← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Η/ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "GRAMMO" ν. METRO FOODS T

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Η/ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "GRAMMO" ν. METRO FOODS TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1789/18, 26/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1789/18 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΗΧΟΥ Η/ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "GRAMMO" Ενάγουσας -και- METRO FOODS TRADING LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Γ. Π. Κυπριανίδης Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Κ. Πανάγος, για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Εναγομένης, ημερ. 17.1.2019 για διαγραφής της Απάντησης της Ενάγουσας. Με την υπό κρίση Αίτηση, ημερ. 17.1.2019, ο Εφεσείων - Αιτητής εξαιτείται από το Δικαστήριο꞉ «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση για το λόγο ότι προστίθενται νέοι ισχυρισμοί και/ή νέες θέσεις και/ή αξιώσεις σε σχέση με την Έκθεση Απαίτησης και/ή λόγω του ότι τροποποιούν την Έκθεση Απαίτησης χωρίς την άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β Διαζευκτικά, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή ή και ο αποκλεισμός της φερόμενης παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως παράγραφος μη αναγκαία, άσχετη με τα επίδικα θέματα ή ως τείνοντα να προκαταβάλει, να περιπλέξει ή να καθυστερήσει την δίκαια κρίση της αγωγής. Γ. Περαιτέρω ή και διαζευκτικά, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός ολόκληρης της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας και να θεωρηθεί ως μη καταχωρηθείσα δια το λόγο ότι καταχωρίστηκε παράτυπα και/ή καταχρηστικά και/ή και/ή εκπρόθεσμα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Δ. Έξοδα. E. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθόν υπό τις περιστάσεις.». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, θ. 14 και 26, Δ.21 θ.14, Δ.26 θ.11, Δ.48 κ.1-12 και 9 (j), Δ.64 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση καταγράφονται στο σώμα της αίτησης ως προκύπτοντα από το φάκελο της υπόθεσης και είναι τα ακόλουθα: «1. Στις 05/07/18 καταχωρήθηκε η αγωγή και η επίδοση της έγινε στις 12/7/18. Στις 20/07/18 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από την Εναγόμενη. Στις 03/09/18 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και πιστόν αντίγραφον επιδόθηκε την ίδια ημέρα στη δικηγορική θυρίδα των εκπροσώπων της Ενάγουσας. 2. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 17/10/18 παράτυπα και/ή καταχρηστικά και/ή εκπρόθεσμα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου ενώ την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και κλήση για οδηγίες από την Ενάγουσα και η υπόθεση ορίστηκε για τις 21/12/18. 3. Στις 31/10/18 καταχωρήθηκε το Παράρτημα Τύπου 25 από την Εναγόμενη. Στις 21/12/18 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήτο ορισμένη, ο συνήγορος της Εναγόμενης προέβη σε δήλωση με την οποία υπογράμμισε 2 σημεία. Πρώτον ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και χωρίς να ζητηθεί η άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Δεύτερον ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση από την Ενάγουσα καταγράφει νέους μη σύμφωνους ή και ασυμβίβαστους με την Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς. 4. Αναφορικά με την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση εκπρόθεσμα, πρόκειται για παρατυπία ουσιαστικής μορφής διότι η καθυστέρηση ήταν για ένα 1 μήνα και 6 ημέρες και δεν παραβλέφτηκε από την Εναγόμενη μιας και ήγειρε το θέμα στις 21/12/18 χωρίς καμία καθυστέρηση. Αυτή η καθυστέρηση προκαλεί αδικία στην Εναγόμενη καθώς η Ενάγουσα άδραξε την ευκαιρία να μην ζητήσει άδεια για παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο και με αυτό το χρόνο να καρπωθεί επιπλέον χρόνο ώστε να είναι σε θέση να προχωρήσει στην σύνταξη της Απάντησης στην Υπεράσπιση και επίσης να προχωρήσει την ίδια ημέρα σε κλήση για οδηγίες με σκοπό να αποτρέψει από την Εναγόμενη το δικαίωμα να εγείρει το θέμα ενωρίτερα. 5. Περαιτέρω, η παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αναφέρει νέους ασυμβίβαστους με την Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς καθώς η Εναγόμενη καταγράφει νέα ημερομηνία ήτοι την 25/09/18 στην οποία ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε μετάδοση έργων στα οποία εμπεριέχεται πνευματικό δικαίωμα και συγκεκριμένα αναφέρει 4 περιστατικά σε άλλη υπεραγορά ή και κατάστημα που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης, αυτή την φορά στο Παραλίμνι, ενώ προσθέτει και ώρα κάτι που δεν υπήρχε στην Έκθεση Απαίτησης. 6. Τα όσα αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας στην παρα. 9 δεν προκύπτουν από ισχυρισμούς ή γεγονότα ή αξιώσεις που αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας αλλά αποτελούν νέους μη σύμφωνους ή και ασυμβίβαστους ισχυρισμούς ή και νέες αξιώσεις που έπρεπε να αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας ώστε αφενός να γνωρίζει με ακρίβεια η Εναγόμενη το τι συγκεκριμένα τις αποδίδεται και αφετέρου να τύχουν απάντησης και σχολιασμού στην Έκθεση Υπεράσπισης από την Εναγόμενη. 7. Περαιτέρω, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν μπορούν παρά να χαρακτηρισθούν ως άσχετοι, μη αναγκαίοι και σκανδαλώδεις οι οποίοι τείνουν να προκαταλάβουν, να περιπλέξουν ή να καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Αυτό μιας και δεν απαντούν στην παρα. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως προφασίζεται η Ενάγουσα στην παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, αλλά προσθέτουν (νέες) αξιώσεις στερώντας το δικαίωμα στην Εναγόμενη να τοποθετηθεί δικογράφως. 8. Εάν η Ενάγουσα επιθυμούσε την προσθήκη στοιχείων ή/και ισχυρισμών ή και αξιώσεων, θα έπρεπε να προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της και όχι να εντάξει νέους ασυμβίβαστους ισχυρισμούς στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ατιμώνοντας τον ρόλο του δικογράφου της «Απάντησης στην Υπεράσπιση» και θέτοντας σε δυσχέρεια την Εναγόμενη.». Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Η Ενάγουσα ενίσταται στην αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης꞉ «(Α) Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή η Αιτήτρια δεν προβάλλει οιαδήποτε αιτιολογία περί της καθυστέρησης καταχώρησης της Αίτησης. (Β) Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, δημιουργεί ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση δια το λόγο ότι δεν είχαν την ευκαιρία να καταχωρήσουν αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης πριν την ημερομηνία εμφάνισης για την κλήση για οδηγίες. (Γ) Η Αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την Αίτηση λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της και/ή λήψης διαβημάτων στη διαδικασία. (Δ) Η εκπρόθεσμη καταχώριση της Απάντησης δεν αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, οτιδήποτε κτιστεί πάνω της θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό. (Ε) Η οιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Απάντησης, δεν δημιουργεί οιαδήποτε ζημιά στην Αιτήτρια και/ή είναι πλήρως δικαιολογημένη. (Ζ) Ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ότι, η Απάντηση είναι εκπρόθεσμη, δύναται να θεραπεύσει την παρατυπία παρατείνοντας το χρόνο καταχώρησης της Απάντησης. (Η) Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να διορθώσει την παρατυπία. (Θ) Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της Αίτησης καθότι, παρέλειψε να συμπεριλάβει στο Παράρτημα, Τύπο 25, ότι επιθυμεί να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού και/ή διαγραφής της Απάντησης στην Υπεράσπιση ή μέρους αυτής. (Ι) Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και/η νομικά αβάσιμη και/ή λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. (Κ) Η Αίτηση περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι θα έπρεπε να περιέχονται σε ένορκη δήλωση και όχι στο σώμα της Αίτησης, κατά συνέπεια η Αίτηση πάσχει καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. (Λ) Η Αιτήτρια δεν απέδειξε, ως όφειλε, ότι, το περιεχόμενο της Απάντησης της προκαλεί οιαδήποτε βλάβη ή την θέτει εις δύσκολη θέση ή ότι θα καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης με οιονδήποτε τρόπο ή ότι είναι άσχετο με την υπόθεση και/ή αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. (Μ) Η παράγραφος 9 της Απάντησης των Καθ' ων η αίτηση δεν περιέχει νέους ισχυρισμούς και/ή νέες αξιώσεις και/ή νέες θέσεις ούτε τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης με οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Απάντησης, οι Καθ' ων η αίτηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι δήθεν δεν μετέδιδε μουσική χωρίς την έγκριση των και με επιπρόσθετα γεγονότα αποδεικνύουν την συνεχή παραβίαση των δικαιωμάτων των που υφίσταται και αποτελεί αιτία αγωγής που περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης. (Ν) Η παράγραφος 9 της Απάντησης συμμορφώνεται πλήρως με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και απαντάει στους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και/ή είναι απαραίτητη αφού σε περίπτωση διαγραφής της θα φέρει τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενή θέση και δεν θα μπορούν να τοποθετηθούν επί των ισχυρισμών της Αιτήτριας στην Υπεράσπιση όπου εγείρονται σοβαρά ζητήματα επί των επίδικων θεμάτων. (Ξ) Η Αιτήτρια δεν εξηγεί με ποιο τρόπο επηρεάζεται η Υπεράσπιση της, εφόσον αρνείται στην παράγραφο 3 αυτής ότι μετέδιδε μουσική, τα δικαιώματα της οποίας ανήκουν στους Καθ' ων η αίτηση. (Ο) Η διαγραφή της Απάντησης και/ή μέρος αυτής δεν είναι δίκαιη και εύλογη και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και/ή επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. (Π) Η Αίτηση είναι κακόβουλη και/ή καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και/ή είναι εκβιαστική και/ή καταχωρείται για αλλότριους σκοπούς και/ή με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία.». Η ειδοποίηση ένστασης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.θ. 14 και 26, Δ.21 θ.14, Δ.26 θ.11, Δ.48 θ.θ. 1 - 12, Δ.57, Δ.64, στις αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις αρχές της επιείκειας και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ειδοποίηση ένστασης εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κ. XXXXX Χάμπα, από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 21/6/2019. Παρατίθεται αυτούσια꞉ «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Χάμπα από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα, εξ όσο γνωρίζω ως ορθά και αληθινά: 1. Είμαι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρων των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσον κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι. Γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από το φάκελο που διατηρείται στα γραφεία των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. 2. Τα γεγονότα που αναφέρω πιο κάτω τα γνωρίζω προσωπικά, από μελέτη του σχετικού φακέλου και των εγγράφων της υπόθεσης, καθώς και από τον κ. XXXXX Γ. Πανάγο ο οποίος είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, εκτός εάν η πηγή της γνώσης μου είναι διαφορετική οπότε και κάνω σχετική αναφορά. 3. Οι λόγοι για τους οποίους ορκίζομαι εγώ στην παρούσα ένορκη δήλωση αντί της κυρίας XXXXX Φωσκόλου, γενικής διευθύντριας των Καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: (α) Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται ως επί το πλείστο σε νομικά σημεία και όλα τα γεγονότα βρίσκονται ήδη στο φάκελο του Δικαστηρίου. (β) Η κυρία Φωσκόλου εργάζεται και διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα. (γ) Λόγω του ότι η κυρία Φωσκόλου διαμένει στην Ελλάδα, των πολλαπλών υποχρεώσεων της και του βεβαρυμμένου προγράμματος της, δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει στην Κύπρο και να ορκιστεί την παρούσα. 4. Η παρούσα ένορκη δήλωση γίνεται στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 17/1/2019 (στο εξής «η Αίτηση»), με την οποία η Αιτήτρια ζητά μεταξύ άλλων από το Σεβαστό Δικαστήριο τον παραμερισμό και τη διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπιση καθότι αυτή καταχωρήθηκε καθυστερημένα ή τη διαγραφή της παραγράφου 9 της Απάντησης, για τους λόγους που αναφέρονται στην Αίτηση. 5. Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της Αίτησης, το οποίο απορρίπτω στην ολότητά του, εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά και υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της ειδοποίησης Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»). Όπου δεν γίνεται αναφορά στην παρούσα επί του περιεχομένου της Αίτησης, θεωρούμε ότι καλύπτεται πλήρως από την Ένσταση. 6. Οι Καθ' ων η αίτηση συμφωνούν με το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Αίτησης, εκτός της ημερομηνίας παράδοσης της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, η Υπεράσπιση δεν επιδόθηκε στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους Καθ' ων η αίτηση, αλλά αφέθηκε στη θυρίδα των, στις 12/9/2019. Επομένως, υπήρχε δυνατότητα καταχώρησης της Απάντησης μέχρι τις 19/2/2019. 7. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Αίτησης εκτός του ότι η Υπεράσπιση και η κλήση για οδηγίες καταχωρήθηκαν στις 17/10/2019 και η υπόθεση ορίστηκε την 21/12/2019. 8. Σχετικά με την παράγραφο 3 της Αίτησης, οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι την 31/10/2018, η Αιτήτρια καταχώρησε Παράρτημα Τύπου 25. Σημειώνουμε ότι, η Αιτήτρια δεν συμπεριέλαβε στο Παράρτημα ότι επιθυμεί τη διαγραφή της Απάντησης ή μέρος αυτής, ως προνοείται από τη νέα Διαταγή 30. Αναφορικά με τα υπόλοιπα γεγονότα της παραγράφου 3 της Αίτησης, δεν γνωρίζουμε εάν ευσταθούν αλλά εν πάση περιπτώσει αρνούμαστε ότι εγείρονται νέοι ισχυρισμοί κτλ, ως εξηγείται με λεπτομέρεια πιο κάτω. 9. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 4 - 8 της Αίτησης απορρίπτονται για τους λόγους που αποσαφηνίζονται στις ακόλουθες παραγράφους. 10. Αρχικά, θεωρούμε ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι υπόκειται σε απόρριψη. Η Αιτήτρια, η οποία κατηγορεί τους Καθ' ων η αίτηση για καθυστέρηση, δεν δύναται να επιδιώκει τρείς μήνες μετά την καταχώρηση της Απάντησης, τη διαγραφή (strike out), ισχυριζόμενη την εκπρόθεσμη καταχώρησή της ένα μήνα μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προνοείται από τους Θεσμούς. 11. Με όλο το σεβασμό, είναι οξύμωρο το γεγονός ότι, η Αιτήτρια κατηγορεί τους Καθ' ων η αίτηση ότι έχουν επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση (λιγότερο από ένα μήνα) στην καταχώρηση της Απάντησης τη στιγμή που η ίδια αποφάσισε να προβεί στην Αίτηση για διαγραφή της τρείς μήνες μετά που έλαβε την Απάντηση. Ακόμη και όταν το θέμα είχε εγερθεί προφορικά ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου, είχαν ήδη παρέλθει ήδη δύο μήνες από την καταχώρηση της Απάντησης και είχαν ήδη ληφθεί διαδικαστικά διαβήματα από την Αιτήτρια. 12. Θεωρούμε ότι, η αδράνεια την οποία έδειξε η Αιτήτρια από την ημερομηνία καταχώρηση της Απάντησης μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης λαμβάνεται ως αποδοχή της εκπρόθεσμης καταχώρησης της Απάντησης. 13. Επίσης, η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να καταχωρήσει την Αίτηση μέχρι και 30 ημέρες μετά την παράδοση της κλήσης για οδηγίες αλλά δεν το έπραξε. Αντίθετα, καταχώρησε Παράρτημα Τύπου 25, στο οποίο δεν σημείωσε οτιδήποτε περί του αιτήματος διαγραφής της Απάντησης, εμφανίστηκε μέσω των δικηγόρων της την 21/12/2019 και μετά από σχεδόν ένα μήνα καταχωρήθηκε η επίδικη Αίτηση. Όλα αυτά τα διαβήματα, εμποδίζουν την Αιτήτρια να καταχωρήσει την Αίτηση στο παρόν στάδιο. 14. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι, η Αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει χρόνο από το Δικαστήριο για την καταχώρηση της Αίτησης, εφόσον δεν συμπεριέλαβε το αίτημα της στο προαναφερθέν παράρτημα. 15. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι, η Αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά για αλλότριους σκοπούς. 16. Έτι δε πλέον, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης δημιουργεί ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση δια το λόγο ότι δεν είχαν την ευκαιρία να καταχωρήσουν αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης πριν την ημερομηνία εμφάνισης για την κλήση για οδηγίες, διότι δεν γνώριζαν ότι, η Αιτήτρια θα πρόβαλλε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης. 17. Περαιτέρω, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης, είναι δικαιολογημένη. Οι Καθ' ων η αίτηση ήθελαν να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι συνεχίζεται η παραβίαση των δικαιωμάτων των, παρουσιάζοντας ότι, τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της αγωγής η Αιτήτρια μετέδιδε μουσική, τα δικαιώματα της οποίας κατέχουν οι Καθ' ων η αίτηση. 18. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια προβάλει διάφορους ισχυρισμούς στην Αίτηση της. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί όμως δεν δύναται να προβληθούν στο σώμα της Αίτησης. Παρόλο που επιτρέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η καταχώρηση της Αίτησης χωρίς ένορκη δήλωση, σε περίπτωση που η Αιτήτρια ήθελε να προβάλει κάποιους ισχυρισμούς, όφειλε να τους συμπεριλάβει σε ένορκη δήλωση και να αντεξετασθεί επί τούτων, νοουμένου ότι, οι Καθ' ων η αίτηση και το Δικαστήριο το θεωρούσαν πρέπον. 19. Λόγου χάρη, η Αιτήτρια ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Παράγραφος 4 (α) η καθυστέρηση προκαλεί αδικία στην Εναγόμενη καθώς η Ενάγουσα άδραξε την ευκαιρία να μην ζητήσει άδεια για παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο και με αυτό το χρόνο να καρπωθεί επιπλέον χρόνο ώστε να είναι σε θέση να προχωρήσει στην σύνταξη της Απάντησης στην Υπεράσπιση (β) να προχωρήσει την ίδια μέρα σε κλήση για οδηγίες με σκοπό να αποτρέψει από την Εναγόμενη το δικαίωμα να εγείρει το θέμα νωρίτερα. Παράγραφος 6 (γ) όσα αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας στην παράγραφο 9 δεν προκύπτουν από ισχυρισμούς ή γεγονότα ή αξιώσεις που αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά αποτελούν νέους μη σύμφωνους ή ασυμβίβαστους ισχυρισμούς ή νέες αξιώσεις που έπρεπε να αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Παράγραφος 7 (δ) οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν παρά να χαρακτηρισθούν ως άσχετοι, μη αναγκαίοι και σκανδαλώδεις, οι οποίοι τείνουν να προκαταβάλουν, να περιπλέξουν ή να καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. (ε) δεν απαντούν στην Έκθεση Υπεράσπισης ως προφασίζεται η Ενάγουσα στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αλλά προσθέτουν (νέες) αξιώσεις στερώντας το δικαίωμα στην Εναγόμενη να τοποθετηθεί δικογράφως. Παράγραφος 8 (στ) Εάν η Ενάγουσα επιθυμούσε την προσθήκη στοιχείων και/ή ισχυρισμών ή και αξιώσεων θα έπρεπε να προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και όχι να εντάξει νέους ασυμβίβαστους ισχυρισμούς στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ατιμώνοντας τον ρόλο του δικογράφου της «Απάντησης στην Υπεράσπιση» και θέτοντας σε δυσχέρεια την Εναγόμενη. 20. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ισχυρισμούς μέσω των οποίων προβάλλονται οι θέσεις της Αιτήτριας και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν γεγονότα που προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να προβάλει τις θέσεις αυτές θα έπρεπε να το πράξει μέσω ένορκης δήλωσης. Αντιθέτως, φαίνεται ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να περάσει τη δική της θέση χωρίς ένορκη δήλωση η οποία θα μπορούσε να αντικρουστεί. 21. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, η Απάντηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα. Παρόλα αυτά, ουδεμία εξήγηση προσφέρεται στην Αίτηση ή τουλάχιστον τέτοια εξήγηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, εφόσον δεν περιλαμβάνεται σε ένορκη δήλωση, ως προς τον τρόπο που η εκπρόθεσμη καταχώριση της Απάντησης αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, οτιδήποτε κτιστεί πάνω της θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό. 22. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει οιαδήποτε ζημιά, ειδικότερα για το λόγο ότι, η Απάντηση απλά αντικρούει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και δεν εισάγει οιαδήποτε νέα βάση αγωγής ή ισχυρισμό. Είναι καθ' όλα επιτρεπτό να προβληθούν κάποια γεγονότα που αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην Υπεράσπιση. 23. Ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι, η Απάντηση είναι εκπρόθεσμη, δύναται να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 24. Επίσης, η οιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Απάντησης, δεν δημιουργεί οιαδήποτε ζημιά στην Αιτήτρια. 25. Ακόμη και η καθυστέρηση την οποία υπέδειξαν οι Καθ' ων η αίτηση στην καταχώρηση της Απάντησης οφείλεται στην εκτενή Υπεράσπιση την οποία καταχώρησε η Αιτήτρια και στο γεγονός ότι έπρεπε να μελετηθούν τα ζητήματα τα οποία εγείρονται ώστε να τοποθετηθούν ορθώς. 26. Παρ' όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δεν φαίνεται πουθενά ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση δικογράφου την φέρνει σε δυσμενή θέση. Άλλωστε πρόκειται για απλή παρατυπία η οποία δεν καθιστά το δικόγραφο άκυρο. Αντιθέτως, σε περίπτωση διαγραφής της Απάντησης θα παραμείνουν σοβαρά ζητήματα τα οποία εγείρονται στην Υπεράσπιση αναντίλεκτα και οι Καθ' ων η αίτηση θα χάσουν το δικαίωμά τους να προβάλουν τις δικές τους θέσεις. 27. Ειλικρινά πιστεύω ότι Αίτηση γίνεται για αλλότριους σκοπούς, πιθανότατα για να μην φανούν οι αναληθείς ισχυρισμοί της Αιτήτριας όπως αυτοί παρατίθενται στην Υπεράσπισή της. 28. Σημειώνουμε ότι, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της Αίτησης καθότι, παρέλειψε να συμπεριλάβει στο Παράρτημα, Τύπο 25, ότι επιθυμεί να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού ή διαγραφής της Απάντησης στην Υπεράσπιση ή μέρους αυτής. Κατά συνέπεια, δεν εδικαιούτο να καταχωρήσει την Αίτηση ή να ζητήσει χρόνο από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει την Αίτηση. 29. Αξίζει να τονιστεί ότι, μετά την καταχώρηση της Απάντησης, ήτοι την 17/10/2018, η Αιτήτρια καταχώρησε Παράρτημα Τύπου 25, στη συνέχεια εμφανίστηκε στα πλαίσια της κλήσης για οδηγίες και εν τέλει την 7/1/2019, καταχώρησε την Αίτηση. Όλα αυτά τα θετικά διαβήματα στη διαδικασία, εμποδίζουν την Αιτήτρια να ζητάει τη διαγραφή της Απάντησης. 30. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση μας ότι η Απάντηση δεν περιέχει νέους ισχυρισμούς ή νέα γεγονότα συνεπώς δεν υπάρχει σημαντικός λόγος που να δικαιολογεί τη διαγραφής της. Μέσω της Απάντησης απαντώνται απλώς οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης της Αιτήτριας. 31. Τέλος επί τούτου, η Αιτήτρια δεν απέδειξε, ως όφειλε, ότι, το περιεχόμενο της Απάντησης της προκαλεί οιαδήποτε βλάβη ή την θέτει εις δύσκολη θέση ή ότι θα καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης με οιονδήποτε τρόπο ή ότι είναι άσχετο με την υπόθεση ή αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Στην απουσία αυτής της αιτιολογίας, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 32. Επανερχόμενοι στην παράγραφο 9 της Απάντησης, την οποία η Αιτήτρια ζητάει τη διαγραφή της, αυτή δεν περιέχει νέους ισχυρισμούς ή νέες αξιώσεις ή νέες θέσεις, ούτε τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης με οιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Απάντησης, οι Καθ' ων η αίτηση αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι δήθεν δεν μετέδιδε μουσική χωρίς την έγκριση των και με επιπρόσθετα γεγονότα αποδεικνύουν την συνεχή παραβίαση των δικαιωμάτων των που υφίσταται και αποτελεί αιτία αγωγής που περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης. 33. Συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η αίτηση, στην παράγραφο 9 της Απάντησης των, αντικρούουν τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισής της Αιτήτριας, ότι, δήθεν δεν προβαίνει σε μετάδοση ηχογραφήσεων ή και οπτικοποιημένων ηχογραφήσεων (στο εξής «τα Έργα») και ότι από τον Οκτώβριο του 2015 χρησιμοποιεί μουσική στην οποία δεν περιέχονται πνευματικά δικαιώματα (βλ. παρ. 3 και 6α Υπεράσπισης). 34. Προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών, οι Καθ' ων η αίτηση παραθέτουν στην παράγραφο 9 της Απάντησης καταγραφές οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί μη μετάδοσης των Έργων είναι ψευδής και ότι ουδέποτε έπαψαν να προβαίνουν στην εκμετάλλευση των Έργων. 35. Επομένως, κανένα νέο γεγονός ή ισχυρισμός προστίθεται μέσω της Απάντησης. Αυτή η θέση τους άλλωστε βρίσκεται δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης όπου οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι η Αιτήτρια προέβη και προβαίνει στην εκμετάλλευση των Έργων (βλ. παράγραφος 3 και 10 Έκθεσης Απαίτησης). Συνεπώς οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9 δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστοι με την Έκθεση Απαίτηση ούτε προσθέτουν νέες αξιώσεις. Αντιθέτως οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9 της Απάντησης επισημαίνουν για άλλη μια φορά ότι η Αιτήτρια παραβίασε και συνεχίζει να παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. 36. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9 και γενικότερα της Απάντησης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρούνται ως άσχετοι και μη αναγκαίοι. Αντιθέτως αφορούν άμεσα το επίδικο ζήτημα της Αγωγής, το οποίο είναι φυσικά η χρήση των Έργων των μελών των Καθ' ων η αίτηση και η παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων που αντιπροσωπεύουν οι Καθ' ων η αίτηση είναι απαραίτητοι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία. 37. Οι εν λόγω ισχυρισμοί ουδόλως περιπλέκουν ή προκαταβάλλουν ή καθυστερούν την εκδίκαση της αγωγής παρά μόνο αντικρούουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην Υπεράσπιση. Δεν εγείρεται άλλωστε άλλο θέμα πέραν του γεγονότος ότι η Αιτήτρια παραβιάζει συνεχώς τα πνευματικά δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, κάτι που ήδη έχει αναφερθεί επανειλημμένα. 38. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν δίκαιο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης οι Καθ' ων η αίτηση να στερηθούν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ειδικά όταν εγείρονται τόσο σημαντικά ζητήματα όπως το κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση έχουν δικαίωμα λειτουργίας στη Κυπριακή Δημοκρατία και αν πράγματι παραβιάζονται τα πνευματικά δικαιώματα των. 39. Τυχόν διαγραφή της Απάντησης θα έφερνε τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που ισχυρίζεται ότι βρίσκεται η Αιτήτρια λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της Απάντησης. Μέσω της Υπεράσπισής εγείρονται ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται από τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Τέτοια ζητήματα αφορούν μεταξύ άλλων τα δικαιώματα των μελών τους τα οποία εκπροσωπούν, το δικαίωμα και τον τρόπο λειτουργίας των Καθ' ων η αίτηση εντός της Δημοκρατίας και την εγγραφή τους στο Μητρώο της Αρμόδιας Αρχής. 40. Στην απουσία της Απάντησης, οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται το δικαίωμα να τοποθετηθούν και να προβάλουν τις θέσεις τους επί των νέων ζητημάτων τα οποία εγείρονται στην Υπεράσπιση και τα οποία, επαναλαμβάνω δεν καλύπτονται από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. 41. Τούτων λεχθέντων, η παράγραφος 9 της Απάντησης συμμορφώνεται πλήρως με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και απαντάει στους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και είναι απαραίτητη. 42. Διαγραφή της Απάντησης και ειδικότερα της παραγράφου 9 της Απάντησης, θα φέρει τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενή θέση και δεν θα μπορούν να τοποθετηθούν επί των ισχυρισμών της Αιτήτριας στην Υπεράσπιση όπου εγείρονται σοβαρά ζητήματα επί των επίδικων θεμάτων. 43. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια δεν εξηγεί με ποιο τρόπο επηρεάζεται η Υπεράσπιση της, εφόσον αρνείται στην παράγραφο 3 αυτής ότι μετέδιδε μουσική, τα δικαιώματα της οποίας ανήκουν στους Καθ' ων η αίτηση. 44. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι την απόρριψη της αίτησης και την επιδίκαση των εξόδων υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.». Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης με την παράδοση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων εκατέρωθεν προς το Δικαστήριο. Ουδεμία αίτηση αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων καταχωρήθηκε προηγουμένως. Έχω μελετήσει την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και αποφαίνομαι συναφώς πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Επί της διαδικασίας / δικονομίας. Αρχίζω από το κατά πόσον χωρεί εξέτασης η υπό κρίση αίτηση. Ήταν η εισήγηση της Ενάγουσας - Καθ'ης η αίτηση ότι η αίτηση δεν χωρεί εξέτασης επειδή το αιτητικό της δεν είχε συμπεριληφθεί στο Παράρτημα τύπου 25 που καταχώρησε η Εναγόμενη. Απεναντίας, ήταν η θέση της Εναγόμενης - Αιτήτριας ότι η ίδια υπέδειξε εξ αρχής στο Παράρτημα τύπου 25 ότι είχε πρόθεση να εγείρει αίτημα, άλλο από αυτά που αναφέρονται στο εν λόγω Παράρτημα. Παρατηρώ, κατ' αρχάς, ότι, το τί υπάρχει καταγραμμένο σε ένα έντυπο όπως είναι το παράρτημα τύπου 25 αποτελεί πραγματικό γεγονός το οποίο διαπιστώνεται στην όψη του περιεχομένου του εν λόγω Παρατήματος. Εν προκειμένω, το πρωτότυπο κείμενο του Παρατήματος τύπου 25 που καταχώρησε η Εναγόμενη στις 31.10.2018 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχ. Δικ. Λ/σιας έχει την ένδειξη «√» στο σημείο αρ. 10 το οποίο τιτλοφορείται «Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω». Δεν αναγράφεται οποιαδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια ή περιγραφή για το εν λόγω «άλλο αίτημα». Προτού αποφανθώ αναφορικά με το αν ο πιο πάνω τρόπος συμπλήρωσης του Παραρτήματος τύπου 25 ήταν ορθός, προκειμένου να μπορεί να ακουσθεί τώρα επί του αιτήματος που περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση, κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ στο θεσμικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταχώρισης του επίδικου παραρτήματος, ήτοι κατά ή περί τις 31.10.2018. Σημειώνω, λοιπόν, ότι από 1/1/2016 εφαρμόζεται στην Πολιτική Δικονομία της Κύπρου η τροποποιημένη Δ.30 ανεξαρτήτως κλίμακας της αγωγής. Αναφορικά με το υπό κρίση αίτημα, θεωρώ κατάλληλο να λάβω υπόψη μου όσα προβλέπονται στην Δ.30, θ.1 (α)(β), θ.3, θ.4, θ.9 τα οποία και παραθέτω πιο κάτω. 1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. 3. (α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου 25: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων, ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση. (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής: Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα. 4. Τηρουμένων των προνοιών του Κανονισμού 3 ανωτέρω, το Δικαστήριο καθορίζει ταυτόχρονα με την έκδοση των οδηγιών ή των διαταγμάτων, το χρόνο εντός του οποίου ο κάθε διάδικος θα συμμορφωθεί με τις οδηγίες ή τα διατάγματα που θα εκδώσει επί των θεμάτων που καθορίζονται στο Παράρτημα, ορίζει δε αμέσως την υπόθεση για έκδοση οδηγιών ως προς τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο. 9. Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) την εκδίκαση της υπόθεσης το ταχύτερο δυνατό (β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων (γ) τη διάσωση ή το μετριασμό των εξόδων (δ) τη διαχείριση της υπόθεσης κατ' αναλογία προς: (
  2. i)το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς (
  3. ii)τη σπουδαιότητα της (iii) το περίπλοκο των εγειρόμενων θεμάτων, πραγματικών ή νομικών. Το τυποποιημένο Παράρτημα Τύπος 25 περιέχει Πίνακα όπου οι διάδικοι προσδιορίζουν τα αιτήματα επί των οποίων ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει ανάλογες οδηγίες. Τα σημεία 1 έως 9 του εν λόγω Παραρτήματος αναφέρονται σε αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες (βλ. Δ.19, θ.6), αποκάλυψη και επιθεώρηση (βλ. Δ.28), παραδοχές (βλ. Δ.24), συνένωση (βλ. Δ.14), ασφάλεια εξόδων (βλ. Δ.60), ανταλλαγή εγγράφων (βλ. Δ.33, 38), διαιτησία (βλ. Δ.49), έξοδα (βλ. Δ.59). Το σημείο 10 είναι αυτό που αναφέρει στο Παράρτημα «10. Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω». Είναι προφανές ότι για να εισαχθεί εξ αρχής το σημείο 10 στο παράρτημα, ο συντάκτης της Δ.30 είχε στόχο να μην καθορίζει εξαντλητικά τα ζητήματα για τα οποία θα είχε δικαίωμα ένας διάδικος να ζητήσει από το Δικαστήριο οδηγίες. Εκείνο, όμως, που προβλέφθηκε με την επιφύλαξη της Δ.30, θ.3 (β), είναι ότι, αν ο διάδικος παρέλειπε να συμπληρώσει στο Παράρτημα τα όποια αιτήματα του για οδηγίες, δεν θα είχε στη συνέχεια δικαίωμα να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που δεν προσδιοριζόταν στο Παράρτημα. Το κατά πόσον θα έπρεπε να δίδονται λεπτομέρειες του άλλου αιτήματος ή αν αρκούσε να σημειωθεί η πρόθεση έγερσης άλλου αιτήματος και να δοθούν οι λεπτομέρειες αυτού κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, είναι ζήτημα που θα πρέπει να ερμηνεύεται δικαστικά, με βάση πάντοτε την εξυπηρέτηση του καλώς νοούμενου συμφέροντος της δικαιοσύνης. Πάντως, κατά την κρίση μου το ότι αίτημα που εδράζεται στη Δ.19, θ.26, ή στη Δ.64, δεν συγκαταλέγεται σε αυτά που ρητά κατονομάζονται στο τυποποιημένο Παράρτημα ή και στις διαταγές που απαριθμούνται στη Δ.30, θ.3(β), δεν αποκλείει άνευ ετέρου τη δυνατότητα ενός διάδικου να εγείρει «άλλο αίτημα», στηριζόμενος στις Διαταγές αυτές. Κρίνω πως, σε περίπτωση που εγερθεί τέτοιο άλλο ζήτημα, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να ακούσει αμφότερους τους διαδίκους ως προβλέπεται στην επιφύλαξη της Δ.30, θ.3(α) και να εκδώσει οδηγίες δυνάμει της Δ.30, θ. 4, νοουμένου ότι κρίνει τούτο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα κριτήρια που απαριθμούνται στην πιο πάνω παρατεθείσα Δ.30, θ.9. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι αιτήματα για οδηγίες που παραδοσιακά υποβάλλονταν με δια κλήσεως αιτήσεις πριν την θεσμοθέτηση της νέας Δ.30, φαίνεται ότι πλέον, και ανεξάρτητα από τις διατάξεις της Δ.48, δεν απαιτείται, εφόσον καλύπτονται από το παράρτημα, να συνοδεύονται με ξεχωριστή γραπτή αίτηση ή και ένορκη δήλωση, εκτός αν το Δικαστήριο ασφαλώς το διατάξει. Το παράπονο της Ενάγουσας περί καθυστέρησης της Εναγομένης να καταχωρίσει αίτηση δια κλήσεως με αιτητικά ως αυτά της υπό κρίση τώρα αίτησης, θα πρέπει συνεπακόλουθα να κριθεί υπό το φακό της νέας πραγματικότητας που καθιερώνει η Δ.30. Στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει από τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 21.12.2018 ενώπιον του αδελφού Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης σε στάδιο πρώτης εμφάνισης των συνηγόρων αναφορικά με την Κλήση Οδηγιών, ότι ο συνήγορος της Εναγόμενης εξήγησε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το «άλλο αίτημα» που επιθυμούσε να προωθήσει, ως είχε προδιαγράψει στο σημείο 10 του Παραρτήματος που καταχώρησε στις 31.10.2018, αφορούσε στο γεγονός ότι το δικόγραφο της Απάντησης είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και περιείχε ισχυρισμούς που δεν περιέχονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου ο εν λόγω συνήγορος της Εναγόμενης για να προβεί στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα. Δεν υπήρξε ένσταση τότε από το συνήγορο της Ενάγουσας. Ορίστηκε η υπόθεση από το Δικαστήριο στις 19.2.2019 για οδηγίες, με σκοπό να έχει το χρόνο η Εναγόμενη να καταχωρήσει γραπτώς το δικονομικό διάβημά της. Καταχώρησε πράγματι η Εναγόμενη την υπό κρίση αίτηση στις 17.1.2019, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, η οποία και ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο την 1.3.2019. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να αιτηθούν από κοινού οι συνήγοροι της Ενάγουσας και της Εναγομένης ν' ακουσθεί κατά προτεραιότητα η εν λόγω αίτηση την 1.3.2019, αντί να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες κατά τη δικάσιμο ημερ. 19.2.2019 που ήταν ορισμένη για οδηγίες η υπόθεση. Μιλά αφ' εαυτού το πρακτικό της δικασίμου ημερ. 10.2.2019 ενώπιον του αδελφού Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Κρίνω ότι, υπό το φως των όσων καταγράφονται στα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 21.12.2018 και 19.2.2019, η πλευρά της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς και των δηλώσεων του συνηγόρου της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις εν λόγω δύο δικασίμους, από το να εγείρει τώρα ένσταση ότι η αίτηση ημερ. 17.12019 δεν μπορεί να ακουσθεί διότι δήθεν αφορά σε αίτημα που δεν είχε συμπεριληφθεί στο Παράρτημα Τύπος 25. Τέτοια ένσταση δεν είχε εγείρει ούτε στις 21.12.2018, όταν θα μπορούσε για πρώτη φορά να ενστεί, ούτε στις 19.2.2019 όταν είχε για δεύτερη φορά την ευκαιρία να το πράξει. Αντί τούτου, συναίνεσε στο να εξετασθεί κατά προτεραιότητα η υπό κρίση αίτηση ημερ. 17.1.2019. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι εφόσον η Εναγόμενη επεσήμανε και προδιάγραψε στο σημείο 10 του Παραρτήματος Τύπου 25 ότι είχε κάποιο «άλλο αίτημα» να εγείρει και εφόσον αναφέρθηκε ρητά σε αυτό κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στην κλήση για οδηγίες ζητώντας ρητά άδεια και χρόνο από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει γραπτώς το διάβημά της, η δική της συμπεριφορά δεν μπορεί να εξισωθεί με τη συμπεριφορά που περιγράφεται στη Δ.30

(3)(β), δηλαδή ενός διάδικου που δεν συμπληρώνει το Παράρτημα ή/και δεν επιθυμεί να λάβει οδηγίες από το Δικαστήριο επί οποιουδήποτε άλλου θέματος. Με το πιο πάνω σκεπτικό καταλήγω να κρίνω ότι δεν ευσταθεί ο λόγος ένστασης περί του ότι δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή του αιτήματος διαγραφής της Απάντησης ή μέρους αυτής. Επί της ουσίας των αιτητικών. Κατ' αρχάς, καθίσταται σαφές από την ίδια τη διατύπωση των αιτητικών της αίτησης ότι ο λόγος που προβάλλεται για διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της Απάντησης αφορά στο ότι αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς ν' αποταθεί η Ενάγουσα στο Δικαστήριο προηγουμένως για άδεια παράτασης χρόνου καταχώρισης της Απάντησης (βλ. το αιτητικό «Γ»). Κατά τα άλλα, ο λόγος που χαρακτηρίζεται ως άσχετη, μη αναγκαία και ενοχλητική η Απάντηση αφορά στο περιεχόμενο της παραγράφου 9 του εν λόγω δικογράφου (βλ. το αιτητικό «Β»). Το αιτητικό «Α» είναι αυτό που δεικνύει κατ' ουσίαν ότι η ορθή δικονομική πορεία, εάν η Ενάγουσα ήθελε να εισάξει ισχυρισμούς ως αυτούς που περιέχει η παρα. 9 της Απάντησης, εφόσον πρόκειται για νέους ισχυρισμούς, θα ήταν να ζητήσει άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Καθίσταται προφανές ότι το αιτητικό «Γ» έχει ως νομική βάση της Δ.64, ενώ τα αιτητικά «Α» και «Β» έχουν ως νομική βάση τη Δ.19, θ.26 Αναφορικά με τον αιτούμενο παραμερισμό της Απάντησης ως παράτυπης δυνάμει της Δ.64. Αρχίζω εξετάζοντας το αιτητικό «Γ» της αίτησης, που είναι και το πιο δραστικό, ήτοι της διαγραφής ολόκληρης της απάντησης, στη βάση της Δ.64. Είναι γεγονός ότι η Δ.21, θ.14
(1)προβλέπει ότι «Όπου ο Ενάγοντας επιθυμεί να παραδώσει απάντηση, θα πρέπει να καταχωρήσει και παραδώσει αυτή εντός 7 ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης». Από την άλλη, η Δ.57,θ.2 χορηγεί στο Δικαστήριο την εξουσία να επεκτείνει το χρόνο παράδοσης δικογράφου που καθορίζεται στους θεσμούς και επιτρέπει μάλιστα τέτοια επέκταση να διαταχθεί δικαστικά παρ' όλον που η αίτηση για το σκοπό αυτό θα έχει γίνει μετά τη λήξη του χρόνου που ορίσθηκε στους θεσμούς για την παράδοση του δικογράφου. Απλώς τα έξοδα τέτοιας αίτησης θα καταβάλλονται από τον διάδικο που υποβάλλει τέτοια αίτηση παράτασης χρόνου, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συγχρόνως, η Δ.64, θ. 1 προβλέπει ότι «Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με το χρόνο [.] σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο [...] σε αυτή». Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 3.9.2018 και δόθηκε αυθημερόν προς τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Επίσης, πάντα με βάση τα στοιχεία του φακέλου, η Απάντηση της Ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 17.10.2018, χωρίς να φαίνεται σε πρακτικό του Δικαστηρίου να ζητήθηκε προηγουμένως είτε προφορικά είτε με γραπτή αίτηση άδεια παράτασης χρόνου καταχώρησης της Απάντησης δυνάμει της Δ.57, θ.
  1. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι η Έκθεση Υπεράσπισης είχε παραληφθεί από την Ενάγουσα στις 19/9/2018 (όπως διατείνεται ο συνήγορός της στην γραπτή του αγόρευση) και όχι στις 3.9.2018, πάλιν θα ήταν εκπρόθεσμη η καταχώρισή της στις 17.10.
  2. Επομένως, η εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης την καθιστά πράγματι παράτυπη, πλην όμως δεν καθιστά άκυρο το έγγραφο ή τη διαδικασία της αγωγής, εκτός εάν ζητηθεί ο παραμερισμός της διαδικασίας ή του εγγράφου αυτού δυνάμει της Δ.64, θ.2 «μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα». Ως προς τούτο, η Εναγόμενη εύλογα επισημαίνει ότι λόγω του ότι την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η Απάντηση, η Ενάγουσα καταχώρησε αυθημερόν την Κλήση για οδηγίες, το πρώτο διάβημα που λαμβάνει η Εναγόμενη στο πλαίσιο της μετέπειτα διαδικασίας είναι ακριβώς το αίτημα παραμερισμού της Απάντησης το οποίο αίτημα εντάσσεται στο πλαίσιο του σημείου 10 του Παρατήματος Τύπου 25, όπως εξήγησε και προφορικά κατά την πρώτη εμφάνισή της στο Δικαστήριο στις 21.12.
  3. Επομένως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι έδρασε εντός ευλόγου χρόνου, με την πρώτη ευκαιρία η Εναγόμενη για να αιτηθεί το παραμερισμό της Απάντησης δυνάμει της Δ.64, θ.2.. Κατά συνέπεια χωρεί εξέτασης το αίτημα της Εναγομένης δυνάμει της Δ.64, θ.θ.2,
  4. Επιπλέον, επισημαίνω ότι ένα τέτοιο αίτημα απαιτείται να υποβάλλεται δια κλήσεως, αλλά δεν απαιτείται να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, «αν η αντικανονικότητα εμφαίνεται στο φάκελο της διαδικασίας» (βλ. τη Δ.48,θ.9,(u)), όπως συμβαίνει εν προκειμένω στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, το ότι εδώ οι λόγοι για τους οποίους η Εναγόμενη εισηγείται αντικανονικό το έγγραφο της Απάντησης δεν αναγράφονται σε ξεχωριστή ένορκη δήλωση, δεν καθιστά αντικανονική την αίτηση για παραμερισμό της Απάντησης. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το κατά πόσον θα κριθεί επιτυχής η αίτηση παραμερισμού της Απάντησης, λόγω παράλειψης καταχώρισης της Απάντησης εμπρόθεσμα ή/και λόγω αντικανονικότητάς της ως εκπρόθεσμης. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Γιώργος Φαλέκκος ν Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας - είτε να παραμερίσει τη διαδικασία / το παράτυπο έγγραφο, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων το ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, Landbroke Group Plc κ.ά. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προμνησθείσα Γιώργος Φαλέκκος ν Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, ακόμη και αν δεν έχει αποταθεί στο δικαστήριο ο υπαίτιος διάδικος για άρση της παρανομίας. Το Εφετείο υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521, 522, όπου είχε ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64, ως εξής: «
  1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".». Ένα τέτοιο Διάταγμα, κρίθηκε ότι μπορεί να είναι το Διάταγμα απαλλαγής της διαδικασίας από την παρατυπία. Στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε αναντίλεκτα καθυστέρηση στην καταχώριση της Απάντησης από πλευράς Ενάγουσας, αλλά δεν έχω πεισθεί, από όλα όσα προτάσσει η πλευρά της Εναγόμενης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι η Εναγόμενη κινδυνεύει να υποστεί πασιφανή αδικία αν επιτραπεί δικαστικά άρση της παρατυπίας με την έκδοση Διατάγματος, ώστε να θεωρηθεί έστω και σε αυτό το στάδιο εμπρόθεσμη η Απάντηση. Απεναντίας, κρίνω ότι ευσταθεί η θέση της ενόρκως δηλούσας κας Β. Χάμπα που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασης της Ενάγουσας ότι (βλ. παρα. 26 της Ε/Δ της), «σε περίπτωση διαγραφής της Απάντησης, θα παραμείνουν σοβαρά ζητήματα τα οποία εγείρονται στην Υπεράσπιση αναντίλεκτα και οι Καθ'ων η αίτηση θα χάσουν το δικαίωμά τους να προβάλουν τις δικές τους θέσεις». Λαμβάνω υπόψη ότι η Ενάγουσα έδωσε κάποια εξήγηση στην παρα. 25 της Ε/Δ της κας Β. Χάμπα για την καθυστέρηση που σημείωσε στην καταχώρηση της Απάντησης, ήτοι ότι ήταν εκτενής η Υπεράσπιση και ότι ήγειρε ζητήματα τα οποία έπρεπε να μελετηθούν για να τοποθετηθεί ορθώς η Ενάγουσα. Ως προς τούτο, κρίνω ότι πράγματι η Έκθεση Υπεράσπισης ήγειρε σωρεία νομικών και πραγματικών σημείων, που έχρηζαν ρητής απάντησης, όπως, μεταξύ άλλων, το ότι։ Η Ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία η οποία δεν τήρησε τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  6. Η Ενάγουσα δεν έχει εγγραφεί ως όφειλε στα Μητρώα της Αρχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων σύμφωνα με το Ν. 66(Ι)/2017, άρθρο 11
(2)και άρα δεν νομιμοποιείται να ζητά αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα εγκαθιδρύθηκε βάσει του Νόμου 2121/93 της Ελληνικής Δημοκρατίας ο οποίος προστατεύει τα δικαιώματα των παραγωγών ως «συγγενικά δικαιώματα», ενώ στην αγωγή αξιώνει αποζημιώσεις για τα δικαιώματα των παραγωγών που προστατεύονται από το Ν. 59/76της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγμα για το οποίο δεν νομιμοποιείται. Ότι η Ενάγουσα δεν έχει έγκυρη και ισχυρή πληρεξουσιότητα ή/και μεταβίβαση σχετικής εξουσίας από τους δικαιούχους. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδώσω Διάταγμα για απαλλαγή της διαδικασίας από την παρατυπία που σχετίζεται με την παράλειψη της Ενάγουσας να καταχωρήσει την Απάντησή της εντός της προθεσμίας των 7 ημερών από την παράδοση σε αυτήν της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης και να αποδεχθώ ως εμπρόθεσμη την καταχωρηθείσα, στις 17.10.2018, Απάντηση. Αναφορικά με τη διαγραφή της Απάντησης ή της παρα. 9 αυτής δυνάμει της Δ.19, θ.26. Η Δ.19 θ.26 ορίζει ότι: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σύμφωνα με τη Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (σχετική είναι η υπόθεση Mavromoustaki ν. Veroudis
(1965)1 CLR, 176, 184). Στο Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Δ.19 θ.27, και στην υπόθεση Knowles ν. Roberts 38 Ch.D.270, αναφέρεται ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δε θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφά τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας։ "....... the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law;...." Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί διαγραφή, (σχετική είναι η υπόθεση Vector Onega A.G. V. του πλοίου M/V Girras
(2000)1 (Α) ΑΑΔ. 16)։ "Με όλα αυτά υπόψη υιοθετούμε βασικά τις σκέψεις και τους λόγους του πρωτόδικου δικαστή για απόρριψη του αιτήματος. Πράγματι, το δικόγραφο περιττολογεί σε ορισμένα σημεία. Πλατειασμός όμως που δεν οδηγεί σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Το δικόγραφο, παρόλο που είναι μακρό, φαίνεται να εκθέτει γεγονότα που διαπλέκονται με το φάσμα των απαιτήσεων της ενάγουσας. Για παράδειγμα, η αξίωση της που αφορά τη δαπάνη επισκευής, που εμφανίζεται και ως αυτοτελής, δεν μπορεί να αφήσει έξω από την εικόνα το φάσμα των σχέσεων των διαδίκων μεταξύ τους καθώς και με την αλλοδαπή εταιρεία και τη νέα οντότητα. Ούτε μπορεί σε αυτό το στάδιο να αποκλεισθεί η ενάγουσα να θέσει την εκδοχή της αναφορικά με το αποτέλεσμα των συμφωνιών.". Στην υπόθεση Christie ν. Christie L.R. 8 Ch. 503, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες, κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Wellington ν. Loring 6 Q.B.D. 196, αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δε θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London ν. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρεται με καθαρότητα στη σελ. 147 στο Σύγγραμμα των Bullen & Leake, "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 44։ "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή, χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Από την άλλη, η διαγραφή ενός ολόκληρου δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όπου αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd.
(1991)1 C.L.R. 246). Όπως διασφαλίζεται από τη Δ.19, θ.4, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το τι είναι αναγκαίο εξαρτάται από τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης, και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, η λέξη «material» («ουσιώδες») σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim». Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα «Odgers on Pleading and Practice», 11η έκδοση, σελ. 144, «embarrassing» σημαίνει ο ισχυρισμός να είναι τόσο άσχετος με το επίδικο θέμα, που η παραμονή του στο δικόγραφο θα προκαλούσε αχρείαστα έξοδα και θα επηρέαζε τη δίκη περιπλέκοντας τους διαδίκους σε μια διαφορά και μια διαφωνία που είναι εντελώς έξω από τα αυστηρά επίδικα θέματα. Πάντως, δικονομικά, η αίτηση διαγραφής της παρα. 9 της Απάντησης στη βάση της Δ.19, θ.26, δεν απαιτείται να συνοδεύεται από Ένορκο Δήλωση. Αυτό συνάδει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. κ. 1, και 9(j)[1], γι' αυτό κα απορρίπτω τον σχετικό λόγο ένστασης. Επί της ουσίας του αιτήματος διαγραφής της παρα. 9, η αφετηρία της συζήτησης θα πρέπει να είναι η Έκθεση Απαίτησης (Ε/Α). Εντοπίζω τα εξής δικογραφηθέντα εν σχέση προς το παράπονο της Ενάγουσας για το οποίο καταχώρησε την παρούσα αγωγή։ Παρα. 3 της Ε/Α։ «Η [Ενάγουσα] εταιρεία έχει υπό τη διαχείρισή της τα καταστήματα και/ή τις υπεραγορές υπό την ονομασία «METRO SUPERMARKETS» και/ή «METRO» και/ή υπεραγορές οι οποίες μεταδίδουν μουσική χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας (στο εξής «οι Υπεραγορές»).». Παρα. 10 της Ε/Α։ «Εξ όσον διαφάνηκε από τις καταγραφές στις οποίες προέβησαν οι Ενάγοντες και/ή οι εκπρόσωποί τους, ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το 2017 και εντεύθεν, η Εναγόμενη προβαίνει στα καταστήματα και/ή υπεραγορές της σε άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του Έργου [.] χωρίς να έχει λάβει την απαιτούμενη δια του νόμου άδεια από τους Ενάγοντες και χωρίς να καταβάλει προς τους Ενάγοντες αμοιβή, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, προσβάλλοντας τα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων επί των έργων. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να δώσουν πλήρεις λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους κατά τη δικάσιμο.». Παρα. 11 της Ε/Α։ Ειδικότερα, η Εναγόμενη, μέσω των Υπεραγορών μετέδωσε σε διάφορες ημερομηνίες τα εξής Έργα των οποίων δικαιούχοι είναι τα μέλη των Εναγόντων։ {Παρατίθεται Πίνακας, όπου καταγράφεται η Επαρχία (1η στήλη), το Κατάστημα (2η στήλη), η Ημερομηνία (3η στήλη), το Τραγούδι (4η στήλη), ο Ερμηνευτής (5η στήλη) και η Δισκογραφική εταιρεία / παραγωγός (6η στήλη). Καταγράφονται εκεί λεπτομέρειες για μεταδόσεις τραγουδιών που έγιναν στις 7/2/2017, 13/2/2018, 27/4/2018, 6/2/2018, 7/2/
  1. Ακολούθως, αναφέρεται ότι «Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα να δώσουν πλήρεις λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους κατά τη δικάσιμο.». Παρα. 12 της Ε/Α։ Παραπονείται η Ενάγουσα ότι «Συνεπεία της πιο πάνω αναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της Εναγομένης, οι Ενάγοντες έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται καθημερινώς τεράστιες ζημίες και/ή η Εναγόμενη εξασφαλίζει ποσά στα οποία δεν δικαιούται.». Η Εναγόμενη τοποθετήθηκε επί των ανωτέρω παρα. 10 και 11 της Ε/Α στην παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής (Ε/Υ) της. Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο «(α)» της παρα. 7 της Ε/Υ δικογράφησε ότι «(α) Η Εναγόμενη απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί προσβολής πνευματικών δικαιωμάτων κατά τις διάφορες ημερομηνίες που αναφέρονται στον Πίνακα της παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησης.». Από την υποπαράγραφο (β) μέχρι την υποπαράγραφο (ι) της παρα. 7 της Ε/Υ, η Εναγόμενη δικογράφησε τους λόγους για τους οποίους η ίδια θεωρεί ότι δεν υφίστανται πνευματικά δικαιώματα για τα τραγούδια που μεταδόθηκαν ή/και γιατί δεν υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι υπήρχαν πνευματικά δικαιώματα. Όσον αφορά την παρα. 12 της Ε/Α, η Εναγόμενη δικογράφησε στην παρα. 8 της Ε/Υ γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς που δικογράφησε στις παρα. 1 και 2 της Ε/Υ ως προς το ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εκπροσωπεί το σύνολο του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου των εταιρειών που ισχυρίζεται ή/και δεν νομιμοποιείται να απαιτεί δικαιώματα. Με βάση τα όσα δικογράφησε στις παρα. 1 και 2 της Ε/Υ περί μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας να έχει τη δικαιοπρακτική ικανότητα να εκπροσωπεί τους παραγωγούς ή/και τους δικαιούχους δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η Εναγόμενη δικογράφησε επίσης στην παρα. 3 της Ε/Υ ότι «Η Εναγόμενη παραδέχεται την παρα. 3 της Ε/Α, πλην ότι οι υπεραγορές ή και τα καταστήματα που βρίσκονταν ή και βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης μετέδιδαν μουσική χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας και επαναλαμβάνει τις παρα. 1 και 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης». Στην Απάντηση που καταχώρησε η Ενάγουσα, τοποθετήθηκε επί όσων αναγράφονται στην παρα. 3 της Ε/Υ ως εξής (σχετική η επίμαχη παρα. 9 της Απάντησης)։ «Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Εναγομένης στην παρα. 3 της Υπεράσπισης ότι τα καταστήματα τα οποία βρίσκονται υπό τον έλεγχο της δεν προβαίνουν στη μετάδοση έργων στα οποία εμπεριέχεται πνευματικό δικαίωμα είναι ψευδής. Εξ όσον διαφαίνεται από καινούριες καταγραφές στις οποίες προέβησαν οι Ενάγοντες κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα η Εναγόμενη μετέδωσε։ [Εισήγαγε εδώ νέο Πίνακα που αναγράφει - · την Επιχείρηση / Υπεραγορά (1η στήλη), · την Ημερομηνία Εγγραφής (2η στήλη), · την Εγγραφή σε διάρκεια (3η και 4η στήλη), · το Τραγούδι (5η στήλη), · τον Καλλιτέχνη (6η στήλη), και · τη Δισκογραφική Εταιρεία (7η στήλη). Αναγράφονται στον Πίνακα τέσσερις ξεχωριστές εγγραφές που έγιναν στις 25/9/2018].». Ο συνήγορος της Εναγομένης / Αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση, εξηγεί γιατί θεωρεί άσχετα ή/και νέα εν σχέση με τα επίδικα θέματα της Ε/Α και της Ε/Υ τα όσα δικογραφήθηκαν στην παρα. 9 της Απάντησης. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην παρα. 25.1, 26 και 27, σελ. 7 της γραπτής αγόρευσής του ότι։ «25.1 Τα όσα αναφέρονται στην παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας δεν προκύπτουν από ισχυρισμούς ή γεγονότα ή αξιώσεις που αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, αλλά αποτελούν νέα γεγονότα ή και νέους μη σύμφωνους ή και ασυμβίβαστους ισχυρισμούς ή και νέα αιτία αγωγής ή και νέες απαιτήσεις που έπρεπε να αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, ώστε αφενός να γνωρίζει με ακρίβεια η Εναγόμενη το τί συγκεκριμένα τις αποδίδεται και αφετέρου να τύχουν απάντησης και σχολιασμού στην Έκθεση Υπεράσπισης από την Εναγόμενη. Αυτή είναι η ζημιά την οποία θα υποστεί η Εναγόμενη-Αιτήτρια εάν δεν διαγραφεί η παρα.9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Χρόνος (past tense)
  2. Πιο συγκεκριμένα η παρα.3 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρει ότι- «
  3. Η Εναγόμενη παραδέχεται την παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης, πλην ότι οι υπεραγορές ή και τα καταστήματα που βρίσκονταν ή και βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης μετέδιδαν μουσική χωρίς την έγκριση της Ενάγουσας και επαναλαμβάνει την παρα. 1 και 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης.»
  4. Ο χρόνος που χρησιμοποιείται από την Εναγόμενη - Αιτήτρια είναι ο αόριστος, «μετέδιδαν» (past tense), συνεπώς διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα -Καθ΄ης η Αίτηση δεν απαντά στην παρα. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως προφασίζεται στην παρα. 9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αλλά εισάγει νέα γεγονότα ή και ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να αλλοιώνει ουσιαστικά την πρωταρχική θέση της όπως είχε καταγραφεί στην Έκθεση Απαίτησης (παρα.11).». Από της άλλη, ο συνήγορος της Ενάγουσς - Καθ'ης η αίτηση λέγει στη γραπτή του αγόρευση τα εξής (βλ. παρα. 16.15 - 16.200 τα εξής꞉ «16.15 Η Αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση αναφέρει στο σώμα της Αίτησης ότι στην Απάντηση περιέχονται ισχυρισμοί αχρείαστοι, μη αναγκαίοι, σκανδαλώδεις που τείνουν να προκαταβάλουν, να περιπλέξουν ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης. Με όλο το σεβασμό, θεωρούμε ότι στη παρούσα περίπτωση ουδόλως αναφέρονται στην Απάντηση ισχυρισμοί οι οποίοι να είναι άσχετοι με το θέμα ή μη αναγκαίοι. Όλες οι παράγραφοι της Απάντησης και ειδικότερα η παράγραφος 9 για την οποία ζητείται συγκεκριμένα η διαγραφή είναι σχετικές και απλώς απαντούν στους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Ουσιαστικά, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και αυτοί με τη σειρά των, προβάλλουν το ισχυρισμό, μέσω της Απάντησης, ότι, η Αιτήτρια όχι μόνο παραβιάζει τα δικαιώματα τους, αλλά συνεχίζει να το πράττει και μετά την καταχώρηση της αγωγής και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της είναι αναληθείς. 16.16 Όπως άλλωστε φαίνεται και από τη δικογραφία, η θέση των Καθ' ων η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης είναι ότι, η Αιτήτρια προέβαινε και συνεχίζει να προβαίνει σε χρήση ηχογραφήσεων προστατευόμενων από το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς να έχει λάβει εκ των προτέρων την άδεια των δικαιούχων, ήτοι των Καθ' ων η αίτηση. Η Αιτήτρια στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται το αντίθετο, ότι δηλαδή ουδέποτε προέβη σε χρήση των ηχογραφήσεων και οι Καθ' ων η αίτηση με την Απάντησή των αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτό. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σχετικοί με το επίδικο ζήτημα και απολύτως αναγκαίοι αφού η Αιτήτρια παραβίασε και συνεχίζει να παραβιάζει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και των μελών των. 16.17 Παρομοίως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σκανδαλώδεις ή ασυμβίβαστοι με την Έκθεση Απαίτησης καθότι δεν αποτελούν εξευτελίστηκες και άσχετες κατηγορίες, ούτε δίνονται αχρείαστες πληροφορίες. Για να κριθεί ένας ισχυρισμός ως σκανδαλώδης, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το κατά πόσο θα ήταν δυνατή η προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της όλων των ισχυρισμών οι οποίοι είναι απαραίτητοί σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Είναι αναμφίβολο το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση είναι απολύτως αναγκαίοι εφόσον υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των στην Έκθεση Απαίτησης ότι, η Καθ' ης η αίτηση προβαίνει σε συνεχή εκμετάλλευση των Έργων. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που οι Καθ' ων η αίτηση αιτούνται την επιδίκαση αποζημιώσεων για τη συνεχή παραβίαση των δικαιωμάτων τους, δεν θα μπορούσαν με κανένα άλλο μέσω να προβάλουν τα σχετικά γεγονότα. 16.18 Από την άλλη, η Αιτήτρια δεν αποστερείται του δικαιώματος της να απαντήσει ούτε υφίσταται ζημιά, αφού οι θέσεις της έχουν ήδη δικογραφηθεί, αρνούμενη ότι προέβαινε ή προβαίνει σε οποιαδήποτε παραβίαση. Περαιτέρω, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, οι επίδικοι ισχυρισμοί της Απάντησης δεν περιπλέκουν ούτε τείνουν να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγές, εφόσον όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, αφορούν άμεσα στο επίδικο ζήτημα της Αγωγής που δεν είναι άλλο από τη συνεχή παραβίαση και προσβολή του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας από την Αιτήτρια. 16.19 Εάν οι Καθ' ων η αίτηση προέβαιναν σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ως η απαίτηση της Αιτήτριας, αυτό θα οδηγούσε στην τροποποίηση και της Υπεράσπισης, κάτι που θα καθυστερούσε ακόμη περισσότερο τη διαδικασία. Περαιτέρω δεν θα ήταν ούτε πρόσφορο αφού από τη στιγμή που η παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων είναι συνεχής, όπως άλλωστε φαίνεται από την Απάντηση, δημιουργείται συνεχές αγώγιμο δικαίωμα που δεν διακόπτεται με την καταχώρηση μιας αγωγής. Ως εκ τούτου, για να μπορέσουν οι Καθ' ων η αίτηση να προστατέψουν να δικαιώματα των μελών τους από τη συνεχή παραβίαση θα έπρεπε κάθε φορά που διαπιστώνεται ότι κάποιος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν προβαίνει σε χρήση των ηχογραφήσεων στην πραγματικότητα εκμεταλλεύεται επί καθημερινής βάσης τα Έργα να προβαίνουν σε καταχώρηση νέας αγωγής εναντίον του, κάτι που θα προκαλούσε περαιτέρω έξοδα και θα επιβάρυνε το Δικαστήριο να εκδικάσει ζητήματα που είναι τα ίδια και πηγάζουν από τις ίδιες πράξεις. 16.20 Τέλος επί τούτου, αξίζει να σημειωθεί ότι, εάν ακόμα και το Δικαστήριο θεωρούσε ότι ήταν αχρείαστη η τοποθέτηση των Καθ' ων η αίτηση επί συγκεκριμένων σημείων στην Απάντηση, ο ορθός τρόπος αντιμετώπισης, είναι να μην ληφθούν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης και όχι να διαγραφούν ισχυρισμοί στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, ακόμα και αν θεωρήσει ότι προβάλλονται νέες αξιώσεις, μετά που θα ακουστεί όλη η σχετική μαρτυρία, στο τέλος της διαδικασίας, θα εκδώσει απόφαση, μόνο βάσει των αξιώσεων της Έκθεσης Απαίτησης και δεν θα λάβει υπόψη εκείνο το μέρος της Απάντησης που θεωρεί ότι αποτελεί νέα απαίτηση.». Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν τοποθετήσεις. Κρίνω ότι αφετηρία της δικής μου ανάλυσης του επίδικου θέματος, θα πρέπει να αποτελέσει το νομικό βάθρο της Έκθεσης Απαίτησης. Επισημαίνω συναφώς ότι꞉ Τα παρακλητικά της Ενάγουσας και το σώμα της Έκθεσης Απαίτησης περιγράφουν ως βάση αγωγής «την παραβίαση ή/και συνεχή παραβίαση» του Ν.59/1976 λόγω προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων του παραγωγού / δημιουργού λόγω χρήσης ή μετάδοσης ή αναμετάδοσης ή/και παρουσίασης στο κοινό ηχογραφήσεων προστατευόμενων έργων χωρίς την έγκριση ή άδεια των Εναγόντων. Ο περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμος του 1976 (59/1976) προβλέπει, στο άρθρο 13 αυτού τα εξής (βλ. ειδικότερα τα εδάφια
(1)έως
(4)του εν λόγω άρθρου)꞉ «13.-
(1)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται από όποιο πρόσωπο προβαίνει, προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο να προβεί, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, στην τέλεση πράξης η οποία ελέγχεται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
(2)Το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσβάλλεται επίσης από οποιοδήποτε, ο οποίος, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, εισάγει στη Δημοκρατία ή εξάγει από τη Δημοκρατία για χρήση, εξαιρουμένης της ατομικής ή οικιακής, ή διανέμει σ' αυτήν εμπορικά ή πωλεί ή ενοικιάζει ή δανείζεται ή μεταδίδει στο κοινό ή εκπέμπει ή εκθέτει δημόσια ή με οποιοδήποτε τρόπο διαφημίζει οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο συνιστά δυνάμει του εδαφίου
(1)προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.
(3)Σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας - (α) θεωρείται ότι έργο προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει τούτο ως επίδικο θέμα· (β) οποτεδήποτε η ύπαρξη του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εγείρεται ως επίδικο θέμα, ο ενάγοντας θεωρείται δικαιούχος του απαιτούμενου δικαιώματος, εκτός εάν ο εναγόμενος εγείρει την ιδιοκτησία ως επίδικο θέμα· (γ) μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, το μεν έργο θεωρείται ότι είναι πρωτότυπο, η δε προβαλλόμενη από τον ενάγοντα, σε περίπτωση δημοσίευσης, ημερομηνία και τόπος αυτής τεκμαίρονται ως αληθείς.
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι προσβολές κατά του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι αγώγιμες, με αίτηση του δικαιούχου της πνευματικής ιδιοκτησίας.» Υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων και ιδιαίτερα εκείνων του εδαφίου
(3)ανωτέρω, κρίνω ότι δεν είναι τυπικό αλλά ουσιώδες ζήτημα, έτσι ώστε να είναι αναγκαίο να δικογραφείται ρητά꞉ από την πλευρά του ενάγοντα, η ημερομηνία και ο τόπος τέλεσης της πράξης που συνιστά την ισχυριζόμενη προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που του ανήκει, από την πλευρά του εναγόμενου, η άρνησή του για το αν ένα συγκεκριμένο έργο προστατεύεται ή όχι με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή/και αν ανήκει η πνευματική ιδιοκτησία στον ενάγοντα ως εκείνος ισχυρίζεται ή/και αν έγινε μετάδοση ή δημοσίευση ενός προστατευόμενου έργου στη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα που ισχυρίζεται ο ενάγων. Εάν ο εναγόμενος δεν δικογραφήσει ρητά την άρνηση ως ανωτέρω επεξηγείται, τούτο έχει ως συνέπεια να τεκμαίρεται εκ του Νόμου ως αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί της διενέργειας της μετάδοσης ή δημοσίευσης, ως επίσης αποδεικνύεται ως αναντίλεκτος ο ισχυρισμός για προστασία του έργου με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ανήκουσας στον ενάγοντα. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω να κρίνω ότι, αφ'ης στιγμής κάθε νέα δημοσίευση ενός προστατευόμενου έργου σε νέα ημερομηνία και ώρα αποτελεί νέα αιτία αγωγής η οποία χρήζει ξεχωριστής ρητής δικογράφισης από τον Ενάγοντα και ρητής δικογράφησης άρνησής της από τον εναγόμενο, έχει δίκαιο στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη να παραπονείται για το γεγονός ότι η Ενάγουσα επέλεξε να εισάξει νέες αιτίες αγωγής με την παρα. 9 της Απάντησής της, μη αφήνοντας έτσι στην Εναγόμενη το περιθώριο να της αρνηθεί ρητά, αφού ουδέν άλλο δικόγραφο προσφέρεται προς την Εναγόμενη για να προβεί στην άρνησή τους. Δεν αρκεί το ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε προηγουμένως άλλες αιτίες αγωγής ως περιγράφονταν στην παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησης. Δικονομικά, ο ορθός τρόπος να χειριζόταν η Ενάγουσα το θέμα της συνεχιζόμενης παράβασης σε πιο πρόσφατες ημερομηνίες, θα ήταν να αιτηθεί άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης για να εισάξει τις νέες αιτίες αγωγής. Κατά τα άλλα, το «συνεχιζόμενο» της παράβασης ήταν ήδη δικογραφημένο ως εκ της συμπερίληψης στον Πίνακα της παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησης μεταδόσεων που χρονολογούνταν σε διάφορες ημερομηνίες εντός του 2017 και 2018. Συνεπώς, αν και δεν κρίνω ενοχλητικούς ή σκανδαλώδεις τους ισχυρισμούς της παρα. 9 της Απάντησης εν σχέση προς τη βάση αγωγής, εντούτοις κρίνω ενοχλητικό το γεγονός ότι εισάγονται στην Απάντηση, αφού τούτο εκτροχιάζει το τί ήταν επίδικο στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και το διευρύνει, προκαλώντας ζημιά στην Εναγόμενη η οποία στερείται της ευκαιρίας να δικογραφήσει την άρνησή των νέων ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέες αιτίες αγωγής, με αποτέλεσμα αν δεν διαγραφούν οι νέοι ισχυρισμοί της παρα. 9 της Απάντησης με διάταγμα του Δικαστηρίου, να θεωρηθούν / τεκμαρθούν αληθείς ως εκ του άρθρου 13
(3)του Ν.59/
  1. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω εκδίδω Διάταγμα διαγραφής της παρα. 9 της Απάντησης, ως τα αιτητικά «Α» και «Β», ενώ απορρίπτω το αιτητικό «Γ». Ακολουθώντας το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της Αίτησης και ιδιαίτερα λόγω της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας κατ' εφαρμογή της Δ.64 για άρση της παρατυπίας όσον αφορά το εκπρόθεσμο της Απάντησης, κρίνω δίκαιο να επιδικάσω τα έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και υπέρ της Εναγομένης - Αιτήτριας. Τροποποιημένη Απάντηση, ώστε να διαγραφεί η παρα. 9 από αυτήν, να καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι τις 5.5.
  2. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 13.5.2020, 9 π.μ. (υπ.)............. Α. Πανταζή -Λάμπρου Επαρχιακή Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
  3. Saving the powers conferred on the Courts and Judges by section 3 of the Courts of Justice (Supplementary Provisions) Law, Cap. 12, and section 8 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, to make temporary orders without notice under the circumstances and in the manner mentioned and provided in the said sections, all applications other than those mentioned in Rule 8 of this Order shall be made by summons supported by affidavits of the facts relied upon with this qualification that, unless required by the Court or Judge, the undermentioned applications (and any others in which an affidavit is expressly dispensed with) need not be accompanied by affidavit- (j) under Order 19, Rule 26, for an order striking out unnecessary or scandalous matter in pleadings; cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.