← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Θεοχάρους, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Θεοχάρους, Αρ. Αγωγής: 2610/18, 18/3/2020

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Θεοχάρους, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Θεοχάρους, Αρ. Αγωγής: 2610/18, 18/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2610/18 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες και XXXXX Θεοχάρους, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Θεοχάρους Εναγομένης --------------------- Αίτηση 26/02/2020 για τροποποίηση υπεράσπισης 18 Μαρτίου 2020 Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Τσαγγαρίδου Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Σάββα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό κρίση αίτημα δεν είναι ασύνηθες. Οι περιστάσεις όμως που το περιβάλλουν είναι αποκαλυπτικές ότι απολήγει να είναι ιδιαίτερο. Ας δούμε όμως καθετί σχετικό. Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε από την εναγομένη. Ό,τι ζητείται είναι να της δοθεί άδεια να τροποποιήσει την καταχωρηθείσα υπεράσπιση και να προσθέσει ανταπαίτηση. Σε τι ακριβώς συνίσταται τούτη η ανταπαίτηση, σχολιάζεται στη συνέχεια. Η φύση του αιτήματος οδηγεί τη διερεύνηση σε αντιπαραβολή του περιεχομένου του υφιστάμενου δικογράφου με την προτιθέμενη τροποποίηση, υπό το πλέγμα βεβαίως των ισχυρισμών της έκθεσης απαιτήσεως. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 20/09/

  1. Η εναγομένη ενάγεται υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Θεοχάρους, ιδιότητα που απέκτησε το 2014 δυνάμει διατάγματος στα πλαίσια της αίτησης XXXXX/
  2. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικό ίδρυμα και υποστηρίζουν ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 28/09/2005 που συνήψαν με τον αποβιώσαντα, παραχώρησαν στον τελευταίο δάνειο ύψους £100.
  3. Για σκοπούς αυτής της διαδικασίας δεν έχουν σημασία οι όροι τούτου του δανείου, σημειώνεται όμως ότι συνοψίζονται στο σχετικό κλητήριο ένταλμα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των εναγόντων ότι το δάνειο που χορηγήθηκε στον αποβιώσαντα εξασφαλίστηκε με γραπτή σύμβαση υποθήκης που ο αποβιώσας υπέγραψε προς όφελος τους την 11/10/
  4. Ο αριθμός της υποθήκης είναι XXXXX/05 για ποσό £144.000, με κυμαινόμενο επιτόκιο 7,5% από 11/10/2005, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα ως βασικό επιτόκιο και προσαυξημένο κατά 3,250%, πλέον τόκους, προμήθεια και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Η υποθήκη αφορά ολόκληρο το μερίδιο χωραφιού με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. XVIII/36, τεμάχιο XXXXX στα Πηγαίνεια-Καψιές, Λευκωσία. Η έκθεση απαιτήσεως συνεχίζει ότι ο αποβιώσας και/ή η εναγομένη παρέλειψαν να τηρήσουν την πιο πάνω συμφωνία δανείου και το πρόγραμμα αποπληρωμής του, με αποτέλεσμα την 08/09/2017 οι ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και όλα τα οφειλόμενα ποσά να καταστούν απαιτητά. Το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται στις €121.456,98 πλέον τόκο προς 7,75% από 13/06/2018 επί ποσού €82.815,08 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/12 κάθε έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων η εναγομένη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά. Βάσει όλων των ανωτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγομένης ποσό €121.456,98 πλέον τόκο προς 7,75% από 13/06/2018 επί ποσού €82.815,08 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/12 κάθε έτους, μέχρι εξοφλήσεως και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό XXXXX/
  5. Η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 31/05/
  6. Αρχίζει με προδικαστική ένσταση, εν προκειμένω ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής λόγω κωλύματος εξ υποσχέσεως (promissory estoppel) και/ή συνεπεία συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του αποβιώσαντος. Δέχεται όμως η υπεράσπιση ότι η εναγομένη είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος και περαιτέρω, ότι ο αποβιώσας συναλλασσόταν με τους ενάγοντες και στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας υπογράφηκε συμφωνία δανείου μεταξύ αυτού και των εναγόντων. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας και προσθέτει ότι τυχόν συμφωνία που ήθελε αποδειχθεί ότι έγινε, αυτή δεν έγινε καλή τη πίστη (bona fide). Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που αφορούν το υπόλοιπο, τις χρεώσεις και οποιοδήποτε τοκισμό και/ή ανατοκισμό του επίδικου δανείου. Αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε γραπτών ειδοποιήσεων των εναγόντων προς τον αποβιώσαντα και/ή την ύπαρξη ανακοινώσεων των εναγόντων στον ημερήσιο τύπο. Κατά τον ίδιο τρόπο αρνείται την ύπαρξη οιωνδήποτε γραπτών ειδοποιήσεων προς την εναγομένη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι όποιες χρεώσεις ήθελε αποδειχθούν αποτελούν ανεπίτρεπτη μονομερή μεταβολή συμβατικών όρων και/ή είναι παράνομες λόγω παράβασης νομοθετικών προνοιών σε σχέση με την προστασία του καταναλωτή και/ή αποτελούν πρακτική και συμπεριφορά καταχρηστική και/ή βασισμένη σε γενικούς όρους των συναλλαγών οι οποίοι είναι καταχρηστικοί και/ή είναι αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν εύλογα μέτρα για σωστή ενημέρωση του αποβιώσαντα και/ή της εναγομένης για τους όρους και/ή τις αλλαγές επί της επίδικης συμφωνίας. Διατείνεται ότι ο τόκος και/ή ανατοκισμός και/ή χρεώσεις δεν είναι σύμφωνα με τη συναλλαγματική τακτική. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκταση που υποδηλώνουν και/ή υπονοούν την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εναγομένη ουδέποτε γνώριζε και/ή της γνωστοποιήθηκε και/ή της αναφέρθηκε ότι θα ήταν δεσμευμένοι να καταβάλουν περαιτέρω επιτόκια ή τραπεζικά δικαιώματα και/ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα προκύψουν. Εν κατακλείδι, άνευ βλάβης όλων των ανωτέρω αναφέρει πως οι ενάγοντες αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν, παρά τις οχλήσεις της και/ή τις νόμιμες υποχρεώσεις τους, να δώσουν στη διαχειρίστρια οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με την επίδικη σύμβαση δανείου και/ή τις εξασφαλίσεις αυτής, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζει τις εξασφαλίσεις και/ή τους όρους της σύμβασης του επίδικου δανείου. Λόγω τούτου είναι η θέση της πως οι ενάγοντες εμποδίζονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Την 05/06/2019 ακολούθησε η καταχώριση απάντησης από μέρους των εναγόντων. Για τους σκοπούς της παρούσας δεν εξυπηρετεί μεταφορά όσων εκεί αναφέρονται. Την επομένη της καταχώρισης απάντησης ακολούθησε η έκδοση κλήσης για οδηγίες από τους ενάγοντες, η οποία ορίστηκε την 09/10/
  7. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 26/02/
  8. Αναφέρθηκε ήδη ότι με την αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη ανταπαίτησης. Ό,τι ζητείται να προστεθεί είναι πως η εναγομένη επανειλημμένα αποτάθηκε στους ενάγοντες προκειμένου να λάβει καταστάσεις λογαριασμού και/ή πληροφορίες για την επίδικη σύμβαση και/ή τις εξασφαλίσεις αυτής, εντούτοις οι εναγόμενοι (sic) (προφανώς εκ λάθους αναφέρεται οι εναγόμενοι αντί οι ενάγοντες) αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να τις δώσουν. Περαιτέρω διατείνεται ότι οι ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό του αποβιώσαντα με ασφαλιστική κάλυψη που του παρείχαν για εξασφάλιση ολόκληρου του δανείου, εν τούτοις με το θάνατο τούτου δεν προέβηκαν σε καμία ενέργεια για αποπληρωμή τούτου. Παρά τις προσπάθειες που έκανε η εναγομένη για να λάβει πληροφορίες για τη σύμβαση δανείου και/ή τις εξασφαλίσεις, την 29/10/2019 έλαβε ειδοποίηση με βάση τον τύπο ΙΑ, σύμφωνα με την οποία αναφέρεται ότι θα προχωρήσουν με πώληση της υποθήκης Υ11205/2005 με διαδικασία πλειστηριασμού που θα λάβει χώρα την 27/03/
  9. Ως εκ των ανωτέρω ανταπαιτεί διατάγματα που έχουν να κάνουν με ένορκη αποκάλυψη αναλυτικών καταστάσεων όλων των τραπεζικών λογαριασμών του αποβιώσαντα· των μεταφορών και/ή εμβασμάτων και/ή χρεώσεων και/ή πιστώσεων και/ή καταθέσεων και/ή εισπράξεων στον εν λόγω λογαριασμό· δήλωση και/ή αποκάλυψη των εντολών του αποβιώσαντα και/ή λεπτομέρειες αυτών (μεταξύ άλλων ημερομηνία και ώρα που δόθηκαν και/ή αντιπροσώπους και/ή λειτουργούς των εναγόντων)· εντολές του αποβιώσαντα για τη μεταφορά οποιουδήποτε ποσού· αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών· και αποκάλυψη όλων των εγγράφων που καταρτίστηκαν κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων. Η εναγομένη αξιώνει και την παράδοση αντιγράφων όλων των πιο πάνω εγγράφων. Τέλος, αιτείται διάταγμα με το οποίο η υποθήκη με αριθμό Υ11205/05 να κηρύσσεται άκυρη και/ή πλήρως εξοφληθείσα. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, όπως άλλωστε προβλέπεται στον κ.9 της Δ.
  10. Τούτη τη δήλωση ορκίζεται η εναγομένη, η οποία αναφέρει πως την 29/10/2019 έλαβε μέσω ταχυδρομείου ειδοποίηση τύπου ΙΑ που φέρει ημερομηνία 14/10/2019 και αφορά την υποθήκη XXXXX/
  11. Αναφέρεται στο έγγραφο ότι η εν λόγω υποθήκη θα πωληθεί μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού που θα πραγματοποιηθεί στις 27/03/
  12. Η ειδοποίηση είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Η ειδοποίηση, λέει η εναγομένη, παραλήφθηκε από την ίδια μετά την καταχώριση της υπεράσπισης, εν τούτοις σχετίζεται και αφορά άμεσα τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Από τις ημερομηνίες καταχώρισης και παραλαβής της ειδοποίησης διαφαίνεται ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την ετοιμασία και καταχώριση της υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω η εναγομένη αναφέρει ότι αφότου παρέλαβε την ειδοποίηση τηλεφώνησε στο γραφείο των δικηγόρων της, οι οποίοι την ενημέρωσαν πως η κα Κλεόπα ασθενούσε και ότι θα την καλούσαν για διευθέτηση συνάντησης μετά που θα επέστρεφε στο γραφείο. Όταν εν τέλει επισκέφθηκε το γραφείο των συνηγόρων, εξέταση των δικογράφων έφερε στο φως ότι ο δικηγόρος που ανέλαβε τη σύνταξη της υπεράσπισης πριν την αποχώρησή του από το εν λόγω γραφείο, αμέλησε και παρέλειψε να προσθέσει ανταπαίτηση με την οποία να ζητούνται διατάγματα για αποκάλυψη των καταστάσεων λογαριασμού και πληροφορίες σχετικά με την επίδικη σύμβαση και τις εξασφαλίσεις αυτής. Είναι η θέση της ότι ακόμη και μετά την παραλαβή της ειδοποίησης επισκέφθηκε υποκατάστημα των εναγόντων και ζήτησε τα εν λόγω έγγραφα, εν τούτοις οι τελευταίοι αρνούνται και αμελούν να της τα δώσουν. Είναι η θέση της εναγομένης ότι οι μεν ειδοποιήσεις (προφανώς εννοεί τον τύπο ΙΑ) συνιστούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την ετοιμασία και καταχώριση της υπεράσπισης και επιπλέον, η μη συμπερίληψη ανταπαίτησης για αποκάλυψη των αναλυτικών λογαριασμών, συνιστά αμέλεια του δικηγόρου που είχε αναλάβει τη σύνταξη της υπεράσπισης και γι' αυτούς τους λόγους το αίτημά της θα πρέπει να επιτραπεί. Τέλος, προσθέτει ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν μεταβάλλει τις θέσεις που προβάλλονται στην υπεράσπιση και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγόντων, αφού δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημία που να μην αποζημιώνεται με χρήμα. Καταλήγει ότι η αίτηση έγινε καλόπιστα και προς εξυπηρέτηση της ορθής και πλήρους παράθεσης των γεγονότων της υπόθεσης και για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι ενάγοντες ενίστανται στο αίτημα με αριθμό λόγων ένστασης που φαίνονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης που καταχώρισαν. Δεν εξυπηρετεί την απόφαση αυτούσια μεταφορά των λόγων ένστασης, δοθέντος ότι πιο κάτω σχολιάζεται καθετί σχετικό. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Ομνύων είναι ο XXXXX Αδαμίδης που δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγόντων. Και σε αυτή την περίπτωση ο ομνύων εξιστορεί το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης. Ό,τι προσθέτει εις επίμετρον όσων η εναγομένη ανάφερε είναι πως η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε την 06/06/2019 και ορίστηκε την 09/10/
  13. Εν τούτοις απωλέσθηκε ο φάκελος και το πρωτοκολλητείο έδωσε άλλες δύο ημερομηνίες, 03/12/2019 και 20/12/2019 κατά τις οποίες και πάλι δεν ανευρέθηκε. Εν τέλει, έλαβαν ειδοποίηση να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο στις 26/02/2020, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίστηκε και η επίδικη αίτηση. Είναι η θέση του ομνύοντα την ένσταση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. Επιδιώκει τη δημιουργία ανταπαίτησης με σκοπό να δημιουργήσει νομικό υπόβαθρο απαραίτητο για καταχώριση αίτησης προς έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με τον πλειστηριασμό της υποθήκης XXXXX/
  14. Τα γεγονότα που αφορά η αιτούμενη τροποποίηση ήταν σε γνώση της εναγομένης πριν την καταχώριση της υπεράσπισης. Η εναγομένη γνώριζε την ύπαρξη της υποθήκης για εξασφάλιση του επίδικου δανείου και τη δυνατότητα των εναγόντων να προχωρήσουν στην εκτέλεση της υποθήκης, εφόσον ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε την 08/09/
  15. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρει ο ομνύων, η εναγομένη γνώριζε την πιθανότητα εκποίησης της υποθήκης, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δόθηκε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του δανείου που τερματίστηκε λόγω μη συμμόρφωσης του πρωτοφειλέτη με τις υποχρεώσεις του. Σύμφωνα με τον ομνύοντα δεν αιτιολογείται η καθυστέρηση καθ' ότι παρήλθαν 4 μήνες από την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου ΙΑ μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Περιπλέον, οι λόγοι που επικαλείται η εναγομένη είναι γενικοί και αόριστοι και δεν δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης. Η δε αποκάλυψη των εγγράφων που ζητούνται δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο ανταπαίτησης. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αντίθετα περιπλέκει τα επίδικα θέματα και επιδιώκει εισαγωγή γενικών και αβάσιμων ισχυρισμών. Επίσης, συνιστά νέα βάση αγωγής και/ή διόρθωση λαθών και παραλείψεων που δεν δικαιολογείται, εφόσον όλα τα γεγονότα ήταν σε γνώση της εναγομένης. Αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της εναγομένης με μοναδικό σκοπό την εισαγωγή ανταπαίτησης, ώστε να προχωρήσει με αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των εναγόντων για να εμποδίσει τη διαδικασία πλειστηριασμού. Εν τέλει, θέλει το αίτημα να μην είναι γνήσιο και να μην γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής ανάγκης, αποκρύπτοντας μάλιστα πραγματικούς λόγους και περιέχει ψευδείς ισχυρισμούς. Τώρα το αίτημα εδράζεται και ορθώς, στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Λέγω ορθώς εφόσον αυτή είναι η διαταγή που διέπει ζητήματα τροποποίησης δικογράφων. Δοθέντος ότι η αγωγή καταχωρίστηκε το 2018, είναι αντιληπτό ότι εφαρμογής τυγχάνει η νέα Δ.25, δηλαδή η διαταγή που την 01/01/2016 τέθηκε σε καθολική εφαρμογή για όσες αγωγές καταχωρίστηκαν μετά την 31/12/
  16. Περιπλέον, είναι σαφές ότι η νέα Δ.25 προβλέπει τρία διαφορετικά χρονικά στάδια που δικόγραφο δύναται να τροποποιηθεί. Για σκοπούς της παρούσας δεν αφορούν τα δύο πρώτα στάδια και αυτό γιατί η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες. Συνεπώς η διάταξη που διέπει το ζήτημα είναι ο κ.3 της Δ.25, ο οποίος αναφέρει ότι· « Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Απλή και μόνο ανάγνωση του κ.3 διατυμπανίζει τη διαφοροποίηση τούτου από το προηγούμενο νομολογιακό καθεστώς και δη ότι πλέον η τροποποίηση δεν συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα. Αν αυτό χρειάζεται κάποια ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να υποδειχθεί ότι ο συντάκτης του κανονισμού εκδήλωσε τις προθέσεις του με την εναρκτήρια φράση τούτου, δηλαδή ότι «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται», νοείται πάντα γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Παρ' όλα αυτά δύο εξαιρέσεις δικαιολογούν παρέκκλιση από την προμνησθείσα αυστηρότητα. Τούτες είναι οι εξής· «(α) εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας (β) τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για . καταχώρηση . της δικογραφίας..» Η ένορκη δήλωση της εναγομένης καθιστά φανερό ότι το υπό κρίση αίτημα θέλει να συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις, εφόσον θέση της είναι ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ της επιδόθηκε μετά την καταχώριση της αγωγής και θέλει τούτο να είναι νέο γεγονός, ενώ η παράλειψη έγερσης ανταπαίτησης συνιστά αμέλεια και/ή σφάλμα δικηγόρου, δηλαδή εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος. Εξυπηρετεί τη διερεύνηση αν οι δύο αιτιάσεις της εναγομένης εξεταστούν ξεχωριστά, αρχής γενομένης από το ισχυριζόμενο σφάλμα δικηγόρου. Δεν αντιλέγω ότι υπό κάποιες περιστάσεις, σφάλμα δικηγόρου κατά τη σύνταξη της δικογραφίας δυνατό να δικαιολογήσει τροποποίηση, νοουμένου βεβαίως ότι κριθεί καλόπιστο. Δεν είναι πρόθεση μου να προσδιορίσω εξαντλητικά και in abstracto τούτο το σφάλμα, εφόσον η περιπτωσιολογία δυνατό να καταδειχθεί ανεξάντλητη και σίγουρα ποικιλόμορφη. Ό,τι όμως είναι κοινό για κάθε περίπτωση, είναι πως αυτό το σφάλμα πρέπει να είναι καλόπιστο και συνδεδεμένο χρονικά με τη σύνταξη της δικογραφίας. Περιττό να υποδειχθεί ότι το βάρος απόδειξης οιασδήποτε εκ των δύο εξαιρέσεων που δικαιολογούν αίτημα τροποποίησης, βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Τι σημαίνει όμως αυτό; Η απάντηση είναι απλή εν τούτοις καθοδηγητική για την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Οφείλει εν προκειμένω να παράσχει πληροφορίες που στοιχειοθετούν τη θέση του. Δίχως πληροφορίες ως προς τα περιβάλλοντα γεγονότα κατά τρόπο που να δικαιολογείται το αίτημα και απλώς περιορισμός στον ισχυρισμό ότι συγκεκριμένη ενέργεια συνιστά σφάλμα, δεν είναι αρκετό για στοιχειοθέτηση του αιτήματος. Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη επικαλείται σφάλμα δικηγόρου, δηλαδή ότι ο εν λόγω αμέλησε και παρέλειψε να προσθέσει ανταπαίτηση. Ομολογουμένως ο ισχυρισμός της εναγομένης φείδεται λεπτομερειών. Για παράδειγμα, πότε ήταν η συνάντηση που είχε με το δικηγόρο, ποιος είναι ο δικηγόρος και γιατί δεν επιβεβαίωσε ο ίδιος την ισχυριζόμενη παράλειψη. Τι στοιχεία του έδωσε η εναγομένη, φερ' ειπείν σημειώσεις, έγγραφα ή άλλα που δικαιολογούν ότι αποφασίστηκε η έγερση ανταπαίτησης και γιατί δεν προσκομίστηκαν ως τεκμήρια. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν νοείται επίκληση σφάλματος, είτε δικηγόρου είτε διαδίκου, άνευ παροχής λεπτομερειών (βλ. Βαρδιάνος ν. Richards

(1998)1Β Α.Α.Δ. 698, 704). Άλλως πως το αίτημα θα καθίστατο υποχείριο ευφάνταστης αλλά ατεκμηρίωτης δικαιολογίας και όχι γνήσιας και αποδεδειγμένης περίπτωσης. Εδώ απουσιάζουν οι πιο πάνω λεπτομέρειες, γεγονός που δεν επιτρέπει στο αίτημα να καρποφορήσει. Πρόσθετα οι αιτιάσεις της εναγομένης δεν αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για σφάλμα, έτι δε περισσότερο κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Και εξηγώ· η έγερση ανταπαίτησης και συγκεκριμένα η επιλογή για τέτοια ενέργεια, είναι, σε μεγάλο βαθμό, ζήτημα νομικό. Στη δοσμένη περίπτωση αν και το δικόγραφο δεν φέρει ανταπαίτηση, εν τούτοις πραγματεύεται τους ισχυρισμούς της εναγομένης αναφορικά με τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος και τις λεπτομέρειες που ζητά να λάβει. Αυτοί οι λογαριασμοί άλλωστε είναι που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι έπρεπε να τεθούν ανταπαιτητικώς και όχι οτιδήποτε άλλο. Πώς τότε η εναγομένη το κατατάσσει ως σφάλμα. Τι είναι αυτό που το θέλει να υπολείπεται στοιχειώδους προσοχής από μέρους του δικηγόρου, δεν εξηγείται. Αν μεν ο δικηγόρος επέλεξε να μην προωθήσει ανταπαίτηση, αυτό είναι δικανική κρίση που αν είναι συνειδητή αλλά εσφαλμένη και απάδει των οδηγιών του πελάτη του συνιστά επαγγελματική αμέλεια, όχι όμως σφάλμα. Είναι γι' αυτό άλλωστε που και η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος αμέλησε και/ή παρέλειψε να εγείρει ανταπαίτηση. Εν τούτοις ο κ.3 της Δ.25 δεν σκοπεί σε θεραπεία αμελειών, πόσο δε μάλλον όσων προκύπτουν από συνειδητή απόφαση. Σκοπός της διαταγής είναι η θεραπεία ανεπίγνωστων σφαλμάτων και όχι η διόρθωση συνειδητών επιλογών που τελικώς διαπιστώνονται εσφαλμένες. Εδώ καμία λεπτομέρεια προσφέρθηκε που να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η περίπτωση συνιστά ανεπίγνωστο σφάλμα και μάλιστα συνδεδεμένο χρονικά με το στάδιο της δικογραφίας. Τέτοιο σφάλμα είναι συνήθως η παράλειψη καταχώρισης του συνόλου των σελίδων ή η καταγραφή ημιτελούς παραγράφου ή κειμένου. Η συνειδητή όμως επιλογή, είτε του δικηγόρου είτε του διαδίκου, ότι η έγερση ανταπαίτησης δεν είναι αναγκαία, δεν εμπίπτει στην κατηγορία σφάλματος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Και εδώ απλή και μόνο ανάγνωση του περιεχομένου της υπεράσπισης δεν αποκαλύπτει συντακτικό έλλειμμα. Οι δε αιτιάσεις της εναγομένης δεν συναρτούν το όποιο έλλειμμα με το χρόνο σύνταξης. Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή του αιτήματος δεν μπορεί να δικαιολογήσει έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. Περαιτέρω προστίθεται ότι και αυτή ακόμη η στάση της εναγομένης εγείρει αμφιβολίες που περισσότερο περιπλέκουν το ζήτημα αντί να το διευκολύνουν. Παρουσιάζεται η εναγομένη να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της υπεράσπισης μετά που της επιδόθηκε ο τύπος ΙΑ. Εν τούτοις η υπεράσπιση καταχωρίστηκε 31/05/2019 και η ειδοποίηση επιδόθηκε την 29/10/2019. Το δικόγραφο της υπεράσπισης, όπως κάθε δικόγραφο, καίτοι νομικό έντυπο, περιέχει πραγματικούς ισχυρισμούς των οποίων πηγή είναι πάντα ο διάδικος. Δεν νοείται συνεπώς εφησυχασμός του διαδίκου ότι το δικόγραφο καταρτίστηκε δεόντως. Οφείλει να γνωρίζει το περιεχόμενο τούτου προτού ακόμη καταχωριστεί. Εδώ το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν αιτιολογείται ο χρόνος που παρήλθε από την καταχώριση της υπεράσπισης μέχρι τη διαπίστωση του προβλήματος, δηλαδή γιατί δεν διαγνώστηκε ενωρίτερα, όπως ούτε ο χρόνος που χρειάστηκε από την επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ (29/10/2019) μέχρι την καταχώριση της επίδικης αίτησης (26/02/2020), περαιτέρω 4 μήνες, για διόρθωση του προβλήματος. Αυτοτελώς ορώμενος ο πιο πάνω χρόνος δεν είναι βεβαίως υπερβολικός. Εν τούτοις έχει νομολογηθεί ότι η ιδιαίτερη σημασία του διαρρεύσαντος χρόνου είναι η διασύνδεση τούτου με το ειλικρινές ή μη των προθέσεων του αιτούντος (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 53). Εδώ, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, το αίτημα εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, γεγονός που καταφαίνεται από το ότι αφορμάται από την επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και όχι από γνήσια διαπίστωση σφάλματος που χρήζει διόρθωσης. Διατείνεται η εναγομένη ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ την 29/10/2019, δικαιολογεί έγερση ανταπαίτησης. Με όλο το σεβασμό αλλά η σχετική θέση δεν είναι παρά πλανημένη εφόσον απάδει των νομολογηθέντων. Με σαφήνεια και αποφασιστικότητα υπεδείχθη στην υπόθεση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Ε176/19, ημερομηνίας 10/12/2019, ότι· « Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της.» Εκεί είχε καταχωριστεί αγωγή από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και μαζί αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Εν τούτοις υπεδείχθη ότι το προσωρινό διάταγμα, και κατ' επέκταση η αγωγή προσθέτω, δεν μπορεί να αφορά τον τύπο ΙΑ. Το τι μπορεί να αφορά η αγωγή υποδεικνύεται αμέσως πιο κάτω στην ίδια υπόθεση Μυλωνά. Αναφέρθηκε ότι· « Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.» Η σημασία των πιο πάνω έγκειται στο αυτονόητο, δηλαδή ότι δεν είναι ο τύπος ΙΑ που πυροδότησε οτιδήποτε σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο. Και σημειώνεται εν προκειμένω ότι αποτελεί δικαστική γνώση πως πριν την επίδοση του τύπου ΙΑ προηγήθηκε ο τύπος Ι, τουλάχιστον. Συνεπώς ήταν από τότε που κατέστη γνωστό στην εναγομένη, που είναι διαχειρίστρια της περιουσίας από το 2014, η πρόθεση των εναγόντων για εκποίηση της υποθήκης. Εν πάση όμως περιπτώσει, πλέον σημαντικό είναι ότι η αγωγή επιζητεί διάταγμα εκποίησης της υποθήκης, ενώ ισχυρισμός στην έκθεση απαιτήσεως είναι ότι η συμφωνία δανείου τερματίστηκε την 08/09/
  1. Δεν είναι αυτό βεβαίως το στάδιο ενασχόλησης με τη γνησιότητα και βασιμότητα των πάρα πάνω ισχυρισμών. Ό,τι όμως έχει σημασία είναι πως καθετί σχετικό της υποθήκης ήταν σε γνώση της εναγομένης από πολύ πριν την καταχώριση της υπεράσπισης και συνεπώς δεν είναι στοιχείο που σήμερα εμφανίζεται ως κεραυνός εν αιθρία. Και αυτό αφού έχει υποδειχθεί ότι αυτή αφ' εαυτή η ειδοποίηση τύπος ΙΑ, δεν μπορεί να καταστεί επίδικο ζήτημα στο πλαίσιο της αγωγής. Συνεπώς ούτε αυτή η πτυχή του αιτήματος μπορεί να επιτύχει. Προσθέτω όμως κάτι ακόμα, αυτή τη φορά σε σχέση με την καθυστέρηση που ενωρίτερα αναφέρθηκε. Η αγωγή καταχωρίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018 και η υπεράσπιση τον Μάιο του
  2. Η αίτηση προωθήθηκε όταν πλέον επιδόθηκε στην εναγομένη η ειδοποίηση τύπος ΙΑ. Όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση που παρήλθε, η οποία δεν δικαιολογείται από την εναγομένη, αποκαλύπτει ότι το αίτημα δεν σκοπεί σε εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, αλλά σε αλλότριους σκοπούς όπως δικαίως αναφέρουν οι ενάγοντες. Ζητούμενο δεν είναι η υποθήκη αυτή αφ' εαυτή. Άλλωστε αν υπήρχε ανταπαίτηση σε σχέση με την υποθήκη, ευθύς εξαρχής θα δικογραφείτο, πράγμα που δεν έγινε. Υπενθυμίζεται ότι βάσει των ισχυρισμών της εναγομένης η αμέλεια του δικηγόρου δεν αφορά την υποθήκη αλλά περιορίζεται στο ότι δεν ηγέρθη ανταπαίτηση, ήτοι διατάγματα για παραχώρηση πληροφοριών σε σχέση με το λογαριασμό και την κίνηση αυτού. Αποκαλύπτεται συνεπώς ότι οι αιτιάσεις της εναγομένης περί καθυστερημένης διαπίστωσης του σφάλματος του δικηγόρου, δεν είναι παρά προφάσεις που εξυπηρετούν το έτερο σκέλος της αίτησης, δηλαδή την καθυστερημένη αμφισβήτηση της υποθήκης. Είναι γι' αυτό το λόγο που ενωρίτερα ειπώθηκε ότι το αίτημα απολήγει κακόπιστο, εφόσον ελλείπουν από αυτό βασικά γνωρίσματα καλής πίστης, όπως είναι η ειλικρίνεια και η γνησιότητα των ισχυρισμών. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)....................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.