← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Τσιολής κ.α., Αρ. Αγωγής: 7578/13, 4/3/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Τσιολής κ.α., Αρ. Αγωγής: 7578/13, 4/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7578/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και 1. XXXXX Τσιολής 2. XXXXX Χαραλάμπους 3. XXXXX Π. Κυριάκου 4. XXXXX Στέλιου Χαραλάμπους 5. Tsentas Developers Ltd Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομ. 25/10/2019 για παραμερισμό της απόφασης 04 Μαρτίου 2020 Για τον Αιτητή: κα Ορφανίδου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτητής στην αίτηση είναι ο εναγόμενος 1 (στη συνέχεια εναγόμενος) και αντικείμενο τούτης είναι ο παραμερισμός (set aside) και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του την 11/02/2014. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14, Δ.48 κκ1-4, 8 και 9(
  2. h)και Δ.64· στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου άρθρο 6· στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτη, την οποία ορκίζεται ο εναγόμενος. Στον αντίποδα οι ενάγοντες ενίστανται στο αίτημα του εναγομένου και προς τούτο εγείρουν πολυάριθμους λόγους ένστασης. Δεν παρατίθενται οι λόγοι ένστασης αυτούσιοι, εφόσον πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο, σχολιάζονται. Σε ό,τι τώρα αφορά την ένσταση, η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει υπογράφεται από τον Ανδρέα Βανέζη ο οποίος δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου, την 11/02/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του, καθώς και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4, για ποσό €69.732,50 με τόκο 12% ετησίως από 01/10/2013 και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ανά έτος, ενώ σε σχέση με τον ίδιο και την εναγομένη 2 εκδόθηκε περαιτέρω απόφαση για ποσό €3.650,12 με τόκο 12% από 01/10/2013 και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ανά έτος, πλέον δικηγορικά έξοδα €985 με τόκο 5,5% από 25/11/2013 και έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Η εν λόγω απόφαση είναι το τεκμήριο Α στην αίτηση. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του δέσμευσαν όλο το χρηματικό ποσό που διατηρούσε σε τραπεζικό λογαριασμό και ως εκ τούτου εισέπραξαν ποσό €33.000 προς εξόφληση της περί ης ο λόγος απόφασης. Είναι περαιτέρω η θέση του εναγομένου ότι την 30/05/2018 του επιδόθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων που οι ενάγοντες καταχώρισαν την 24/01/2018 και πως κατ' αυτό τον τρόπο έλαβε γνώση της απόφασης, καθώς και της αγωγής, αφού ποτέ δεν είχαν επιδοθεί στον ίδιο. Αμέσως απευθύνθηκε στους δικηγόρους του για να τον συμβουλεύσουν για τα επόμενα διαβήματα. Είναι η θέση του ότι ποτέ δεν υπόγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία η οποία εξασφάλισε το συγκεκριμένο δάνειο. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι η εναγομένη 2 πλαστογράφησε την υπογραφή του. Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό επεξηγεί ότι η εναγομένη 2 είναι η πρώην σύζυγός του με την οποία απέκτησε ένα ανήλικο τέκνο, εν τούτοις δεν έχουν καμία επικοινωνία και δεν ανταποκρίνεται στις προσπάθειές του να επικοινωνήσουν σε σχέση με το τέκνο τους και πως για αυτό το λόγο εκκρεμούν υποθέσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, χρεωστικά υπόλοιπα σε τραπεζικούς λογαριασμούς και διάφορα άλλα ζητήματα. Οι δε σχέσεις με το ανήλικο τέκνο του και οι επαφές μαζί του, είναι πολύ λίγες εξ υπαιτιότητος της εναγομένης 2. Λόγω αυτής της οικογενειακής κατάστασης το 2014 αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Πάφο, απ' όπου επέστρεψε στην Λευκωσία το 2017. Την 13/09/2018, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του ότι ο δικαστηριακός φάκελος απωλέσθηκε και γι' αυτό δημιουργήθηκε καινούριος με την ένδειξη προσωρινός. Προσκομίζει σχετικά δύο επιστολές, ημερομηνίας 17/07/2018 και 25/04/2019, τις οποίες έστειλαν οι δικηγόροι του στην Διοικητικό Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ζητούσαν πιστοποίηση ότι ο αρχικός φάκελος δεν δύναται να ανευρεθεί. Οι εν λόγω επιστολές είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση. Ενόσω ανέμενε να ανευρεθεί ο φάκελος, την 03/07/2018 οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα του προσωρινού φακέλου, ώστε να συλλέξουν περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου, την καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος και κατ' επέκταση την επίδοση του τελευταίου στον ίδιο. Όπως τον ενημέρωσαν το μόνο που υπήρχε εντός του φακέλου και σχετιζόταν με τον ίδιο ήταν η αίτηση μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 24/01/2018 και η επίδοση τούτης στον ίδιο. Δυστυχώς, αναφέρει ο εναγόμενος, ο αρχικός φάκελος της αγωγής μέχρι και σήμερα δεν έχει ανευρεθεί. Λόγω τούτου ζητήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν θετικά, να του προσκομίσουν φωτοαντίγραφο της επίδικης συμφωνίας δανείου. Περιπλέον, κατόπιν πολλών προσπαθειών του ιδίου εξασφαλίστηκαν από την τράπεζα δείγματα της υπογραφής του που διατηρούνταν από την ημερομηνία της ισχυριζόμενης υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου. Παραδόθηκαν τούτα σε ειδικό γραφολόγο με απαίτηση να εξετάσει την ισχυριζόμενη υπογραφή του στην επίδικη συμφωνία δανείου και να τη συγκρίνει με τα δείγματα των υπογραφών σε επιταγές που είχαν εκδοθεί από τον ίδιο. Την 11/10/2019 ο ειδικός γραφολόγος τού παρέδωσε «Έκθεση Εμπειρογνώμονα» που ετοίμασε βάσει των δεδομένων που του παραχωρήθηκαν. Η έκθεση αυτή είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση. Σύμφωνα με τον εναγόμενο ο ειδικός γραφολόγος επισημαίνει ότι το όποιο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει δεν συνιστά βεβαιότητα αλλά πιθανολόγηση, δοθέντος ότι δεν υπάρχει πρωτότυπο έγγραφο δια εξέταση. Προσθέτει περαιτέρω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι υπογραφές παρουσιάζουν την ίδια μορφή και εμφάνιση, αλλά επειδή απουσιάζουν τα πρωτότυπα έγγραφα δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη. Βάσει όλων των ανωτέρω είναι η θέση του εναγομένου ότι η απόφαση εναντίον του εκδόθηκε λανθασμένα λόγω πλαστογραφίας και ως εκ τούτου έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και δικαιολογείται να ακουστεί στη διαδικασία. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ποτέ δεν επιδόθηκε στον ίδιο η αγωγή. Στον αντίποδα η θέση του ομνύοντα την ένορκη δήλωση των εναγόντων είναι πως την 21/11/2013 οι ενάγοντες έστειλαν την υπόθεση στο δικηγορικό γραφείο που τους εκπροσωπεί, με οδηγίες για έγερση αγωγής καθ' ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να τηρήσουν τη συμφωνία αποπληρωμής δανείου και οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού τούτων την 24/04/2012. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 25/11/2013. Ο ομνύων θεωρεί ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα ο εναγόμενος να μην έλαβε γνώση της αγωγής και της απόφασης πριν την 24/01/2018, ως ισχυρίζεται. Διά τεκμηρίωση τούτου προσκομίζεται ένορκη δήλωση επιδότη που δεικνύει ότι την 02/04/2014 επέδωσε στον εναγόμενο την εκδοθείσα απόφαση. Η επίδοση αυτή είναι το τεκμήριο 1 στην ένσταση. Περιπλέον, ο ομνύων αναφέρει ότι μετά την έκδοση της απόφασης λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου, συγκεκριμένα εκδόθηκαν εντάλματα κινητών ημερομηνίας 31/03/2014 και 20/04/2016 αντίστοιχα. Ένεκα του πρώτου εντάλματος, ο εναγόμενος διευθέτησε συνάντηση με υπάλληλο των εναγόντων, κάποια κυρία ονόματι Ασσαριώτη, με σκοπό την ανεύρεση συμφωνίας αποπληρωμής της απόφασης. Προς ενίσχυση όσων αναφέρει ο ομνύων προσκόμισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 2Α στην ένσταση, δηλαδή ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/04/2014 που απευθύνεται στον εναγόμενο. Στο τεκμήριο 2Α αναφέρεται συνάντηση που είχε η αναφερόμενη Ασσαριώτη με τον εναγόμενο και επίσης εσωκλείονται αντίγραφα των συμφωνιών δανείου και τρεχούμενου. Περιπλέον, προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 2Β, δηλαδή επιστολή των εναγόντων, ημερομηνίας 24/04/2014, που απευθύνεται στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τον πληροφορεί για την άνευ βλάβης απόσυρση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό 077899. Καταλήγει ο ομνύων ότι ο εναγόμενος δεν είναι ειλικρινής και οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ώστε να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Η δε μεγάλη καθυστέρηση στη λήψη αναγκαίων μέτρων, δεικνύει σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, ότι ο εναγόμενος δεν λέει την αλήθεια. Προσθέτει δε ότι ουδέποτε πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης ο εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε τη συμφωνία δανείου καθώς και οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Αντιθέτως, αναγνωρίζοντας τούτη ως έγκυρη, δεν ήταν λίγες οι φορές που μετέβη στα γραφεία των εναγόντων για συζητήσεις προς το σκοπό διευθέτησης των οφειλών του. Ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σχολιάζει και την έκθεση του ειδικού γραφολόγου (τεκμήριο 3 στην αίτηση) και διατείνεται ότι δεν καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα και ως εκ τούτου τα εκεί αναφερόμενα αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ομνύων την ένσταση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να κληθεί ο εναγόμενος να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό της απόφασης που οφείλει. Οι αρχές που διέπουν αίτημα ως το υπό κρίση είναι χιλιοειπωμένες και καλά θεμελιωμένες στο δικαιϊκό μας σύστημα. Έχει νομολογηθεί ότι o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη

(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Εν τούτοις ο έλεγχος δεν μπορεί να μην αγγίξει και τους λόγους που έφεραν τον εναγόμενο να μην εμφανίζεται στο Δικαστήριο. Απόφαση που εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, παραμερίζεται ex debito justitiae (βλ. Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, 72). Από την άλλη, ακόμη και εκεί που ο εναγόμενος αποκαλύπτει υπεράσπιση, ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Λέχθηκε ότι· « Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Έχοντας αναφέρει ό,τι μέχρι στιγμής ειπώθηκε, προέχει να σημειωθεί ότι η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις, δοθέντος ότι καμία πλευρά δεν αιτήθηκε αντεξέταση. Έχει τούτο τη δική του σημασία εφόσον συνιστά αναγνωρισμένη δικαιϊκή αρχή ότι για ισχυρισμούς που είτε δεν υπήρξε αντίλογος είτε δεν έτυχαν αντεξέτασης, η νομολογία θέλει τούτους να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466. Πέραν όμως της πιο πάνω αρχής έχει νομολογηθεί ότι πηγή γεγονότων από την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει στοιχεία και να διαγνώσει κάθε τι σχετικό, αποτελεί και αυτός τούτος ο φάκελος της διαδικασίας. Επιβεβαιωτικό τούτου είναι ο λόγος της υπόθεσης Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938. Τα εκεί αναφερόμενα εξανεμίζουν τυχόν αμφιβολία και εδραιώνουν το αυτονόητο. Λέχθηκε εκεί ότι (σελ. 1943). « Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του έλαβε υπόψη στοιχεία από. ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στο φάκελο της αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η άλλη αίτηση αποτελούσε μέρος του φακέλου και αφορούσε τόσο την ίδια διαδικασία όσο και τους ίδιους διαδίκους. Συνακόλουθα κρίνεται ότι το διάταγμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν λανθασμένο, αφού το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου». Σχετική επίσης είναι και η πιο πρόσφατη υπόθεση Π. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2016:A430, Πολ. Έφ. 284/11, 15/11/2016 και η υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 που παραπέμπει στη Δ.48 κ.1 η οποία διαλαμβάνει ότι η ένορκη δήλωση εξυπηρετεί εισαγωγή γεγονότων που δεν εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τώρα, στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο την 16/01/2014. Με αυτό ως δεδομένο επικαλούνται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους του, που δεν μπορεί να συγχωρηθεί από το Δικαστήριο. Προσθέτουν δε όσα ο ομνύων Βανέζης επικαλείται στην ένστασή του, συγκεκριμένα την επίδοση της απόφασης στον εναγόμενο την 20/04/2014, την καταχώριση εντάλματος κινητών που απεσύρθη και ακολούθως την καταχώριση δεύτερου εντάλματος και τέλος, την καταχώριση αίτησης μηνιαίων δόσεων και υποστηρίζουν ότι ο εναγόμενος δεν λέει την αλήθεια καθ' ότι έλαβε γνώση των διαδικασιών πολλά χρόνια πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης και γι' αυτό το λόγο η στάση και συμπεριφορά του είναι ασύγγνωστη και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Ως θέμα λογικής και τάξης η διερεύνηση του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να αρχίσει από το κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο. Κατ' αρχάς ας σημειωθεί πως είναι τούτος ένας εκ των λόγων που ο εναγόμενος επικαλείται διά ακύρωση της απόφασης, ασχέτως ότι οι ενάγοντες θεωρούν ότι δεν ηγέρθη τέτοιος λόγος. Αν επιβάλλεται να αιτιολογηθεί τούτο, αρκεί να παραπέμψω στα περιεχόμενα της παραγράφου 5 στην αίτηση όπου αναφέρεται ότι· « Κατά την 30/05/2018 επιδόθηκε σε εμένα η αίτηση μηνιαίων δόσεων που καταχώρησαν εναντίον μου οι Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 24/01/2018 και έτσι έλαβα γνώση της απόφασης αλλά και της αγωγής αφού δεν είχε επιδοθεί ποτέ σε εμένα.» Σχετικό όμως είναι και το τελευταίο σκέλος της παραγράφου 11, το οποίο θέλει την έρευνα του δικαστηριακού φακέλου να σκοπούσε σε εξακρίβωση αυτής τούτης της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο. Τέλος, η κατακλείδα της παραγράφου 19 στην αίτηση αναφέρει ότι «Επιπλέον δεν επιδόθηκε ποτέ σε εμένα η αγωγή». Όλα τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι πέραν των όποιων άλλων ισχυρισμών, βασική αμφισβήτηση του εναγομένου είναι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Είθισται σε αιτήσεις αυτού του είδους να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου ο φάκελος της υπόθεσης, ο οποίος περιλαμβάνει το σύνολο των σχετικών εγγράφων, μεταξύ αυτών και την επίδοση της αγωγής. Εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση δεν ακολουθήθηκε αυτή η πορεία. Δυστυχώς απωλέσθηκε ο αρχικός φάκελος και από την 11/06/2015, όπως καταμαρτυρεί η ημερομηνία του πρώτου εγγράφου εντός του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου, συστάθηκε προσωρινός φάκελος. Πού μας οδηγεί όμως τούτο το ατυχές συμβάν; Αποτέλεσμα είναι ότι το περιεχόμενο του φακέλου δεν αποκαλύπτει κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο και αν ναι τίνι τρόπω, δηλαδή προσωπικώς ή άλλως πως. Αν και δεδομένη είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδοσης της αγωγής, η πλευρά των εναγόντων δεν αντέκρουσε τούτο τον ισχυρισμό του εναγομένου σε πραγματικό επίπεδο. Εν ολίγοις δεν παρουσίασε τέτοια επίδοση ή έστω αντίγραφο τούτης και ακόμη περισσότερο δεν κάλεσε τον επιδότη που κατ' ισχυρισμό διενήργησε την επίδοση να προσκομίσει οιαδήποτε στοιχεία, φερ' ειπείν το μητρώο που τηρείται σε περίπτωση επίδοσης ή μη ενός δικαστικού εγγράφου (βλ. Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5Β, Παράρτημα Γ, Μέρος 2, παράγραφοι 4 και 6) και ούτε πρόσφερε κάποια άλλη μαρτυρία. Αρκέστηκε μόνο σε εικασίες και πιθανολογήσεις, καταλήγοντας ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μην ενημερώθηκε ο εναγόμενος. Εν τούτοις η επίδοση μιας αγωγής δεν εξαρτάται από πιθανότητες. Η σημασία της στην όλη διαδικασία έχει πολλάκις επεξηγηθεί και δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο επί του οποίου οικοδομείται η παρά πέρα πορεία της διαδικασίας. Δοθέντος ότι στη δοσμένη περίπτωση ο φάκελος της διαδικασίας δεν περιλαμβάνει επίδοση και οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν άλλη μαρτυρία που να δικαιολογεί τέτοια διαπίστωση, δεν μπορεί παρά η κατάληξη του Δικαστηρίου να είναι ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο. Περιπλέον, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν επιτρέπει διαπίστωση ευρήματος ότι η αγωγή επιδόθηκε σε τρίτο πρόσωπο για τον εναγόμενο. Η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος σε όλη της την έκταση και ως εκ τούτου δεν επιτρέπει καμία διαπίστωση σε σχέση με την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο. Ποια όμως η σημασία των πιο πάνω διαπιστώσεων; Η σημασία της επίδοσης και οι επιπτώσεις εκεί όπου παραλείπεται επίδοση, με γλαφυρότητα αποδόθηκαν στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι· « Η παροχή ευκαιρίας σε κάθε πρόσωπο να ακουστεί σε υπόθεση που το αφορά αποτελεί αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, οι ρίζες του οποίου ανάγονται στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης των θεσμών της δίκης. Η αρχή της ακροάσεως αμφοτέρων των μερών, πριν το δικαστήριο προέλθει σε κρίση, διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς, ως ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου. Το «μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσης» αποδίδεται στον Ησίοδο. Το κωδικοποιεί σε πληρέστερη μορφή ο Ευριπίδης: «Τις αν δίκην κρίνειεν ή γνοίη λόγον, πριν αν παρ' αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς» - («Ηρακλείδες», στίχοι 179-180)*. Μη επίδοση της διαδικασίας στους διαδίκους καθιστούσε, ανέκαθεν στο αγγλικό δίκαιο, άκυρη διαταγή ή απόφαση που εκδιδόταν στο πλαίσιο της. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του αγγλικού δικαίου αποτυπώνεται ως ακολούθως στο εισαγωγικό μέρος της Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.):- "A person who is affected by an order of the court which can properly be described as a nullity is entitled ex debito justitiae to have it set aside. Failure to serve process where service of process is required renders null and void an order made against the party who should have been served. The court can set aside such an order in its inherent jurisdiction and it is not necessary to appeal from it." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από διαταγή του δικαστηρίου, η οποία δεόντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρη, μπορεί δικαιωματικά να ζητήσει τον παραμερισμό της, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας, όπου η επίδοσή της απαιτείται, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη τη διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου, προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί. Το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει τέτοια διαταγή, εν τη ενασκήσει της σύμφυτης δικαιοδοσίας του. Δε χρειάζεται να υποβληθεί έφεση κατ' αυτής.») Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER
  2. Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v Ali [1983] 3 All E.R. 615:- (σελ. 616) "It is, in my judgment, quite plain that where there has been no service of process any order made in the litigation in which process should have been served must necessarily be void, unless service has been in some way validly dispensed with." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Σύμφωνα με την απόφασή μου, είναι σαφές ότι, όπου δε γίνεται επίδοση της διαδικασίας, οποιαδήποτε διαταγή εκδίδεται στη δίκη, στην οποία η διαδικασία έπρεπε να είχε επιδοθεί, πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρείται ως άκυρη, εκτός εάν εξουσιοδοτήθηκε εγκύρως η μη επίδοσή της.») Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου». Τα πιο πάνω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι άμα διαπιστωθεί πως το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο τελευταίος δικαιούται παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ο παραμερισμός δεν είναι προϊόν άσκησης διακριτικής εξουσίας από μέρους του δικαστηρίου. Είναι καθαρή υποχρέωση έναντι του θιγόμενου, ως αναγνώριση της οφειλής για διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος τούτου να ακουστεί στην όλη διαδικασία. Η αποστέρηση του δικαιώματος αυτού δικαιολογεί τον θιγόμενο να απαιτήσει, ιδίω δικαιώματι αναφέρει η νομολογία, παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε. Εξού και τέτοιος παραμερισμός απόφασης, δηλαδή λόγω μη επίδοσης, δεν συμβαδίζει με επιβολή όρων (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, 250). Διαδικασία η οποία αρχίζει χωρίς επίδοση είναι οικοδόμημα στην άμμο υποκείμενο σε καταστροφή μόλις η άμπωτη δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Υπαίτιος δεν είναι η φυσική αρμονία, που απλώς επιδιώκει επαναφορά των πραγμάτων σε τάξη, αλλά η απερίσκεπτη οικοδόμηση στην άμμο. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι εδώ ο φάκελος του Δικαστηρίου είναι προσωρινός και αυτό δυσχεραίνει το έργο του Δικαστηρίου. Εν τούτοις όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πουλλή, πιο πάνω, ο ενάγων είναι εκείνος που οφείλει να ικανοποιήσει ότι η υπόθεση έχει επιδοθεί δεόντως. Βεβαίως επαναλαμβάνεται ότι και η πλευρά του ενάγοντα καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκόμισε που να αφορά τούτη την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Αποτέλεσμα είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο. Όπου ο ενάγων είναι ανίκανος να αποσείσει τούτο το βάρος, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι μόνο μια και στο επίκεντρό της έχει τον θιγόμενο στον οποίο οφείλεται απονομή δικαιοσύνης. Η δε απονομή ικανοποιείται μόνο με ακύρωση της παράτυπης και άδικης διαδικασίας που παρενέβαλε και διατάραξε τα ειωθότα της δίκης. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο, συνιστά υποχρέωση του Δικαστηρίου, οφειλόμενη στη δικαιοσύνη (ex debito justitiae) να ακυρώσει την εκδοθείσα απόφαση σε σχέση με τον θιγόμενο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω η απόφαση ημερομηνίας 11/02/2014, στην έκταση που αφορά τον εναγόμενο, ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και εις βάρος των εναγόντων, καταβλητέα με την αποπεράτωση της αγωγής. Δεν δίδονται περαιτέρω οδηγίες, δοθέντος ότι εκκρεμεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 1. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.