποία δόθηκε στον αιτητή παράταση χρόνου. Επιτυχία της έφεσης των καθ' ων, υποστήριξε ο συνήγορος, θα σφραγίσει την τύχη της έφεσης εναντίον της απόφασης της 30/03/
- Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Θα πρέπει κατ' αρχήν να επισημάνω ότι είναι κοινώς αντιληπτό ότι η παρούσα αίτηση έχει δύο σκέλη, το πρώτο αφορά στο αίτημα για αναστολή της απόφασης της 30/03/18 και το δεύτερο στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος υπό τύπο post-judgment relief. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο με τον οποίο οι δύο συνήγοροι προέβαλαν την επιχειρηματολογία τους στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Παρά ταύτα, και χωρίς να παραγνωρίζεται η διαφορετικότητα στη νομική πτυχή που διέπει το κάθε αιτητικό, αμφότερα τα σκέλη της αίτησης αποσκοπούν ουσιαστικά στο ίδιο πράγμα, ήτοι στο να αποφευχθεί να αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό η κατάσταση πραγμάτων εκκρεμούσης της έφεσης του αιτητή, που στο τέλος είτε να μην υπάρχει ουσιαστικό αντικείμενο να δικαστεί κατ' έφεση είτε να είναι αδύνατο να «διορθωθεί» η κατάσταση σε περίπτωση που η εν λόγω έφεση πετύχει. Το ποια επομένως είναι αυτή η κατάσταση πραγμάτων είναι το βασικότερο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί πριν οτιδήποτε άλλο και αυτό ενόψει του ότι είτε η αίτηση ήθελε ιδωθεί υπό τη σκοπιά της αναστολής είτε υπό τη σκοπιά του post-judgment relief, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε μία εξισορρόπηση των αντιμαχόμενων δικαιωμάτων λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη και το πώς τα εν λόγω δικαιώματα έχουν διαμορφωθεί μετά και την απόφαση της 30/03/
- Επισημαίνω λοιπόν τα εξής. Στην απόφαση της 30/03/18 ο αδελφός Δικαστής σημείωσε τα πιο κάτω γεγονότα ως τα γεγονότα που συνιστούσαν τότε τους «μη αμφισβητούμενους» ισχυρισμούς μεταξύ των δύο πλευρών. «Από τις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησαν οι 2 πλευρές στην παρούσα διαδικασία κρίνω ότι οι πιο κάτω ισχυρισμοί είναι μη αμφισβητούμενοι μεταξύ των και είναι κρίσιμοι για την εξέταση της παρούσας αίτησης: είναι παραδεκτό ότι στις 29.10.2016 αποφασίστηκε από τα μέλη της εταιρείας όπως αυτή τεθεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης και πρόθεση των μελών της ήταν να διοριστούν ως εκκαθαριστές ο κ. Χρίστος Νεοφύτου και η κα Κούλα Μιχαηλίδου. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ουδέποτε πριν τις 29.10.2016 έγινε η Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας από τους συμβούλους της εταιρείας ούτε παραδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών. Τέτοια δήλωση απλώς υπογράφηκε από τη μία εκ των συμβούλων, την κα XXXXX Ιερεμίου (Κολοκοτρώνη) Αριστείδου ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 30.11.2017 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κου Ασιήκκη).» (έμφαση δική μου) Τα πιο πάνω γεγονότα και ιδιαίτερα αυτά που έχουν τονιστεί με μαύρο φόντο, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συνιστούν κοινώς αποδεκτά γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών και δεν αποτελούν ούτε αντικείμενο της έφεσης που καταχώρησε ο αιτητής αλλά ούτε και έχουν αμφισβητηθεί από τους καθ' ων η αίτηση μέσω αντέφεσης. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τη θέση που πρόβαλε η Ε. Αριστείδου στην Ε/Δ που υποστήριξε τότε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, «.σε κάθε περίπτωση, για την αποφυγή περαιτέρω διαφορών και δημιουργίας εξόδων.στη Γενική Συνέλευση της εταιρείας ημερ. 29.10.2016.αποφασίστηκε όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί εκούσια από τους μετόχους της.όπως διοριστούν ως εκκαθαριστές της εταιρείας από κοινού οι κ.κ. Χρίστος Νεοφύτου δικηγόρος και εκπρόσωπος ΜΙΚ (Μ. Αριστείδου) και η κα Κούλα Μιχαηλίδου δικηγόρος και εκπρόσωπος της πλευράς εμού, του κ. Ο. Αργυρού και του κ. Λ. Αργυρού πρώην μετόχου. ως δικλείδα ασφαλείας. η οποία θα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της άλλης πλευράς». Αυτά συνεπώς τα γεγονότα συνιστούν μέρος και της τότε αλλά και της τωρινής κατάστασης πραγμάτων. Αυτό που επιχειρήθηκε να γίνει με την απόφαση της 30/03/18 από πλευράς αιτητή, είναι σύμφωνα με την απόφαση της 30/03/18 το εξής: Επειδή στις 10/02/18 η Αριστείδου έλαβε από τον Αργυρού πρόσκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για τις 30/03/18 με σκοπό μεταξύ άλλων να ακυρώσουν το ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 29/10/16 για εκούσια εκκαθάριση και για διορισμό του Νεοφύτου ως Εκκαθαριστή καθώς και για διορισμό καινούργιου διευθυντή, ο Νεοφύτου καταχώρησε την «κυρίως» αίτηση υπό την φερόμενη ιδιότητα του εκκαθαριστή, ώστε να εμποδίσει τη σύγκληση οποιασδήποτε Γενικής Συνέλευσης και αυτό με σκοπό την «άμεση αποτροπή τετελεσμένων και επιπλοκών στη διαδικασία της εκούσιας εκκαθάρισης». Ζητήθηκαν συνεπώς μεταξύ άλλων διατάγματα με τα οποία να απαγορεύετο στον οποιονδήποτε μέτοχο και/ή διευθυντή της ΟΜΗΡΟΣ, περιλαμβανομένου και του Αργυρού, να συγκαλέσει οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση καθώς επίσης και διατάγματα με τα οποία να παρέχεται τέτοια άδεια στον Νεοφύτου ώστε, παρά τη μη υποβολή της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας, να μπορέσει να διαχειριστεί τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ως νόμιμα διορισμένος εκκαθαριστής της. Ζητήθηκε όμως και διαζευκτικά «Δήλωση Δικαστηρίου ότι λόγω μη καταχώρησης Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας από τους Διευθυντές η Εκκαθάριση της Εταιρείας ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.8549) να αναφέρεται ως «εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές» και όχι ως «εκούσια εκκαθάριση από μέλη» σύμφωνα με το Άρθρο 266
(4)του περί Εταιρειών Νόμου». Σύμφωνα με την απόφαση της 30/03/18 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του Νεοφύτου, η κατάσταση πραγμάτων αναφορικά με την ΟΜΗΡΟΣ και τα αντιμαχόμενα δικαιώματα είχε ως εξής. «Το άρθρο 266
(2)επιτάσσει ότι για να είναι μια Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας αποτελεσματική για τους σκοπούς του Νόμου πρέπει να γίνεται μέσα στις 5 εβδομάδες που προηγούνται της ημερομηνίας έγκρισης του ψηφίσματος για την εκκαθάριση της εταιρείας.Είναι κατά την κρίση μου θεμελιακή η αναγκαιότητα να τηρηθεί αυτή η προϋπόθεση γιατί σε κάθε μία από τις περιπτώσεις τα πρόσωπα τα οποία έχουν εξουσία να διορίσουν τον εκκαθαριστή είναι διαφορετικά. Εάν τηρηθεί αυτή η προυπόθεση εξουσία έχουν τα μέλη της εταιρείας, εάν όχι, τότε η εξουσία αυτή περιέρχεται στους πιστωτές. Ερχόμενος στην υπό κρίση αίτηση διαπιστώνω ότι αυτή η προϋπόθεση (υποβολή θέσμιας δήλωσης φερεγγυότητας) δεν τηρήθηκε και αυτή η παράλειψη έχει ως συνέπεια η υπό αναφορά εταιρεία να μην μπορούσε νομότυπα να τεθεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τα μέλη της αλλά από τους πιστωτές της. Εφόσον δεν τηρήθηκαν οι εν λόγω πρόνοιες η «εκούσια εκκαθάριση από τα μέλη» της εταιρείας αναφέρεται ως «εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές» ως ορίζει το άρθρο 266
(4).Σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης μιας εταιρείας από τους πιστωτές της η εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 276
(1), μεριμνά να κληθεί συνέλευση των πιστωτών της για την ημέρα ή την επόμενη ημέρα που ακολουθεί την ημέρα που θα συνέλθει η συνέλευση στην οποία θα υποβληθεί το ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση..Από τα ενώπιον μου στοιχεία όπως αυτά τέθηκαν κυρίως από τον αιτητή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συγκλήθηκε η συνέλευση των πιστωτών ούτε ότι αυτή δημοσιεύτηκε. Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 277 οι πιστωτές και η εταιρεία στις αντίστοιχες συνελεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 276 δύνανται να υποδείξουν πρόσωπο ως εκκαθαριστή και αν οι πιστωτές και η εταιρεία υποδείξουν διάφορα πρόσωπα, το πρόσωπο που υποδεικνύεται από τους πιστωτές θα είναι εκκαθαριστής. Αυτό που προκύπτει . είναι ότι ο κ. Χρίστος Νεοφύτου διορίστηκε ως εκκαθαριστής από τα μέλη της εν λόγω εταιρείας και δη με το ψήφισμα ημερομηνίας 29.10.2016.. Αυτός ο ισχυρισμός ότι ο κ. Χρίστος Νεοφύτου νομότυπα διορίστηκε και ως εκ τούτου συνεχίζει να είναι εκκαθαριστής της εταιρείας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Από τη στιγμή που η εταιρεία λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι τελεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές και εφαρμόζονται οι σχετικές ειδικές πρόνοιες των άρθρων 275-283 εκκαθαριστής διορίζεται το πρόσωπο το οποίο υποδεικνύουν οι πιστωτές της εταιρείας και όχι τα μέλη της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Κρίνω ότι με δεδομένη τη μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση με την υποβολή της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας τα μέλη της υπό αναφορά εταιρείας δεν μπορούσαν νομότυπα να υποδείξουν τα πρόσωπα των εκκαθαριστών. Συνεπώς κρίνω ότι το ψήφισμα ημερομηνίας 29.10.2016 για εκούσια εκκαθάριση της υπό αναφορά εταιρείας δεν εγκρίθηκε νομότυπα καθότι αυτού του ψηφίσματος δεν προηγήθηκε χρονικά η Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας από τους συμβούλους της εταιρείας και συνεπώς δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι ούτε το ψήφισμα για το διορισμό του κ. Χρίστου Νεοφύτου και της κας Κούλας Μιχαηλίδου εγκρίθηκε νομότυπα. Προκύπτει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μη νομότυπης έγκρισης ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση και διορισμό εκκαθαριστή της υπό αναφοράς εταιρείας, ότι ο ισχυρισμός πως ο κ. Χρίστος Νεοφύτου είναι ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας δεν ευσταθεί και για το λόγο αυτό απορρίπτεται. Εφόσον η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε από τον κ. Χρίστο Νεοφύτου κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να πετύχει καθότι υποβλήθηκε από πρόσωπο το οποίο δεν έχει την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εν λόγω εταιρείας και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία υπό αυτή την ιδιότητα. Λόγω του ότι κατά την κρίση μου η μη συμμόρφωση με τα πιο πάνω είναι θεμελιώδους σημασίας που καθιστά το διορισμό του κ. Χρίστου Νεοφύτου μη νομότυπο, κρίνω ότι παρέλκει να εξεταστούν τα θέματα τα οποία η επίδικη αίτηση εγείρει.» (έμφαση δική μου) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο λόγος που ο αδελφός Δικαστής απέρριψε την αίτηση ήταν διότι έκρινε ότι ο αιτητής «.δεν έχει την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εν λόγω εταιρείας και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία υπό αυτή την ιδιότητα.». Ο λόγος που ο αδελφός Δικαστής κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα ήταν διότι έκρινε ότι «.ο (αιτητής) διορίστηκε ως εκκαθαριστής από τα μέλη της εν λόγω εταιρείας..» τα οποία όμως μέλη «.δεν μπορούσαν νομότυπα να υποδείξουν τα πρόσωπα των εκκαθαριστών.» διότι «Από τη στιγμή που η εταιρεία λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι τελεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές . εκκαθαριστής διορίζεται το πρόσωπο το οποίο υποδεικνύουν οι πιστωτές της εταιρείας και όχι τα μέλη της..». Ο λόγος που έχω τονίσει τις πιο πάνω περικοπές από τη δικαστική απόφαση της 3/03/18 είναι διότι από τις εκατέρωθεν θέσεις που προβλήθηκαν ενώπιον μου δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχει μια παρανόηση ως προς το τι ακριβώς είναι που αποφασίστηκε με την εν λόγω απόφαση και ειδικότερα ως προς το αν ακυρώθηκε ουσιαστικά το καθεστώς εκκαθάρισης της ΟΜΗΡΟΣ. Όπως όμως θα εξηγήσω πιο κάτω, τίποτα τέτοιο δεν προκύπτει από την απόφαση του αδελφού Δικαστή. Κατά πρώτο, ο λόγος που αδερφός Δικαστής εξέτασε το είδος της εκούσιας εκκαθάρισης στο οποίο περιήλθε η εταιρεία μετά το παραδεκτό ομόφωνο ψήφισμα της 29/10/16 συνεπεία της «.μη εμπρόθεσμης υποβολής της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας.», ήταν ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο επρόκειτο για «εκούσια εκκαθάριση από τα μέλη» της εταιρείας.(ή). «εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές» ως ορίζει το άρθρο 266
(4).» και στη βάση αυτού να εξακριβώσει κατά πόσο «.εξουσία να διορίσουν τον εκκαθαριστή .έχουν τα μέλη της εταιρείας,.(ή).η εξουσία αυτή περιέρχεται στους πιστωτές.». Σύμφωνα δε με τα λεχθέντα του αδελφού Δικαστή, ενώ η εταιρεία, «.ως ορίζει το άρθρο 266
(4). λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι τελεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές.» και συνεπώς, «.η εξουσία να διορίσουν τον εκκαθαριστή.περιέρχεται στους πιστωτές. και όχι τα μέλη της», ο διορισμός του αιτητή ως εκκαθαριστή της ΟΜΗΡΟΣ κρίθηκε ότι δεν ήταν νομότυπος διότι δεν τον είχαν διορίσει τα μόνα πρόσωπα που μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να προβούν σε τέτοιο διορισμό, ήτοι οι πιστωτές της ΟΜΗΡΟΣ. Στην ουσία δηλαδή, με την απόφαση της 30/03/18 δεν προκύπτει να ακυρώθηκε το καθεστώς της εκούσιας εκκαθάρισης στο οποίο παραδεκτά τέθηκε η ΟΜΗΡΟΣ μετά το ομόφωνο ψήφισμα της 29/10/16 αλλά απλά ότι κρίθηκε ότι η εταιρεία δεν συνέχιζε να τελεί πλέον υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τα μέλη της αλλά υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές της και ο μόνος λόγος που ο αδελφός Δικαστής κατέληξε να απορρίψει την αίτηση ήταν διότι έκρινε ότι επειδή ο αιτητής δεν είχε διοριστεί ως εκκαθαριστής από τους πιστωτές της ΟΜΗΡΟΣ, δεν είχε αποκτήσει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να αιτείται οτιδήποτε σε σχέση με την εκκαθάριση. Αυτό μάλιστα ήταν, κατά τον αδελφό Δικαστή, αρκετό για να σφραγίσει την τύχη ολόκληρης της αίτησης με αποτέλεσμα να «.παρέλκει να εξεταστούν τα θέματα τα οποία η επίδικη αίτηση εγείρει.» (βλ. απόφαση 30/03/18 ανωτέρω). Είναι άλλωστε ρητή η δικαστική διαπίστωση που καταγράφεται στην απόφαση της 30/03/18 ότι έκτοτε και «.λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της Θέσμιας Δήλωσης Φερεγγυότητας.» η ΟΜΗΡΟΣ «.ως ορίζει το άρθρο 266
(4).ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι τελεί υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές.» αντί από τα μέλη της. Αυτή η διαπίστωση, η οποία σε κάποιο βαθμό βρίσκει σύμφωνη και την πλευρά του αιτητή (βλ. διαζευκτική θεραπεία που ζητείτο ανωτέρω καθώς και 3ο Λόγο Έφεσης), δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς καθ' ων η αίτηση με οποιανδήποτε αντέφεση ή ειδοποίηση εφεσιβλήτου. Υπό το φως των πιο πάνω η κατάληξη του αδερφού Δικαστή ότι «.το ψήφισμα ημερομηνίας 29.10.2016 για εκούσια εκκαθάριση της υπό αναφορά εταιρείας δεν εγκρίθηκε νομότυπα καθότι αυτού του ψηφίσματος δεν προηγήθηκε χρονικά η Θέσμια Δήλωση Φερεγγυότητας από τους συμβούλους της εταιρείας και συνεπώς δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.», η οποία κατάληξη, σύμφωνα με τον αδελφό Δικαστή προκύπτει «συνεπεία» των όσων αυτός προανέφερε και η οποία οδηγεί στο «.αναπόφευκτο αποτέλεσμα .ότι ο ισχυρισμός πως ο κ. Χρίστος Νεοφύτου είναι ο εκκαθαριστής της εν λόγω εταιρείας δεν ευσταθεί και για το λόγο αυτό απορρίπτεται..» δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται ότι σύμφωνα με την απόφαση της 30/03/18, η ΟΜΗΡΟΣ παρέμεινε μεν υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης αλλά πλέον υπό καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές της και το ψήφισμα της 29/10/16 έπαυσε να ισχύει μόνο στο βαθμό που έθετε την ΟΜΗΡΟΣ υπό εκούσια εκκαθάριση από τα μέλη της και που έδινε στα εν λόγω μέλη τις εξουσίες των αρ. 267-274 ΚΕφ.113. Κατά δεύτερο, αντίθετα με το τί φαίνεται να υποστηρίζει τώρα η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, η πρόθεση που έχουν εκφράσει οι τελευταίοι μέσω της ειδοποίησης του Αργυρού όχι μόνο να ψηφίσουν «ενεργοποίηση» της εταιρείας αλλά και να προχωρήσουν να εξουσιοδοτήσουν τους δικηγόρους της εταιρείας όπως λάβουν νομικά μέτρα «για το σκοπό αυτό», καταδεικνύει, ασχέτως του αν εντέχνως χρησιμοποιήθηκε στην ειδοποίηση και η φράση ότι τα μέλη προτίθενται να «.επιβεβαιώσουν ότι η εταιρεία είναι ενεργή.», επιβεβαιώνει την ανωτέρω διαπίστωση ότι η απόφαση της 30/03/18 δεν έχει ρητά ακυρώσει εξ' ολοκλήρου το καθεστώς της εκούσιας εκκαθάρισης στο οποίο τελεί η ΟΜΗΡΟΣ. Άλλωστε, αν η απόφαση της 30/03/18 είχε, ως υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, ακυρώσει δικαστικά κάθε καθεστώς εκκαθάρισης της ΟΜΗΡΟΣ, τότε ποια η ανάγκη αυτό να «επιβεβαιωθεί» δια ψηφίσματος σε Γενική Συνέλευση αλλά και πολύ περισσότερο, ποια η ανάγκη να τεθεί προς ψήφιση η έγκριση λήψης νέων νομικών μέτρων προς επίτευξη του σκοπού που έχει ήδη επιτευχθεί με την απόφαση της 30/03/18; Η πρόθεση δε των καθ' ων η αίτηση να εξουσιοδοτήσουν τους δικηγόρους τους να λάβουν νομικά μέτρα ώστε να ενεργοποιηθεί η ΟΜΗΡΟΣ μετά την απόφαση της 30/03/18, επιβεβαιώνει και τη θέση του αιτητή ότι απαιτούνται νέα δικαστικά μέτρα προς ανατροπή του καθεστώτος της εκούσιας εκκαθάρισης, θέμα στο οποίο κάνω αναφορά πιο κάτω. Κατά τρίτο, στα πλαίσια της «κυρίως» αίτησης του αιτητή δεν θα μπορούσε να ακυρωθεί το καθεστώς της εκούσιας εκκαθάρισης στο οποίο τέθηκε η ΟΜΗΡΟΣ μετά το ψήφισμα της 29/10/16 αφού όχι μόνο κάτι τέτοιο δεν συνιστούσε μέρος των εκεί αιτούμενων θεραπειών (βλ. κατ' αναλογία Pelmako Development Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1369) αλλά και διότι, όπως εξηγούν τα σχετικά συγγράμματα που αναφέρονται στα S.278 και S.307 Companies Act 1948 τα οποία είναι τα αντίστοιχα των αρ. 263 και 290 Κεφ.113[1], «Αφ' ης στιγμής έχει περάσει ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση εταιρείας αυτό δεν μπορεί να ανακληθεί με μεταγενέστερο ψήφισμα.επομένως, αν οι μέτοχοι αλλάξουν γνώμη και επιθυμούν να συνεχίσουν εργασίες θα πρέπει να αποταθούν στο Δικαστήριο δυνάμει του αρ.307 (290 Κεφ.113)» - «Once a resolution for the voluntary winding up of a company has been effectively passed it cannot be rescinded by a subsequent contrary resolution.Thus, if the members change their minds and wish to resume business they must apply to the court under s. 307 (Ross v. P. J. Heeringa Ltd. [1970] N.Z.L.R. 170, N.Z.S.C) » (βλ. σελ.722 Gower's Principles of Modern Company Law 4th ed). Η εξ' ολοκλήρου ακύρωση συνεπώς της εκούσιας εκκαθάρισης της ΟΜΗΡΟΣ μπορούσε και μπορεί να διαταχθεί μόνο δυνάμει του αρ.290 και μόνο κατόπιν αίτησης του «.εκκαθαριστή ή οποιοσδήποτε συνεισφορέα ή πιστωτή.». Στην περίπτωση της «κυρίως» αίτησης» όμως, καμία από τις εν λόγω προϋποθέσεις δεν υφίστατο αφού αν μη τι άλλο, με την απόφαση της 30/03/18 κρίθηκε, ως ήταν και η θέση των ίδιων των καθ' ων η αίτηση, ότι η αίτηση δεν είχε υποβληθεί από νόμιμα διορισμένο εκκαθαριστή. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη όλα τα πιο πάνω και σε συνδυασμό με το ότι δεν υπάρχει αντέφεση ή ειδοποίηση εφεσιβλήτου από πλευράς καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην απόφαση της 30/3/18 και το ότι εφόσον η έφεση του αιτητή αποσκοπεί ουσιαστικά στην επιβεβαίωση του νόμιμου του διορισμού του ως εκκαθαριστή ανεξαρτήτως του καθεστώτος της εκούσιας εκκαθάρισης (βλ. 3ο Λόγο Έφεσης), τυχόν επιτυχία της έφεσης, αν και μπορεί να μεταβάλει το είδος της εκούσιας εκκαθάρισης, ήτοι από τα μέλη ή από τους πιστωτές, δεν θα μεταβάλει τη δικαστική κρίση της 30/03/18 ως προς το ότι η ΟΜΗΡΟΣ εξακολουθεί να τελεί υπό καθεστώς κάποιας εκούσιας εκκαθάρισης, η εν λόγω δικαστική κρίση παραμένει να συνιστά αδιαμφισβήτητο πραγματικό γεγονός και δεσμεύει το παρών πρωτόδικο Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω και δεδομένης της δεσμευτικής δικαστικής κρίσης ως προς το ότι η ΟΜΗΡΟΣ συνεχίζει να τελεί υπό καθεστώς κάποιας εκούσιας εκκαθάρισης και ειδικότερα από πιστωτές, τίθεται το ερώτημα για σκοπούς της παρούσας αίτησης κατά πόσο η πρόθεση των καθ' ων η αίτηση, ως επιτυχόντες διάδικοι με την απόφαση της 30/03/18, να προβούν στις ενέργειες που αναφέρουν ότι θα κάμουν με την Γενική Συνέλευση που επιθυμούν να συγκληθεί, δικαιολογεί τον αιτητή να ζητά τις θεραπείες που ζητά με την παρούσα αίτηση. Κατά την άποψη μου η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Εξηγώ. Κατά πρώτο, οι θεραπείες που ζητά ο αιτητής με την παρούσα αίτηση είναι ουσιαστικά οι ίδιες με αυτές που ζητούσε με την «κυρίως» αίτηση του η οποία όμως απορρίφθηκε με την απόφαση της 30/03/18. Όπως και τότε έτσι και τώρα, ο αιτητής προσπαθεί να εμποδίσει τους καθ' ων η αίτηση από του να λάβουν οποιοδήποτε ψήφισμα σε Γενική Συνέλευση που θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία «.τετελεσμένων και επιπλοκών στη διαδικασία της εκούσιας εκκαθάρισης.(και).σε βάρος της εταιρείας». Η μόνη διαφορά είναι ότι τότε ο αιτητής επικαλείτο την ιδιότητα του φερόμενου εκκαθαριστή ενώ τώρα επικαλείται και την ιδιότητα του εφεσείοντα αλλά και των συνταγματικών δικαιωμάτων που μια τέτοια ιδιότητα συνεπάγεται. Κατά την άποψη μου όμως, παρά το ότι το αρ.47 Ν.14/60που επικαλείται ο αιτητής, συνιστά νομοθετική πρόνοια η οποία όντως μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία, να αποτελέσει από μόνη της το απαιτούμενο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για το Δικαστήριο «.καθ' oιovδήπoτε χρόvov, εάv θεωρήση τoύτo πρέπov, και ασχέτως πρoς τo εάv εξεδόθη ή μη διάταγμα πρoς εκτέλεσιv αυτής, vα διατάξη όπως αvασταλή η εκτέλεσις της τoιαύτης απoφάσεως, διά τoσoύτov χρovικόv διάστημα και υπό τoιoύτoυς όρoυς ή άλλως, ως ήθελε κρίvει oρθόv.» (βλ. Veis ανωτέρω και FOTIOU BROS SHIPPING LTD ν. EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD, Ποινική Εφεση Αρ. 44/2014, 10/7/2015), η απόκτηση από τον αιτητή της ιδιότητας του εφεσείοντα δεν αρκεί από μόνη της για να επιτρέψει στον αιτητή να εξασφαλίσει ουσιαστικά τις ίδιες θεραπείες που δεν κατάφερε να εξασφαλίσει με την απόφαση της 30/03/18 και ουσιαστικά να ανατρέψει έτσι την εν λόγω απόφαση και την επιτυχία των καθ' ων η αίτηση και δη με απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζω ότι στην Veis ο μ. Τριανταφυλλίδης Δ. ως ήταν τότε, ανέστειλε αυτεπάγγελτα την εκτέλεση της απόφασης του δυνάμει του αρ.47 ώστε να παραμείνει αναλλοίωτη η κατάσταση πραγμάτων ενόψει του ενδεχόμενου άσκησης έφεσης, όμως σε εκείνη την περίπτωση, η οποία να σημειωθεί ότι είναι και η μόνη περίπτωση που εντόπισα από την έρευνα μου όπου χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά η εξουσία αναστολής που παρέχει το αρ.47, τονίστηκε ότι ο λόγος της εκεί αναστολής ήταν το δημόσιο συμφέρον - «in view of the nature and importance, from the point of view of public interest» κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Ούτε όμως το αρ.32 Ν.14/60ή η «.σύμφυτη(ς) εξουσία(ς) που φαίνεται ότι έχουν τα πρωτόδικα δικαστήρια να διατηρούν το status quo εκκρεμούσης εφέσεως, υπό εξαιρετικές περιστάσεις.(όπως).Η αρχή αυτή αναγνωρίσθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd ν. Σιακατίδου
(2011)1 ΑΑΔ 1816, που. επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιας σύμφυτης εξουσίας, επί τη βάσει της αγγλικής αυθεντίας Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All ER 448» (βλ. ASTARTI DEVELOPMENT PLC κ.α. ν. ΑΛΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D6, Αίτηση Αρ. 160/2015, 13/1/2015) μπορούν να βοηθήσουν τον αιτητή. Αυτό και πάλι γιατί με βάση τα μέχρι σήμερα στοιχεία, αν δοθούν οι αιτούμενες post-judgment θεραπείες ο αιτητής ουσιαστικά θα καταφέρει να δημιουργήσει μια κατάσταση πραγμάτων προς όφελος του και δη μια κατάσταση που επεδίωξε και με την «κυρίως» αίτηση αλλά απέτυχε με την απόφαση της 30/03/
- Υπό αυτές τις περιστάσεις επομένως, δεν θα μπορούσε, με τα σημερινά δεδομένα βέβαια, να εκδοθεί σε πρωτόδικο βαθμό οποιοδήποτε διάταγμα εκκρεμούσης της έφεσης το οποίο θα συνεπάγετο ουσιαστικά να χορηγηθούν στον αιτητή οι θεραπείες που απορρίφθηκαν επίσης πρωτόδικα με την απόφαση της 30/03/
- Κατά δεύτερο, μπορεί οι σημερινές προθέσεις των καθ' ων η αίτηση να είναι οι ίδιες με τις προθέσεις που αυτοί είχαν πριν την απόφαση της 30/03/18 όμως η έκδοση της εν λόγω απόφασης έχει επηρεάσει σημαντικά την κατάσταση πραγμάτων και για τους ιδίους και όχι κατά τον τρόπο που αυτοί θεωρούν. Όπως εξήγησα ανωτέρω, λαμβανομένης υπόψη της δεσμευτικής κρίσης της 30/03/18 ότι η ΟΜΗΡΟΣ εξακολουθεί να τελεί υπό καθεστώς κάποιας εκούσιας εκκαθάρισης και δη εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές, κανένα ψήφισμα σε Γενική Συνέλευση των μελών της ΟΜΗΡΟΣ δεν μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει «.τετελεσμένα και επιπλοκές στη διαδικασία της εκούσιας εκκαθάρισης» (βλ. αρ.263 και 290 Κεφ.113 καθώς και Gower ανωτέρω). Αυτό αφ' ενός γιατί το διαπιστωθέν με την απόφαση της 30/03/18 καθεστώς της εκούσιας εκκαθάρισης της ΟΜΗΡΟΣ από πιστωτές δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνο αν υποβληθεί αίτηση από τον «.εκκαθαριστή ή οποιοσδήποτε συνεισφορέα ή πιστωτή.» στη βάση του αρ.290 και τέτοια αίτηση δεν έχει ακόμη υποβληθεί και αφ' ετέρου γιατί πλέον, στην εκούσια εκκαθάριση της ΟΜΗΡΟΣ από πιστωτές, ως παρατήρησε ο αδελφός Δικαστής στην απόφαση της 30/03/18, «.εφαρμόζονται οι σχετικές ειδικές πρόνοιες των άρθρων 275-283.» και συνεπώς μόνο μέσω της δια Νόμου επιβαλλόμενης συνέλευσης πιστωτών μπορεί να ληφθούν αποφάσεις που είτε επηρεάζουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας είτε τη λήψη μέτρων που έχουν να κάμουν με την εκκαθάριση ή τα έξοδα και όπως περαιτέρω παρατήρησε ο αδελφός Δικαστής και παρατηρώ και εγώ σήμερα, ακόμη δεν «.δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συγκλήθηκε η συνέλευση των πιστωτών ούτε ότι αυτή δημοσιεύτηκε.». Επομένως, μπορεί εκ πρώτης όψεως οι φόβοι του αιτητή ως προς τις συνέπειες των προθέσεων των καθ' ων η αίτηση να παρουσιάζονται να έχουν κάποιο λογικό έρεισμα όμως υπό τις περιστάσεις που υφίστανται σήμερα και ιδιαίτερα εν τη απουσία αίτησης για ακύρωση της εκκαθάρισης ή κάποιας απόφασης σε γενική συνέλευση πιστωτών, κρίνω ότι οι εν λόγω φόβοι είναι τουλάχιστον πρόωροι. Κρίνω συνεπώς ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο θέμα τυχόν εγείρεται είτε μέσω της αίτησης είτε μέσω της ένστασης. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, λαμβανομένων υπόψη των ιδιόμορφων γεγονότων και νομικών θεμάτων που απασχόλησαν το Δικαστήριο κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ................ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής [1]
- Εκούσια εκκαθάριση θεωρείται ότι αρχίζει από την ημερομηνία έγκρισης του ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση 290.-
(1)Ο εκκαθαριστής ή οποιοσδήποτε συνεισφορέας ή πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για να αποφασίσει οποιοδήποτε ζήτημα που προκύπτει κατά τη διάρκεια εκκαθάρισης εταιρείας ή για την άσκηση, σχετικά με την υλοποίηση κλήσεων ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα, όλων ή οποιωνδήποτε των εξουσιών που το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει αν η εταιρεία εκκαθαριζόταν από το Δικαστήριο.
(2)Το Δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι η απόφαση για το ζήτημα ή η ζητούμενη άσκηση εξουσίας είναι δίκαιη και ωφέλιμη, δύναται να αποδεχτεί την αίτηση γενικά ή μερικά με τέτοιες προϋποθέσεις και όρους που θα κρίνει πρέπον ή δύναται να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα για την αίτηση που κρίνει δίκαιο.
(3)Αντίγραφο διατάγµατος που εκδόθηκε δυνάµει των διατάξεων του παρόντος άρθρου με το οποίο αναστέλλεται η διαδικασία εκκαθάρισης παραδίδεται αµέσως από την εταιρεία, ή όπως διαφορετικά δυνατό να καθοριστεί, στον έφορο εταιρειών για εγγραφή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο