ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Μπουλούτα, Αρ. Αγωγής: 3040/2018, 19/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3040/2018 Μεταξύ: ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και *** Μπουλούτα Εναγομένου Αίτηση ημερ. 25.4.19 υπό Εναγομένου για Ακύρωση Επίδοσης Κλητηρίου και ή Απόρριψη Αγωγής Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο: κα Σ. Παπουή, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κ. Α. Παναγή, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν σχετικής άδειας σφράγισης ημερ. 24.10.18, η Ενάγουσα καταχώρισε στις 5.11.18 την ως άνω αγωγή αξιώνοντας την εξόφληση δύο τιμολογίων ημερ. 14.9.16 και 21.6.17 τα οποία αφορούν διοικητικές κυρώσεις (πρόστιμα) €70.000 και €200.000, που επέβαλε η ίδια στον Εναγόμενο σε αντίστοιχες συνεδρίες ημερ. 1.8.16 και 8.5.
- Στις 28.11.18 η Ενάγουσα εξασφάλισε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου και ή της ειδοποίησης του, μετά των συναφών εγγράφων, στον Εναγόμενο «μέσω δικαστικού επιμελητή στην Ελλάδα», ήτοι σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Αθήνα και με καθορισμό του χρόνου καταχώρισης εμφάνισης (ως προνοείται στη Δ.6 κ.5 των Θεσμών). Σύμφωνα με ένορκη δήλωση επίδοσης, η οποία ευρίσκεται στον φάκελο, στις 24.1.19 τα αναγκαία έγγραφα στάληκαν από τους δικηγόρους της Ενάγουσας σε δικηγόρους στην Αθήνα οι οποίοι τα διεβίβασαν σε δικαστικό επιμελητή. Ο τελευταίος, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης με τον Εναγόμενο, τον επισκέφθηκε στις 31.1.19, τού επέδωσε τα έγγραφα και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία απέστειλε στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Στις 25.4.19 και κατόπιν σχετικής άδειας, ο Εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αυθημερόν την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται όπως:
- Ακυρωθεί η γενομένη επίδοση ως άκυρη και ή ως κακή και ή ως παράνομη.
- Ανασταλεί ή ακυρωθεί το Κλητήριο και ή η Ειδοποίηση του και ή το διάταγμα για επίδοση.
- Ανασταλεί και ή απορριφθεί η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.
- Ανασταλεί και ή ακυρωθεί το Διάταγμα Σφράγισης ημερ. 24.10.
- Στην υποστηρικτική του ένορκη δήλωση ο εκ των δικηγόρων του Εναγομένου, κ. Κουρουπίδης, αναφέρεται στα προπαρατεθέντα γεγονότα εν σχέσει με την επίδοση, επισημαίνει ότι η επίδοση έγινε σε άλλη διεύθυνση από την προβλεπόμενη στο διάταγμα και στη συνέχεια επιχειρηματολογεί υπέρ της άποψης ότι ο ΕΚ 1393/2007 δεν εφαρμόζεται διότι η αξίωση είναι διοικητικής φύσης, ότι ο Εναγόμενος είναι Έλληνας υπήκοος με κατοικία στην Ελλάδα μη έχοντας σχέση με την Κύπρο και υπό τις περιστάσεις τα ημεδαπά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και τέλος ότι τα γεγονότα και η νομική βάση της αίτησης δεν δικαιολογούν την ανάληψη δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε 13 λόγους ένστασης προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής, ο ΕΚ 1393/2007 τυγχάνει εφαρμογής, το ημεδαπό Δικαστήριο έχει κατά τόπο δικαιοδοσία, τα διατάγματα ορθώς εκδόθηκαν, τα γεγονότα στοιχειοθετούν τις πρόνοιες της Δ.6, η επίδοση είναι έγκυρη και νομότυπη ενώ η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και με ανεπαρκή νομική βάση. Στην πολυσέλιδη υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, κ. Ρήγας, αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και αναλύει τη νομική πτυχή εν σχέσει με τον ΕΚ 1215/12, τον ΕΚ 1393/07 και τη Δ.6, καθώς και τους προβληθέντες λόγους ένστασης. Νομική πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή διευκρινίζεται ευθύς εξαρχής πως δύο είναι τα ουσιώδη ζητήματα της αίτησης. Πρώτον το κατά πόσον τα Κυπριακά και δη το παρόν Δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και δεύτερο κατά πόσον η διενεργηθείσα επίδοση είναι κανονική επίδοση.
- Διεθνής δικαιοδοσία Όσον αφορά το πρώτο θέμα θα συμφωνήσω με την πλευρά της Ενάγουσας ότι το ζήτημα σχετίζεται πλέον με τον Κανονισμό (ΕΕ) αρ.1215/12 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Πρόκειται για Κανονισμό του οποίου τα άρθρα 75 και 76 τέθηκαν σε ισχύ από τις 10.1.14 και τα υπόλοιπα από τις 10.1.15, καταργώντας τον παλαιότερο Κανονισμό ΕΚ 44/
- Όπως και με τη θέσπιση του παλαιότερου Κανονισμού έτσι και με τον ισχύοντα, στόχος ήταν η εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των εθνικών κανόνων σε θέματα δικαιοδοσίας και κατά συνέπεια σε θέματα αναγνώρισης αποφάσεων, στα πλαίσια ανάπτυξης και διατήρησης ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός ήταν απαραίτητο να καθορίζονται οι κανόνες εν σχέσει με τη διεθνή δικαιοδοσία από δεσμευτικό νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στη Σκέψη 10 του ΕΚ 1215/2012 το πεδίο εφαρμογής του πρέπει να καλύπτει «όλες τις κύριες αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκτός από κάποια σαφώς καθορισμένα ζητήματα, .». Το βασικό σκεπτικό ήταν ότι οι σχετικοί Ευρωπαϊκοί κανόνες πρέπει να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, η οποία θα ισχύει μεν κατά κανόνα αλλά με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις στις οποίες το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων δικαιολογεί κάποιο άλλο συνδετικό στοιχείο, ήτοι τις αποκαλούμενες εναλλακτικές δωσιδικίες, οι οποίες θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της συγκεκριμένης διαφοράς ή για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Σκέψεις 13-16). Πρέπει να σημειωθεί πως η αντικατάσταση του ΕΚ 44/2001 προέκυψε μετά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για αναβάθμιση του με σειρά τροποποιήσεων και πως για λόγους σαφήνειας προκρίθηκε η συνολική αναδιατύπωση του. Είναι ενδεικτικό πως στον Κανονισμό υπάρχει παράρτημα με Πίνακα Αντιστοιχίας προνοιών του παλαιού με πλείστες όσες του νέου Κανονισμού. Λογικό επακόλουθο είναι πως η σχετιζόμενη με τον παλαιό Κανονισμό νομολογία είναι χρήσιμη και για την ερμηνεία διατάξεων του νέου. Όπως αναφέρεται στην Hellenische Republik v. Leo Kuhn, C-308/17, ημερ. 15.11.18 «. η διατυπωθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία των διατάξεων του Κανονισμού 44/2001 ισχύει και για τον Κανονισμό 1215/2012, στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των διατάξεων των δύο αυτών νομοθετημάτων της Ένωσης.» Το άρθρο 1 §1 του ΕΚ 1215/2012 είναι από αυτά που παρέμειναν αναλλοίωτα και έχει ως ακολούθως: «
- Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (acta jure imperii.)» Σε σχέση με το πρώτο αυτό άρθρο ως μια αρχική γενική τοποθέτηση για τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ στη βάση του προϊσχύσαντος κανονισμού είναι βοηθητικά τα καταγραφόμενα στο σύγγραμμα του Ι. Σ. Δεληκωστόπουλου «Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001», 2011, σελ.17: «2.
- Συγκεκριμένα, στη νομολογία του ΔΕΚ οι αστικές και εμπορικές υποθέσεις αντιδιαστέλλονται από τις υποθέσεις δημοσίου δικαίου, οι οποίες δεν υπάγονται στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (παλαιότερα της Σύμβασης), στο βαθμό που η δημόσια αρχή ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Δηλαδή, το ΔΕΚ έχει εκτιμήσει, ότι «ναι μεν ορισμένες αποφάσεις που εκδίδονται σε διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και ιδιώτη μπορούν να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής [του κανονισμού], πλην όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά όταν η δημόσια αρχή ενεργεί στο πλαίσιο της ασκήσεως δημοσίας εξουσίας». Έτσι, απόφαση η οποία εκδίδεται σε διαφορά ανάμεσα σε ιδιώτη και μία δημόσια αρχή, που ενεργεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.» (έμφαση δοθείσα) Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Private International Law» των Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ.204, σε σχέση με το εν λόγω άρθρο: «These words are there to make it clear that public law matters are excluded.» Στην πιο πάνω πρόνοια του άρθρου 1
(1)στηρίζεται το επιχείρημα του Εναγομένου ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανονισμός (αν και αναφέρει μόνο τον παλαιό στην αγόρευση του, εντούτοις εκλαμβάνεται ότι διατηρείται το επιχείρημα). Στην πραγματικότητα το ερώτημα το οποίο απασχολεί έχει απαντηθεί από το ΔΕΕ στην υπόθεση Gazdasagi Versenyhiratal v. Siemens, C-102/15, ημερ. 28.7.16. Αφορούσε περίπτωση στην οποία η Ουγγρική Αρχή Ανταγωνισμού είχε επιβάλει πρόστιμο το οποίο η Siemens κατέβαλε αμέσως παρότι εκκρεμούσε σχετική προσφυγή της για ακύρωση του. Πρωτοδίκως όμως το διοικητικό πρόστιμο μειώθηκε και όταν η απόφαση αυτή επικυρώθηκε και από το Διοικητικό Εφετείο, η Αρχή Ανταγωνισμού επέστρεψε τη διαφορά και βάσει νόμου κατέβαλε και κάποιο ποσό για τόκους. Ωστόσο, αργότερα πέτυχε η αναίρεση την οποίαν άσκησε η Αρχή Ανταγωνισμού στο Ουγγρικό Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και επανέφερε το αρχικώς επιβληθέν ψηλότερο πρόστιμο. Η Siemens ξαναπλήρωσε το υπόλοιπο του οφειλόμενου προστίμου αλλά αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό που είχε εισπράξει ως τόκους, οπότε η Αρχή Ανταγωνισμού καταχώρισε αγωγή για την απόδοση των τόκων αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού συν τόκο. Η Siemens ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία καθότι έπρεπε να επιληφθούν τα δικαστήρια της Αυστρίας όπου έχει η ίδια την έδρα της. Όταν το θέμα οδηγήθηκε με προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ αποφασίστηκαν τα εξής: «Συναφώς, επισημαίνεται ότι, καίτοι οι αγωγές ιδιωτών που ασκούνται προς διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου του ανταγωνισμού εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines, C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 21ης Μαΐου 2015, CDC Hydrogen Peroxide, C‑352/13, EU:C:2015:335, σκέψη 56), είναι αντιθέτως βέβαιο, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 34 των προτάσεών του, ότι κύρωση επιβληθείσα από διοικητική αρχή κατά την άσκηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων που της αναθέτει η εθνική νομοθεσία εμπίπτει στις «διοικητικές υποθέσεις», που αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Το αυτό ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά πρόστιμο επιβληθέν λόγω παραβάσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου περί απαγορεύσεως των περιορισμών του ανταγωνισμού. Εν προκειμένω, καίτοι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά άμεσα το πρόστιμο που επέβαλε η αρχή ανταγωνισμού στη Siemens λόγω παραβάσεως των διατάξεων του δικαίου του ανταγωνισμού, εντούτοις η διαφορά αυτή συνδέεται άρρηκτα με το εν λόγω πρόστιμο και τη μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης διαφωνία ως προς τη νομιμότητά του.» ............................. «Επομένως, η διαφορά της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της οποίας η αρχή ανταγωνισμού επιδιώκει να επιτύχει την εκ μέρους της Siemens την καταβολή χρηματικής οφειλής απορρέουσας από πρόστιμο το οποίο η αρχή αυτή επέβαλε στην εν λόγω επιχείρηση, είναι διοικητικής φύσεως. Το γεγονός ότι η αρχή ανταγωνισμού άσκησε αγωγή ενώπιον των ουγγρικών πολιτικών δικαστηρίων κατά της Siemens δεν ασκεί συναφώς καμία επιρροή. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι ένας ενάγων, επιδιώκοντας την απόδοση δαπανών, ενεργεί επί τη βάσει αξιώσεως που πηγάζει από πράξη δημόσιας εξουσίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι η αγωγή του, ανεξάρτητα από το είδος της διαδικασίας που του παρέχει για τον σκοπό αυτό το εθνικό δίκαιο, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, Rüffer, 814/79, EU:C:1980:291, σκέψη 15).» Για σκοπούς πληρότητας προστίθεται πως στη μεταγενέστερη υπόθεση Pula Parking d.o.o. v. Sven Klaus Tederahn, C-551/15, ημερ. 9.3.17 το ΔΕΕ κατέληξε πως αναγκαστική εκτέλεση την οποία προωθούσε μέσω θυγατρικής κάποιος Δήμος στην Κροατία είναι αστική διαφορά «. εφόσον το τέλος δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά συνιστά απλώς το αντάλλαγμα μιας παρασχεθείσας υπηρεσίας» (στάθμευσης). Παρόμοια κατάληξη υπήρξε πολύ πιο πρόσφατα και στην υπόθεση Ordre des Avocats du Barreau de Dinant v. JN, C-421/18, ημερ. 5.12.19 στην οποία κρίθηκε πως αγωγή υπό δικηγορικού συλλόγου εναντίον δικηγόρου για την καταβολή των ετησίων εισφορών του εμπίπτει στον κανονισμό και θεωρείται «διαφορά εκ συμβάσεως» διότι ο σύλλογος δεν ενεργεί κατά την άσκηση προνομίου δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισφορές αποτελούν το αντάλλαγμα παροχών (του συλλόγου) προς τα μέλη και εφόσον συμφωνήθηκαν ελευθέρως από το μέλος, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εκδικάζον την αγωγή δικαστήριο να εξακριβώσει (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις περιπτώσεις επιβολής προστίμου, ως η παρούσα). Στην Buak Banarbeiter v. Gradbenistvo, C-579/17, ημερ. 28.2.19 κρίθηκε πως η αγωγή για καταβολή προσαυξήσεων την οποία ήγειρε οργανισμός δημοσίου δικαίου εναντίον εργοδότη, «εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, στο μέτρο που ο τρόπος ασκήσεως μιας τέτοιας αγωγής δεν παρεκκλίνει από τους κανόνες του κοινού δικαίου και, ιδίως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαφοράς να ελέγξει το βάσιμο των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η διαπίστωση της εν λόγω αξιώσεως, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.» Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προκειμένου να καθοριστεί αν μια υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012, πρέπει να διαπιστωθεί η υφιστάμενη έννομη σχέση μεταξύ των εμπλεκόμενων στη διαφορά διαδίκων και να εξεταστεί η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος ασκήσεώς της. ...... ............................. Όπως έχει επανειλημμένως επισημάνει το Δικαστήριο, μολονότι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και ιδιώτη ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1215/2012, τούτο δεν ισχύει όταν η δημόσια αρχή ενεργεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Sunico κ.λπ., C‑49/12, EU:C:2013:545, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, η εκδήλωση προνομίων δημόσιας εξουσίας εκ μέρους ενός εκ των διαδίκων, λόγω της εκ μέρους του ασκήσεως υπέρμετρων εξουσιών έναντι των εφαρμοζόμενων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνων, αποκλείει την υπαγωγή μιας τέτοιας διαφοράς στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012.» Επανερχόμενος στην υπόθεση Cazdasagi v. Siemens (ανωτέρω) θα πρέπει να σημειώσω πως κατ' ανάλογο τρόπο και στην παρούσα περίπτωση η κύρωση η οποία επιβλήθηκε από διοικητική αρχή και δη την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων βάσει Νόμου εμπίπτει στις διοικητικές υποθέσεις. Μάλιστα, στην παρούσα ισχύει a fortiori η πιο πάνω διαπίστωση δεδομένου ότι εδώ η αγωγή, δηλαδή η διαφορά της κύριας δίκης, αφορά άμεσα τα πρόστιμα τα οποία επέβαλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τη μεταξύ των μερών διαφωνία ως προς τη νομιμότητα του, χωρίς να παρέχεται ευχέρεια στο Επαρχιακό Δικαστήριο να ελέγξει ή εξακριβώσει ή διαφοροποιήσει την κύρωση, ελέγχοντας τα στοιχεία στα οποία αυτή η αξίωση στηρίζεται, όπως πολλάκις έχει κριθεί και σε ημεδαπή νομολογία για διοικητικές πράξεις (Γεωργιάδης ν. Διευθυντής Τελωνείων
(2005)1(Β) Α.Α.Δ.1491). Η πιο πάνω διαπίστωση περί του ότι η υπό κρίση διαφορά δεν εμπίπτει στον Κανονισμό 1215/12 δεν οδηγεί όμως αυτομάτως και στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να εναχθεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Dicey, Morris & Collins «The Conflict of Laws», 15η Έκδοση, Τόμος 1, §11-152 (σελ.434): «Conversely there will be a number of rare cases in which a defendant domiciled in another Member State or in another Convention State or in Scotland or Northern Ireland may be sued under Rule 34. These will include cases outside the scope of the Regulation and the Convention because they are not civil or commercial matters or are otherwise excluded by Art.1 of the Regulation and the Convention from their scope, and both may found jurisdiction under Rule 34 over persons not present in England and who are domiciled in another Member State or in another Convention State or in Scotland or Northern Ireland.» Είναι αυτονόητο πως το γεγονός ότι ο Κανονισμός εξαιρεί τις φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις από τη δική του εμβέλεια, δεν σημαίνει πως οι υποθέσεις αυτές δεν μπορούν να εκδικαστούν από τα Δικαστήρια ενός κράτους-μέλους. Απλά το θέμα ρυθμίζεται από τους γενικούς κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Private International Law», ανωτέρω, στις σελ.3 και 4: «Private international law, then, is that part of law which comes into play when the issue before the court affects some fact, event or transaction that is so closely connected with a foreign system of law as to necessitate recourse to that system. It has, accordingly, been described as meaning "the rules voluntarily chosen by a given State for the decision of cases which have a foreign complexion". .................... The moment that a case is seen to be affected by a foreign element, the court must look beyond its own internal law, lest the relevant rule of the internal system to which the case most appropriately belongs should happen to be in conflict with that of the forum. The forms in which this foreign element may appear are numerous. One of the parties may be foreign by nationality or domicile; ........................ It is the existence of such foreign elements as these that has caused the courts to frame a number of different rules for the choice of law which demonstrate the most appropriate legal system to govern the issue that has arisen.» Στην Κύπρο ακόμα και μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, στην υπόθεση Kochino v. Irfan
(1976)1 C.L.R.240, είχε γίνει δεκτό, με αναφορά σε αγγλικά συγγράμματα, πως η ερμηνεία σχετικών διατάξεων θα πρέπει να είναι τέτοια που να συνάδει με τις σχετικές αρχές Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου οι οποίες αποτελούν μέρος του Κυπριακού Δικαίου, σε όποια έκταση συνιστούν μέρος του Κοινοδικαίου («. has to be such as to be, also, compatible with the relevant principles of Private International Law which are part of the law of Cyprus, in so far as they form part of the Common Law in England.») Σχετική αναφορά στη μονογραφία των Α. Κ. Αιμιλιανίδη, Σ. Λ. Σιάηλου και Α. Σολωμού «Cyprus», δημοσιευθείσα στη σειρά Private International Law-Suppl.46
(2005)της Wolters Kluwer (σελ.25: «Cyprus is a mixed legal system, whose private international law adheres . to the common law tradition»). Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα «The Conflict of Laws» (σελ.428) ο προαναφερθείς κ.34 του Κοινοδικαίου προνοεί πως το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί αξίωσης in personam εναντίον προσώπου το οποίο ευρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, οποτεδήποτε αναλαμβάνει δικαιοδοσία σε κάποια από τις καθοριζόμενες στον εν λόγω κανονισμό περιπτώσεις. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο σύγγραμμα «The Conflict of Laws», (ανωτέρω), στην §11-140 (σελ.428): «If the defendant is not in England and served there with process and does not submit to the jurisdiction, the court has no jurisdiction at common law to entertain a claim in personam against him. But this common law principle was modified, first by ss.18 and 19 of the Common Law Procedure Act 1852, and later by the Rules of the Supreme Court, Order 11.» Η αναφερόμενη πιο πάνω O.11 είναι η αντίστοιχη της ημεδαπής Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία προνοείται πως τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, (που τότε ήταν το Κεφ.11 υπό τον τίτλο «The Courts of Justice Law» και σήμερα ο περί Δικαστηρίων Νόμος αρ.14/60), επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δύναται να επιτραπεί από το Δικαστήριο σε μια από τις απαριθμούμενες οκτώ περιπτώσεις. Υπενθυμίζω όμως και την πρόνοια του άρθρου 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 το οποίο επίσης προβλέπει πως το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει: (i) ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση (ή κατ' ισχυρισμό παράβαση) σύμβασης η οποία συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στην ημεδαπή νομοθεσία ή (ii) ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία και (iii) ότι σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες δύο περιπτώσεις είτε η αγωγή είναι τέτοια που δεν δύναται να εκδικαστεί οπουδήποτε εκτός Δημοκρατίας είτε δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού (forum convenience). Όπως αναφέρεται στη Zachariades & Pantelides Entrerprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.447: «. αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις.» Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύονται επίσης στο σύγγραμμα «The Conflict of Laws», (ανωτέρω), όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής στην §11-143 (σελ.430): «The claimant must show good reasons why service on a foreign defendant should be permitted, and in considering this question the court must take into account the nature of the dispute, the legal and practical issues involved, such questions as local knowledge, availability of witnesses and their evidence, and expense. The fundamental question (as it is in cases of staying of actions on forum non conveniens grounds410) is to identify the forum in which the case can suitably be tried for the interests of all the parties and for the ends of justice. To justify the exercise of the discretion, the claimant has to show that England is clearly the appropriate forum for the trial of the action.411 In practice, the defendant should identify the issues which are appropriate to be tried in the foreign court.» Η ανασκόπηση της ημεδαπής νομολογίας καταδεικνύει ότι υπάρχουν αρκετές αποφάσεις στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει την ύπαρξη ή όχι διεθνούς δικαιοδοσίας σε κάποια υπόθεση και κυρίως καταδεικνύει ότι η εξέταση έγινε με αναφορά στις πιο πάνω πρόνοιες του Ν.14/60 και της Δ.6. Στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Κρητικού
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.828, σε αγωγή σχετικά με ενοικίαση ακινήτου στην Αγγλία κρίθηκε βάσει του άρθρου 21 του Ν.14/60, πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται θέματος που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εκτός Κύπρου. Λέχθηκε συγκεκριμένα πως το «. στοιχείο αλλοδαπότητας που παρουσιάζει η υπόθεση πρέπει να αποφασισθεί στο πλαίσιο του θετού μας δικαίου» εννοώντας τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 21. Κατά ανάλογο τρόπο κρίθηκαν και οι υποθέσεις Παπακοκκίνου ν. Landbroke Group Plc
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.838 (για αστικό αδίκημα στο εξωτερικό), Παστελλής ν. Θεοχάρους
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1614 (για πώληση επιχείρησης στο εξωτερικό) και Ledra Fisheries Ltd v. Dickinsons Chartered Accountants
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ.2334 (για αστικό αδίκημα στο εξωτερικό). Εντός των πιο πάνω αρχών και πλαισίων, στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως το ημεδαπό και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και αποφασίσει την αγωγή στη βάση του άρθρου 21
(1)(α) δεδομένου ότι η βάση της αγωγής, ήτοι η διοικητική απόφαση επιβολής προστίμου διενεργήθηκε εντός των ορίων της Επαρχίας Λευκωσίας και μάλιστα καθ' ολοκληρίαν. Προστίθεται πως η ίδια η φύση της υπόθεσης, τα νομικά και πρακτικά εγειρόμενα ζητήματα, όπως η ευχέρεια των μαρτύρων και της μαρτυρίας τους ή η δικαστική δαπάνη καθιστούν την Κύπρο ως το καταλληλότερο forum για την εκδίκαση της αγωγής. Κατ' ακρίβειαν, το μόνο στοιχείο αλλοδαπότητας είναι η διαμονή του Εναγομένου στην Ελλάδα αλλά αυτό από μόνο του δεν καθιστά καταλληλότερη την εκδίκαση μιας τέτοιας αγωγής εκτός Κύπρου. Επίδοση Όσον αφορά την επίδοση θα πρέπει να επισημανθεί πως ο Κανονισμός ΕΚ 1393/07 περιέχει πανομοιότυπη πρόνοια περί του ότι εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και όχι σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις. Είναι όμως γεγονός πως ο Κανονισμός αυτός είχε συμπεριληφθεί στη νομική βάση της αίτησης ημερ. 19.11.18 αλλά μαζί με τις Δ.2, Δ.5 και Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το εκδοθέν διάταγμα δεν περιέχει κάποια ειδική αναφορά στον ΕΚ 1393/07. Διέταξε, ωστόσο, την επίδοση με συγκεκριμένο τρόπο και δη μέσω δικαστικού επιμελητή. Το εν λόγω διάταγμα αναμφίβολα συνιστά την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βάσει της Δ.6. Διευκρινίζεται πως η διοικητική πράξη επιβολής του προστίμου είναι άμεσα εκτελεστή (εκτός αν ακυρωθεί ή ανασταλεί). Στις περιπτώσεις άλλων διοικητικών πράξεων η Διοίκηση, λαμβάνει διάφορα μέτρα διοικητικού καταναγκασμού βάσει του άρθρου 14 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Ν.158
(1)/99 εναντίον του απειθούντος αλλά στην περίπτωση προστίμου και με βάση το άρθρο 39 του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Ν.73
(1)/09, έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση παράλειψης καταβολής του προστίμου, να λάβει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του και δη να το εισπράξει ως αστικό χρέος. Η παράλειψη καταβολής του αναμφίβολα ισοδυναμεί με παράλειψη τήρησης καθήκοντος απορρέοντος εκ του Νόμου και υπ' αυτή την έννοια πληροί και τις προϋποθέσεις αστικού αδικήματος σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο (βλ. Κουππαρής ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1780). Όσον αφορά την επίδοση το μόνο το οποίο προώθησε στην αγόρευση του ο Εναγόμενος είναι τη θέση του ότι αυτή «έγινε σε διεύθυνση άλλη από αυτή που καθορίστηκε στο διάταγμα ημερ. 28.11.18». Η πραγματικότητα όσον αφορά τα περιβάλλοντα την επίδοση γεγονότα καταγράφεται στη σχετική έκθεση του Δικαστικού Επιμελητή (Τεκμήριο 1 στην ένσταση). Βασικά ο Επιμελητής πήγε στην αναγραφόμενη στο διάταγμα διεύθυνση (Θησέως 67), δεν βρήκε μεν τον Εναγόμενο αλλά κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας τους και σχετικής υπόδειξης εκείνου, τον συνάντησε σε άλλη διεύθυνση (Καμελίων 19), όπου και επέδωσε όλα τα έγγραφα και ο Εναγόμενος τα παρέλαβε. Ουσιαστικά πρόκειται για προσωπική επίδοση της οποίας ασφαλώς δεν επηρεάζεται η εγκυρότητα ή η κανονικότητα από το ότι κατόπιν υπόδειξης του ίδιου του Εναγομένου, η συνάντηση με τον Επιμελητή έγινε σε άλλη διεύθυνση και τούτο μετά που ο επιδώσας τον είχε αναζητήσει στη διεύθυνση που υπήρχε στο διάταγμα. Όπως έχει αναφερθεί και στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά.
(2013)1 (Γ) Α.Α.Δ.1935 σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η Ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση του Εναγομένου και ότι η αποδοχή οποιασδήποτε αντίθετης θέσης θα συνιστούσε μια τυπολατρική προσέγγιση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο