Ιωάννου υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της περιουσίας του Καουλλίδη ν. Ζεμπύλα υπό την ιδιότητα του ως προτιθέμενος διαχειριστής της περιουσίας του Καουλλίδη, Αρ. Αγωγής: 7327/14, 5/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7327/14 Μεταξύ: XXXXX Ε. Ιωάννου υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της περιουσίας του XXXXX Καουλλίδη τέως από την Παλλουριώτισσα Ενάγοντας και XXXXX Ζεμπύλα υπό την ιδιότητα του ως προτιθέμενος διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Καουλλίδη τέως από την Παλλουριώτισσα Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 05 Μαρτίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Εμφανίζεται Αυτοπροσώπως Για Εναγόμενο: Εμφανίζεται Αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο XXXXX Καουλλίδης από τη Λευκωσία απεβίωσε στις 17/04/14 χωρίς διαθήκη, αφήνοντας ως μόνους νόμιμους κληρονόμους του τα δύο παιδιά του, ήτοι τον Κ. Ιωάννου (ενάγοντα) και τη Μ. Καουλλίδου (Καουλλίδου). Η μόνη περιουσία που είχε κατά το θάνατο του ο αποβιώσαντας εκτιμάται να είναι μόνο ένα ποσό €35.000 περίπου σε μετρητά, το οποίο μέχρι και σήμερα βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του αποβιώσαντα και δεν φαίνεται και ούτε έχει υποδειχθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ο αποβιώσαντας να είχε κατά το θάνατο του οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Aν και δεν αποκλείεται στο μέλλον να προκύψουν δικαιώματα που ενδεχομένως ο αποβιώσαντας να έχει αποκτήσει σε ακίνητη περιουσία ενόσω ήταν εν ζωή, για σκοπούς της παρούσας κληρονομικής διαφοράς και αγωγής, η περιουσία του αποβιώσαντα κατά το θάνατο του και για την οποία προτίθεται να γίνει διαχείριση, συνίσταται αποκλειστικά στο προαναφερόμενο ποσό των €35.000 περίπου. Παρ' όλη όμως τη φαινομενική απλότητα που διέπει τα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα, υπό την έννοια ότι είναι κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι η περιουσία προς διανομή στους δύο κληρονόμους μέσω της διαχείρισης συνίσταται απλά σε ένα ποσό σε μετρητά που είναι κατατεθειμένο στην τράπεζα και ότι στον κάθε κληρονόμο αναλογεί το ½ του εν λόγω ποσού, εντούτοις, για τους λόγους που θα φανούν πιο κάτω, τα προβλήματα που ανέκυψαν ως προς το ποιος πρέπει να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν επέτρεψαν, εδώ και έξι χρόνια, ούτε καν να ξεκινήσει η διαδικασία της διαχείρισης με αποτέλεσμα κανένας εκ των δύο κληρονόμων να μην έχει ακόμη λάβει το κληρονομικό του μερίδιο. Σημειώνω εδώ ότι αν και αμφότεροι οι διάδικοι εκπροσωπούνταν αρχικά από δικηγόρους εντούτοις στην πορεία αποσύρθηκαν και οι δύο δικηγόροι των διαδίκων και τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος επέλεξαν όπως εκπροσωπήσουν μόνοι τους τον εαυτό του και όπως χειριστούν οι ίδιοι την ακροαματική διαδικασία, η οποία μετά από δύο συνεχόμενες δικάσιμους (03/03/20 και 04/03/20) ολοκληρώθηκε χθες 04/03/20 και στην οποία κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες στο σύνολο και κατατέθηκαν συνολικά 15 Τεκμήρια. Από την ανταλλαχθείσα δικογραφία καθώς και τις θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν κατά την ακρόαση προκύπτει ότι πέραν των όσων μη αμφισβητούμενων γεγονότων αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα, το ύψος και τη φύση της περιουσίας του τελευταίου κατά το θάνατο του, την ταυτότητα των μοναδικών δύο νόμιμων κληρονόμων και το κληρονομικό μερίδιο που αναλογεί στον καθένα τους, τα πιο κάτω γεγονότα είναι επίσης κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα: Δύο μήνες μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, ήτοι στις 25/06/14, υπεβλήθη στο Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων του Ε.Δ Λευκωσίας από τον εναγόμενο, ο οποίος είναι γιος της κληρονόμου Μ. Καουλλίδου και εγγονός του αποβιώσαντα, αίτηση με αρ. XXXXX/14 για χορήγηση στον ίδιο εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στο διορισμό του εναγόμενου ως διαχειριστή συναίνεσε γραπτώς η Καουλλίδου ενώ ως εγγυητής του για σκοπούς των σχετικών προνοιών του Κεφ.189 προσφέρθηκε να αναλάβει ο αδελφός του, ήτοι ο Ε. Ζεμπύλας ο οποίος να σημειωθεί ότι κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκε από τον ενάγοντα να καταθέσει εκ μέρους του ως ΜΕ
- Εφόσον δεν υπήρχε συγκατάθεση για το διορισμό του εναγόμενου από τον άλλο νόμιμο κληρονόμο του αποβιώσαντα, ήτοι τον ενάγοντα, η αίτηση επιδόθηκε στον τελευταίο στις 02/09/14 Μετά την επίδοση της αίτησης στον ενάγοντα, ο τελευταίος, ενιστάμενος στο διορισμό του εναγόμενου καταχώρησε αρχικά σχετική ανακοπή (caveat) και στη συνέχεια και εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας, την παρούσα αγωγή, την οποία βεβαίωσε με τον προβλεπόμενο τρόπο, ήτοι προβαίνοντας σε σχετική προηγούμενη γραπτή διαβεβαίωση ενώπιον Πρωτοκολλητή δυνάμει του Κεφ.
- Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αναφέρω εδώ ότι σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης αποκαλύφθηκε ότι η Μ. Καουλλίδου, η θυγατέρα δηλαδή και μία εκ των δύο κληρονόμων του αποβιώσαντα είχε αποβιώσει ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή. Αν και προφανώς αμφότεροι οι διάδικοι δεν γνώριζαν ότι επρόκειτο για σημαντικό γεγονός που έπρεπε να αναφερθεί από την αρχή διότι ενδεχομένως να επηρέαζε την όλη διαδικασία σε σχέση με το κατά πόσο ήταν παρόντες όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και εκπροσωπούνταν επαρκώς όλα τα επηρεαζόμενα συμφέροντα, τελικά διαπιστώθηκε ότι δεν τίθετο οποιοδήποτε τέτοιο θέμα. Αυτό αφ' ενός διότι η Καουλλίδου ήταν εν ζωή όταν απεβίωσε ο πατέρας της και το κληρονομικό της μερίδιο δεν αμφισβητείται και αφ' ετέρου διότι προτού αποβιώσει, η Καουλλίδου είχε χωρίσει από το σύζυγο της, ο οποίος να σημειωθεί ότι επίσης παρουσιάστηκε στη διαδικασία ως μάρτυρας του εναγόμενου (ΜΥ1), με αποτέλεσμα οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι της Καουλλίδου κατά το θάνατο της και των οποίων τα δικαιώματα ενδεχομένως να επηρεάζονται από την έκβαση της παρούσας αγωγής και κατ' επέκταση της διαχείρισης του αποβιώσαντα, να είναι ο εναγόμενος και ο αδελφός του, οι οποίοι όμως είχαν ενεργό μέρος στην παρούσα διαδικασία και ήταν παρόντες σε όλες τις δικασίμους ως εναγόμενος και μάρτυρας αντίστοιχα. Στρεφόμενος τώρα στις θέσεις του ενάγοντα, με το αιτητικό (prayer) της αγωγής ζητούνται εφτά διατάγματα στο σύνολο, εκ των οποίων τα διατάγματα υπό στοιχεία II και IV είναι στην ουσία τα ίδια και αποσκοπούν σε δικαστική «αναγνώριση» του ότι «.ο διορισμός του Εναγόμενου ως Διαχειριστή .είναι παράνομος και ή παράτυπος και ή αντικανονικός.», θεραπεία όμως η οποία προφανώς δεν μπορεί να αποδοθεί εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ως ανακοπή του διορισμού του εναγόμενου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και προτού του δοθούν οποιαδήποτε έγγραφα διαχείρισης. Παρόμοια αξίωση περιέχεται μεταξύ άλλων και στο αιτητικό υπό στοιχείο I και για τον ίδιο λόγο ούτε αυτή η πτυχή του εν λόγω αιτητικού μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει οποιαδήποτε νομική ή πραγματική υπόσταση. Εκείνο ουσιαστικά που αποτέλεσε τη βασική επίδικη διαφορά της υπόθεσης ήταν αφ' ενός το υπόλοιπο αιτητικό υπό στοιχείο I, το οποίο σε συνάρτηση με το αιτητικό υπό στοιχείο III αφορά σε απαγόρευση διορισμού του εναγόμενου ως διαχειριστή για το λόγο ότι αυτός δεν πληροί τα νομοθετικά κριτήρια του Κεφ.189 και/ή δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και αφ' ετέρου τα αιτητικά υπό στοιχεία V και VI με τα οποία ζητείται ο διορισμός του ενάγοντα του ίδιου ή άλλου «προσώπου διορισμένου από τον ενάγοντα» ως μόνου διαχειριστή ή συνδιαχειριστή της περιουσίας. Τέλος, με το αιτητικό υπό στοιχείο VII ζητείται η απαγόρευση ή η ακύρωση «.οποιασδήποτε διάθεσης οποιασδήποτε περιουσίας του αποβιώσαντος.δυνάμει της διαχείρισης.». Των πιο πάνω λεχθέντων, η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα ως προς το γιατί «. ενίσταται εις τον διορισμό του εναγόμενου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, είναι επιγραμματικά και μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι: Ειδικοί λόγοι ένστασης του ενάγοντα στον διορισμό του εναγόμενου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, XXXXX Καουλλίδη, τέως εκ Παλλουριώτισσας. I. Η επίδοση της αίτησης που έγινε στον ενάγοντα στις 02/09/2014 ήταν ελλιπής, εφόσον δεν περιελάμβανε όλα τα αναγκαία έγγραφα, για να δυνηθεί να αξιολογήσει συνολικά την όλη υπόθεση. II. Κατά την επίδοση της αίτησης δεν ενημερωνόταν για τα δικαιώματα του και τις υποχρεώσεις του ο ενάγοντας. III. Ο εναγόμενος αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται μέχρι σήμερα να συνεργαστεί με τον ενάγοντα. IV. Ο εναγόμενος αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται μέχρι σήμερα να παραδώσει λεπτομερή στοιχεία της διαχείρισης στον ενάγοντα. V. Ο ενάγοντας δεν εμπιστεύεται τον εναγόμενο ότι θα διαχειριστεί ορθά, δίκαια και εύλογα την διαχείριση, σε περίπτωση που ήθελε διοριστεί είτε ως διαχειριστής, είτε ως συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ευαγόρα Καουλλίδη, τέως εκ Παλλουριώτισσας. VI. Ο ενάγοντας εύλογα πιστεύει ότι ο εναγόμενος δεν είναι πρόσωπο κατάλληλο να διαχειριστεί ορθά και ή δίκαια και ή εύλογα την περιουσία του αποβιώσαντος. VII. Ο ενάγοντας υιοθετεί και επαναλαμβάνει ως αναπόσπαστο μέρος της Έκθεσης απαίτησης του το περιεχόμενο της διαβεβαίωσης του ημερομηνίας 12/12/
- Σημασία για σκοπούς των πραγματικά επιδίκων θεμάτων προφανώς έχουν οι λόγοι υπό στοιχεία III - VII, εφόσον οι λόγοι I και II αφορούν διαδικαστικά θέματα και ειδικότερα την δυνατότητα που παρέχεται στο πρόσωπο που έχει ένσταση στη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης να καταχωρήσει «caveat», του οποίου «Βασική επιδίωξη . είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενιστάμενο να εξασφαλίσει μαρτυρία ή σχετική νομική συμβουλή ως προς το θέμα ώστε να έχει την περίοδο που καθορίζει ο Κανονισμός στη διάθεσή του για να τοποθετηθεί τελικώς στο ζήτημα.(και). να εξετάσει τα δεδομένα της διαθήκης ή των περιφερειακών γεγονότων που συνδέονται με το θάνατο του αποβιώσαντος, ώστε να κρίνει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι η έγερση αγωγής..» (βλ. Τριανταφυλλίδης Χρίστος, υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος Varoujan Boyadjian ν. Ayda Karaoglanian,
(2010)1 Α.Α.Δ. 2014). Ο λόγος (ratio) μάλιστα της υπόθεσης Boyadjian, είναι ότι «έννοια του «caveat» . είναι ουσιαστικά μια περίοδος στην οποία ο ενιστάμενος (caveator) δύναται να προβεί σε έρευνες προς συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών που θα του δώσουν τη δυνατότητα να αποφασίσει αν έχει τελικώς λόγο να ενστεί στη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης ή την επικύρωση της διαθήκης ― Καν. 24
(5)(β).». Ενόψει λοιπόν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής και δη, όπως θα αναφέρω πιο κάτω, με την υποστήριξη μιας λεπτομερούς βεβαίωσης από πλευράς ενάγοντα, τα όσα αναφέρονται ως λόγοι «ένστασης» υπό στοιχεία I και II ανωτέρω έχουν καταστεί ακαδημαϊκής σημασίας και δεν θα με απασχολήσουν. Στο βαθμό βέβαια που οι εν λόγω ισχυρισμοί άπτονται των λόγων υπό στοιχεία III και IV ανωτέρω, αυτοί δεν θα αγνοηθούν. Η βεβαιωτική διαβεβαίωση τώρα του ενάγοντα, στην οποία γίνεται αναφορά στο λόγο ένστασης VII ανωτέρω, περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου μετά το θάνατο του αποβιώσαντα καθώς επίσης και μετά την υποβολή της αίτησης για διορισμό του εναγόμενου ως διαχειριστή. Γίνεται δε μεταξύ άλλων αναφορά στο ότι ο εναγόμενος δεν εξασφάλισε τη συγκατάθεση του ως όφειλε, ότι αρχικά ο εναγόμενος δέχτηκε όπως ο ενάγοντας διοριστεί συνδιαχειριστής αλλά μετά άλλαξε γνώμη ισχυριζόμενος ότι «η ηθική του είναι διαφορετική από τη δική μου», ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε με μη ευγενικό τρόπο να του μιλήσει για το θέμα της διαχείρισης μετά το μνημόσυνο του πατέρα του, ότι ενώ το βράδυ της παραμονής της λήξης της προθεσμίας καταχώρησης αγωγής ο εναγόμενος είχε συμφωνήσει όπως αποσυρθεί από προτεινόμενος διαχειριστής και αποσύρει την αίτηση του, το πρωί της επόμενης μέρας τον ειδοποίησε ότι άλλαξε γνώμη και ότι είναι εύλογο και αναγκαίο όπως ο ενάγοντας αποφασίζει και συμμετέχει ενεργά στα θέματα της διαχείρισης, ιδιαίτερα όταν αυτά αφορούν φορολογικά θέματα και δηλώσεις. Καταληκτικά προβάλλεται η θέση ότι «.ο εναγόμενος δεν έχει την νομική υπόσταση αλλά ούτε και το νομικό έρεισμα να αρνηθεί το διορισμό μου ως διαχειριστή για την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα μου για τον λόγο ότι απλά έχει μόνο την συγκατάθεση της αδελφής μου, να αποταθεί ο ίδιος στο Δικαστήριο να ορισθεί διαχειριστής, και καθότι βέβαια δεν έχει ορισθεί ως διαχειριστής. Κατά συνέπεια αιτούμαι το σεβαστό Δικαστήριο το προχωρήσει πάραυτα στο διορισμό μου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος». Σημειώνω εδώ ότι περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς την κατ' ισχυρισμό ακαταλληλότητα του εναγόμενου από αυτές που αναφέρονται ανωτέρω δεν δόθηκαν αλλά ούτε και ζητήθηκαν ποτέ από πλευράς εναγόμενου, του οποίου η υπεράσπιση που καταχώρησαν οι τότε δικηγόροι του ουσιαστικά περιορίστηκε σε απόρριψη των ισχυρισμών του ενάγοντα και σε προβολή του ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος ήταν πάντα συνεργάσιμος με τον ενάγοντα και μάλιστα ότι μεταξύ τους έλαβαν χώρα πολυάριθμες συναντήσεις και επικοινωνίες για το θέμα της διαχείρισης και ότι αντίθετα με τον ίδιο που είναι κατάλληλος να διοριστεί διαχειριστής, ο ενάγοντας «δεν είναι άτομο συνεργάσιμο και συνεχώς δημιουργεί προβλήματα επικαλούμενος προσωπικά του διλήμματα που επιφέρουν όχι μόνο καθυστέρηση στη διαδικασία αλλά και ένταση.(και).δεν είναι σε θέση είτε ως μόνος διαχειριστής είτε με οιονδήποτε άλλο άτομο να φέρει σε πέρας το έργο της παρούσας διαχείρισης.». Όπως ανέφερα πιο πάνω, κατά την ακρόαση κατέθεσαν συνολικά τέσσερεις μάρτυρες, ήτοι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος ως ΜΕ2 και ΜΥ2 αντίστοιχα καθώς επίσης και ο αδερφός του εναγομένου, Ε. Ζεμπύλας, τον οποίον κάλεσε ως μάρτυρα του ο ενάγοντας (ΜΕ1) και ο πατέρας του εναγομένου, Γ. Ζεμπύλας, τον οποίο κάλεσε ως μάρτυρα ο εναγόμενος (ΜΥ1). Η μαρτυρία αμφοτέρων των πλευρών ήταν εκτενής και σε κάποιο βαθμό, λόγω της άγνοιας που και οι δυο τους είχαν για τις δικαστικές διαδικασίες, η μαρτυρία επεκτάθηκε και σε άσχετα θέματα που αφορούσαν τις γενικότερες οικογενειακές σχέσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ουσία των ισχυρισμών του ενάγοντα ως προς το γιατί «δεν νιώθει άνετα», ως ήταν και η έκφραση που ο ίδιος χρησιμοποίησε, να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του ο εναγόμενος, για τον οποίο εναγόμενο ο ενάγοντας δεν αμφισβητεί ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής και μέλος των συναφών επαγγελματικών σωμάτων, αλλά και ως προς το γιατί επιβάλλεται όπως διοριστεί ο ίδιος ως μόνος διαχειριστής ή έστω ως συνδιαχειριστής με τον εναγόμενο είναι η εξής: Α. Εντόπισε στο διαδίκτυο την σελίδα κάποιας εταιρείας με το όνομα CPDO Corporate Services (Τεκ.1) στην οποία σελίδα παρουσιαζόταν μεταξύ των διευθυντών της εν λόγω εταιρείας και ο εναγόμενος. Διαβάζοντας όμως το βιογραφικό που υπήρχε εκεί σε σχέση με τον εναγόμενο, συνοδευόμενο και από τη φωτογραφία του τελευταίου, διαπίστωσε ότι αναφερόταν εκεί ότι ο τελευταίος είχε τον τίτλο - πτυχίο του «Δόκτωρα» ενώ γνωρίζει ότι αυτό είναι ψέμα διότι ο εναγόμενος δεν κατέχει τέτοιο τίτλο - πτυχίο. Δεν ξέρει κατά πόσο το εν λόγω βιογραφικό έχει συγγραφεί από τον εναγόμενο ή με την συγκατάθεση του, θεωρεί όμως ότι ο τελευταίος, αν ήταν σωστός επαγγελματίας, θα φρόντιζε όπως μην γίνεται παραπληροφόρηση από την εταιρεία που είναι διευθυντής σε σχέση με τα προσόντα του. Β. Στο παρελθόν είχε πληροφορηθεί ότι ο εναγόμενος είχε εξασφαλίσει Masters Degree από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης του Ηνωμένου Βασιλείου και για το σπουδαίο αυτό επίτευγμα συγχάρηκε τόσο τον εναγόμενο όσο και τον πατέρα του τελευταίου. Στην πορεία όμως διαπίστωσε ότι τελικά ο εναγόμενος δεν είχε αποκτήσει Masters Degree αλλά απλά ένα μεταπτυχιακό δίπλωμα κατόπιν παρακολούθησης ενός σύντομου εκπαιδευτικού προγράμματος και θεωρεί ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος άφησε να νοείται ότι απέκτησε Masters Degree από ένα τέτοιο σπουδαίο πανεπιστήμιο χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα συνιστά ακόμη ένα λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην εναγόμενο ότι θα διεκπεραιώσει σωστά τη διαχείριση (Τεκ.14). Γ. Ο αδελφός του αποβιώσαντα, δηλαδή ο θείος του ενάγοντα, ο οποίος ήταν Αρχιμανδρίτης, είχε αποβιώσει πριν από αρκετά χρόνια και την περιουσία του είχε αναλάβει να την διαχειριστεί ο αποβιώσαντας. Ο τελευταίος είχε μεταξύ άλλων εισπράξει τότε ένα ποσό ύψους €3500 περίπου (2100ΛΚ) το οποίο κατά τον ενάγοντα έπρεπε να είχε δοθεί στα δύο ξαδέρφια του, ήτοι στους γιους του αποβιώσαντος θείου του. Επειδή ένιωθε και νιώθει ηθική υποχρέωση απέναντι στα εν λόγω ξαδέρφια του όπως αυτά μην αδικηθούν και λάβουν το ποσό που δικαιούνται, θεωρεί ότι θα πρέπει να εμπλακεί ο ίδιος στη διαχείριση ώστε να διασφαλίσει ότι καμία τέτοια αδικία δεν θα προκληθεί. Εν τω μεταξύ έχει, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, αναζητήσει τα προαναφερόμενα ξαδέλφια του ώστε να συζητήσει μαζί τους το θέμα και έχει συμφωνήσει μαζί τους όπως τους καταβληθεί το ποσό που είχε εισπράξει ο πατέρας του. Ως ένδειξη του καλοπροαίρετου των προθέσεων του, ο ενάγοντας έχει προσφέρει να πληρώσει ο ίδιος προσωπικά το συγκεκριμένο ποσό στα ξαδέλφια του χωρίς να επιβαρυνθεί η διαχείριση με οποιονδήποτε τρόπο. Αν και τελικά δεν προχώρησε με την εν λόγω διευθέτηση διότι κατ' εκείνον ο εναγόμενος δεν δέχτηκε τη γενναιοδωρία του ως εξυπηρετούσα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της διαχείρισης του αποβιώσαντος, θεωρεί ότι θα πρέπει να εμπλακεί προσωπικά στην διαχείριση, αν μη τη άλλο ώστε να μην αδικηθούν τα ξαδέρφια του (Τεκ.11). Δ. Εντόπισε μία επιταγή που φερόταν να είχε εκδοθεί από τον πατέρα του προς όφελος κάποιου Χ. Στεφανή στις 20 Φεβρουαρίου του 2014, ήτοι πριν το θάνατο του πρώτου και η οποία επιταγή είχε παρουσιαστεί για κατάθεση την ημέρα του θανάτου του αποβιώσαντα, ήτοι στις 17/04/14 (Τεκ.12). Από τις έρευνες που έκαμε διαπίστωσε ότι όντως επρόκειτο για την γνήσια υπογραφή του πατέρα του και ότι ο δικαιούχος της επιταγής ήταν κάποιος οδοντίατρος ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του προς όφελός του αποβιώσαντα και ο οποίος όντως δικαιούτο να πληρωθεί το ποσό της επιταγής. Επειδή όμως του δημιουργήθηκαν ερωτηματικά σε σχέση με το γραφικό χαρακτήρα που παρουσιάζεται στα υπόλοιπα μέρη της επιταγής, αν και δεν θεωρεί ότι ο εναγόμενος προέβη σε οποιαδήποτε παρατυπία ή παρανομία ή ότι είναι αυτός που συμπλήρωσε την επιταγή, θεωρεί ότι θα πρέπει να παρουσιαστούν όλα τα βιβλιάρια επιταγών του αποβιώσαντα ώστε να ελεγχθούν και να υπάρχει διαφάνεια. Τόνισε παράλληλα ότι σε καμία περίπτωση δεν θεωρεί ότι η περιουσία του αποβιώσαντα έχει τύχει κατάχρησης με οποιοδήποτε τρόπο είτε προ είτε μετά του θανάτου του και ούτε θεωρεί ότι ο εναγόμενος ενήργησε με οποιοδήποτε δόλιο τρόπο. Θέλει απλά να διασφαλίσει ότι θα υπάρχει διαφάνεια. Ε. Εξ' όσων γνώριζε, ο αποβιώσαντας πατέρας του, ενόσω ήταν εν ζωή λάμβανε μηνιαίως κάποιο ενοίκιο ύψους €325 από ένα σπίτι που ενοικίαζε στη Τσάδα της επαρχίας Πάφου (Τεκ.13). Αν και το σπίτι αυτό ο πατέρας του το μεταβίβασε προτού πεθάνει στον εναγόμενο και στον αδελφό του (ΜΕ1), ανησυχεί μήπως και κατά τα τελευταία τρία χρόνια που το σπίτι ανήκε στον πατέρα του ο τελευταίος δεν δήλωσε στο Φόρο Εισοδήματος τα ενοίκια που λάμβανε. Επειδή ο ίδιος είναι πολύ αυστηρός σε σχέση με θέματα συμμόρφωσης με τη φορολογική νομοθεσία, ως άτομο αυστηρών συντηρητικών αρχών, δεν ήθελε και δεν θέλει για κανένα λόγο να αποκρυφτεί οτιδήποτε από τις φορολογικές δηλώσεις του αποβιώσαντα. Σημειώνω εδώ ότι αν και αρχικά ο ενάγοντας είχε απαίτηση όπως η διαφάνεια σε σχέση με τις φορολογικές δηλώσεις του αποβιώσαντα πατέρα του επεκταθεί σε έλεγχο των δηλώσεων του τελευταίου από το 1980 που αφυπηρέτησε από την δημόσια υπηρεσία ως λειτουργός του φόρου εισοδήματος, κατά την ακρόαση διευκρίνισε ότι η ανησυχία του σε σχέση με το θέμα αυτός αφορούσε τα τρία τελευταία χρόνια προτού μεταβιβαστεί το σπίτι. Δήλωσε επίσης ότι θεωρεί ότι το θέμα αυτό έχει λήξει από το 2015 όταν στα πλαίσια συνάντησης που οι δύο διάδικοι είχαν στην παρουσία των δικηγόρων τους, του διευκρινίστηκε ότι θα ελεγχτούν και θα δηλωθούν αν χρειάζεται, όλα τα εισοδήματα που με βάση τη σχετική φορολογική νομοθεσία θα πρέπει να δηλωθούν ώστε να διεκπεραιωθεί σωστά η διαχείριση. Την ικανοποίηση του σε σχέση με το θέμα αυτό ο ενάγοντας την εξέφρασε ρητά και κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης που του έγινε από το Δικαστήριο μετά από σχετική υποβολή που έκαμε στην εναγόμενο ότι όντως το θέμα αυτό έχει λήξει από το 2015 και δήλωσε κατά την ακρόαση την περαιτέρω ικανοποίηση του από το ότι ο εναγόμενος ενόρκως διαβεβαίωσε ότι κατά την διαχείριση θα υπάρξει πιστή συμμόρφωση με τη φορολογική νομοθεσία σε σχέση με το θέμα αυτό, ως άλλωστε επιβάλλεται. Στ. Μετά την καταχώρηση της αίτησης διαχείρισης περιήλθε στην κατοχή του πιστοποιητικό που εξέδωσε και απέστειλε στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λ/σιας το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων με βάση το αρ. 7 του Ν.78(Ι)/00, στο οποίο αναφέρεται ότι το Τμήμα δεν έχει ένσταση να χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα (Τεκ.4). Επειδή όμως διαπίστωσε ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό το Τμήμα αναφερόταν στον εναγόμενο ως διαχειριστή/εκτελεστή της περιουσίας του αποβιώσαντα θεωρεί ότι ο εναγόμενος είχε προβεί σε ψευδείς παραστάσεις στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ως προς το ότι ήταν ήδη διαχειριστής και με τον τρόπο αυτό πέτυχε πρόσβαση στα φορολογικά αρχεία του αποβιώσαντα. Η μαρτυρία του ενάγοντα, όπως και οι θέσεις που αυτός προώθησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της πλευρά του εναγόμενου επεκτάθηκαν και σε άλλα παρεμφερή θέματα προς επίρρωση της θέσης του ότι οι προθέσεις του, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο του πατέρα του ήταν πάντα γνήσιες και ότι έγνοια του είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της διαχείρισης και όλων των εμπλεκόμενων σε αυτή προσώπων. Παρά δε το ότι τόνισε επανειλημμένα ότι δεν θεωρεί ότι ο εναγόμενος θα τον ξεγελάσει σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο που του αναλογεί, εντούτοις δεν νιώθει άνετα να τον εμπιστευτεί πλήρως και θεωρεί ότι θα πρέπει και ο ίδιος να εμπλακεί, ως άλλωστε είναι δικαίωμα του, στη διαχείριση του αποβιώσαντα πατέρα του. Όπως ανέφερα, ο ενάγοντας επέλεξε να κλητεύσει ως δικό του μάρτυρα τον αδελφό του εναγόμενου, ήτοι τον Ε. Ζεμπύλα, ο οποίος υπενθυμίζω είχε προταθεί ως εγγυητής του τελευταίου για σκοπούς του διορισμού του ως διαχειριστή. Επειδή ο ενάγοντας δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, του επισημάνθηκε από το Δικαστήριο από πριν την έναρξη της μαρτυρίας του ΜΕ1 ότι εφόσον είχε καλέσει τον εν λόγω μάρτυρα ως δικό του μάρτυρα θα δεσμευόταν από την μαρτυρία που αυτός θα έδινε έστω και αν η εν λόγω μαρτυρία ήταν αντίθετη με τις δικές του θέσεις. Διαβεβαιώνοντας ο ενάγοντας ότι έχει αντιληφθεί την επισήμανση του Δικαστηρίου ζήτησε να προχωρήσει με το μάρτυρα που κλήτευσε. Κατά την σύντομη μαρτυρία του, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στα διάφορα θέματα που είχε εγείρει ο ενάγοντας κατά τις συναντήσεις του με τον εναγόμενο σε σχέση με τα θέματα των φορολογικών δηλώσεων του αποβιώσαντα και αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ουσιαστικά ο ενάγοντας προσπαθούσε συνεχώς να καθορίσει εκ των προτέρων τις γραμμές που θα έπρεπε να ακολουθήσει η διαχείριση προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έθετε το όλο θέμα ενώπιον Δικαστηρίου με όλες τις χρονοβόρες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Ρωτήθηκε επίσης ο μάρτυρας και ως προς το θέμα της καταλληλότητας των δύο «αντίπαλων» προτεινόμενων διαχειριστών καθώς επίσης και ως προς το κατά πόσο θα ήταν προς το συμφέρον της διαχείρισης να διοριστεί και ο ενάγοντας ως συνδιαχειριστής. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι κατά την άποψη του, αν και τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος είναι κατάλληλα πρόσωπα για να αναλάβουν τη συγκεκριμένη απλή διαχείριση, αν ο ενάγοντας διοριστεί συνδιαχειριστής, τότε με βάση την όλη στάση που αυτός επέδειξε μέχρι σήμερα θα προκληθεί καθυστέρηση και αχρείαστα έξοδα για την αποπεράτωση της διαχείρισης. Κατά την άποψη του μάρτυρα, ο ενάγοντας ενδέχεται να χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία απλά για να δημιουργήσει πρόβλημα και να εκδικηθεί τους εναγόμενους σε σχέση με άλλα οικογενειακά θέματα. Ο πατέρας του εναγόμενου, νυν συνταξιούχος και πρώην τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ1, περιορίστηκε να αναφερθεί στην εμπειρία που αυτός είχε όταν διεκπεραίωσε προσωπικά την διαχείριση της πρώην συζύγου του, ήτοι της Καουλλίδου, και αυτό ώστε να υποστηρίξει ότι για την διεκπεραίωση της παρούσας απλής διαχείρισης δεν απαιτείται οποιαδήποτε εξειδικευμένη κατάρτιση από πλευράς διαχειριστή. Τόνισε δε ότι ούτε τίθεται θέμα να αποκρυφτεί οτιδήποτε από τον φόρο εισοδήματος εφόσον όχι μόνο ο αποβιώσαντας, ως πρώην λειτουργός του φόρο, ήταν τυπικός με τις δηλώσεις του αλλά και διότι από πλευράς φόρου γίνονται όλοι οι απαραίτητοι έλεγχοι και αν χρειαστεί ζητούνται να προσκομιστούν και δικαιολογητικά. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της διαχείρισης της πρώην συζύγου του ισχυρίστηκε, όπου ενώ αυτή δεν είχε εισοδήματα από εργασία κρίθηκε ότι για κάποιο λόγο που εντόπισε ο ίδιος ο φόρος εισοδήματος έπρεπε να της επιβληθεί φορολογία η οποία και διευθετήθηκε κατόπιν ένστασης που υπέβαλε ο ίδιος. Αν και δεν έχει κανένα παράπονο από τον ενάγοντα ως προς την όλη στάση που αυτός επέδειξε σε σχέση με τις οικογενειακές πτυχές των μερών εντούτοις θεωρεί λυπηρή και προσβλητική τη στάση που τηρεί σήμερα ο τελευταίος και εξ' όσων ο ίδιος αντιλαμβάνεται, από τα όσα έχουν περιέλθει στη δική του αντίληψη, ενδεχόμενη συνδιαχείριση με τον ενάγοντα δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει θετικά συνεπεία της στάσης που αυτός τηρεί. Ο εναγόμενος τέλος, ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ2, έκαμε και αυτός αναφορά στις διάφορες συζητήσεις και συναντήσεις που έλαβαν χώρα με τον ενάγοντα λόγω των θεμάτων που ο τελευταίος ήγειρε συνεχώς σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος παρουσιάζοντας και διάφορα έγγραφα προς τούτο, ότι δεν ήταν εις γνώση του το βιογραφικό που είχε αναρτήσει η CPDO, ότι από την εν λόγω εταιρεία, η οποία σήμερα έχει διαλυθεί, έχει παραιτηθεί από τις 10/02/15 (Τεκ.6) και ότι τα επαγγελματικά τουλάχιστον προσόντα του, ως φαίνονται στο πραγματικό του βιογραφικό (Τεκ.8) είναι μεταξύ άλλων το ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής και μέλος του σχετικού συνδέσμου ΣΕΛΚ, αδειούχος σύμβουλος αφερεγγυότητας και κάτοχος MΒA και μεταπτυχιακού διπλώματος στην οικονομική στρατηγική. Ανέφερε επίσης ο εναγόμενος και αυτό έτυχε της επιδοκιμασίας του ενάγοντα, ότι καθημερινά στα πλαίσια του επαγγέλματος του διαχειρίζεται εταιρείες εκατομμυρίων καθώς επίσης και θέματα που προέρχονται από την κυβέρνηση. Έκαμε επίσης αναφορά ο εναγόμενος και στα διάφορα άλλα θέματα που ήγειρε ο ενάγοντας υποστηρίζοντας ότι ακόμη και σήμερα και ιδιαίτερα ενόψει των όσων ο τελευταίος ανέφερε καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης, ούτε εκείνος, δηλαδή ο ενάγοντας, φαίνεται να ξέρει τί ακριβώς είναι που τον ανησυχεί ή τί είναι που θέλει να γίνει στην διαχείριση και δεν μπορεί να γίνει με τον εναγόμενο ως διαχειριστή. Θέση του εναγόμενου είναι ότι η όλη στάση που τήρησε και τηρεί ο ενάγοντας καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι αυτός διακατέχεται από μία μανία να δημιουργεί συνεχώς προβλήματα και ενδεικτικό τούτου, κατά τον εναγόμενο, είναι ότι στα πλαίσια των συζητήσεων που έγιναν μεταξύ τους μετά την καταχώρηση της αίτησης για διαχείριση, ο ενάγοντας έφτασε σε σημείο να εξετάζει και το ενδεχόμενο να αποποιηθεί πλήρως του κληρονομικού του μεριδίου και προς τούτο ζήτησε από τον εναγόμενο να του ετοιμάσει και να του στείλει σχετικό έγγραφο αποποίησης πράγμα το οποίος ο τελευταίος έπραξε (Τεκ.10). Σημειώνω εδώ το ότι κατά την αντεξέταση του εναγόμενου ο ενάγοντας επιβεβαίωσε ότι όντως έλαβε χώρα αυτό το γεγονός αν και μετά, για τους δικούς του λόγους, άλλαξε γνώμη. Δέχτηκε ο εναγόμενος ότι όντως είχε σε κάποια στιγμή αναφέρει στον ενάγοντα το βράδυ της παραμονής της λήξης της προβλεπόμενης προθεσμίας ότι προτίθετο να αποσύρει την αίτηση του να διοριστεί ως διαχειριστής και ότι στη συνέχεια για τους δικούς του λόγους αποφάσισε να μην το πράξει. Ισχυρίστηκε όμως και αυτό προς επίρρωση των δικών του κατ' ισχυρισμών καλοπροαίρετων προθέσεων, ότι φρόντισε όπως ο ενάγοντας ενημερωθεί εγκαίρως ώστε να μπορέσει να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα του εξ' ου και ενημέρωσε τον τελευταίο με διάφορους τρόπους σχετικά με την απόφαση του αυτή, το αμέσως επόμενο πρωί, όπως άλλωστε ανέφερε και ο ενάγοντας ότι έγινε (βλ. Τεκ.5 και 9). Όσον αφορά τα θέματα με τα ενοίκια του πατέρα του, την επιταγή του Στεφανή και το κατ' ισχυρισμό χρέος προς τα ξαδέλφια του ενάγοντα, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε όλα αυτά τα θέματα δεν συνιστούσαν τίποτε άλλο παρά διάφορες ανυπόστατες προφάσεις του ενάγοντα για να δημιουργήσει προβλήματα στην διαχείριση. Πέραν του ότι ο ενάγοντας, σύμφωνα με τον εναγόμενο, παρουσιάστηκε πλήρως ικανός να εξασφαλίσει όλα τα στοιχεία που παραπονείται στην παρούσα αγωγή ότι δεν του δίνονται σε σχέση με τα θέματα αυτά (βλ. Τεκ. 11, 12 και 13), την ίδια στιγμή, οι δήθεν ανησυχίες για τα θέματα αυτά αποδείχτηκαν παντελώς αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση άσχετες με την κατ' ισχυρισμό ακαταλληλότητα του εναγόμενου να διοριστεί διαχειριστής. Φάνηκε τελικά, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ότι κανένα θέμα δεν υπήρχε με την επιταγή του Στεφανή, ενώ για το θέμα των φορολογικών δηλώσεων του αποβιώσαντα και των ενοικίων που αυτός λάμβανε πριν πεθάνει, αυτό, όπως ο ίδιος ο ενάγοντας δήλωσε κατά τον εναγόμενο, έπαυσε να υφίσταται από το 2015 που του εξηγήθηκε στην παρουσία και των δικηγόρων του ότι δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η φορολογική νομοθεσία. Όσον αφορά το θέμα με τα ξαδέλφια του ενάγοντα ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι τέτοιο θέμα ουδέποτε υπήρχε αλλά δημιουργήθηκε μόνο όταν ο ενάγοντας, ενεργώντας δήθεν κατόπιν καλοπροαίρετης πρωτοβουλίας, παρουσιάστηκε στα ξαδέλφια του ως εκπρόσωπος της διαχείρισης και συμφώνησε μαζί τους να πληρωθούν ποσό που κατ' εκείνον όφειλε να τους πληρώσει ο αποβιώσαντας προτού πεθάνει. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, αν υπάρχει οποιοδήποτε θέμα με τα ξαδέλφια του ενάγοντα αυτό είναι διότι είναι εκείνοι που ενδεχομένως να είχαν υποχρεώσεις απέναντι στον αποβιώσαντα, κάτι που ο ίδιος είναι σε θέση να το γνωρίζει διότι σε κάποιο στάδιο ο αποβιώσαντας του ανέθεσε να τον βοηθήσει με την διαχείριση του αδελφού του. Με την αυθαίρετη εμπλοκή όμως του ενάγοντα και την κατ' ισχυρισμό επίτευξη συμφωνίας με τα ξαδέλφια του, η υπό κρίση διαχείριση, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ενδεχομένως να έχει εκτεθεί απέναντι σε πρόσωπα που δεν είναι σίγουρο αν είναι όντως πιστωτές και αν όντως έχει γίνει κάτι τέτοιο, η διαχείριση προφανώς θα αναζητήσει ευθύνες από τον ίδιο τον ενάγοντα. Τέλος, όσον αφορά το πιστοποιητικό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ο εναγόμενος δέχτηκε ότι μετά που καταχώρησε την αίτηση διαχείρισης επικοινώνησε με το Τμήμα για να μάθει πληροφορίες σε σχέση με το τί θα έπρεπε να γίνει και τους ειδοποίησε σχετικά με την καταχώρηση της αίτησης. Το τί πιστοποιητικό όμως ενδεχομένως να εξέδωσε το Τμήμα στη συνέχεια ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει αφού το εν λόγω πιστοποιητικό δεν στάληκε στον ίδιο αλλά απευθείας στον Πρωτοκολλητή και συνεπώς δεν μπορεί να του αποδοθεί εκείνου ευθύνη για το τι έγραψε το Τμήμα στο πιστοποιητικό. Σημειώνω εδώ ότι μεταξύ των εγγράφων που κατατέθηκαν εκατέρωθεν ήταν και η ηλεκτρονική αλληλογραφία που αμφότεροι διάδικοι αντάλλαξαν στο παρελθόν για τα επίδικα θέματα (Τεκ. 3 και 11) καθώς επίσης και ένα προσχέδιο όρων προτιθέμενης συνδιαχείρισης (Τεκ.2) το οποίο όμως ουδέποτε έτυχε κοινής αποδοχής. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι διάδικοι προχώρησαν να συνοψίσουν τις αντίστοιχες θέσεις τους, τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εφόσον αυτές αναδύονται επαρκώς θεωρώ από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχω παραθέσει ανωτέρω. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης θεωρώ ορθό όπως παραθέσω στο σημείο αυτό την νομική πτυχή των υπό εξέταση θεμάτων. Ουσιώδεις νομοθετικές πρόνοιες είναι αυτές του Κεφ.189 και των περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικών Κανονισμών 1955. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Νόμου, όπου δεν γίνεται πρόνοια για κάποιο θέμα στο Νόμο ή τους Κανονισμούς του Κεφ. 189, θα εφαρμόζεται η πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (βλ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΥΓΓΕΛΟΥ ν. ΠΑΝΙΚΟΥ Γ. ΛΟΪΖΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. Ε120/2013, 21/12/2017) και η πρακτική και διαδικασία του εν λόγω Τμήματος ασκείτο τότε στη βάση των Contentious Probate Rules 1862 και των Non - Contentious Probate Rules 1954 ή ως έμειναν γνωστά, Contentious Business Rules και Non - Contentious ή Common Form Business Rules (βλ. Eυστρατίου ή X"Σάββα Παναγιώτης
(1997)1 ΑΑΔ 751). Δυνάμει δε της Εγκυκλίου ημερ. 21/12/56 του τότε Αρχιδικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, έχει νομοθετικά υιοθετηθεί ως μέρος της πρακτικής που θα πρέπει να ακολουθείται από τα κυπριακά Δικαστήρια και Πρωτοκολλητεία σε διάφορα θέματα διαχειρίσεων τα όσα περιέχονται στην 20η έκδοση του συγγράμματος Tristram and Coote's Probate Practice. Το εν λόγω σύγγραμμα συνεπώς συνιστά, αν μη τι άλλο, δυνατή και ασφαλή ένδειξη του πώς θα πρέπει να προσεγγίζονται τα κληρονομικά θέματα που εγείρονται στα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Σύγγελου ανωτέρω όπου κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου επί συγκεκριμένου κληρονομικού θέματος, λόγω του ότι η προηγούμενη νομολογία, «.είχε εκδοθεί χωρίς να τεθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να ληφθεί υπόψη η αγγλική πρακτική και διαδικασία για τα πιο πάνω ζητήματα, θα πρέπει να προσεγγιστεί και υπό το πρίσμα της αγγλικής πρακτικής και διαδικασίας, προσέγγιση που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της υπόθεσης.»). Ανατρέχοντας λοιπόν στο προαναφερόμενο σύγγραμμα και συγκεκριμένα στις σελ. 184 - 283 και 371 - 376, με ειδική αναφορά στις σελ. 374 - 376 όπου αναλύονται οι σχετικοί probate κανονισμοί αναφορικά με διαφωνίες που προκύπτουν ως προς το ποιος δικαιούται να διοριστεί διαχειριστής και πώς το Δικαστήριο προσεγγίζει το θέμα, διαπιστώνεται ότι οι άμεσα σχετικές κυπριακές πρόνοιες, οι οποίες είναι σχεδόν πανομοιότυπες με αυτές που ίσχυαν τότε στην Αγγλία, είναι οι εξής: Κατά πρώτο είναι ο Κ.31 ο οποίος αφορά στα της προτεραιότητας των διαφόρων προσώπων για διορισμό στη θέση του διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντα. Με λίγα λόγια, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, δικαίωμα σε τέτοιο διορισμό έχουν τα πρόσωπα που συνιστούν τους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα και η σειρά προτεραιότητας τους για διορισμό ως διαχειριστές καθορίζεται με τον ίδιο τρόπο που το Κεφ. 189 καθορίζει σε σχέση με το δικαίωμα τους να λάβουν μερίδιο από την κληρονομιά. Ο/η σύζυγος δηλαδή προηγείται των παιδιών, τα οποία προηγούνται των γονιών, οι οποίοι προηγούνται των αδελφών κτλ. Κατά δεύτερο είναι οι πρόνοιες του αρ.17 του Νόμου, οι οποίες, σύμφωνα με το σύγγραμμα TRISTRAM ανωτέρω, δίνουν στο Δικαστήριο την εξουσία όπως κατά την απόφαση του ποιος θα πρέπει να διοριστεί ως διαχειριστής, παρακάμψει πρόσωπο που κατά τ' άλλα θα δικαιούτο να διοριστεί ως τέτοιος διαχειριστής δυνάμει του Νόμου και των Κανονισμών και να διορίσει άλλο πρόσωπο όταν κάτι τέτοιο κρίνεται «necessary or expedient» - «.φαίvεται στo Δικαστήριo αvαγκαίo ή πρόσφoρo.». Όπως περαιτέρω προκύπτει από το εν λόγω σύγγραμμα αλλά και από τις ίδιες τις πρόνοιες του αρ.17, το θέμα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και τα συμφέροντα της διαχείρισης και όλων των επηρεαζόμενων προσώπων. Έχοντας κατά νου λοιπόν όλα τα πιο πάνω παρατηρώ τα εξής σε σχέση με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Δεν αμφισβητείται και ούτε έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει το αντίθετο ως προς το ότι ο διορισμός του εναγόμενου ως διαχειριστή συνιστά την ελεύθερη βούληση της μίας εκ των δύο νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα, η οποία έχει ίσα δικαιώματα στην κληρονομιά με τον ενάγοντα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί αλλά αντίθετα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της αδιαμφισβήτητης έγγραφης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ότι ο εναγόμενος είναι ενήλικας, έχει σώας τα φρένας, είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι μορφωμένος σε πανεπιστημιακό επίπεδο και είναι εγκεκριμένος λογιστής και μέλος των συναφών Σωμάτων τα οποία διέπονται από αυστηρούς κανόνες δεοντολογίας. Με άλλα λόγια, η καταλληλότητα του εναγόμενου να διαχειριστεί την περιουσία του αποβιώσαντα, τουλάχιστον σε σχέση με θέματα ακαδημαϊκής γνώσης και επαγγελματικής κατάρτισης δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Παρά ταύτα ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να μην νιώθει άνετα όπως διοριστεί ο εναγόμενος ως διαχειριστής ή να μην διοριστεί και ο ίδιος ως συνδιαχειριστής του για τους λόγους που έχει εξηγήσει. Θα πρέπει κατ' αρχήν να επισημάνω ότι η επιλογή του ενάγοντα να προωθήσει μέχρι τέλους τη θέση ότι ο εναγόμενος δεν είναι κατάλληλος για διαχειριστής και την ίδια στιγμή ότι τέτοιο θέμα δεν εγείρεται αν διοριστεί και ο ίδιος ως συνδιαχειριστής δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως πλήρως αντιφατική, τουλάχιστον σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί ακαταλληλότητας του εναγόμενου. Όπως εύλογα διερωτήθηκε και ο εναγόμενος κατά την μαρτυρία του, δεν μπορεί ο ενάγοντας να ισχυρίζεται ταυτόχρονα και ακαταλληλότητα του αλλά και καταλληλότητα του υπό όρους. Είτε ο εναγόμενος είναι κατάλληλος είτε ακατάλληλος. Δεν μπορούν και τα δύο να ισχύουν. Κατά δεύτερο, θα συμφωνήσω με την πλευρά του εναγόμενου ότι στο τέλος της ημέρας ο ενάγοντας δεν έχει ξεκαθαρίσει τί είναι αυτό που τον κάμνει να μην νιώθει άνετα, όπως αυτός ισχυρίστηκε, για τον διορισμό του εναγόμενου ως διαχειριστή. Πρόβαλε από την μια ανησυχία ως προς το θέμα των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντα αλλά από την άλλη δεν θεωρεί ότι ο εναγόμενος θα προβεί σε οποιαδήποτε φοροδιαφυγή. Θεωρεί το θέμα των φορολογικών δηλώσεων ότι έπαυσε να υφίσταται από το 2015 αλλά εξακολουθεί μέχρι σήμερα να το προβάλει ως μέρος των ανησυχιών του. Νιώθει πλήρως ικανοποιημένος από την ένορκη διαβεβαίωση του εναγόμενου ότι θα υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με την φορολογική νομοθεσία αλλά δεν θέλει να διοριστεί ο εναγόμενος διαχειριστής διότι θέλει να είναι σίγουρος ότι δεν θα εξαπατήσει κανένας τον Φόρο Εισοδήματος. Επιβεβαίωσε ότι κανένα πρόβλημα δεν υφίσταται σε σχέση με την επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος του Στεφανή όμως την ίδια στιγμή η εν λόγω επιταγή του προκαλεί ανησυχία ως προς το αν υπάρχει διαφάνεια. Δεν αμφισβητεί ότι ο εναγόμενος είναι αδειούχος εγκεκριμένος λογιστής και πλήρως ικανός να χειριστεί φορολογικά θέματα αλλά ανησυχεί αν θα ανταπεξέλθει επαρκώς στις φορολογικές υποχρεώσεις της διαχείρισης. Δεν αμφισβητεί την επαγγελματική και ακαδημαϊκή κατάρτιση του εναγόμενου αλλά ανησυχεί για τον επαγγελματισμό του απλά επειδή εντόπισε στο διαδίκτυο μία εσφαλμένη αναφορά στον εναγόμενο ως κάτοχο δοκτωράτου και επειδή στο παρελθόν του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο εναγόμενος είχε αποκτήσει master αλλά τελικά αυτό που είχε αποκτήσει ήταν ένα δίπλωμα. Θεωρεί ότι αυτός είχε κάθε δικαίωμα να προβληματίζεται ως προς το πώς θα ασκήσει τα δικαιώματα του ως κληρονόμος του αποβιώσαντα, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να σκέφτεται να τα αποποιηθεί, και μετά να αλλάζει γνώμη αλλά θεωρεί ότι ο εναγόμενος είναι ακατάλληλος επειδή άλλαξε γνώμη ως προς το ότι αν θα προωθούσε το αίτημα του να διοριστεί ως διαχειριστής. Έχει παράπονο για το ότι στο πιστοποιητικό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ο εναγόμενος αναφέρεται ως διαχειριστής αλλά την ίδια στιγμή έχει παράπονο και ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος, αν διοριστεί ως διαχειριστής, θα προβεί στα αναγκαία διαβήματα για να διευθετήσει με το ίδιο Τμήμα τυχόν φορολογικές υποχρεώσεις του αποβιώσαντα. Τέλος, έχει παράπονο από το ότι δήθεν ο εναγόμενος προχώρησε πίσω από την πλάτη του και παρουσιάστηκε ως διαχειριστής ενώ δεν ήταν αλλά την ίδια στιγμή θεωρεί ότι ο ίδιος είχε κάθε νομικό δικαίωμα αλλά και ηθική υποχρέωση να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του αποβιώσαντα πατέρα του και να συμφωνήσει με τρίτα πρόσωπα την ύπαρξη οφειλής από την περιουσία προς αυτά. Με άλλα λόγια, τίποτα δεν έχει παρουσιάσει ο ενάγοντας που να καταδεικνύει είτε ότι ο εναγόμενος δεν είναι κατάλληλος να διοριστεί ως διαχειριστής ή έστω ότι οι φερόμενες ως ανησυχίες του όντως έχουν κάποιο πραγματικό έρεισμα. Αυτό επιβεβαιώθηκε μάλιστα και από τον ίδιο τον μάρτυρα που κάλεσε, τον ΜΕ1 δηλαδή, η ειλικρίνεια και αξιοπιστία του οποίου φαίνεται έκδηλα από το γεγονός ότι ο μάρτυρας, αν και συνδέεται με στενή συγγένεια και με τους δύο διαδίκους δεν προτίμησε την μια πλευρά έναντι της άλλης. Μάλιστα δε ο ΜΕ1 ανέφερε ότι όντως έγινε προσπάθεια από πλευράς εναγομένου να διασκεδαστούν όλες αυτές οι ανησυχίες του ενάγοντα όμως αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, τήρησε τέτοια αδικαιολόγητα αρνητική στάση που στο τέλος φάνηκε ότι αν και μπορεί να είναι κατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί διαχειριστής ή συνδιαχειριστής, αν διοριστεί θα προκαλέσει περισσότερα προβλήματα και ταλαιπωρία στη διαχείριση από ότι θα επιλύσει. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 ήταν μάρτυρας που ο ίδιος ο ενάγοντας κάλεσε αφού πρώτα του επισημάνθηκε το δεσμευτικό για εκείνον της μαρτυρίας. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ1, θεωρώ ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και ουδέποτε υποστηρίχθηκε οτιδήποτε το διαφορετικό από πλευράς ενάγοντα. Η μαρτυρία όμως του ΜΥ1 στην ουσία δεν προσέφερε οτιδήποτε άλλο παρά αυτό που και ο ίδιος ο μάρτυρας του ενάγοντα ανέφερε, ήτοι ότι πρόκειται για μία απλή διαχείριση η οποία όμως εξελίσσεται σε προβληματική λόγω της στάσης και συμπεριφοράς του ενάγοντα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, η εντύπωση που έχω αποκομίσει για τον ενάγοντα σε σχέση με τα επίδικα θέματα είναι ότι στην ουσία πρόκειται για πρόσωπο που για διάφορους λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει και σίγουρα όχι τους λόγους που επικαλέστηκε στο Δικαστήριο, δεν θεωρεί ότι μπορεί να γίνει κάτι σωστά αν δεν γίνει με το δικό του τρόπο, τους δικούς του κανόνες και τις δικές του απαιτήσεις. Λόγω τούτου έχει φτάσει σε σημείο να μην έχει, και αυτό αδικαιολόγητα υπό τις περιστάσεις, εμπιστοσύνη σε κανένα άλλο πρόσωπο παρά το ότι την ίδια στιγμή δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα δικά του δικαιώματα θα τύχουν πλήρους σεβασμού. Αυτό θεωρώ είναι και που αναδύεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, ήτοι ότι κανένα ουσιαστικό και πραγματικό λόγο δεν έχει ο ενάγοντας να ανησυχεί για την καταλληλότητα του εναγόμενου να διοριστεί διαχειριστής του αποβιώσαντα εκτός από τις αποκλειστικά δικές του υπέρμετρα αδικαιολόγητες ανησυχίες που στο τέλος της ημέρας, ούτε αυτές διαπιστώνονται να ευσταθούν. Βρίσκω συνεπώς ότι ο εναγόμενος είναι κατάλληλο πρόσωπο για να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Εγείρεται τώρα το ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής ή όχι οι πρόνοιες του αρ. 17 Κεφ. 189 σύμφωνα με τις οποίες, αν ήθελε φανεί ότι ένας κληρονόμος θα δημιουργήσει προβλήματα στη διαχείριση, τότε το Δικαστήριο μπορεί να τον παρακάμψει και να διορίσει ως διαχειριστή άλλο κατάλληλο πρόσωπο. Είναι βεβαίως δικαίωμα του ενάγοντα και αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντα δικαιούται να θέλει και να απαιτεί να λαμβάνει μέρος στη διαχείριση. Την απάντηση όμως στο υπό κρίση ερώτημα την έχει δώσει θεωρώ ξεκάθαρα για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ο μάρτυρας που ο ίδιος ο ενάγοντας έχει καλέσει, ήτοι ο ΜΕ1, ο οποίος ανέφερε ρητά ότι ο διορισμός του ενάγοντα ως διαχειριστή ή συνδιαχειριστή θα προκαλέσει στην διαχείριση καθυστέρηση και αχρείαστα έξοδα. Αυτή η θέση του ΜΕ1, επιβεβαιώνεται θεωρώ έκδηλα, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω και από την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία. Κρίνω συνεπώς ότι στην παρούσα περίπτωση μπορούν και θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ. 17 και να μην εγκριθεί το αίτημα του ενάγοντα να διοριστεί είτε ως διαχειριστής είτε ως συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Τέλος, όσον αφορά την απαίτηση του ενάγοντα για ακύρωση τυχόν ενεργειών που έγιναν από τον εναγόμενο στο όνομα της διαχείρισης, καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι όντως έγινε μια τέτοια ενέργεια και συνεπώς και αυτή η πτυχή της αγωγής υπόκειται σε απόρριψη. Θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω καταληκτικά ότι όποιες ανησυχίες και αν έχει ο ενάγοντας αυτές μπορούν εύκολα να διασκεδαστούν μέσω των αυστηρών καθηκόντων που η νομοθεσία επιβάλει σε ένα διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντα καθώς επίσης και από τη θεσμική δυνατότητα που υπάρχει σε κάθε στάδιο μιας διαχείρισης να εμπλακεί το αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιουδήποτε θέματος ήθελε προκύψει. Σε κάθε περίπτωση όμως, το γεγονός ότι ο ΜΕ1 έχει προσφερθεί να εγγυηθεί τον εναγόμενο σε σχέση με την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων και καθηκόντων του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, σε συνδυασμό με το ότι ο ενάγοντας προφανώς θεωρεί τον εν λόγω μάρτυρα ως πρόσωπο της εμπιστοσύνης του εξ' ου και τον κάλεσε ως μάρτυρα του, παρέχει επιπρόσθετη ασφαλιστική δικλείδα στον ενάγοντα σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα ήθελε ανησυχεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω και λαμβαvομένων υπόψη όλων των δικαιωμάτων του κάθε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov στην περιουσία του αποβιώσαντα, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην διοριστεί ο εναγόμενος ως διαχεριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα εφόσον πρόκειται για πρόσωπο κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Κρίνω επίσης ότι υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση απλής διαχείρισης, συντρέχουν τέτοιες ειδικές περιστάσεις που καθιστούν και αvαγκαίo αλλά και πρόσφoρo όπως μην διοριστεί ο ενάγοντας ως διαχειριστής ή συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά όπως μόνος διαχειριστής διοριστεί ο εναγόμενος ως η αίτηση XXXXX/14 και δίδονται ανάλογες οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται και εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι στο τέλος κατέληξαν να εκπροσωπούν τον εαυτό τους αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι η περιουσία του αποβιώσαντα έχει ήδη υποστεί σημαντική ταλαιπωρία και έξοδα κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο