Otkritie Investments Cyprus Limited ν. Zanpaxo Holding Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 647/19, 16/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 647/19 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, Άρθρα 261 μέχρι 275 και άρθρα 276 μέχρι 283 και άρθρα 284 μέχρι 297 και άρθρα298 μέχρι 344 και Αναφορικά με την εταιρεία Zanpaxo Holdings Limited (HE208125) Μεταξύ: Otkritie Investments Cyprus Limited (HE301373) Αιτητές και
- Zanpaxo Holding Limited (HE208125)
- XXXXX Κορέλης Καθ' ων η αίτηση --------------------- 16 Μαρτίου 2020 Για τους Αιτητές: κος Σ. Βασιλείου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Μ. Τριανταφυλλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση επιζητείται έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων· « (Α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διακόπτεται και/ή ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται εξ ολοκλήρου η διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρείας Zanpaxo Holdings Limited. (Β) Διαζευκτικά προς το (Α) και άνευ βλάβης αυτού, διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για συνέχιση της εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση 1 υπό την εποπτεία του δικαστηρίου με άλλο ανεξάρτητο εκκαθαριστή κατ' επιλογή των πιστωτών της Zanpaxo Holdings Limited. (Γ) Δήλωση και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως κάθε απόφαση και/ή ψήφισμα που λήφθηκε στην συνέλευση των πιστωτών της Καθ' ης η Αίτηση 1 Zanpaxo Holdings Limited ημερομηνίας 30/07/2019 ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί και/ή θεωρηθεί ως μη φέρουσα οποιαδήποτε νομική ισχύ ως παράτυπη και/ή παράνομη και/ή ως δόλια. (Δ) Δήλωση και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως κάθε απόφαση και/ή πράξη και/ή ενέργεια και/ή εξουσιοδότηση από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 κ. Μιχάλη Κορέλλη που έγιναν σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 από 30/07/2019 και εντεύθεν ακυρωθούν και/ή παραμεριστούν και/ή θεωρηθούν ως μη έχουσες οποιαδήποτε νομική ισχύ. (Ε) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την παύση του Καθ' ου η Αίτηση 2 από εκκαθαριστή της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή που να απαγορεύει σε αυτόν να ενεργεί και/ή να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση
- (Στ) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για επιστροφή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 1 προς τον Καθ' ου η Αίτηση
- (Ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Η) Τα έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση είναι εταιρικής φύσεως, ευρέως γνωστή ως Petition. Τι σημαίνει αυτό για την όλη διαδικασία, εξηγείται πιο κάτω. Αιτητής εν προκειμένω είναι η εταιρεία Otkritie Investments Cyprus Limited (στη συνέχει η αιτήτρια) και τα αιτούμενα διατάγματα στρέφονται κατά της εταιρείας Zanpaxo Holdings Limited (στη συνέχεια η εταιρεία) και του XXXXX Κορέλλη, που είναι ο διορισθείς ως εκκαθαριστής της εταιρείας και ως εκ τούτου στη συνέχεια θα καλείται «ο εκκαθαριστής». Υποδεικνύεται ότι η ένσταση της εταιρείας και του εκκαθαριστή (η ένσταση είναι κοινή, εξου και οι συνήγοροι υπογράφουν ως δικηγόροι καθ' ων η αίτηση 1 και 2), ρητά αναφέρει ότι ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε ξεχωριστή ένσταση ή ένορκη δήλωση, είναι επειδή από το διορισμό του εκκαθαριστή και εντεύθεν η εταιρεία εκπροσωπείται από τον τελευταίο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδης (στη συνέχεια ο Ιακωβίδης). Στον αντίποδα η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο εκκαθαριστής της εταιρείας. Απλή και μόνο ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων φανερώνει ότι δεν είναι όλοι οι ισχυρισμοί που τελούν υπό αμφισβήτηση. Σε μεγάλο βαθμό η διαφορά των μερών είναι μάλλον νομική παρά πραγματική. Έγκειται στο πώς έκαστος ερμηνεύει τη νομική διάσταση συγκεκριμένων αναμφισβήτητων πραγματικών γεγονότων. Τώρα, αναφέρθηκε ήδη ότι η επίδικη αίτηση είναι Petition. Όπως υποδεικνύεται στην πρωτόδικη υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αρ. 259/89, D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28/05/1990, η ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης τούτης, δηλαδή ότι κατά κανόνα εκδικάζεται βάσει των γεγονότων που αναφέρονται σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Εδώ η σημασία τούτου αναδεικνύεται εφόσον καμιά πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση και ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το γεγονός βεβαίως ότι η αίτηση είναι Petition, δεν διαφοροποιεί τους κανόνες απόδειξης σε σχέση με την αποδοχή και αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Demades, πιο πάνω). Αναγκαίο συνεπώς είναι να υποδειχθεί ότι συνιστά βασική αρχή δικαίου πως ισχυρισμοί που δεν αμφισβητούνται εκλαμβάνονται ως αποδεκτοί και αναμφισβήτητοι και ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί να τους υιοθετήσει και να προβεί σε ανάλογα ευρήματα (Frederikou Schools Co Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 A.A.Δ. 1527). Κατ' αναλογία, σχετικές είναι και οι υποθέσεις Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466 και Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Το Petition δεν εξαιρείται από τον πιο πάνω κανόνα. Βάσει όλων των ανωτέρω δόκιμο κρίνεται να συνοψισθεί το σύνολο των αναμφισβήτητων πραγματικών γεγονότων, ενώ εκεί όπου οι θέσεις των δύο πλευρών διαφέρουν θα υποδεικνύεται αμέσως και θα παρατίθενται αμφότεροι οι ισχυρισμοί. Το μαρτυρικό υλικό θέλει να μην αμφισβητείται η θέση πως η αιτήτρια συνιστά εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στα μητρώα του εφόρου εταιρειών, με διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου στη Λεμεσό. Διευθυντής της αιτήτριας είναι ο κ. XXXXX Μαϊμώνης και γραμματέας η Magnumserve Secretarial Ltd. Αποδεικτικό των πιο πάνω είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Αναμφισβήτητος είναι και ο ισχυρισμός ότι την 18/07/2019 ο διευθυντής της αιτήτριας επικοινώνησε με τον Ιακωβίδη και του ανέφερε ότι με έκπληξή του πληροφορήθηκε από συνεργάτες του πως την ίδια ημέρα (18/07/2019) δημοσίευμα στον ημερήσιο τύπο, εν προκειμένω στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, γνωστοποίησε σύγκληση πιστωτών της εταιρείας προς το σκοπό ψήφισης και διορισμού εκκαθαριστή, εποπτικής επιτροπής και απόφαση οποιουδήποτε άλλου θέματος ήθελε προκύψει στη συνέλευση. Το εν λόγω δημοσίευμα είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση, ενώ ίδιο είναι και το τεκμήριο 12 στην ένσταση. Η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι το ενδιαφέρον της αιτήτριας για την εταιρεία δεν είναι τυχαίο. Οφείλεται τούτο, ως αναφέρεται στην αίτηση, στο ότι η εταιρεία έτυχε δανειοδότησης από την αιτήτρια. Η εν λόγω συμφωνία δανείου είναι ημερομηνίας 28/06/
- Το ποσό τούτου του δανείου ανέρχετο σε 10 δισεκατομμύρια ρωσικά ρούβλια και ήτο πληρωτέο, πλέον τόκοι, το αργότερο μέχρι την 27/06/
- Η συμφωνία δανείου είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση καθώς επίσης το τεκμήριο 27 στην ένσταση. Θέση του διευθυντή της αιτήτριας, ως αυτή μεταφέρεται στο Δικαστήριο από τον Ιακωβίδη, είναι πως η εταιρεία δεν εξόφλησε το χρέος της μέχρι την 27/06/2019 και ο διευθυντής δεν επικοινώνησε μαζί της, αποφασίζοντας να δώσει πίστωση χρόνου ακόμη μερικές ημέρες. Παρεμβάλλεται εδώ ότι ο εκκαθαριστής αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας δανείου. Καίτοι αναγνωρίζει ότι υπογράφηκε τέτοια συμφωνία, υποστηρίζει πως στην ουσία δεν ήτο τίποτα άλλο παρά έμμεση χρηματοδότηση τρίτης εταιρείας που κατά τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου (τεκμήριο 2 στην αίτηση) περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας Joint Stock Company Otkritie Holding και είναι η θέση του ότι αυτή η τελευταία εταιρεία είναι θυγατρική της αιτήτριας. Η δε εταιρεία, δηλαδή η εταιρεία που αφορά η επίδικη αίτηση, απλώς χρησιμοποιήθηκε ως όχημα χρηματοδότησης ώστε να υπερπηδηθούν διάφορα οικονομικά ζητήματα, υποστηρίζει ο εκκαθαριστής. Προς υποστήριξη τούτων των ισχυρισμών προσκόμισε στο Δικαστήριο σχετική αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι αξιωματούχοι των εμπλεκομένων εταιρειών (τεκμήριο 51 στην ένσταση), καθώς επίσης σχετικά ψηφίσματα των ίδιων πάντα εταιρειών (τεκμήρια 52-55 στην ένσταση), τα οποία έλαβε, ως αναφέρει, από την διευθύντρια που είχε η εταιρεία, πριν τη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης, από την οποία και έλαβε όλες τις σχετικές πληροφορίες. Ποια η νομική διάσταση της αμφισβήτησης από μέρους του εκκαθαριστή και της εταιρείας, της συμφωνίας δανειοδότησης και κατ' επέκταση του ισχυριζόμενου χρέους της εταιρείας προς την αιτήτρια, αποτελεί αντικείμενο εξέτασης που ακολουθεί. Πάρα ταύτα, η υπογραφή της συμφωνίας δανείου (τεκμήριο 2 στην αίτηση), το ποσό τούτης και η ημερομηνία αποπληρωμής, αποτελούν κοινό τόπο. Επανερχόμενος σε ό,τι αναφέρεται στην αίτηση σημειώνεται ότι ο Ιακωβίδης ισχυρίζεται πως μετά την πρώτη τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον διευθυντή της αιτήτριας, προέβη σε έρευνα στην ηλεκτρονική σελίδα του εφόρου εταιρειών και διαπίστωσε ότι την 18/06/2019 έγινε αλλαγή αξιωματούχων, μετόχων και εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας. Συνεπώς μερικές ημέρες πριν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέο το δάνειο, αναφέρει ο Ιακωβίδης, η εταιρεία άλλαξε τη δομή της και δρομολόγησε διαδικασίες για εκούσια εκκαθάριση και θέλει τούτο να συνιστά κακοπιστία δια το λόγο ότι έγινε για να αποφευχθεί η εξόφληση του χρέους προς την αιτήτρια (τεκμήριο 2 στην αίτηση). Και επ' αυτού οι θέσεις των διαδίκων διαφέρουν. Ο εκκαθαριστής αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 2019 τον προσέγγισε ο Ρώσος δικηγόρος της εταιρείας και του ζήτησε να τους βοηθήσει με την εκούσια εκκαθάριση της εταιρείας, λόγω αφερεγγυότητας τούτης, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις και το λογαριασμό κερδοζημιών της. Για διευκόλυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης συμφωνήθηκε η εταιρεία να μεταφερθεί στο δικηγορικό γραφείο του εκκαθαριστή, το οποίο να αναλάβει τη θέση ονομαστικού μετόχου, διευθυντή και γραμματέα. Εν τέλει μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας διορίστηκε ο πατέρας του εκκαθαριστή, δηλαδή ο XXXXX Κορέλλης. Εξηγεί ο εκκαθαριστής ότι ο πατέρας του υπήρξε Υπεύθυνος Αρχιφοροθέτης στο Τμήμα Εταιρειών του Γραφείου Φόρου Εισοδήματος και από της αφυπηρετήσεως του εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Μ. Κορέλλης & Σια ΔΕΠΕ, δηλαδή το γραφείο του εκκαθαριστή και ως εκ τούτου έχει εμπειρία σε φορολογικά θέματα και αυτός ήταν και ο λόγος που η εταιρεία αποφάσισε να διορίσει εκείνον ως διευθυντή και μέτοχο, παρ' ότι η θέση του θα ήταν αυτή του ονομαστικού μετόχου. Γραμματέας αποφασίστηκε να διοριστεί η M.K.C.K. Secretaries Ltd. Η σημασία όλων των ανωτέρω, δηλαδή της οικογενειακής σχέσης του εκκαθαριστή με τον τελευταίο και μοναδικό μέτοχο, καθώς και διευθυντή της εταιρείας, έγκειται στο ότι η αιτήτρια υποστηρίζει πως τούτη η οικογενειακή σχέση των δύο, μετόχου και εκκαθαριστή, αποτελεί εμπόδιο στο διορισμό του XXXXX Κορέλλη ως εκκαθαριστή, καθ' ότι αναδεικνύει προσωπικό συμφέρον και έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, ιδιότητες που πρέπει να κατέχει το πρόσωπο που διορίζεται ως εκκαθαριστής. Για την ώρα δεν καταπιάνομαι με τη νομική θεώρηση του πράγματος, εφόσον τούτο εξετάζεται πιο κάτω. Ό,τι όμως προκύπτει ως γεγονός απ' όλα τα πιο πάνω, είναι πως υφίσταται τέτοια σχέση συγγένειας μεταξύ των δύο αυτών προσώπων που διορίστηκαν, ο μεν πρώτος ως διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας, ο δε άλλος ως εκκαθαριστής. Επανερχόμενος στις αιτιάσεις που αφορούν το χρόνο αλλαγής της δομής της εταιρείας παρατηρείται ότι ο εκκαθαριστής ισχυρίζεται πως τα σχετικά έγγραφα παραδόθηκαν στο γραφείο του την 19/02/
- Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε τα τεκμήρια 1 έως 6, δηλαδή σχετικά έγγραφα που φέρουν ημερομηνία 19/02/
- Για να διενεργηθούν όμως οι μεταβιβάσεις και να αναλάβει ο πατέρας του, αναφέρει, υποχρέωσή τους ήταν να τηρηθεί η νομοθεσία και συγκεκριμένα η υποχρέωσή τους να γνωρίζουν τον πελάτη τους. Προς τούτο ζητήθηκαν εταιρικά έγγραφα τα οποία παραλήφθηκαν περί τα τέλη Μαΐου
- Είναι γι' αυτό το λόγο που ο Έφορος Εταιρειών ενημερώθηκε για τις αλλαγές την 18/06/
- Ως εκ τούτου, καταλήγει ο εκκαθαριστής, αδυνατεί να αντιληφθεί πώς η αλλαγή ονομαστικών αξιωματούχων έγινε με δόλιο σκοπό και συσχετίζεται ή επηρεάζει την εξόφληση του χρέους προς την αιτήτρια. Εν πρώτοις σημειώνεται ότι οι τελευταίοι ισχυρισμοί σε σχέση με το χρόνο έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την αιτήτρια και συνεπώς εκλαμβάνονται ως αποδεκτοί. Από την άλλη, πλέον σημαντικό είναι ότι τα τεκμήρια 1 έως 7 δικαιολογούν τα λεγόμενα του εκκαθαριστή, δηλαδή ότι η ουσιαστική αλλαγή στη δομή της εταιρείας διενεργήθηκε την 19/02/
- Αυτή άλλωστε είναι και η ημερομηνία που δηλώθηκε στο επίσημο έντυπο του Εφόρου Εταιρειών, δηλαδή το τεκμήριο 7 στην ένσταση. Εν τούτοις η επίσημη αλλαγή των αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή η καταχώριση των εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών, καθυστέρησε λόγω των εγγράφων που αναμένοντο και τα οποία παραλήφθηκαν περί τα τέλη Μαΐου
- Συνεπώς επ' αυτού δέχομαι τη θέση του εκκαθαριστή ότι η αλλαγή στη δομή της εταιρείας δεν έγινε λίγες ημέρες πριν την εξόφληση του δανείου της αιτήτριας, αλλά από την 19/02/2019, ημερομηνία που δηλώθηκε και στο έντυπο του Εφόρου Εταιρειών, τεκμήριο 7 στην ένσταση. Ο Ιακωβίδης προσθέτει ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον διευθυντή της αιτήτριας την 18/07/2019 ο τελευταίος του ανέφερε ότι η αιτήτρια δεν έλαβε ειδοποίηση να παραστεί στην προαναφερθείσα συνέλευση πιστωτών που ορίστηκε για την 30/07/
- Ο Ιακωβίδης του ανέφερε όμως ότι η δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική ειδοποίηση και συνεπώς η αιτήτρια όφειλε να παραστεί στη συνέλευση. Ισχυρίζεται όμως ο Ιακωβίδης ότι μέχρι και την ημερομηνία της συνέλευσης η αιτήτρια δεν έλαβε ειδοποίηση για την εν λόγω συνέλευση. Οι πάρα πάνω αιτιάσεις του Ιακωβίδη δεν παρέμειναν αδιαπραγμάτευτες από τον εκκαθαριστή. Αντίθετη είναι η θέση τούτου, που υποστήριξε ότι οι σχετικές αιτιάσεις είναι ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Επί του προκειμένου ισχυρίστηκε ότι την 16/07/2019 απεστάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο σχετικές ειδοποιήσεις προς όλους τους πιστωτές, ως αυτοί εμφαίνονταν στον ισολογισμό που οι ελεγκτές της εταιρείας απέστειλαν στο νέο διευθυντή της, δηλαδή τον πατέρα του. Εξήγησε ο εκκαθαριστής ότι ο ισολογισμός των ελεγκτών είναι το τεκμήριο 9 στην ένσταση, ενώ οι συστημένες επιστολές είναι τα τεκμήρια 10
(1)έως
(8). Πίσω από κάθε επιστολή, ανέφερε, επισυνάπτοντο και τρία παραρτήματα (αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 10), δηλαδή τύπος ειδικού και γενικού πληρεξουσίου (proxy) και έντυπο επαλήθευσης χρέους. Το τεκμήριο 10
(1)στην ένσταση είναι αυτό που φαίνεται να αφορά την αιτήτρια, ενώ το τεκμήριο 11 στην ένσταση αποτελεί απόδειξη ταχυδρομείου για συστημένη αλληλογραφία προς την αιτήτρια. Τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν από τον εκκαθαριστή, ειδικά το τεκμήριο 10
(1)στην ένσταση, καθώς και η απόδειξη του ταχυδρομείου που θέλει την επιστολή να στάληκε στην αιτήτρια συστημένη (τεκμήριο 11 στην ένσταση), ομιλούν αφ' εαυτών και δεν αφήνουν περιθώριο άλλης διαπίστωσης πλην του ότι η αιτήτρια ειδοποιήθηκε για τη συνέλευση με επιστολή που ειδικά της στάληκε από την εταιρεία, δηλαδή το τεκμήριο 10
(1)στην ένσταση. Απόδειξη του ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε συστημένη, είναι το τεκμήριο 11 στην ένσταση. Συνεπώς, παρά τις αιτιάσεις του Ιακωβίδη, καταλήγω ότι η αιτήτρια ενημερώθηκε για τη συνέλευση μέσω συστημένης επιστολής που της απέστειλε η εταιρεία, δηλαδή τα τεκμήρια 10
(1)και 11. Εις επίμετρον αναμφισβήτητος παρέμεινε και ο άλλος ισχυρισμός του εκκαθαριστή, δηλαδή ότι πέραν των πάρα πάνω επιστολών η εταιρεία προέβη σε τρεις δημοσιεύσεις στον τύπο. Πέραν της δημοσίευσης στον Φιλελεύθερο, που εν πάση περιπτώσει ο διευθυντής της αιτήτριας δέχεται ότι κατά αυτό τον τρόπο πληροφορήθηκε τη σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών, ανάλογη επιστολή δημοσιεύτηκε και στην Επίσημη Εφημερίδα και απόδειξη τούτου είναι το τεκμήριο 14 στην ένσταση. Περιπλέον δημοσιεύτηκε σε άλλη μια εφημερίδα στον ημερήσιο τύπο, αυτή τη φορά στην εφημερίδα Αλήθεια και σχετικό είναι το τεκμήριο 13 στην ένσταση. Οι εν λόγω δημοσιεύσεις, επιβεβαιωμένες από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν και αναμφισβήτητες από την αιτήτρια, αποδεικνύουν τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης, γεγονός που καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Γεγονός αποτελεί ότι αυθημερόν (18/07/2019) η αιτήτρια εξουσιοδότησε λειτουργό του γραφείου του Ιακωβίδη, συγκεκριμένα τον XXXXX Κοφτερό, να συμπληρώσει και να υποβάλει επαλήθευση χρέους εκ μέρους της αιτήτριας. Αποδεικτικό τούτης της εξουσιοδότησης είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Επίσης κοινό τόπο αποτελεί ότι την 18/07/2019 υποβλήθηκε σχετικό έντυπο επαλήθευσης για 10 δισεκατομμύρια ρωσικά ρούβλια. Μάλιστα αμφότερες οι πλευρές θεωρούν και ορθώς, ότι το έντυπο επαλήθευσης υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της δημοσίευσης που καλούσε σε συνέλευση πιστωτών. Η υποβληθείσα επαλήθευση είναι το τεκμήριο 5 στην αίτηση. Ακόμη κοινό τόπο αποτελεί και το ότι η αιτήτρια εξουσιοδότησε τον Ιακωβίδη και τον XXXXX Κοφτερό όπως παρευρεθούν στη συνέλευση πιστωτών της εταιρείας και υποστηρίξουν την υποψηφιότητα Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Το σχετικό πληρεξούσιο είναι το τεκμήριο 6 στην αίτηση. Αναμφισβήτητο γεγονός είναι επίσης ότι από πλευράς της εταιρείας την 08/07/2019 ο τελευταίος διευθυντής της, δηλαδή ο πατέρας του εκκαθαριστή που διορίστηκε, συγκάλεσε συνέλευση του μοναδικού μετόχου αυτής για τις 30/07/2019 και ώρα 9.30π.μ. Η σχετική ειδοποίηση είναι το τεκμήριο 8 στην ένσταση. Βάσει του περιεχομένου των τεκμηρίων 10
(1)έως
(8)στην ένσταση και των τεκμηρίων 12 έως 14 στην ένσταση, δηλαδή των ειδοποιήσεων που στάληκαν στους πιστωτές ταχυδρομικώς, των δημοσιευμάτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθώς και εκείνων στις δύο ημερήσιες εφημερίδες, τα οποία αφορούν αυτή τη συνέλευση των πιστωτών που επίκειτο να λάβει χώραν την 30/07/2019, διαπιστώνεται ότι η εταιρεία πληροφόρησε παν ενδιαφερόμενο ότι η συνέλευση θα διεξαγόταν την 30/07/2019 και ώρα 10.00π.μ. σε διεύθυνση που εκεί αναφέρετο και ότι σκοπός της συνέλευσης ήταν· «Όσοι πιστωτές επιθυμούν να ψηφίσουν για διορισμό εκκαθαριστή, εποπτικής επιτροπής καθώς και για οποιοδήποτε άλλο θέμα που πιθανόν να προκύψει στη συνέλευση, μπορούν να το πράξουν είτε προσωπικά είτε διά πληρεξουσίου». Οι ενδιαφερόμενοι πληροφορούντο ακόμη ότι η εγκυρότητα τυχόν πληρεξουσίων υπόκειτο στον όρο προσκόμισης τούτων στη διεύθυνση που θα ελάμβανε χώραν η συνέλευση, «όχι αργότερα από τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης της συνελεύσεως» και περιπλέον ότι· «συνοδεύονται από επαληθεύσεις χρέους». Αυτή θεωρώ ότι ήταν η πληροφόρηση που έτυχαν οι ενδιαφερόμενοι από την εταιρεία. Δέχεται η εταιρεία και περιπλέον δεν υπήρξε αμφισβήτηση και ως εκ τούτου μπορεί να εκληφθεί ότι ο ισχυρισμός είναι αποδεκτός, πως το σύνολο των πιστωτών που εν τέλει παρουσιάστηκαν στη συνέλευση, μεταξύ αυτών και οι Ιακωβίδης και Κοφτερός για την αιτήτρια, συμμορφώθηκαν με τους σχετικούς όρους, δηλαδή απέστειλαν εγκαίρως το πληρεξούσιο και την επαλήθευση χρέους. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο εκκαθαριστής αναφέρει στη δήλωσή του, δηλαδή ότι εντός της ταχθείσας προθεσμίας λήφθηκαν σχετικά έγγραφα από την εταιρεία RevelForce Holdings Limited, τεκμήριο 15 στην ένσταση· την αιτήτρια, τεκμήριο 16 στην ένσταση· την εταιρεία Leavenworth Investment Group, τεκμήριο 17 στην ένσταση· την εταιρεία Starfoxx International Limited, τεκμήριο 18 στην ένσταση· την εταιρεία Sensaflow Holdings Limited, τεκμήριο 19 στην ένσταση· και την εταιρεία Clover Property Group Ltd, τεκμήριο 20 στην ένσταση. Προσθέτει ότι τα εν λόγω έγγραφα ελέγχθηκαν από τον τότε διευθυντή της εταιρείας, δηλαδή τον πατέρα του, ο οποίος τα μελέτησε και τα αντιπαρέβαλε με τις ελεγμένες καταστάσεις λογαριασμών για το έτος 2016, τις μη ελεγμένες καταστάσεις λογαριασμών για το έτος 2017 και τον ισολογισμό της εταιρείας μέχρι τον Ιούλιο του
- Οι καταστάσεις αυτές ετοιμάστηκαν από τους ελεγκτές της εταιρείας και είναι τα τεκμήρια 22 και
- Όπως ρητά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή, ο διευθυντής της εταιρείας μελέτησε τα έγγραφα που απέστειλαν οι προμνησθείσες εταιρείες, μεταξύ αυτών και η αιτήτρια και τις οικονομικές καταστάσεις και εκ πρώτης όψεως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε σχέση με το σύνολο των πιο πάνω πιστωτών η εταιρεία συνήψε καθ' όλα έγκυρα και νομότυπα χρεωστικά ομόλογα και/ή συμφωνίες. Εν ολίγοις μετά τη μελέτη των σχετικών εγγράφων που παρελήφθησαν από τους πιστωτές, ο διευθυντής της εταιρείας, εν προκειμένω ο πατέρας του εκκαθαριστή, έκρινε ότι όλοι ήτο νόμιμοι πιστωτές της εταιρείας. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι τελικώς την 30/07/2019 και ώρα 9.30π.μ. έλαβε χώρα η συνέλευση του μοναδικού μετόχου της εταιρείας και εκεί αποφασίστηκε η εκούσια εκκαθάριση τούτης επί τω ότι οι υποχρεώσεις της δεν της επέτρεπαν να συνεχίσει τις εργασίες της. Το ψήφισμα τούτης της γενικής συνέλευσης της εταιρείας είναι το τεκμήριο 39 στην ένσταση. Ωσαύτως γεγονός αποτελεί ότι την 30/07/2019 και ώρα 10.00π.μ. έλαβε χώρα και η συνέλευση των πιστωτών της εταιρείας. Οι δύο πλευρές ομονοούν ότι στη συνέλευση παρόντες ήταν ο XXXXX Κορέλλης, δηλαδή ο μέχρι εκείνη στιγμή διευθυντής της εταιρείας που ως αναφέρθηκε είναι και πατέρας του εκκαθαριστή. Ο εν λόγω ανέλαβε και χρέη προέδρου της συνέλευσης. Παρών ήταν και ο εκκαθαριστής, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν προτεινόμενος να αναλάβει χρέη εκκαθαριστή και η κα XXXXX Κότσαπα που εκτελούσε χρέη γραμματέα της συνέλευσης. Παρόντες στη συνέλευση ήταν και ο Ιακωβίδης μαζί με τον XXXXX Κοφτερό, ως εκπρόσωποι της αιτήτριας, ενώ ο πρώτος εκ των δύο ήταν επίσης προτεινόμενος ως εκκαθαριστής. Τέλος, παρών στη συνέλευση ήταν και κάποιος XXXXX Kornilov ως εκπρόσωπος κάποιων πιστωτών της εταιρείας. Αναφέρει ο Ιακωβίδης και επ' αυτού δεν έτυχε αμφισβήτησης, ότι πριν την έναρξη της συνέλευσης τους παραδόθηκε έγγραφο στο οποίο αποτυπωνόταν η περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας και συγκεκριμένα αναγράφονταν οι πιστωτές τούτης. Το εν λόγω έγγραφο είναι το τεκμήριο 7 στην αίτηση. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 στην αίτηση αποκαλύπτει ότι ως πιστωτές της εταιρείας παρουσιάστηκαν οι εταιρείες Sensaflow Holdings Limited, Troysands Holdings Limited, Starfoxx International Limited, Leavenworth Investment Group, Otkritie Investments Cyprus Limited, RevelForce Holdings Limited και Clover Property Group Ltd. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν έχει σημασία να παρατεθεί το σύνολο των ποσών που στο τεκμήριο 7 στην αίτηση αναφέρονται ως οφειλόμενα σε ένα έκαστο πιστωτή. Ό,τι όμως έχει σημασία να ειπωθεί είναι πως ο παρευρισκόμενος στη συνέλευση XXXXX Kornilov παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος όλων των πιστωτών πλην της αιτήτριας που εκπροσωπούσαν οι Ιακωβίδης και Κοφτερός, καθώς και της εταιρείας Troysands Holdings Limited που δεν παρευρέθηκε στη συνέλευση. Επίσης, σημασία έχει ότι τα φερόμενα ως οφειλόμενα χρέη της εταιρείας προς τους πιστωτές που εκπροσωπούσε ο Tarlan Kornilov, υπερβαίνουν κατά πολύ το φερόμενο ως οφειλόμενο ποσό προς την αιτήτρια. Υποδεικνύεται ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 7 το χρέος προς την αιτήτρια ανέρχεται σε $199.873.220, ενώ εκείνο της RevelForce Holdings Limited είναι $259.782.
- Οι διάδικοι προτάσσουν διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς σε σχέση με το τι διημείφθη κατά τη συνέλευση και ως εκ τούτου οι θέσεις των ενόρκως δηλούντων παρατίθενται ξεχωριστά. Είναι η θέση του Ιακωβίδη πως κατά τη διάρκεια της συνέλευσης ζήτησε να επιθεωρήσει τα πληρεξούσια όλων των άλλων φερόμενων πιστωτών που ήταν παρόντες στη συνέλευση. Ήλεγξε τούτα και είναι η θέση του πως είναι άκυρα καθ' ότι έπρεπε να συμπληρωθούν χειρόγραφα και όχι ηλεκτρονικά. Έθεσε το θέμα στον πρόεδρο της συνέλευσης και απαίτησε να απορριφθούν, θέση όμως που ο πρόεδρος απέρριψε αναφέροντας ότι τα ήλεγξε και τα θεώρησε δεόντως συμπληρωμένα βάσει της σχετικής νομοθεσίας. Ακολούθως ο Ιακωβίδης ζήτησε να επιθεωρήσει τις επαληθεύσεις χρεών των λοιπών παρόντων πιστωτών και ρώτησε τον πρόεδρο της συνέλευσης κατά πόσο είχε διερευνήσει εάν δύο πιστωτές, εν προκειμένω η RevelForce Holdings Limited και η Starfoxx International Limited, είχαν οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι οι συμφωνίες που επισυνάπτοντο στις σχετικές επαληθεύσεις χρεών των δύο αυτών πιστωτών είναι κατασκευασμένες με σκοπό την εξασφάλιση διορισμού εκκαθαριστή που επιθυμείται από την εταιρεία. Είναι η θέση του Ιακωβίδη ότι και πάλι ο πρόεδρος της συνέλευσης παρουσιάστηκε απρόθυμος να ερευνήσει ή να συζητήσει τα ζητήματα που ηγέρθηκαν από μέρους του ως εκπροσώπου της αιτήτριας και ότι του απάντησε πως για σκοπούς της σύγκλισης της συνέλευσης αποδέχθηκε όλες τις επαληθεύσεις χρεών. Σύμφωνα με τον Ιακωβίδη ο πρόεδρος της συνέλευσης δεν έδειξε καμία πρόθεση να διενεργηθεί οποιοσδήποτε έλεγχος ή έρευνα σε σχέση με τα πιο πάνω και ότι ήταν φανερό πως ως πατέρας του προτεινόμενου και εν τέλει διορισθέντος εκκαθαριστή, ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί οποιαδήποτε επαλήθευση χρέους που θα βοηθούσε τον διορισμό του υιού του από τους πιστωτές της εταιρείας. Προσθέτει ακόμη πως σύμφωνα με τον ίδιο η διαδικασία εκκαθάρισης διεξήχθη βεβιασμένα, χωρίς προηγούμενη διερεύνηση ή προετοιμασία και με μοναδικό σκοπό να μην μπορέσει η αιτήτρια να διεκδικήσει το λαβείν της από το δάνειο που παραχώρησε στην εταιρεία, όταν αντιλήφθηκαν ότι εκκαθαριστής θα διοριζόταν άλλος και όχι άτομο δικής τους επιλογής. Επινόησαν, διατείνεται ο Ιακωβίδης, υποτιθέμενους και κατά φαντασία πιστωτές με απαιτήσεις μεγαλύτερες από αυτή της αιτήτριας, ώστε να παρεμποδίσουν τον διορισμό ανεξάρτητου εκκαθαριστή για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας. Μοναδικός δε σκοπός τους, διατείνεται, είναι να μην μπορέσει η αιτήτρια να διεκδικήσει το λαβείν της. Όταν διαπίστωσε τη συμπαιγνία της εταιρείας με κατασκευασμένους πιστωτές, ανέφερε στο διευθυντή της εταιρείας και πρόεδρο της συνέλευσης ότι θα προωθείτο, εκ μέρους της αιτήτριας, αίτηση στο Δικαστήριο. Είναι ο ισχυρισμός του Ιακωβίδη ότι οι λοιποί πιστωτές που παρευρέθηκαν στη συνέλευση δεν είναι άγνωστοι, όπως ούτε άσχετοι μεταξύ τους. Είναι η θέση του ότι οι δύο αλλοδαπές εταιρείες έχουν την ίδια ακριβώς διεύθυνση, ενώ οι τρεις Κυπριακές εταιρείες έχουν τον ίδιο γραμματέα. Υποστηρίζει ακόμη ότι η εταιρεία RevelForce Holdings Limited έχει την ίδια διευθύντρια με την Sensaflow Holdings Limited, δηλαδή τη XXXXX Φαίδωνος. Από την άλλη, η πιστωτής Clover Property Group Ltd έχει ως διευθύντρια τη XXXXX Σταυρινού που είναι διευθύντρια της εταιρείας που εκτελεί χρέη γραμματέως στις κυπριακές εταιρείες. Προς υποστήριξη τούτων προσκόμισε το τεκμήριο 14 στην αίτηση. Προτού η συνέλευση προχωρήσει στην ημερήσια διάταξη, υποστηρίζει ο Ιακωβίδης, ο Κοφτερός τον ενημέρωσε ότι ο αναφερόμενος XXXXX Kornilov ηχογραφούσε μέσω του κινητού του την όλη διαδικασία και συνομιλία που είχαν, χωρίς προηγουμένως να λάβει τη συγκατάθεση του Ιακωβίδη. Ο τελευταίος προέβη σε δέουσες ενστάσεις και παρατηρήσεις προς τον πρόεδρο της συνέλευσης και εξέφρασε την αγανάκτηση και απαρέσκεια του για όλα τα διαδραματισθέντα, αλλά κυρίως για την παράνομη ηχογράφηση και μη έχοντας άλλη επιλογή αποχώρησαν από τη συνέλευση. Αυθημερόν απέστειλε επιστολή στον εκκαθαριστή και διαμαρτυρήθηκε για την παράνομη ηχογράφηση, ενώ επανέλαβε τις θέσεις του σε σχέση με τα πληρεξούσια. Η επιστολή είναι το τεκμήριο 8 στην αίτηση. Την ίδια ημέρα έλαβε απαντητική επιστολή από τον εκκαθαριστή η οποία απέρριπτε όλες τις θέσεις του και συνταυτιζόταν με τις αποφάσεις του προέδρου της συνέλευσης. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 9 στην αίτηση, ενώ τα πρακτικά της συνέλευσης, τα οποία του κοινοποίησε ο εκκαθαριστής μαζί με την εν λόγω επιστολή, είναι το τεκμήριο 10 στην αίτηση. Ο Ιακωβίδης εκφράζει τη διαφωνία του με το περιεχόμενο των πρακτικών της συνέλευσης (τεκμήριο 10 στην αίτηση) και ειδικά την εκεί αναφορά σε τυχόν ηχογράφηση, η οποία αφήνει να νοηθεί ότι πιθανόν να μην έγινε κάτι τέτοιο. Προσθέτει συναφώς ότι εκεί στη συνέλευση ρώτησε τον XXXXX Kornilov κατά πόσο όντως ηχογραφούσε και ο τελευταίος ξεκάθαρα του απάντησε καταφατικά. Περιπλέον αναφέρει ότι μετά πάροδο 20 λεπτών από την αποχώρησή του από τη συνέλευση επικοινώνησε μαζί του η XXXXX Κότσαπα, σύζυγος του εκκαθαριστή και του απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του Kornilov και τον διαβεβαίωσε ότι η ίδια, ο σύζυγός της και ο πατέρας του, δεν γνώριζαν οτιδήποτε για την ηχογράφηση. Ένεκα των πιο πάνω, την 01/08/2019 απέστειλε επιστολή στον εκκαθαριστή και ζήτησε διόρθωση των πρακτικών της συνέλευσης (βλ. τεκμήριο 11). Ακολούθησε απάντηση του τεκμηρίου 11 από τον εκκαθαριστή με επισυνημμένο ηλεκτρονικό μήνυμα του XXXXX Kornilov που απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί ηχογράφησης (βλ. τεκμήριο 12). Εν τέλει, ο Ιακωβίδης προέβη σε επίσημη καταγγελία στην αστυνομία (βλ. τεκμήριο 13). Ωσαύτως είναι η θέση του Ιακωβίδη ότι αν και η ειδοποίηση στον ημερήσιο τύπο (τεκμήριο 3 στην αίτηση), καθώς και οι αναφορές του προέδρου της συνέλευσης στα πρακτικά τούτης (τεκμήριο 10 στην αίτηση), έκαναν λόγο για διορισμό επιτροπής επιθεώρησης, πέραν του διορισμού εκκαθαριστή, τέτοιο ζήτημα δεν εξετάστηκε. Προφανώς, λέει ο Ιακωβίδης, επειδή η εταιρεία και ο εκκαθαριστής δεν επιθυμούσαν να τους ασκείται οποιοσδήποτε έλεγχος από τρίτο πρόσωπο. Τέλος, παραπέμπει στις διατάξεις του νόμου περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας, Ν.64(Ι)/15και συγκεκριμένα στο άρθρο 16 το οποίο αναφέρει ότι τέτοιος σύμβουλος πρέπει να είναι αντικειμενικός, να μην έχει σύγκρουση συμφερόντων και να μην έχει σημαντικές προσωπικές σχέσεις με υπόθεση αφερεγγυότητας που αναλαμβάνει. Είναι η θέση του ότι το γεγονός πως ο εκκαθαριστής είναι υιός του XXXXX Κορέλλη που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της εταιρείας και πρόεδρος της συνέλευσης πιστωτών, είναι ξεκάθαρο ότι αντίκειται στις σχετικές διατάξεις του νόμου, συνιστά εξόφθαλμη παρανομία και ως εκ τούτου ο εκκαθαριστής όφειλε να μην αποδεχθεί το διορισμό του. Αντίθετη εν προκειμένω είναι η θέση του εκκαθαριστή ο οποίος διατείνεται ότι από την αρχή της συνέλευσης πιστωτών ο Ιακωβίδης ήταν επιθετικός και αρνητικός και φαινόταν ότι σκοπός του ήταν να εμποδίσει τη διεκπεραίωση της συνέλευσης. Όπως αναφέρει, κατά τη συνέλευση ο προεδρεύων και διευθυντής της εταιρείας προσκόμισε στον Ιακωβίδη έκθεση της κατάστασης των υποθέσεων της εταιρείας, δηλαδή αυτό που πιο πάνω αναφέρεται ως τεκμήριο 7 στην αίτηση και ο Ιακωβίδης δέχεται ότι το έλαβε, κατάλογο των πιστωτών που έγιναν αποδεκτοί σύμφωνα με τις υποβληθείσες επαληθεύσεις (βλ. τεκμήριο 21(Α) στην ένσταση), επαληθεύσεις και πληρεξούσια (βλ. τεκμήρια 15 έως 20 στην ένσταση), καθώς και τους ελεγμένους και μη ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας (βλ. τεκμήρια 22 και 23 στην ένσταση). Υποστηρίζει ότι ο διευθυντής απάντησε επαρκώς στις ενστάσεις που πρόβαλε ο Ιακωβίδης, παραπέμποντας κάθε φορά στα οικονομικά και εταιρικά έγγραφα της εταιρείας. Περαιτέρω επέδειξε κάθε καλή πρόθεση να συζητήσει και να αναλύσει τις ενστάσεις του Ιακωβίδη και το έπραξε στο βαθμό που ο τελευταίος του επέτρεψε. Εν τούτοις κάθε φορά που ο διευθυντής απέκρουε ένα επιχείρημα του Ιακωβίδη, ο εν λόγω τον απέκοπτε και συνέχιζε με άλλο σημείο. Όταν τελικώς τέθηκαν και απαντήθηκαν όλα τα θέματα που ήγειρε ο Ιακωβίδης και ο XXXXX Kornilov, τέθηκε προς ψήφιση η έγκριση του διορισμού του. Ο μεν Ιακωβίδης ψήφισε τον εαυτό του, ενώ ο XXXXX Kornilov, τον εκκαθαριστή. Ενόψει του ύψους των χρεών και αριθμού των πιστωτών που εκπροσωπούσε ο XXXXX Kornilov, ο διορισμός του ως εκκαθαριστή επιβεβαιώθηκε και εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των πιστωτών. Αμέσως μετά το ψήφισμα και όχι προτού προχωρήσει η συνέλευση στην ημερήσια διάταξη, όπως ο Ιακωβίδης ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του, τέθηκε το θέμα ηχογράφησης της συνάντησης από τον XXXXX Kornilov χωρίς τη συγκατάθεση του Ιακωβίδη. Δεν είναι σε θέση να θυμηθεί ή να βεβαιώσει τι διημείφθη μεταξύ των Ιακωβίδη, Κοφτερού και XXXXX Kornilov. Μπορεί όμως να βεβαιώσει ότι ο διευθυντής και προεδρεύων της συνέλευσης ζήτησε από τον XXXXX Kornilov να διαγράψει τυχόν ηχογράφηση. Σε εκείνο το σημείο και παρά τις εκκλήσεις τους να παραμείνουν στην συνέλευση, οι κύριοι Ιακωβίδης και Κοφτερός αποχώρησαν. Η συνέλευση έληξε εφόσον δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο να αποφασιστεί ενόψει των πιο πάνω. Οι σχετικές αναφορές επιβεβαιώνονται, σύμφωνα με τον εκκαθαριστή, και στα πρακτικά της συνέλευσης (βλ. τεκμήριο 10 στην αίτηση που είναι ίδιο με το τεκμήριο 40 στην ένσταση) που αποστάληκαν στον Ιακωβίδη και Κοφτερό αργότερα την ίδια ημέρα. Μετά την αποχώρηση των δύο και τη λήξη της συνέλευσης, στην παρουσία του η XXXXX Κότσαπα κάλεσε τηλεφωνικώς τον Ιακωβίδη και του ανέφερε ότι το γραφείο τους δεν είχε καμία ανάμειξη ή γνώση για τυχόν ηχογράφηση που ο Tarlan Kornilov έκανε και αν όντως το έπραξε συμφωνεί ότι είναι απαράδεκτο και παράνομο. Δέχεται ο εκκαθαριστής ότι αυθημερόν έλαβε επιστολή από τον Ιακωβίδη που καταδίκαζε τη συμπεριφορά του XXXXX Kornilov και έθετε θέμα του νομότυπου των επαληθεύσεων και των πληρεξουσίων και πως ανέμενε τουλάχιστον αναβολή της συνέλευσης (η επιστολή είναι το τεκμήριο 41 στην ένσταση). Αυθημερόν του απάντησε (βλ. τεκμήριο 42 στην ένσταση) επαναλαμβάνοντας τη θέση του διευθυντή σε σχέση με τα πληρεξούσια και τις επαληθεύσεις και καταδικάζοντας τυχόν ηχογράφηση, δηλώνοντας όμως ότι δεν υπήρχε λόγος αναβολής της συνέλευσης. Μαζί με την απαντητική επιστολή απέστειλε στον Ιακωβίδη και τα πρακτικά της συνέλευσης (τεκμήριο 40 στην ένσταση). Την 01/08/2019 έλαβε δεύτερη επιστολή από τον Ιακωβίδη που του ζητούσε τη διόρθωση των πρακτικών και συμπερίληψη της παραδοχής του XXXXX Kornilov για την παράνομη ηχογράφηση (η επιστολή είναι το τεκμήριο 43 στην ένσταση). Λόγω της σοβαρότητας του παραπόνου του Ιακωβίδη και της δικής τους αδυναμίας να επιβεβαιώσουν τι διημείφθη μεταξύ των εμπλεκομένων, έκρινε ορθό να απευθυνθεί στον XXXXX Kornilov και να ζητήσει και τη δική του θέση. Ο τελευταίος αρνήθηκε, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ότι παραδέχθηκε πως ηχογραφούσε τη συνάντηση και πρόσθεσε ότι έπαιρνε χειρόγραφες σημειώσεις, θέση την οποία ο εκκαθαριστής κοινοποίησε στον Ιακωβίδη (σχετικά είναι τα τεκμήρια 44 και 45 στην ένσταση). Προσθέτει ο εκκαθαριστής ότι γνωρίζει πως ο Ιακωβίδης προέβη σε επίσημο παράπονο στην αστυνομία, η οποία την 23/08/2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον XXXXX Kornilov, ενώ τόσο ο εκκαθαριστής όσο και η κα Κότσαπα έδωσαν κατάθεση την 06/09/
- Είναι η θέση του εκκαθαριστή πως ενόψει της πορείας που έλαβε το ζήτημα αυτό, θα πρέπει να αφεθεί να αποφασιστεί από την αστυνομία και/ή το Δικαστήριο. Εν πάση όμως περιπτώσει είναι η θέση του ότι δεν μπορεί να επηρεάσει την πορεία της παρούσας διαδικασίας. Είναι η θέση του εκκαθαριστή πως στο στάδιο της συνέλευσης των πιστωτών το μόνο που έπρεπε να αποφασιστεί ήταν το κατά πόσο ο διευθυντής όφειλε να επιτρέψει στους πιστωτές που υπέβαλαν επαληθεύσεις χρεών να ψηφίσουν και να διορίσουν εκκαθαριστή. Το κατά πόσο τα χρέη είναι εύλογα και τεκμηριωμένα, είναι ζήτημα προς συζήτηση στις επόμενες συνελεύσεις των πιστωτών και ενδελεχούς έρευνας από μέρους του στα πλαίσια ενάσκησης του ρόλου του ως εκκαθαριστή. Αυτό δε είναι που σκοπεύει να πράξει και βάσει αυτών των ενεργειών είναι που θα κριθεί η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του, ενώ και η όποια απόφασή του μπορεί να προσβληθεί στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, αλλά και επειδή μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε διαβήματα από τον ίδιο, θεωρεί πως η επίδικη αίτηση είναι πρόωρη και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Προσθέτει δε ότι η αιτήτρια δεν χρησιμοποιεί το ορθό δικονομικό μέσο και/ή δεν έχει το απαραίτητο locus standi να αμφισβητήσει τα χρέη των υπολοίπων πιστωτών και/ή ενδεχόμενη παράβαση των καθηκόντων των τότε διευθυντών. Τέλος, απορρίπτει κατηγορηματικά τη θέση της αιτήτριας ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα έχει ως αποτέλεσμα η αιτήτρια να μην εισπράξει το λαβείν της. Το κατά πόσο θα εισπράξει τούτο ή όχι, τόσο η αιτήτρια όσο και οιοσδήποτε άλλος πιστωτής, έχει να κάνει με την αφερεγγυότητα της εταιρείας ως φαίνεται στο λογαριασμό κερδοζημιών (βλ. τεκμήριο 56 στην ένσταση). Η εκκαθάριση εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πιστωτών, αναφέρει ο εκκαθαριστής, εφόσον θα διεξαχθεί με βάση τη βούληση της πλειοψηφίας των πιστωτών και επειδή καθήκον του εκκαθαριστή είναι να προστατεύσει την περιουσία της εταιρείας προς όφελος όλων των πιστωτών που δικαιούνται να λάβουν από τα περιουσιακά στοιχεία που η εταιρεία κατέχει ή θα ανακτήσει. Δοθέντος ότι οι θέσεις των δύο πλευρών διαφέρουν εν σχέσει με τα διαμειφθέντα στη συνέλευση ημερομηνίας 30/07/2019, είναι αντιληπτό ότι το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει τούτες και να διαπιστώσει το τι πραγματικά συνέβη. Εν τούτοις η προηγηθείσα σύνοψη των θέσεων των διαδίκων αποκαλύπτει ότι μέρος των εκεί αναφερομένων αποτελεί κοινό τόπο. Τα κοινά στοιχεία έχουν να κάνουν με την αλληλογραφία που τα μέρη αντάλλαξαν μετά τη συνέλευση. Τόσο ο Ιακωβίδης όσο και ο εκκαθαριστής δέχονται ότι ο πρώτος απέστειλε το τεκμήριο 8 στην αίτηση (είναι ίδιο με το τεκμήριο 41 στην ένσταση) που ο εκκαθαριστής απάντησε με την επιστολή τεκμήριο 42 στην ένσταση και παράλληλα απέστειλε και τα πρακτικά της συνέλευσης, που είναι τεκμήριο 10 στην αίτηση και τεκμήριο 40 στην ένσταση. Κοινό τόπο αποτελεί και η δεύτερη επιστολή του Ιακωβίδη, αυτή τη φορά ημερομηνίας 01/08/2019, που είναι το τεκμήριο 42 στην ένσταση. Οι δύο πλευρές ομονοούν ότι αυτή η τελευταία επιστολή του Ιακωβίδη (τεκμήριο 11 στην αίτηση και τεκμήριο 43 στην ένσταση), ζητούσε διόρθωση των πρακτικών της συνέλευσης, ώστε να αναφέρεται πως ο XXXXX Kornilov παραδέχθηκε ότι ηχογραφούσε. Γεγονός είναι ότι μετά από αυτή την επιστολή του Ιακωβίδη, ο εκκαθαριστής ζήτησε τη θέση του XXXXX Kornilov, ο οποίος αρνήθηκε ότι ηχογραφούσε τη συνάντηση ή ότι παραδέχθηκε πως ηχογραφούσε. Η σχετική άρνηση διαβιβάστηκε αυτούσια στον Ιακωβίδη από τον εκκαθαριστή και αυτό είναι το τεκμήριο 45 στην ένσταση. Τέλος, γεγονός είναι ότι ο Ιακωβίδης κατήγγειλε το συμβάν στην αστυνομία, η οποία προχώρησε σε σχετικές ενέργειες. Οι δύο πλευρές συμφωνούν όμως και σε επιμέρους ζητήματα που αφορούν αυτή τη συνάντηση ημερομηνίας 30/07/
- Πέραν όσων ο Ιακωβίδης δέχεται, δηλαδή ότι εκεί στη συνάντηση του δόθηκε η κατάσταση των υποθέσεων της εταιρείας (τεκμήριο 7 στην αίτηση και τεκμήριο 24 στην ένσταση), από τα συμφραζόμενα στη δήλωσή του προκύπτει ότι απαίτησε και έλαβε, ώστε να τα ελέγξει, τόσο τον κατάλογο των πιστωτών όσο και τα πληρεξούσια με τις επαληθεύσεις χρεών των λοιπών πιστωτών. Μάλιστα όπως ο ίδιος ο Ιακωβίδης εξιστορεί τα γεγονότα και όπως περαιτέρω εξήγησε ο εκκαθαριστής, συνάγεται ότι αυτή ήταν η χρονική σειρά που ακολουθήθηκε. Δηλαδή πριν οτιδήποτε άλλο ο Ιακωβίδης ζήτησε να ελέγξει τα προμνησθέντα έγγραφα, τα οποία του δόθηκαν και τα ήλεγξε. Παρεμβάλλεται εδώ και το εξής σημαντικό· τα πρακτικά της συνέλευσης στάληκαν στον Ιακωβίδη και την επαύριον της παραλαβής τους ζήτησε διόρθωση μέρους τούτων. Με την επιστολή του, τεκμήριο 11 στην αίτηση, διατείνεται ότι ο Kornilov παραδέχθηκε ότι ηχογραφούσε τη συνέλευση. Απαίτησε συναφώς να διορθωθούν τα πρακτικά και έθεσε το ζήτημα ως εξής· « Ως εκ τούτου, διαφωνώ κάθετα με την τελευταία παράγραφο των πρακτικών, όπου όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά της παραδοχής του κ. Kornilov ότι όντως ηχογραφούσε την συνέλευση, αντ' αυτού, τα πρακτικά έχουν διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν εύλογα ερωτήματα σε θέμα το οποίο εμείς θεωρούμε ότι υπήρξε παραδοχή.» Το πιο πάνω λεκτικό του Ιακωβίδη έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον περιλαμβάνεται στην επιστολή που αιτείται διόρθωση των πρακτικών. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες η εν λόγω επιστολή στάληκε από τον Ιακωβίδη, οδηγούν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι ο Ιακωβίδης ανέγνωσε τα πρακτικά (τεκμήριο 10 στην αίτηση και τεκμήριο 40 στην ένσταση) και η μόνη διαφωνία με τα εκεί αναφερόμενα είναι αυτή που ρητά έθεσε στην επιστολή του ημερομηνίας 01/08/2019 (τεκμήριο 11 στην αίτηση). Σε διαφορετική περίπτωση αν διαφωνούσε και με άλλο μέρος των πρακτικών, η λογική επιτάσσει ότι θα επιχειρηματολογούσε σχετικά στην επιστολή που απέστειλε (τεκμήριο 11 στην αίτηση) και θα απαιτούσε διόρθωση των πρακτικών και δια αυτό το μέρος. Το γεγονός λοιπόν ότι δεν ανέδειξε άλλο ζήτημα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συμφωνεί με τα υπόλοιπα που εκεί αναφέρονται. Η σημασία των πρακτικών της συνέλευσης έγκειται στο ότι αναδεικνύουν μια σιωπή στα λεγόμενα του Ιακωβίδη και συν τω χρόνω διαψεύδουν ουσιώδη ισχυρισμό τούτου. Και εξηγώ· στη σελίδα 4 των πρακτικών της συνέλευσης αναφέρεται ότι· « The Chairman then requested that the creditors vote for either Mr. XXXXX Iacovides or Mr. XXXXX Korellis to be appointed as the liquidator of the Company. With majority of votes in kind and in number through proxies, Mr. XXXXX Korellis was elected as the Company's liquidator.» Εν ολίγοις μετά τις ενστάσεις που τέθηκαν και απαντήθηκαν, η συνέλευση των πιστωτών προχώρησε στο επόμενο στάδιο, δηλαδή αυτό της ψηφοφορίας, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν η εκλογή του XXXXX Κορέλλη ως εκκαθαριστή. Εν τούτοις η μαρτυρία του Ιακωβίδη τηρεί σιγήν ιχθύος για τη διεξαγωγή ψηφοφορίας, το ότι έλαβε μέρος σε αυτήν, ότι ψηφίστηκε από τον Κοφτερό και εν τέλει ότι δεν εκλέγηκε για το λόγο που πιο πάνω αναφέρεται. Αντ' αυτού, ο Ιακωβίδης ισχυρίστηκε ότι· «Κατά την διάρκεια των ερωτήσεων και προτού η συνέλευση προχωρήσει στη ημερήσια διάταξη (διορισμό εκκαθαριστή, αμοιβή εκκαθαριστή και διορισμό επιτροπής ελέγχου), ο XXXXX Κοφτερός με ενημέρωσε ότι ο κος XXXXX Kornilov ηχογραφούσε με το κινητό του, την όλη διαδικασία και συνομιλία μου, χωρίς προηγουμένως να λάβει την συγκατάθεση μου για να ηχογραφήσει την προφορική μου επικοινωνία. Μετά τις δέουσες ενστάσεις και παρατηρήσεις που έκανα προς τον πρόεδρο της συνέλευσης, εκφράζοντας την αγανάκτηση και απαρέσκεια μου για τα όσα διαδραματίστηκαν αλλά κυρίως την παράνομη ηχογράφηση μου, θεώρησα ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να αποχωρήσουμε από τη συνέλευση πράγμα που πράξαμε» (παράγραφος 24 από δήλωση Ιακωβίδη στην αίτηση). Εν τούτοις δεν είναι αυτό που αναφέρεται στα πρακτικά της συνέλευσης. Στην τελευταία σελίδα των πρακτικών της συνέλευσης αναφέρεται ότι· « Following the voting, Mr. XXXXX Iacovides asked Mr. XXXXX Kornilov whether he was recording the meeting via his mobile phone. Mr. XXXXX Iacovides then said that this is illegal. The Chairman immediately requested Mr. XXXXX Kornilov to delete the recording made, if indeed he was making one, and asked Mr. XXXXX Iacovides to clam down so he can conclude the meeting. Mr. XXXXX Iacovides said that he can no longer stay at the meeting and together with Mr. XXXXX Kofteros left the meeting.» Σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του Ιακωβίδη δεν είναι μόνο τα πρακτικά της συνέλευσης εκείνα που τον διαψεύδουν. Ο εκκαθαριστής σχολίασε τον ισχυρισμό για το χρονικό σημείο της συνέλευσης που ηγέρθη το ζήτημα της ηχογράφησης από τον XXXXX Kornilov και ρητά ανέφερε ότι «Ακριβώς μετά το εν λόγω ψήφισμα, τέθηκε το θέμα της ηχογράφησης της συνάντησης από τον κ. Kornilov, άνευ της συγκατάθεσης του κ. Ιακωβίδη. Ο κ. Ιακωβίδης ισχυρίζεται στην παράγραφο 24 της ενόρκου δηλώσεως του για πρώτη φορά ότι το θέμα αυτό εγέρθηκε προτού προχωρήσει η συνέλευση στην ημερήσια διάταξη. Αυτό δεν ευσταθεί αλλά ούτε και τέθηκε από τον κ. Ιακωβίδη στην επιστολή του ημερομηνίας 1/8/19 - Τεκμήριο 11 στην ένορκο δήλωση του - με την οποία ζητούσε διόρθωση των πρακτικών» (παράγραφος 21 στη δήλωση του εκκαθαριστή). Ο εν λόγω ισχυρισμός του εκκαθαριστή δεν αμφισβητήθηκε, φερ' ειπείν δια αντεξετάσεως, αλλά ούτε και απαντήθηκε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου δικαιούται το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι αυτή η θέση του εκκαθαριστή δεν αμφισβητείται. Υπό το φως τόσο του περιεχομένου των πρακτικών της συνέλευσης όσο και του αναμφισβήτητου και αναντίλεκτου ισχυρισμού του εκκαθαριστή, ο οποίος συνάδει με ό,τι αναφέρεται στα αναμφισβήτητα πρακτικά της συνέλευσης των πιστωτών, καταλήγω ότι η συνέλευση έλαβε την πορεία που φαίνεται στα πρακτικά που τηρούντο (τεκμήριο 10 στην αίτηση). Εν ολίγοις, μετά που ο προεδρεύων της συνέλευσης παρουσίασε τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία ηλέγχθησαν από τον Ιακωβίδη που τα ζήτησε, άκουσε και αποφάσισε τις ενστάσεις τόσο του Ιακωβίδη όσο και του XXXXX Kornilov. Ακολούθησε η ψηφοφορία και με την ολοκλήρωση τούτης, δηλαδή αφότου επικυρώθηκε ο διορισμός του XXXXX Κορέλλη ως εκκαθαριστή, τότε ήταν που ηγέρθη θέμα ηχογράφησης της συνέλευσης από τον XXXXX Kornilov. Εν τέλει οι Ιακωβίδης και Κοφτερός εγκατέλειψαν τη συνέλευση. Από τα συμφραζόμενα του Ιακωβίδη στη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνει κανείς ότι δεν έχει ιδίαν γνώση για το κατά πόσο ο XXXXX Kornilov ηχογραφούσε τη συνέλευση. Ο σχετικός ισχυρισμός πηγάζει από πληροφόρηση που έλαβε από τον Κοφτερό, χωρίς όμως να δίδονται περαιτέρω λεπτομέρειες, δηλαδή τι ο Κοφτερός αντιλήφθηκε και κάτω υπό ποιες περιστάσεις. Από την άλλη και ο εκκαθαριστής παρουσιάζεται να μην έχει γνώση κατά πόσο έγινε κάτι τέτοιο, αν και δέχεται, όπως άλλωστε αναφέρεται και στα πρακτικά της συνέλευσης, ότι ο προεδρεύων τη συνέλευση κάλεσε τον XXXXX Kornilov να διαγράψει τυχόν ηχογράφηση. Περιπλέον, κοινό τόπο συνιστά και το ότι λίγο μετά που οι Ιακωβίδης και Κοφτερός αποχώρησαν, ο πρώτος δέχθηκε τηλεφώνημα από την XXXXX Κότσαπα, η οποία του μίλησε για το συμβάν. Το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο δεν συμπίπτει πλήρως. Ο μεν Ιακωβίδης θέλει την Κότσαπα να του απολογείται για τη συμπεριφορά του Kornilov (θεωρεί ότι από τη συζήτηση αυτή η συμπεριφορά του Kornilov εκλήφθηκε ως μεμπτή) και να τον διαβεβαιώνει περαιτέρω ότι η ίδια, ο σύζυγός της (δηλαδή ο εκκαθαριστής) και ο πατέρας του (δηλαδή ο προεδρεύων της συνέλευσης), δεν γνώριζαν για την ηχογράφηση. Από την άλλη η θέση του εκκαθαριστή, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτήκοος μάρτυρας του τηλεφωνήματος, είναι πως η Κότσαπα ανέφερε στον Ιακωβίδη ότι· «.το γραφείο μας δεν είχε καμία ανάμειξη ή γνώση για τυχόν ηχογράφηση που ο κ. Kornilov έκανε και εάν όντως το έπραξε συμφωνεί ότι είναι απαράδεκτο και παράνομο». Η πιο πάνω θέση του εκκαθαριστή δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εν όψει τούτου δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως δεδομένη και να καταστεί εύρημα του Δικαστηρίου. Δέχομαι λοιπόν ότι στον Ιακωβίδη η Κότσαπα ανέφερε όσα ο εκκαθαριστής μετέφερε στο Δικαστήριο. Παρά ταύτα, η μαρτυρία του Ιακωβίδη θέλει τον XXXXX Kornilov να του παραδέχεται ότι ηχογραφούσε τη συνομιλία. Αυτό τον ισχυρισμό η μαρτυρία του εκκαθαριστή δεν τον απαντά ευθέως. Δεν παραγνωρίζω το περιεχόμενο του τεκμηρίου 45 στην ένσταση, δηλαδή το ηλεκτρονικό μήνυμα του Kornilov προς τον εκκαθαριστή, όπου ρητά αρνείται τόσο την ηχογράφηση όσο και την παραδοχή τούτης στον Ιακωβίδη. Εν τούτοις το μήνυμα αυτό (τεκμήριο 45 στην ένσταση) δεν είναι παρά εξ ακοής μαρτυρία και δεν δόθηκε εξήγηση γιατί δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση του ενδιαφερομένου, δηλαδή του Kornilov. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι και η πλευρά της αιτήτριας δεν αιτήθηκε αντεξέταση του προσώπου που προέβη στην εξ ακοής μαρτυρία. Εν τούτοις δεδομένη είναι η πρωτογενής μαρτυρία του Ιακωβίδη ότι ο Kornilov του παραδέχτηκε την ηχογράφηση, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αδιάψευστη από τον εκκαθαριστή, δοθέντος ότι ο τελευταίος απλώς εξέφρασε άγνοια του τι διημείφθη μεταξύ των δύο και όχι ότι δεν έγινε αυτό που ο Ιακωβίδης ισχυρίζεται. Έχοντας λοιπόν ως βάση ότι αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του Ιακωβίδη δεν πλήττεται αλλά ούτε και απαντάται από οιανδήποτε άλλη μαρτυρία, πλην της εξ ακοής δήλωσης του Kornilov στην οποία δεν αποδίδεται βαρύτητα, δέχομαι ότι απηχεί τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή πως εκεί στη συνέλευση ο Kornilov του παραδέχτηκε ότι ηχογραφούσε τη συζήτηση. Επαναλαμβάνεται όμως ότι αυτή η παραδοχή δεν έφτασε στα αυτιά των υπολοίπων, εξού και δεν καταγράφηκε στα πρακτικά της συνέλευσης. Ό,τι καταγράφηκε εκεί, είναι το θέμα που ηγέρθη και πως ο προεδρεύων τη συνέλευση κάλεσε τον Kornilov να διαγράψει τυχόν ηχογράφηση. Με δεδομένο το πραγματικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω τη νομική διάσταση του αιτήματος. Σημειώνεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια υπόψη μου είχα και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι εκεί αναφέρεται, όχι από έλλειψη σεβασμού στο έργο τους, που ας σημειωθεί εν παρόδω ότι ήταν άκρως βοηθητικό, αλλά επειδή πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο, διενεργείται σχετική αναφορά. Βασική θέση των καθ' ων η αίτηση είναι πως η αιτήτρια δεν έχει locus standi, καθ' ότι δεν είναι πιστωτής της εταιρείας και αυτό γιατί η απαίτησή της αμφισβητείται. Κατά συνέπεια η λογική επιτάσσει ότι πρώτη πρέπει να αποφασιστεί αυτή η θέση της εταιρείας και του εκκαθαριστή. Επί του προκειμένου και οι δύο πλευρές παραπέμπουν σε εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία G.I.P Constructions Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 315, 320, δηλαδή ότι· « Έχουμε την άποψη ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στον όρο "πιστωτής", μέσα στα πλαίσια του άρθρου 243
(1)του Νόμου, ότι δηλαδή είναι ταυτόσημος με τον ίδια όρο όπως απαντάται στο άρθρο 213
(1), είναι ορθή. Όπως εύστοχα παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα ήταν παράλογο κάποιος που δεν μπορεί να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας ως πιστωτής βάσει του άρθρου 213
(1), να μπορεί να ζητήσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της εκκαθάρισης ως πιστωτής βάσει του άρθρου 243
(1).» Ο λόγος της πιο πάνω απόφασης είναι ξεκάθαρος και βεβαίως δεσμευτικός. Είμαι όμως της γνώμης ότι για τους λόγους που ακολουθούν δεν ερμηνεύεται ορθά από την εταιρεία. Ας λεχθεί εξ αρχής ότι η προώθηση αιτήματος εκκαθάρισης δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο εξ αποφάσεως πιστωτή. Στον Buckley On The Companies Act, 13η έκδοση, στις σελίδες 451 και 452, κάτω από τον τίτλο Disputed debt, αναφέρεται ότι· « The fact that the company has obtained unconditional leave under R.S.C. Order 14 to defend an action for debt does not preclude the Court, when considering a petition for winding up the company founded on the debt, from finding on the evidence that the debt was owing and that the company could not pay its debts (h).» .................. « There may, however, be circumstances where a winding up order will be made, even though the petition is presented by a creditor whose debt is disputed. Thus orders were made for winding up two Russian Banks which had branches in England, for otherwise the creditor would have had no remedy (l).» Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι κάθε πιστωτής εταιρείας δύναται, στην κατάλληλη περίπτωση, να υποβάλει αίτημα εκκαθάρισης. Η ειδοποιός διαφορά όμως ενός εξ αποφάσεως πιστωτή με οιονδήποτε άλλο, φερ' ειπείν κάτοχο ομολόγου, είναι πως στην τελευταία περίπτωση αν η εταιρεία βάσιμα αμφισβητήσει την ισχυριζόμενη οφειλή, η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση που η εταιρεία λέει αμφισβητώ το χρέος, η θέση της λαμβάνεται ως δεδομένη (βλ. Χατζηγιάννης ν. C&J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1B A.A.Δ. 991, 999). Και στη δοσμένη περίπτωση όσα ακολουθούν φανερώνουν ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η εταιρεία δέχθηκε και κατέστησε την αιτήτρια πιστωτή της. Προστίθεται περαιτέρω ότι η σχετική ένσταση της εταιρείας προσκρούει στην αρχή «quod approbo non reprobo». Και εξηγώ· είναι κατά το δοκούν που η εταιρεία και ο εκκαθαριστής επικαλούνται ότι η αιτήτρια δεν είναι πιστωτής. Στη δήλωση του ο εκκαθαριστής προβαίνει σε κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το πώς προέκυψε το χρέος της εταιρείας προς την αιτήτρια και καταλήγει ότι· «
- Τα πιο πάνω τα αναφέρω στο παρόν στάδιο, αποκλειστικά για να δείξω ότι η αιτήτρια και ο κ. Μαϊμώνης δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια σε σχέση με το χρέος της αιτήτριας αλλά αντιθέτως το αντιμετωπίζουν ως ένα απλό δάνειο για το οποίο απλά αποφάσισαν να δώσουν πίστωση χρόνου αποπληρωμής, χωρίς όμως να ενημερώσουν τους οφειλέτες. . ..................
- Από συμβουλή που λαμβάνω από τη κ. XXXXX Τριανταφυλλίδη το κατά πόσο τα χρέη είναι εύλογα και τεκμηριωμένα είναι θέμα προς συζήτηση στις επόμενες συνελεύσεις πιστωτών και μετέπειτα ενδελεχούς έρευνας από μέρους μου στα πλαίσια ενάσκησης του ρόλου μου ως εκκαθαριστής, πράγμα το οποίο σκοπεύω να πράξω. Ανάλογα με τις ενέργειες μου τότε, μπορεί να κριθεί η ανεξαρτησία, η αμεροληψία και οι πράξεις μου, εφόσον κάθε απόφαση μου κατά την πορεία της εκκαθάρισης μπορεί να προσβληθεί στο Δικαστήριο από την αιτήτρια η οποία διατηρεί καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκούσιας εκκαθάρισης το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα προκύψει..» Τα πιο πάνω θέλουν τον εκκαθαριστή να μην είναι απόλυτος αλλά ούτε και βέβαιος για την απόρριψη ή αποδοχή του επίδικου χρέους, το οποίο μάλιστα σκοπεύει να ερευνήσει ενδελεχώς. Με αυτό ως δεδομένο δεν μπορεί να γίνεται λόγος, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, ότι το χρέος αμφισβητείται. Κάτι τέτοιο δεν ειπώθηκε ξεκάθαρα από τον εκκαθαριστή, ενώ ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο να αποδεχτεί τούτο αν η έρευνα του καταδείξει ότι αυτό πρέπει να πράξει. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η επίδικη διαδικασία ανεφύη ως απότοκο του διορισμού του εκκαθαριστή στη γενική συνέλευση των πιστωτών. Στη συνέλευση αυτή κλήθηκε και παρευρέθηκε και η αιτήτρια και μάλιστα όπως ο εκκαθαριστής ανέφερε στη δήλωσή του· «
- Από μελέτη των οικονομικών καταστάσεων και εταιρικών εγγράφων που ο διευθυντής της καθ'ής η αίτηση 1 παρέλαβε από τους προηγούμενους διευθυντές και ελεγκτές της καθ'ής η αίτηση 1 εταιρείας όπως επίσης και από τις υποβληθείσες επαληθεύσεις χρέους που υπέβαλαν οι πιστωτές προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι κατά την περίοδο 2017 - 2018 η καθ' ης η αίτηση 1 σύναψε, καθόλα έγκυρα και νομότυπα, τις ακόλουθες συμφωνίες και/ή χρεωστικά ομόλογα.. (β) Συμφωνία δανείου ημερ. 28/06/2017 με αρ.XXXXX0617 με την αιτήτρια με βάση την οποία η αιτήτρια δάνεισε στην καθ' ης η αίτηση 1 το ποσό των 10 δισεκατομμυρίων Ρωσικών Ρουβλιών. Επισυνάπτω τη συμφωνία ημερ. 28/06/2017 ως Τεκμήριο 27.» Βάσει όλων των ανωτέρω είναι να διερωτάται κανείς· προς τι η έσχατη αμφιταλάντευση των καθ' ων η αίτηση και πού οφείλεται. Εδώ ο διευθυντής της εταιρείας και προεδρεύων της συνέλευσης των πιστωτών αποδέχθηκε την αιτήτρια ως πιστωτή. Ο δε εκκαθαριστής δήλωσε ότι το χρέος της εταιρείας προς την αιτήτρια κρίθηκε εκ πρώτης όψεως νόμιμο, παρ' ότι πρόθεσή του είναι, και ορθώς ως θα φανεί πιο κάτω, να διερευνήσει ό,τι σχετικό τούτου. Αυτή άλλωστε είναι και η υποχρέωση του εκκαθαριστή, δηλαδή η επιβεβαίωση της ορθότητας των επαληθεύσεων. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που ενωρίτερα υποδείχθηκε ότι η θέση των δύο, εταιρείας και εκκαθαριστή, αναδεικνύεται αντιφατική για το πως εκτιμούν το χρέος της αιτήτριας. Αποκρυστάλλωση του πράγματος παραπέμπει στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς του 1933-1938, οι οποίοι πραγματεύονται το ζήτημα. Ο κανονισμός 56, που ας σημειωθεί ότι αντιστοιχεί στον αγγλικό κανονισμό 143, αναφέρει ότι· « Ο πρόεδρος θα έχει εξουσία να αποδέχεται ή να απορρίπτει μια επαλήθευση για σκοπούς ψηφοφορίας αλλά η απόφαση του θα υπόκειται σε έφεση στο Δικαστήριο. Αν ευρίσκεται σε αμφιβολία κατά πόσο μια επαλήθευση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή ή όχι θα πρέπει να την σημειώνει σαν "υπό ένσταση" και θα επιτρέπει στον πιστωτή να ψηφίζει υπό τον όρο ότι η ψήφος δυνατόν να κηρυχθεί άκυρη στη περίπτωση που η ένσταση γίνει αποδεκτή.» Στην προκείμενη περίπτωση τίποτα από τα πιο πάνω δεν έγινε. Η αιτήτρια αφέθηκε να ψηφίσει άνευ όρων. Μάλιστα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου (προκύπτει από τη μαρτυρία του εκκαθαριστή), ότι η αιτήτρια ειδοποιήθηκε από την εταιρεία να παραστεί στη συνέλευση των πιστωτών, όπως και έπραξε. Ακολούθως ο προεδρεύων εξέλαβε τούτη ως πιστωτή, δοθέντος, μεταξύ άλλων, ότι το όνομα της και το επίδικο δάνειο εμφαινόταν στους ισολογισμούς της εταιρείας (τεκμήρια 21(α) και (β) στην ένσταση) και επειδή ικανοποιήθηκε από τα όσα η αιτήτρια απέστειλε. Ας σημειωθεί εδώ ότι στον Buckley, πιο πάνω, στη σελίδα 342, αναφέρεται ότι· « Statements in balance sheets, sent to the shareholders and filed, of the amount of the company's indebtedness on debentures or to cash creditors may be a sufficient acknowledgment of indebtedness to prevent the statutes of limitation running against the creditors.». Υπό το φως όλων των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η εταιρεία είναι εκείνη που πρώτη υπέδειξε και κατονόμασε την αιτήτρια ως πιστωτή, εφόσον κατά αυτό τον τρόπο παρουσιαζόταν στα βιβλία και τους λογαριασμούς της, στη συνέχεια ακολούθησε τη διαδικασία που ακολουθείται για πιστωτές, δηλαδή την κάλεσε στη συνέλευση των πιστωτών και εν τέλει εκεί στη συνέλευση τη δέχθηκε να ψηφίσει χωρίς επιφύλαξη. Ο δε εκκαθαριστής ρητά ανέφερε ότι εκ πρώτης όψεως η αιτήτρια, όπως και οι λοιποί παριστάμενοι στη συνέλευση, κρίθηκαν πιστωτές. Το σύνολο των στοιχείων αυτών δεν επιτρέπει σήμερα αντιμετώπιση άλλη, πλην αναγνωρίσεως ότι η αιτήτρια είναι πιστωτής της εταιρείας. Ως εκ τούτου για σκοπούς αυτής της διαδικασίας και μόνο, η αιτήτρια θεωρείται πιστωτής. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση επιβάλλεται, χάριν ευκρίνειας, να υπομνησθεί ότι η κατάληξη πως η αιτήτρια είναι πιστωτής της εταιρείας αφορά την επίδικη και μόνο διαδικασία. Τι εννοώ; Όπως έχει υποδειχθεί ο κ.56 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών, επιτρέπει στον προεδρεύοντα τη συνέλευση των πιστωτών να αποδεχθεί επαλήθευση για σκοπούς ψηφοφορίας, έστω και αν σημειώσει σε τούτη την επαλήθευση το χαρακτηρισμό «υπό ένσταση». Δεν είναι άνευ σημασίας ότι αυτή η πρόνοια του κ.56 αφορά τον προεδρεύοντα της συνέλευσης. Η σημασία έγκειται στο ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχει διοριστεί πρόσωπο ως εκκαθαριστής. Μετά την ψηφοφορία η σχετική εξουσία περιέρχεται στον εκκαθαριστή και περί αυτού επιβεβαίωση αποτελούν οι διατάξεις του κ.
- Αναφέρεται εκεί ότι· « Ο Εκκαθαριστής πρέπει, εντός τεσσάρων ημερών μετά που θα λάβει ειδοποίηση από ένα πιστωτή για τη πρόθεση του να αποταθεί εναντίον της απόφασης για απόρριψη μιας επαλήθευσης, να καταχωρίσει την τοιαύτη επαλήθευση στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου με μια σημείωση για την μη αποδοχή της. Μετά που θα ακουστεί η αίτηση από το Δικαστήριο, η επαλήθευση, εκτός αν απορριφθεί παντελώς, θα πρέπει να επιστραφεί στον Εκκαθαριστή.» Ανάλογος εν προκειμένω είναι και ο αγγλικός κ.
- Ο Buckley σχολιάζει τούτον και στη σελίδα 1057 αναφέρει ότι· « An application under this rule is the proper course for a creditor who is dissatisfied with the liquidator's adjudication on his proof. If he brings an action on his claim, it will be stayed under s.226 (n). Presumably, also, when a compulsory order has been made, the Court would not grant him leave under s. 231.» Διαπιστώνεται συνεπώς ότι το κατά πόσο πρόσωπο θα κριθεί πιστωτής μιας εταιρείας που βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης, δεν εξαρτάται από τον προεδρεύοντα τη συνέλευση των πιστωτών να το αποφασίσει τελεσίδικα, αλλά τον εκκαθαριστή που αναλαμβάνει. Άλλωστε ο εκκαθαριστής είναι που φέρει και ευθύνη βάσει του νόμου (βλ. άρθρο 283 και 286, Κεφ.113). Ο δε πιστωτής διατηρεί δικαίωμα να αμφισβητήσει τούτη την απόφαση στο Δικαστήριο. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που ενωρίτερα αναφέρθηκε ότι ο χαρακτηρισμός της αιτήτριας ως πιστωτή της εταιρείας, καθάπτεται αυτής αποκλειστικά της διαδικασίας και εξαντλείται στις ενέργειες του προεδρεύοντα της συνέλευσης και όχι στις επικείμενες ενέργειες του εκκαθαριστή. Σε τούτο το στάδιο και με την επίδικη αίτηση δεν εξετάζεται το τι ο εκκαθαριστής θα πράξει με την επαλήθευση της αιτήτριας, αλλά λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η εταιρεία θεώρησε την αιτήτρια ως πιστωτή. Ευρισκόμενος σε αυτή την ενότητα και δη στο ζήτημα ποιος μπορεί να εκληφθεί πιστωτής μιας εταιρείας, υποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει και ο κ.
- Αναφέρει τούτος ότι· « Το Δικαστήριο δύναται επίσης να διαγράψει ή να μειώσει μια επαλήθευση κατόπιν αιτήσεως του Επίσημου Παραλήπτη ή ενός πιστωτού ή ενός συνεισφορέα αν ο Εκκαθαριστής αρνείται να επεμβεί σχετικά.» Αντίστοιχος είναι και ο αγγλικός κ.110, βάσει του οποίου ο Buckley σχολιάζει ότι· «A creditor may apply in respect of another creditor's proof (βλ. σελίδα 1058)». Παραπέμπει δε στην υπόθεση Re Stenson, Ex parte Merriman
(1883)25 Ch. D. 144, στην οποία αναφέρεται ότι· «A creditor, who has proved a debt in a bankruptcy, has an interest which entitles him to apply to expunge the proof of another creditor which has been admitted by the trustee». Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η κρίση του κατά πόσο πρόσωπο είναι πιστωτής ανήκει στον εκκαθαριστή, καθώς ότι και οι πιστωτές μεταξύ τους δύνανται να αμφισβητήσει ο ένας την απόφαση του εκκαθαριστή να αποδεχθεί να πληρώσει, εν όλω ή εν μέρει, επαλήθευση άλλου. Στην προκείμενη περίπτωση τα προμνησθέντα ανακτούν ιδιαίτερη σημασία, δοθέντος ότι η αιτήτρια διατείνεται πως η θεώρηση των λοιπών εταιρειών, αλλά πρωτίστως της Revelforce Holdings Limited, ως πιστωτών της εταιρείας, είναι επιτήδεια και με αποκλειστικό σκοπό τον παραγκωνισμό της ιδίας από επιλογή εκκαθαριστή, που άλλως πως δυνατό να δικαιούτο βάσει του ύψους του ποσού που έχει να λαμβάνει. Δεν είναι πολλά όσα χρειάζεται να ειπωθούν για αυτή την πτυχή των αιτιάσεων της αιτήτριας. Άλλωστε η προηγηθείσα ανάλυση των σχετικών κανονισμών ως προς το ποιος αποφασίζει και πότε ποιος είναι πιστωτής της εταιρείας, σηματοδοτεί και την απάντηση. Δικαίως οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν είναι αυτή η κατάλληλη διαδικασία δια κάτι τέτοιο. Καίτοι είναι δικαίωμα της αιτήτριας να αμφισβητήσει την απόδοση της ιδιότητας του πιστωτή σε άλλα πρόσωπα, πριν να πράξει τούτο θα πρέπει η ίδια να προβεί σε επαλήθευση, δηλαδή να κριθεί και επίσημα πιστωτής της εταιρείας από το αρμόδιο πρόσωπο, εν προκειμένω τον εκκαθαριστή και ακολούθως να θέσει την όποια αμφισβήτηση έχει σε σχέση με άλλους πιστωτές στον κριτή του πράγματος, δηλαδή τον εκκαθαριστή και αν ο τελευταίος ήθελε απορρίψει τούτη τη θέση, τότε και μόνο τότε να αποταθεί στο Δικαστήριο. Ο εκκαθαριστής είναι ο πρώτος που πρέπει να αποφασίσει και όχι το Δικαστήριο. Συνεπώς, στην έκταση που οι αιτιάσεις της αιτήτριας αμφισβητούν την ιδιότητα του πιστωτή τρίτης εταιρείας, δεν μπορούν να εξεταστούν και αγνοούνται. Κατά αναλογία οι αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν είναι πιστωτής, απορρίπτονται για σκοπούς τούτης της διαδικασίας, δοθέντος ότι ο προεδρεύων της συνέλευσης των πιστωτών έχει δεχθεί τούτη ως πιστωτή με δικαίωμα ψήφου. Άλλωστε εδώ είναι αυτή η διαδικασία εκλογής εκκαθαριστή, μεταξύ άλλων, εκείνη που βάλλεται και σε σχέση με αυτό είμαι της γνώμης ότι η αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Με δεδομένο πλέον ότι η αιτήτρια είναι πιστωτής, απελευθερώνεται η πάρα πέρα διερεύνηση των επίδικων αιτημάτων. Σε τούτο το πλαίσιο της διερεύνησης προέχει να εξακριβωθεί ο τύπος της εκκαθάρισης που εδώ ακολουθήθηκε, καθ' ότι πέραν των όποιων κοινών διατάξεων για όλους τους τρόπους εκκαθάρισης, είναι κατανοητό ότι η νομοθεσία προβλέπει διαφορετικές ρυθμίσεις ανά περίπτωση. Στο σύγγραμμα The Principles of Company Law του Robert R Pennington, 1959, υποδεικνύεται στη σελίδα 532 ότι· « If the directors make no declaration of solvency before the members pass a winding up resolution, the winding up will be a creditors' voluntary winding up.» Αυτό εν προκειμένω συνέβη και στη δοσμένη περίπτωση. Οι προηγηθείσες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι πριν την συνέλευση των μετόχων, δηλαδή τη συνέλευση που έλαβε χώρα την 30/07/2019 και ώρα 09.30π.μ. και οδήγησε στο ψήφισμα εκούσιας εκκαθάρισης (τεκμήριο 39 στην ένσταση), ο διευθυντής της εταιρείας δεν προέβη σε θέσμια δήλωση φερεγγυότητας, κατά πώς προβλέπεται στο άρθρο 266 του Κεφ. 113. Συνεπώς η διαδικασία που εδώ επιλέγηκε και εν τέλει ακολουθήθηκε από την εταιρεία, είναι αυτή της εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές, δηλαδή η προβλεπόμενη στα άρθρα 275 έως και 283 του Κεφ.113. Βεβαίως εφαρμογής τυγχάνουν και οι διατάξεις των άρθρων 284 έως και 292 του Κεφ.113, που αφορούν κάθε εκούσια εκκαθάριση. Έχοντας αναφέρει τούτο παρατηρώ, σε συμφωνία με τις αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση, ότι το αιτητικό Α, δηλαδή η απαίτηση για διακοπή και/ή ακύρωση και/ή εξ ολοκλήρου αναστολή της διαδικασίας εκκαθάρισης, είναι τοποθετημένη διαμετρικά απέναντι από όλα τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητούνται, γεγονός που περισσότερο συγχύζει παρά φανερώνει τις προθέσεις της αιτήτριας. Ουδεμία βεβαίως αμφιβολία υπάρχει ότι το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Το άρθρο 243 του Κεφ. 113 έχει λιτό και απέριττο περιεχόμενο και επιβεβαιώνει του λόγου το ασφαλές. Το ίδιο και η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Ε & G Developments Limited (αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 655, που και οι δύο πλευρές επικαλούνται, έχει λόγο σαφή και αδιαφιλονίκητο. Αναφέρεται εκεί ότι· « Το άρθρο 243
(1)εξοπλίζει το δικαστήριο με εξουσία, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρει, να αναστείλει τη διαδικασία εκκαθάρισης μόνιμα ή για περιορισμένη περίοδο, θέτοντας, αν κρίνει σκόπιμο, οποιουσδήποτε όρους για το σκοπό αυτό.» Πάρα ταύτα οι έγκριτοι συγγραφείς των συγγραμμάτων Buckley και Pennington, πιο πάνω, παραπέμπουν σε αριθμό υποθέσεων που οριοθετούν τούτη την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να διακόψει τη διαδικασία εκκαθάρισης. Στον Pennington, αυτή τη φορά στις σελίδες 524 και 525, αναφέρεται ότι· « The court may stay proceedings on the winding up order it has made on the application of a creditor or contributory or the official receiver or liquidator (c). Under this power the court may discharge the liquidator, and allow the directors to resume the management of the company as though it had never been ordered to be wound up. A winding up has been stayed in this way at the wish of the contributories when all the creditors of the company had been paid in full (d), or when adequate provision had been made for the few who had not been paid and whose claims were not admitted by the company (e), and also when all the creditors had agreed to an arrangement with the company for the satisfaction of their claims (f).» Τα πιο πάνω, αλλά βεβαίως και η λογική του πράγματος, καθιστούν σαφές ότι αν ήθελε εκδοθεί το διάταγμα του αιτητικού Α, τότε η διαδικασία εκκαθάρισης θα διακοπεί, είτε μόνιμα είτε προσωρινά και συνεπώς η εταιρεία θα επαναδραστηριοποιηθεί. Σε αυτό ακριβώς είναι που οφείλεται η προηγηθείσα αναφορά πως το εν λόγω διάταγμα είναι αντίθετο με τα λοιπά διατάγματα που θέλουν την εκκαθάριση να συνεχίζεται, υπό διαφορετικό όμως καθεστώς, δηλαδή υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου και με άλλο εκκαθαριστή. Συνεπώς διερωτάται κανείς, τι είναι αυτό που επιζητεί η αιτήτρια· αναστολή της εκκαθάρισης ή συνέχιση τούτης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου. Ακόμη και οι διατάξεις του άρθρου 290 του Κεφ.113, που τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε εκούσια εκκαθάριση, έτι περισσότερο αναδεικνύουν τη διάσταση μεταξύ των αιτητικών της αιτήτριας. Το άρθρο 290 αντιστοιχεί στο αγγλικό 307 για το οποίο ο Buckley αναφέρει ότι (σελίδα 607)· « The object of the Act is to leave the company, its contributories, and creditors, if possible, to settle their affairs without coming to the Court for either a compulsory or a supervision order, but to provide them under this section with the means of access to the Court in the voluntary winding up, just as in a compulsory winding up or under supervision (p).» Συνεπώς αίτημα βάσει των άρθρων 243 ή 290, δεν σκοπεί σε οτιδήποτε άλλο πλην την αναστολή ή τη διακοπή της εκούσιας εκκαθάρισης, κάτι που εδώ δεν είναι ο απώτερος στόχος της αιτήτριας. Βεβαίως η τύχη της αίτησης δεν εξαρτάται από το βαθμό ευκρίνειας των αιτούμενων διαταγμάτων. Εν τούτοις ο λόγος που υποδεικνύεται η αντίφαση, είναι γιατί στην προκείμενη περίπτωση μάλλον περιπλέκει παρά διευκολύνει τη διαδικασία. Στον Buckley, πιο πάνω, σελίδα 533, εξηγείται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της εκκαθάρισης είναι διακριτική και η εφαρμογή της προσομοιάζει με ακύρωση διατάγματος παραλαβής ή πτώχευσης (principles similar to those applicable in exercising the jurisdiction to rescind a receivering order or annul an adjudication in bankruptcy). Όπως ο Pennington έτσι και ο Buckley, αναφέρει ότι τέτοια εξουσία ασκήθηκε σε περιπτώσεις που σκοπό είχαν την υποβοήθηση της εταιρείας να επαναδραστηριοποιηθεί, ή εκεί όπου οι πιστωτές τακτοποιήθηκαν, ή τέλος, για ανασχηματισμό (reconstruction) της εταιρείας και ιδιαίτερα για αύξηση του κεφαλαίου της. Δοθέντος ότι η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου προσομοιάζει με ακύρωση διατάγματος παραλαβής ή πτώχευσης, καθοδήγηση αντλείται από το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση. Σε αυτό το τελευταίο σύγγραμμα, σελίδες 40 έως 43, υποδεικνύεται ότι η βούληση των πιστωτών σε σχέση με το αίτημα, δεν είναι παρά μια παράμετρος που αποτιμάται. Βασικό κριτήριο στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το κατά πόσο το διάταγμα είναι καλή τη πίστει εξυπηρετικό των συμφερόντων των πιστωτών και δεν είναι επιβλαβές για το κοινό (The court in its discretion will always require to be satisfied that the proposal is bona fide for the benefit of the creditors and not detrimental to the public - Re Hester
(1889)22 Q.B.D. 632). Ανάλογα αναφέρονται και στον Buckley (σελίδες 533 και 534). Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό υπόβαθρο που εδώ η αιτήτρια προτάσσει εις υποστήριξη του αιτήματός της. Η βασική θέση της αιτήτριας είναι πως η όλη συμπεριφορά της εταιρείας και του εκκαθαριστή είναι συντονισμένη και δόλια και στόχο έχει να την εμποδίσει από το να εισπράξει το λαβείν της. Οτιδήποτε άλλο επικαλείται η αιτήτρια, φερ' ειπείν κάθε τι που έγινε στη συνέλευση πιστωτών, καθώς και η συγγένεια του τελευταίου μετόχου (XXXXX Κορέλλη) με τον εκκαθαριστή που διορίστηκε (XXXXX Κορέλλη), αναφέρονται απλώς και μόνο για αιτιολόγηση της βασικής θέσης, δηλαδή της προσπάθειας παρεμποδίσεως της αιτήτριας από το να εισπράξει το λαβείν της. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα· ικανοποιούν τούτοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας τις αρχές που τίθενται από τα άρθρα 243 και 290 του Κεφ.113 ώστε το Δικαστήριο να διατάξει αναστολή ή τερματισμό της διαδικασίας εκκαθάρισης. Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Όλα τα πιο πάνω σε καμία περίπτωση μπορούν να θεωρηθούν καλή τη πίστει (bona fide) επωφελείς λόγοι για τους πιστωτές, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή ή η διακοπή της εκκαθάρισης. Στην ουσία οι λόγοι που εδώ προτάσσει η αιτήτρια δεν δικαιολογούν την επαναδραστηριοποίηση της εταιρείας. Είναι γι' αυτό το λόγο που και η αιτήτρια αιτείται, διαζευκτικά, την εκκαθάριση της εταιρείας υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου και ει δυνατόν το διορισμό εκκαθαριστή που να την ικανοποιεί. Συνεπώς δεν επιθυμεί αλλά ούτε και εξυπηρετείται από επάνοδο της εταιρείας στην αγορά. Ούτε βεβαίως μπορεί να ειπωθεί ότι το να επιστρέψει στην αγορά μια αφερέγγυα εταιρεία, ως είναι η εταιρεία που απασχολεί, δεν θα είναι επιβλαβές για το κοινό. Αντιθέτως, αν αυτή η αφερέγγυα εταιρεία, και ουδείς διατείνεται ότι δεν είναι αφερέγγυα, συμβληθεί με ανυποψίαστο τρίτο, ελλοχεύουν κίνδυνοι που καθιστούν σαφές ότι δεν δικαιολογείται η έγκριση του επίδικου αιτήματος. Συνεπώς με δεδομένη την αφερεγγυότητα της εταιρείας και τους ισχυρισμούς που η αιτήτρια προβάλλει, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία ώστε να ανασταλεί ή να διακοπή η επίδικη εκκαθάριση. Πέραν των πιο πάνω, ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα αναφερόμενα στον Buckley, αυτή τη φορά στη σελίδα
- Αναφέρεται εκεί ότι· « An application to stay proceedings under this section is not the correct procedure where the validity of the winding up order is disputed (m).» Είναι συνεπώς ηλίου φαεινότερον ότι το διάταγμα αναστολής ή διακοπής της εκκαθάρισης δεν εξυπηρετεί διαφιλονικούμενη διαδικασία, όπως είναι η επίδικη. Λογικό βεβαίως εφόσον οι διαφορές τέτοιων διαδίκων δεν επιλύονται με τερματισμό της εκκαθάρισης, αλλά θέτοντας τη διαφορά που απασχολεί ευθέως στο Δικαστήριο, ή ακόμη απαιτώντας την εποπτεία της εκκαθάρισης, όπως εδώ στοχεύουν τα λοιπά αιτητικά. Εν κατακλείδι, οι ιδιαίτερες πρόνοιες του άρθρου 243 και η ευρύτητα της εξουσίας του Δικαστηρίου, της οποίας το αποτέλεσμα δυνατό να επηρεάσει το ευρύ κοινό, δεν μπορεί να αποφασιστεί στην απουσία του Επίσημου Παραλήπτη. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που στον Buckley πιο πάνω, υποδεικνύεται ότι (σελίδα 534)· « The application should be served on the liquidator and the official receiver, or such one of them as is not the applicant.» Εν τούτοις στη δοσμένη περίπτωση η αιτήτρια δεν κατέστησε τον Επίσημο Παραλήπτη μέρος της όλης διαδικασίας, γεγονός που επίσης είναι μοιραίο για την τύχη του σχετικού αιτήματος. Καταλήγω ότι ένεκα όλων των πιο πάνω δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η μεν έκδοση τούτου θα είναι επιβλαβής για το κοινό και επιπλέον όχι εξυπηρετική των συμφερόντων των πιστωτών, μεταξύ αυτών και της αιτήτριας, ενώ από την άλλη δεν επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη ώστε να εκφράσει και αυτός τις απόψεις του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αιτητικό Α δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το εύλογο και δικαιολογημένο των λοιπών διαταγμάτων που αιτείται η αιτήτρια. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι η αιτήτρια διατείνεται πως η υπό κρίση εκκαθάριση σκοπεί στο να εμποδιστεί η ίδια (η αιτήτρια) από το να εισπράξει το λαβείν της και ότι δολίως επινοήθηκαν πιστωτές, ώστε η εταιρεία, μέσω των πιστωτών αυτών, να είναι σε θέση να επιλέξει τον εκκαθαριστή που επιθυμεί. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, οι λοιπές αιτιάσεις της αιτήτριας, είτε αφορούν τη διαδικασία είτε το πρόσωπο του εκκαθαριστή, έχουν επικουρικό, ως επί το πλείστον, ρόλο, δηλαδή να αποδείξουν την προμνησθείσα θέση, δηλαδή ότι σκοπός της εκκαθάρισης είναι η παρεμπόδιση της αιτήτριας να εισπράξει το λαβείν της. Τώρα, η αιτήτρια υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η αλλαγή στη δομή της εταιρείας διενεργήθηκε μερικές ημέρες πριν την ημερομηνία που όφειλε να εξοφλήσει το δάνειο προς την αιτήτρια· ότι ουδεμία ειδοποίηση της στάληκε για να παραστεί στη συνέλευση των πιστωτών· ότι οι εταιρείες Revelforce Holdings Limited και Starfoxx International δεν έχουν οικονομικές δραστηριότητες στην Κύπρο και οι συμφωνίες τους είναι κατασκευασμένες με σκοπό το διορισμό εκκαθαριστή που ευνοεί η εταιρεία· και τέλος, ότι οι πιστωτές, νοείται οι λοιποί πλην της αιτήτριας, δεν είναι άσχετοι μεταξύ τους αλλά συνδέονται είτε με κοινούς αξιωματούχους είτε με κοινά εγγεγραμμένα γραφεία. Όλα τα πιο πάνω, νομικά ή πραγματικά, έχουν ήδη απαντηθεί. Όπως έχει κριθεί· η αιτήτρια έλαβε ειδοποίηση για τη σύγκληση της συνέλευσης πιστωτών, η αλλαγή στη δομή της εταιρείας διενεργήθηκε μήνες πριν την έναρξη της επίδικης διαδικασίας, δηλαδή την 19/02/2019 και η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την αμφισβήτηση άλλου πιστωτή. Μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι εφόσον η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πλήξει την απόδοση της ιδιότητας του πιστωτή σε τρίτο πρόσωπο, συμπαρασύρεται και το σκέλος της αίτησης που θέλει τα πληρεξούσια των λοιπών πιστωτών στη συνέλευση να είναι άκυρα καθ' ότι δεν συμπληρώθηκαν ιδιοχείρως. Παρ' όλα αυτά ενόψει της σημασίας τέτοιου λόγου κρίνω ότι λίγα λόγια αρμόζει να ειπωθούν και γι' αυτό τον ισχυρισμό της αιτήτριας. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι αντίγραφα των εν λόγω πληρεξουσίων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και διαπιστώνεται ότι όντως δεν είναι συμπληρωμένα ιδιοχείρως (τα εν λόγω πληρεξούσια είναι τα τεκμήρια 15 και 17 μέχρι και 20 στην ένσταση). Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα· είναι επιβεβλημένο ένα πληρεξούσιο, γενικό ή ειδικό, να συμπληρώνεται ιδιοχείρως. Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το σχόλιο στον Buckley, πιο πάνω, στη σελίδα
- Σχολιάζονται εκεί οι αγγλικοί κανονισμοί 155 και 156 και οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος σχολιάζουν ότι· « The corresponding rule of 1929 required all insertions in the proxy to be in the handwriting of the witness». Συνεπώς ο παλαιός κανονισμός, εν προκειμένω αυτός του 1929, έθετε προϋπόθεση ότι το πληρεξούσιο συμπληρωνόταν ιδιοχείρως. Εν τούτοις οι κανονισμοί που ακολούθησαν (The Rules of the Supreme Court (Companies) (No2), 1948), δεν θέτουν τέτοια προϋπόθεση. Ούτε όμως οι ημεδαποί κανονισμοί θέτουν τέτοια υποχρέωση. Ο κ.58, που διέπει αυτό ακριβώς το θέμα, δεν θέτει τέτοια υποχρέωση. Ως εκ των πιο πάνω, η σχετική εισήγηση της αιτήτριας δεν δικαιολογείται από τις πρόνοιες του νόμου και των κανονισμών και γι' αυτό απορρίπτεται. Άλλο ένα ζήτημα που το Δικαστήριο δύναται να επιληφθεί προτού υπεισέλθει σε ουσιαστική εξέταση του αιτήματος, είναι η θέση της αιτήτριας ότι αν και το δημοσίευμα που συγκάλεσε τη συνέλευση ομιλούσε και για διορισμό επιτροπής επιθεώρησης, εν τούτοις δεν εξετάστηκε κάτι τέτοιο. Το τεκμήριο 10 στην αίτηση, δηλαδή τα πρακτικά της συνέλευσης, επιβεβαιώνουν ότι την 30/07/2019, δηλαδή στη συνέλευση των πιστωτών, δεν διορίστηκε επιτροπή επιθεώρησης. Εν τούτοις το άρθρο 278 του Κεφ.113, καθιστά σαφές ότι τέτοια επιτροπή μπορεί να διοριστεί σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συνέλευση και μάλιστα αν αυτό θεωρηθεί πρέπον. Επίσης στον Pennington, στη σελίδα 532, αναφέρεται ότι· « The creditors may at their meeting or at any later meeting resolve that there shall be a committee of inspection, and may appoint up to five persons to represent them on it (r).» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο ο διορισμός τέτοιας επιτροπής να γίνει στην πρώτη συνέλευση πιστωτών, ώστε να ομιλούμε περί παραλείψεως στην περίπτωση που δεν ακολουθείται τούτο. Καταλήγω συνεπώς ότι το γεγονός ότι δεν διορίστηκε τέτοια επιτροπή δεν οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα, πόσο δε μάλλον σε αυτά που αιτιάται η αιτήτρια. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η θέση είναι ικανή να υποστυλώσει το αίτημα. Ό,τι απομένει ως πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου να εδράζεται το αίτημα της αιτήτριας, είναι πως ο προεδρεύων τη συνέλευση και μέτοχος της εταιρείας έχει σχέση συγγένειας με τον εκκαθαριστή, δηλαδή ο τελευταίος είναι υιός του και τέλος, ότι αντιπρόσωπος κάποιων πιστωτών ηχογραφούσε τη συνέλευση χωρίς την έγκριση των εμπλεκομένων. Πριν οτιδήποτε άλλο υποδεικνύεται ότι η μετατροπή εκούσιας εκκαθάρισης σε εκκαθάριση υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου, δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο. Τα άρθρα 292 και 293 του Κεφ.113 αναφέρουν ότι· «
- Η εκκαθάριση εταιρείας δεν αποκλείει το δικαίωμα οποιουδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα για την εκκαθάριση της εταιρείας από το Δικαστήριο, αλλά σε περίπτωση αίτησης από συνεισφορέα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα δικαιώματα των συνεισφορέων θα επηρεαστούν δυσμενώς από την εκούσια εκκαθάριση.» «
- Όταν εταιρεία έχει εγκρίνει ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη συνέχιση της εκκαθάρισης αλλά με την εποπτεία του Δικαστηρίου, και με τέτοιο δικαίωμα στους πιστωτές, συνεισφορείς ή άλλους να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο, και γενικά με τέτοιες προϋποθέσεις και όρους που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.» Το αγγλικό άρθρο που αντιστοιχεί στο άρθρο 292 του Κεφ.113, είναι το άρθρο
- Στον Buckley, στη σελίδα 610, παρατίθεται το κριτήριο έκδοσης τέτοιου διατάγματος, καθώς και αναγκαία επεξήγηση για τη θέσπιση τούτου. Αναφέρεται εν προκειμένω ότι· « Under this Act the powers of the Court are much larger in a compulsory winding up to enquire into malpractices. If, therefore, a prima facie case of malpractice is made out, this will presumably be a ground for making a compulsory order (q). But the malpractice suggested must be connected with the promotion or formation of the company or the conduct of tis affairs in its own economy, not frauds said to have been committed upon the outside world in the course of its business (r).» Στον Buckley αναφέρεται περαιτέρω ότι αν και ένας πιστωτής δικαιούται να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας και μάλιστα ιδίω δικαιώματι (ex debito justitiae), εν τούτοις η έκδοση διατάγματος εποπτείας της εκκαθάρισης δεν συνιστά δικαίωμα (σελίδα 612: A creditor is not entitled as matter of right to a supervision order). Μάλιστα η σχετική θέση βρίσκει υποστήριξη στα λεχθέντα της υπόθεσης Crawford v. A.R. Cowper Limited
(1902)4F 849. Ο λόγος διά αυτό, όπως επεξηγείται στον Buckley, είναι επειδή (σελίδα 613)· « A creditor's petition to supersede a supervision order by a compulsory order on account of misconduct of the liquidators has been refused; the right course was to apply to change the liquidators (i). But a creditor who shewed that the assets were being misapplied might have an order under s. 197 of the Act of 1908 (s. 310 of the present Act) as he was being prejudiced by the voluntary winding up (k). Semble, this would still be so under s.310, even in a creditors' voluntary winding up, more particularly now that he need no longer prove prejudice.» Συνεπώς βάσει των άρθρων 292 και 293 του Κεφ. 113 δεδομένη είναι η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τη μετατροπή μιας εκούσιας εκκαθάρισης σε εκκαθάριση υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου. Εν τούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι το αίτημα της αιτήτριας εγκρίνεται δίχως άλλο. Υψίστης σημασίας είναι τα αναφερόμενα στον Buckley στη σελίδα 611, σε σχέση με το άρθρο 292, του Κεφ.113. Αναφέρεται εκεί ότι· « The Court will, however, still have regard to the wishes of other creditors (see s. 346, post). Thus, in Re Home Remedies (n), Simonds, J., declined to make a compulsory order on the grounds that the majority of the creditors preferred the voluntary winding up to continue. He pointed out that the effect of Re James Millward & Co. (
- m)was that a judgment creditor, as between himself and the company, need not shew that he would be prejudiced by a continuance of the voluntary winding up, but is entitled ex debito justitiae to his order; but, as between the petitioner and the other creditors, the Court must still consider the wishes of the majority, and if the majority oppose the petition the petitioner must show valid reason why effect should not be given to their wishes (o).» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι αντιληπτό ότι αίτηση για συνέχιση εκούσιας εκκαθάρισης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου, δεν αποφασίζεται μακριά από τους άλλους πιστωτές. Επιβάλλεται να λάβουν γνώση και η άποψή τους, ιδιαίτερα αν είναι πλειοψηφική, δυνατό να καθορίσει την τύχη του αιτήματος. Λέγω δυνατό εφόσον η πλειοψηφία μεταθέτει το βάρος στους ώμους του αιτητή να πείσει γιατί να μην εισακουστεί η θέση της πλειοψηφίας και να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στη δοσμένη περίπτωση η αιτήτρια δεν συμπεριέλαβε στην αίτηση τους άλλους πιστωτές και είναι αυτό αρκετός λόγος δια να οδηγηθεί σε απόρριψη το αιτητικό Β της αίτησης. Σε κάθε όμως περίπτωση η μη συμπερίληψη των λοιπών πιστωτών δεν είναι ο μόνος λόγος απόρριψης της αίτησης. Εδώ η αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οιονδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τη μεταβολή της εκκαθάρισης από εκούσια σε εποπτευόμενη από το Δικαστήριο. Το τι διημείφθη μεταξύ του Ιακωβίδη και του προεδρεύοντος τη συνέλευση στη συνάντηση των πιστωτών (30/07/2019), δεν δικαιολογεί μετατροπή της διαδικασίας εκκαθάρισης. Κατ' αρχάς το πρακτικό της συνέλευσης (τεκμήριο 10 στην αίτηση), δεν επιβεβαιώνει τον Ιακωβίδη ότι ο προεδρεύων παρουσιάστηκε απρόθυμος να απαντήσει τα θέματα που τέθηκαν. Ακριβώς αντίθετη είναι η εντύπωση που εισπράττει κανείς από απλή και μόνο ανάγνωση των πρακτικών. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Έστω όμως ότι έχει κάποια αληθοφάνεια ο ισχυρισμός και πάλι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς τούτο εξυπηρετεί το αίτημα. Η σημασία μεταβολής μιας εκκαθάρισης από εκούσια σε εποπτευόμενη έγκειται σε αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε, δηλαδή εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράνομων πράξεων (prima facie case of malpractice) από μέρους της εταιρείας, ώστε να διερευνηθούν δυνάμει των κατά πολύ ευρύτερων εξουσιών του Δικαστηρίου στο πλαίσιο μιας εκκαθάρισης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου. Εδώ καμία παράνομη πράξη κατά τη σύσταση ή κατά την εκτέλεση των εργασιών της εταιρείας δεν απεδείχθη και είναι τούτο καθοριστικό για την τύχη και του αιτητικού Β. Ούτε όμως και ο ισχυρισμός ηχογράφησης της συνέλευσης από τρίτο πρόσωπο αναδεικνύει οτιδήποτε. Οι αιτιάσεις του Ιακωβίδη δεν δικαιολογούν εποπτεία της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφόσον δεν εμπίπτουν στους λόγους που η νομολογία αναγνώρισε δια έγκριση τέτοιου αιτήματος. Από την άλλη οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αφορούν τον προεδρεύοντα της συνέλευσης, όπως ούτε την γραμματέα ή έστω τον προτεινόμενο εκκαθαριστή. Μάλιστα όλοι οι πιο πάνω αυθωρεί κάκισαν τέτοια ενέργεια, παρ' ότι δεν τη διαπίστωσαν και δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν ότι όντως έγινε. Περιπλέον, η ισχυριζόμενη ηχογράφηση και εν παρόδω σημειώνεται ότι δεν είναι αντικείμενο τούτης της διαδικασίας η διαπίστωση του κατά πόσο όντως έγινε κάτι τέτοιο, έπεται χρονικά της ψηφοφορίας και συνεπώς δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αναβολή τούτης. Ως εκ των πιο πάνω ούτε αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας μπορεί να υπαχθεί κάτω από τις διατάξεις των άρθρων 292 και 293 του Κεφ.113 ώστε να δικαιολογήσει το αίτημα για μεταβολή της εκκαθάρισης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι η αιτήτρια επιδιώκει και την παύση και/ή αντικατάσταση του εκκαθαριστή της εταιρείας. Προτού εξεταστεί το αίτημα επί της ουσίας, υποδεικνύεται ότι τέτοιο αίτημα δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε έκδοση διατάγματος εποπτείας της εκκαθάρισης από το Δικαστήριο. Στον Buckley και πάλιν αναφέρεται ότι (σελίδα 613)· « Personal misconduct of voluntary liquidators is not in itself a ground for making a supervision order on a shareholder's petition (g). The proper course is to bring an action against the liquidators (
- h)or to remove them.» Συνεπώς τα όποια παράπονα ενός πιστωτή εναντίον ενός εκκαθαριστή, για ανάρμοστη συμπεριφορά, επιλύονται είτε με αγωγή είτε με απομάκρυνση του εκκαθαριστή. Δεδομένη συνεπώς είναι και πάλιν η εξουσία του Δικαστηρίου για τέτοια απομάκρυνση. Άλλωστε τα άρθρα 277 και 287 του Κεφ.113, ομιλούν αφ' εαυτών και επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές. Το κριτήριο βάσει του άρθρου 287, καθώς και σχετική περιπτωσιολογία, παρατίθεται στον Buckley στις σελίδες 604 έως 605. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι· « The words "on cause shown" in this section and in s. 242
(1)have not the effect of "if the Court shall think fit". "They point to some unfitness of the person—it may be from personal character or from his connection with other parties or from circumstances in which he is mixed up—some unfitness in a wide sense of the term" (a). But these words are not to be understood as laying down any exhaustive rule. If the Court is satisfied on the evidence that it is desirable in the interests of all those interested in the assets that a particular person shall not manage the assets, the Court has power to remove him, without there being shewn any personal misconduct or unfitness (b).» Εδώ η μεμπτή συμπεριφορά, σύμφωνα με την αιτήτρια, οφείλεται στη σχέση του εκκαθαριστή με τον τελευταίο μέτοχο και διευθυντή της εταιρείας, που είναι πατέρας του. Είναι σε αυτήν ακριβώς τη βάση που επικαλείται και τις πρόνοιες του Ν.64(Ι)/2015, που διαλαμβάνουν υποχρέωση αντικειμενικότητας του συμβούλου αφερεγγυότητας, ως επίσης να μην έχει σύγκρουση συμφερόντων και σημαντικές προσωπικές σχέσεις. Όλα αυτά πλήττονται, σύμφωνα με την αιτήτρια, λόγω αυτής της σχέσης συγγένειας που έχουν ο εκκαθαριστής και ο τελευταίος μέτοχος της εταιρείας. Είναι πιστεύω καλά θεμελιωμένο ότι οφείλεται ο εκκαθαριστής να είναι πρόσωπο αμερόληπτο. Στην υπόθεση Re Northumberland and Durham District Banking Co
(1858)2 De G&J 508, υποδείχθηκε ότι· « The liquidator should be a disinterested person. As a general rule the appointment of a shareholder would be improper.» Περαιτέρω στην υπόθεση Re Sir John Moore Gold Mining Co
(1879)12 Ch. D. 325, λέχθηκε ότι· « The fact that liquidator's interest conflicts with his duty, as where a serious claim is made against him and directors, and he offers opposition and takes a strong view in favour of the directors, is sufficient cause for his removal». Ανάλογος είναι και ο λόγος της υπόθεσης Re Charterland Goldfields
(1909)26 TLR 132, που επικαλείται και η αιτήτρια. Αναφέρεται εκεί ότι· « Where it appeared that liquidator in the voluntary winding-up of a company had an intimate business connection with several of the directors of the company, who were also directors of other companies between which and the company in question there had been dealings requiring investigation, the court, being of opinion that he was not in a position to take an independent course in making the necessary investigations, made an order removing him from the office of liquidator, and appointed another liquidator in his place.» Τώρα, στη δοσμένη περίπτωση ο λόγος που η αιτήτρια θέτει δια την παύση του εκκαθαριστή είναι αυτή η συγγένεια με τον τελευταίο μέτοχο. Η αιτήτρια αρνείται το χαρακτηρισμό που η εταιρεία αποδίδει στον XXXXX Κορέλλη, δηλαδή ότι είναι ονομαστικός μέτοχος. Προσθέτει μάλιστα ότι τα τεκμήρια 1 έως 7 στην ένσταση δεν επιβεβαιώνουν ότι ο XXXXX Κορέλλης ανέλαβε υπό αυτή την ιδιότητα. Επ' αυτού η τελευταία επισήμανση της αιτήτριας είναι ορθή. Τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν, τεκμήρια 1 έως 7 στην ένσταση, δεν αποδεικνύουν την ιδιότητα του ονομαστικού μετόχου. Εν τούτοις αυτή ήταν η θέση του εκκαθαριστή και μάλιστα διάχυτη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αυτή δε η θέση δεν έτυχε αμφισβήτησης και ούτε απαντήθηκε από την αιτήτρια. Υπό αυτά τα δεδομένα είναι τουλάχιστον ανεπίτρεπτο να εγείρεται, μέσω αγορεύσεων, οτιδήποτε που αμφισβητεί ισχυρισμούς που δεν πλήγησαν κατά την ακροαματική διαδικασία και ως εκ τούτου μετουσιώθηκαν σε ευρήματα του Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών των ισχυρισμών, είναι και η θέση του εκκαθαριστή ότι ο XXXXX Κορέλλης τυπικά ανέλαβε ως μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας και αυτό λόγω της εμπειρίας του σε φορολογικά ζητήματα. Αυτή η αναφορά του εκκαθαριστή, η οποία δεν πλήγηκε, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου. Εν ολίγοις, βάσει της αναμφισβήτητης μαρτυρίας του εκκαθαριστή δικαιολογείται εύρημα ότι ο XXXXX Κορέλλης δεν είναι ουσιαστικός μέτοχος αλλά ονομαστικός (nominee) προς όφελος άλλου προσώπου. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, δηλαδή της διαπίστωσης ότι ο XXXXX Κορέλλης δεν έχει οιονδήποτε όφελος από τις μετοχές της εταιρείας που τυπικά είναι επ' ονόματί του, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε που να αναδεικνύει ακαταλληλότητα (unfitness), όπως το έθεσε ο Jessel MR στην υπόθεση Sir John Moore Gold Mining πιο πάνω, του εκκαθαριστή. Δεν επιχειρώ να θέσω κάποιο άκαμπτο κανόνα, όπως ούτε να αποφασίσω το θέμα δια παντός. Ο λόγος γι' αυτό οφείλεται στο ότι η διαδικασία εκκαθάρισης βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και ο εκκαθαριστής δεν έχει προβεί σε οιεσδήποτε ενέργειες που να φανερώνουν μεροληπτική συμπεριφορά ή έστω ότι θέτουν εμπόδια στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Αν στο μέλλον ήθελε φανεί κάτι τέτοιο, είναι ανοιχτός ο δρόμος για την αιτήτρια ή οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο να επανέλθει και να απαιτήσει την απομάκρυνση του εκκαθαριστή, προβάλλοντας βεβαίως πραγματικούς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα. Είναι γι' αυτό το λόγο που ενωρίτερα ανέφερα ότι δεν αποφασίζω το θέμα τελεσίδικα και είμαι ορθός, πιστεύω, να πω, ότι τέτοιο αίτημα δεν κωλύεται από προηγούμενες αιτήσεις, νοουμένου βεβαίως ότι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δικαιολογούν εκ νέου προώθησή του. Αυτό όμως που εδώ απασχολεί, δηλαδή η συγγένεια του εκκαθαριστή με το μέτοχο, που όμως είναι ονομαστικός (nominee), συνιστά υπερβολή και δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς του νόμου. Ας σημειωθεί ότι στην υπόθεση Northumberland, ανωτέρω, εν τέλει δεν απομακρύνθηκε ο μέτοχος που είχε διοριστεί ως εκκαθαριστής, αλλά πλαισιώθηκε και από άλλο πρόσωπο. Εδώ δεν ζητείται βεβαίως προσθήκη και άλλου εκκαθαριστή και ούτε άλλωστε υποδείχθηκε κάποιο πρόσωπο. Περιπλέον, δεν είναι η κάθε σχέση του εκκαθαριστή με την εταιρεία μεμπτή. Όπως υποδεικνύεται στον Buckley, πιο πάνω (σελίδα 508)· « The secretary of the company, being cognizant of its affairs, is a proper person to be appointed, but where there are matters requiring investigation an independent liquidator will be appointed.» Εδώ η μαρτυρία δεν αποκάλυψε οτιδήποτε που να δικαιολογεί διερεύνηση των ζητημάτων της εταιρείας. Υπενθυμίζω ότι οι αιτιάσεις της αιτήτριας σε σχέση με τους άλλους πιστωτές, δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης τούτης της αίτησης, για τους λόγους που πιο πάνω δόθηκαν. Ως εκ των πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιστάσεις, ως αυτές έχουν διαπιστωθεί, τίποτα δεν αποκαλύπτει ακαταλληλότητα του εκκαθαριστή, ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διορισμό που επικυρώθηκε από την πλειοψηφία των πιστωτών, τόσο σε είδος, όσο και σε αριθμό. Παρεπόμενο της πιο πάνω κατάληξης είναι και η απόρριψη των αιτητικών που επιζητούν ακύρωση των αποφάσεων του εκκαθαριστή και επιστροφή της όποιας αμοιβής έλαβε (αιτητικά Δ και Στ), εφόσον αυτά δεν δικαιολογούνται χωρίς απομάκρυνση του εκκαθαριστή από τα καθήκοντά του. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εις βάρος της αιτήτριας. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο