← Κύπρος

TRUST INTERNATIONAL INSURANCE CO. (CYPRUS) LTD ν. PANTONE SIGNS LIMITED, Αγωγή Αρ. 1671/2018, 11/3/2020

TRUST INTERNATIONAL INSURANCE CO. (CYPRUS) LTD ν. PANTONE SIGNS LIMITED, Αγωγή Αρ. 1671/2018, 11/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1671/2018 Μεταξύ: TRUST INTERNATIONAL INSURANCE CO. (CYPRUS) LTD Ενάγουσα και PANTONE SIGNS LIMITED (ΗΕ38649) Εναγόμενη Ημερομηνία: 11.3.2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λάκης Χριστοδούλου, για Λάκη Ν. Χριστοδούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κα Θέα Ανδρέου, για Θεοφάνη Ανδρέου & Συνεργάτες. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει τις πιο κάτω αναφερόμενες θεραπείες: (Α) Ποσόν €1.523,53σ. οφειλόμενο δυνάμει υπολοίπου για παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών και/ή τιμολογίων ασφαλίστρων και/ή κατάστασης λογαριασμού και/ή παράβασης Συμβάσεως και/ή άλλως πως, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. (Β) Οιονδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Νόμιμο τόκο από 25/10/2016 (Δ) Έξοδα αγωγής και επίδοσης. (Ε) Φ.Π.Α. (Αρ. Εγγραφής Φ.Π.Α. XXXXX666Α). Η εκδοχή γεγονότων επί της οποίας εδράζεται η αγωγή, όπως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης που είναι ειδικά οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα, έχει ως εξής։ Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη για τη παρούσα αγωγή χρόνο είναι ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία. Η Ενάγουσα ασκεί ασφαλιστικές δραστηριότητες και/ή παρόμοιας φύσης εργασίες. Η Εναγόμενη είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, με έδρα τη Λευκωσία. Η Εναγόμενη ήταν πελάτης της Ενάγουσας. Βάσει Συμφωνίας, η Ενάγουσα μετά από πρόταση και/ή δήλωση και/ή οδηγίες και/ή εντολές των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των Διευθυντών και/ή δεόντως εξουσιοδοτημένων προσώπων της Εναγόμενης, προσέφερε στην Εναγόμενη ασφαλιστικές υπηρεσίες και/ή ασφαλιστική κάλυψη και η Ενάγουσα βάση αυτών προχώρησε στην έκδοση διαφόρων τύπων Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων, λεπτομέρειες των οποίων θα δίδονταν στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση. Η Ενάγουσα, για τις προσφερόμενες ασφαλιστικές υπηρεσίες και/ή καλύψεις, εξέδιδε και τα σχετικά Τιμολόγια. Παράλληλα, η Ενάγουσα, με βάση την συνεργασία των μερών, διατηρούσε και κατάσταση λογαριασμού, στην οποία καταγράφονταν οι πιστώσεις και χρεώσεις της Εναγόμενης ανάλογα. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος και/ή τρόπος συνεργασίας των μερών ότι τα ασφάλιστρα, οφειλόμενα από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, ήταν άμεσα πληρωτέα και/ή θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση και/ή εντός ευλόγου χρόνου και/ή από ενάρξεως τους και/ή από παραδόσεως του κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση τη παροχή των ασφαλιστικών υπηρεσιών της Ενάγουσας, ως αυτές είχαν συμφωνηθεί, και τις πληρωμές της Εναγόμενης έναντι του υπολοίπου, ο λογαριασμός της Εναγόμενης περί τον Οκτώβριο του 2016 και/ή την 25/10/2016 παρουσίαζε ως χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €1523.53σ. Η Ενάγουσα από την πλευρά της ανταποκρίθηκε πλήρως στα συμφωνηθέντα και/ή στις απαιτήσεις και/ή στις εντολές της Εναγόμενης τηρώντας με αυτόν τον τρόπο πλήρως τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τις Συμφωνίες των μερών για παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών και/ή καλύψεων. Μέχρι σήμερα η Εναγόμενη αρνείται και/ή παραλείπει και/ή αμελεί να προβεί στην εξόφληση του ως άνω οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει κάθε δικαίωμα να αξιώνει τα οφειλόμενα από την Εναγόμενη με βάση τις μεταξύ τους Συμφωνίες. Επειδή η Εναγόμενη, αμελούσε και/ή παρέλειπε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής της για το ποσό των €1523.53σ., η Ενάγουσα απέστειλε προς την Εναγόμενη απευθείας και/ή προς τον δικηγόρο της, μεταξύ άλλων οχλήσεων, σχετικές επιστολές ημερομηνίας 08/05/2017 και ακολούθως 22/05/2017 και 20/07/2017, όπου αναφερόταν λεπτομερώς στην απαίτηση της, ζητώντας της Εναγομένης σε κάθε περίπτωση να διευθετήσει την εκκρεμούσα οφειλή της εντός ορισμένης προθεσμίας, διαφορετικά θα προχωρούσε σε λήψη δικαστικών μέτρων. Αντίγραφα των επιστολών αυτών, επιφυλάχθηκε η Ενάγουσα να προσκομίσει στο δικαστήριο κατά την ακρόαση. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Με την Έκθεση Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη ήγειρε αρχικά προδικαστική ένσταση και ισχυρίστηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, διότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής, αφού δεν δικογραφεί στοιχεία των αναφερόμενων ασφαλιστικών προϊόντων για τα οποία κατ' ισχυρισμό προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο από δεδουλευμένα ασφάλιστρα. Περαιτέρω, άνευ βλάβης της προδικαστικής της ένστασης, η Εναγόμενη παραδέχεται μόνον ότι πράγματι η Ενάγουσα, κατά καιρούς, της είχε προσφέρει ασφαλιστικές υπηρεσίες και/ή ασφαλιστική κάλυψη, πάντοτε εγγράφως και κατόπιν υπογραφής των Εναγομένων για οποιαδήποτε ανανέωση συμβολαίου και/ή παροχή νέας ασφαλιστικής κάλυψης, πλην όμως σημειώνουν ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι αόριστος και ασαφής, αφού δεν αναφέρεται ούτε η ασφαλιστική περίοδος ούτε και το ανάλογο ασφάλιστρο. Περαιτέρω, αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η Εναγόμενη αντιτάσσει την εξής εκδοχή γεγονότων: (α) Η Εναγόμενη είχε συμφωνήσει μαζί με την Ενάγουσα όπως η Εναγόμενη προσφέρει στην Ενάγουσα υπηρεσίες στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο. Πράγματι, περί τον Φεβρουάριο του 2016, η Εναγόμενη προέβηκε σε μετρήσεις και ετοιμασία σχεδίων για τα νέα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο και απέστειλε το πρώτο αρχικό τιμολόγιο προς την Εναγόμενη, ημερ. 26/02/2016, με αριθμό 8554 για ποσό ύψους €

  1. (β) Είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης ότι η εξόφληση οποιασδήποτε οφειλής της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα θα γινόταν με συμψηφισμό των οφειλόμενων ποσών της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, το οποίο θα προέκυπτε ακριβώς από την εκτέλεση των εργασιών της Εναγόμενης στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο. (γ) Κατά ή περί τις αρχές Μαρτίου 2016, η Ενάγουσα ανακοίνωσε στην Εναγόμενη ότι τελικά δεν επιθυμούσε να λάβει τις υπηρεσίες της Εναγόμενης στα γραφεία της ίδιας στην Πάφο, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να ζητήσει όπως, ενόψει της εξέλιξης αυτής, ακυρωθούν τα ασφαλιστικά συμβόλαιά της με την Ενάγουσα και όπως η Ενάγουσα της καταβάλει το ποσό των €238, το οποίο αφορούσε τις μέχρι τότε προσφερθείσες υπηρεσίες της Εναγόμενης, ως πιο πάνω στην υποπαράγραφο (α) αναφέρεται. Με την ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων, θα έπρεπε η Ενάγουσα να επιστρέψει στην Εναγόμενη τ' ασφάλιστρα (return premiums), το οποίο όμως δεν έχει πράξει. (δ) Σκόπιμα, παράτυπα και αντιδεοντολογικά, ως διεφάνηκε αργότερα, η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων, ως ήσαν οι ρητές οδηγίες της Εναγόμενης και, μέχρι και σήμερα, αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό. Επίσης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι για το δήθεν οφειλόμενο ποσό, ως η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, η Εναγόμενη το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά περί την 08/05/2017, όταν αποστάληκε σχετική επιστολή δια της οποίας αξιωνόταν το αναφερόμενο ποσό ως απλήρωτων ασφαλίστρων, χωρίς όμως να επισυνάπτεται στην εν λόγω επιστολή οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και/ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, το οποίο να δικαιολογεί το εν λόγω ζητούμενο ποσό, ενώ σημειώνουν ότι δεν οφείλουν και/ή δεν θα μπορούσαν να οφείλουν οποιαδήποτε ποσά προς την Ενάγουσα, καθ' ότι ακύρωσαν οποιαδήποτε ασφαλιστικά συμβόλαια με την Ενάγουσα από τις αρχές Μαρτίου
  2. Δεδομένης της ως άνω εκδοχής γεγονότων που προτάσσει η Εναγόμενη, αυτή αξιώνει ανταπαιτητικά από την Ενάγουσα τα εξής: Α. Ποσό €238.- δυνάμει τιμολογίου ημερομηνίας. 23/02/2016, με αριθμό Τιμολογίου: 8554, αφορών την εκτελεσθείσα εργασία των Εναγομένων προς την Ενάγουσα αναφορικά με τα γραφεία της τελευταίας στην Πάφο. Β. Οποιαδήποτε Απόφαση και/ή Διάταγμα ήθελε θεωρήσει δίκαιο και ορθό το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ. Έξοδα της Ανταπαίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου XXXXX180Ρ). Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ. Ακολούθως, η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, με την οποία αυτή - Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει την Έκθεση Απαίτησης. Παραδέχεται ότι η Εναγόμενη είχε συμφωνήσει μαζί με την Ενάγουσα όπως η Εναγόμενη προσφέρει υπηρεσίες στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο, αλλά απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι το εκδοθέν τιμολόγιο (με αριθμό 8554, ημερ. 26/02/2016 για ποσό ύψους €238) κατέστη πληρωτέο, αφού ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες προς όφελος της Ενάγουσας. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία συμψηφισμού των οφειλόμενων ποσών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Αρνείται ότι εκφράσθηκε οποτεδήποτε πρόθεση και/ή επιθυμία της Εναγομένης να ακυρώσει και/ή να παύσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά της με την Ενάγουσα. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με δεδομένο ότι η Απαίτηση δεν υπερβαίνει τις €3.000, η ακρόαση της αγωγής διεξήχθη δυνάμει της νέας Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη βάση έγγραφης ένορκης μαρτυρίας. Για ν' αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε ένορκη γραπτή μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα, του κ. Ανδρέα Λεωνίδου (ΜΕ1). Από δικής της πλευράς, για ν' αποδείξει την εκδοχή υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η Εναγόμενη - Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα καταχώρησε γραπτή ένορκη μαρτυρία επίσης ενός μόνο μάρτυρα, ήτοι του κ. Πανίκου Αντωνίου (ΜΥ1). Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων - μαρτύρων αντεξετάστηκε. Δεν υποβλήθηκε αίτημα αντεξέτασής τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης στη βάση γραπτών αγορεύσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους των διαδίκων. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσια την ένορκη γραπτή μαρτυρία. Ένορκη δήλωση του ΜΕ1, ημερ. 31.10.
  3. «Εγώ ο XXXXX Λεωνίδα, από τη Λευκωσία, λέγω τα ακόλουθα:
  4. Είμαι εσωτερικός νομικός σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας και γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ώστε να προβώ στην παρούσα γραπτή μαρτυρία μου.
  5. Η Ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και ασκεί ασφαλιστικές δραστηριότητες.
  6. Στον κατάλογο πελατών της Ενάγουσας εταιρείας περιλαμβανόταν και η Εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία, στην οποία προσέφερε ασφαλιστικές υπηρεσίες στη βάση διαφόρων ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
  7. Πάγια τακτική της Ενάγουσας και στη βάση της συνεργασίας των μερών, πέραν της έκδοσης σχετικών τιμολογίων αντίστοιχα στο εκάστοτε ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της ίδιας και των εκάστοτε πελατών της, είναι η διατήρηση κατάστασης λογαριασμού, στην οποία καταγράφονται οι πιστώσεις και οι χρεώσεις του κάθε πελάτη ανάλογα ∙ έτσι και στην περίπτωση της Εναγομένης, η Ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας διατηρούσε σχετική κατάσταση λογαριασμού όπου φαίνονταν οι πιστώσεις καθώς και οι χρεώσεις της Εναγομένης, αντίγραφο της οποίας έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω σαν Τεκμήριο
  8. Ως διαφαίνεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού, η Εναγόμενη εταιρεία ήταν πελάτισσα της Ενάγουσας εταιρείας από το έτος 2012, υπογράφοντας διάφορα συμβόλαια, αφορώντα την ασφαλιστική κάλυψη, ως φαίνεται και στο σημείο «Plate Code» της παρούσας κατάστασης, οχημάτων της Εναγομένης.
  9. Ο τρόπος συνεργασίας των μερών ήταν η παροχή των ως άνω αναφερόμενων ασφαλιστικών υπηρεσιών με την υπογραφή ασφαλιστηρίων συμβολαίων εκδοθέντων από την Ενάγουσα και η άμεση πληρωμή αυτών από την Εναγομένη ή έστω εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση και παράδοση κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο κατατεθέν Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα κατά τις 25.10.2016, η Εναγόμενη παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1.523,53, το οποίο μέχρι και σήμερα δεν έχει εξοφληθεί, παρόλο που η Ενάγουσα εταιρεία ανταποκρίθηκε πλήρως στα συμφωνηθέντα και τήρησε πλήρως τις υποχρεώσεις τις, βάσει των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που είχαν υπογραφεί μεταξύ τους.
  10. Στις 08.05.2017 η Ενάγουσα απέστειλε σχετική επιστολή προς την Εναγόμενη εταιρεία με την οποία την πληροφορούσε ότι οφείλει το συνολικό ποσό των €1.523,53, δυνάμει ασφαλιστηρίων συμβολαίων τα οποία είχαν υπογραφεί μεταξύ τους και περαιτέρω την ενημέρωνε ότι όφειλε το συγκεκριμένο ποσό να εξοφληθεί εντός 5 εργάσιμων ημερών, διαφορετικά θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της προς διεκδίκηση του ποσού. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω σαν Τεκμήριο 2, αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 08.05.2017 της Ενάγουσας εταιρείας προς την Εναγομένη.
  11. Στις 22.05.2017, οι δικηγόροι της Ενάγουσας σε συνέχεια της αναφερόμενης στην προηγούμενη παράγραφο επιστολής, απέστειλε εκ νέου επιστολή προς την Εναγομένη, αναφέροντας για το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό εκ μέρους της προς την Ενάγουσα, θέτοντας συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα έπρεπε να εξοφληθεί το ποσό, διαφορετικά θα προχωρούσαν σε δικαστικά μέτρα εναντίον της. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω σαν Τεκμήριο 3, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 22.05.
  12. Στις 31.05.2017 οι δικηγόροι της Ενάγουσας έλαβαν επιστολή από τους τότε δικηγόρους της Εναγομένης, η οποία αναφερόταν σε εκκρεμών τιμολόγιο αρ. 8554 εκδοθέν από την Εναγομένη για την Ενάγουσα ύψους €238,00 (ήτοι €200,00 πλέον ΦΠΑ) και ζητούσαν συμψηφισμό αυτού με το οφειλόμενο ποσό των €1.523,
  13. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 31.05.2017 σαν Τεκμήριο 4, όπου γίνεται ρητή παραδοχή αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό εκ μέρους της Εναγομένης. Στις 20.07.2017 οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν σχετική απαντητική επιστολή, με την οποία υπέβαλε πρόταση προς διευθέτηση της εκκρεμούσας οφειλής και την αποφυγή λήψης δικαστικών μέτρων, δηλαδή τη χαριστική αφαίρεση του ποσού των €200,00 με ταυτόχρονη ακύρωση του συγκεκριμένου τιμολογίου, τονίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για τιμολόγιο που αφορά έξοδα προσφοράς της Εναγομένης προς την Ενάγουσα για εργασία στα γραφεία της τελευταίας στην Πάφο, η οποία δεν έγινε ποτέ αποδεκτή και εν τέλει ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω σαν Τεκμήριο 5 αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 20.07.
  14. Παρόλο που η συγκεκριμένη επιστολή αποστάλθηκε εκ νέου στις 08.09.2017 ως υπενθύμιση για την ως άνω αναφερόμενη πρόταση της Ενάγουσας μέσω των δικηγόρων της προς τους τότε δικηγόρους της Εναγομένης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση, με αποτέλεσμα την έγερση της παρούσας αγωγής.
  15. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης στην Έκθεση Υπεράσπισής της, ως με ενημέρωσαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας εταιρείας και της Εναγομένης για συμψηφισμό των οφειλόμενων ποσών της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, που θα προέκυπτε από την εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της τελευταίας στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο, τον απορρίπτω κατηγορηματικά και τονίζω ότι η Εναγομένη δεν εκτέλεσε εν τέλει καμία εργασία προς όφελος της Ενάγουσας, αλλά και η συγκεκριμένη προσφορά από την Εναγόμενη ουδεμία σχέση έχει με το οφειλόμενο εκ μέρους της ποσό βάσει της κατάστασης λογαριασμού που διατηρεί η Ενάγουσα εταιρεία (βλ. Τεκμήριο 1).
  16. Επιπρόσθετα, αναφορικά με τον ισχυρισμό της Εναγομένης, ως αυτός περιλαμβάνεται στην Έκθεση Υπεράσπισής της, ως με ενημέρωσαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, περί ακύρωσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων με την Ενάγουσα, κατά ή περί τις αρχές Μαρτίου 2016, από τη στιγμή που η έναρξη εργασιών εκ μέρους της προς όφελος της τελευταίας δεν ευδοκίμησε, δηλώνω ότι είναι ανυπόστατοι και ουδέποτε εκφράστηκε οποιαδήποτε τέτοια επιθυμία από την Εναγομένη.
  17. Ως εκ των ως άνω αναφερομένων, ως ο αρμόδιος λειτουργός της Ενάγουσας και γνώστης των επίδικων γεγονότων, δυνάμει των εγγράφων του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, ευσεβάστως υποβάλλω προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να επιτύχει, εκδίδοντας απόφαση εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των € 1.523,253, ως υπόλοιπο οφειλής για παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών εκ μέρους της Ενάγουσας, με νόμιμο τόκο και έξοδα.». ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥ
  18. «Ονομάζομαι XXXXX Αντωνίου, εκ Λευκωσίας, είμαι ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας στην ανωτέρω υπ' αριθμό και τίτλο Αγωγή και προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Μαρτυρία, ως οι σχετικές οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου, ημερ. 30/09/2019 και με την παρούσα αναφέρω όλα τα γεγονότα που γνωρίζω και αφορούν την εν λόγω υπόθεση προς υπεράσπιση των θέσεων των Εναγομένων και απόδειξης της ανταπαίτησής τους.
  19. Καταρχήν αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν και υιοθετούν πλήρως το περιεχόμενο της Υπεράσπισής και ανταπαίτησής τους και περαιτέρω αναφέρω κάτωθι τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση με ιστορική σειρά.
  20. Πρώτιστα, σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει προδικαστική ένσταση και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής, αφού δεν δικογραφεί στοιχεία των αναφερόμενων ασφαλιστικών προϊόντων από την παροχή των οποίων - κατ' ισχυρισμό της - προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος των Εναγομένων από δεδουλευμένα ασφάλιστρα. Συγκεκριμένα, ως οι Εναγόμενοι λαμβάνουν σχετικής νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους τους, η Ενάγουσα όφειλε να δικογραφήσει στην αγωγή της ακριβώς τα στοιχεία των ασφαλιστικών προϊόντων τα οποία ισχυρίζεται ότι παρασχέθηκαν εκ μέρους της στους Εναγομένους και από τα οποία προκύπτει κατ' ισχυρισμόν της οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο. Η παράλειψή της αυτή, είναι η θέση των Εναγομένων, είναι καταλυτική ως προς την κατάληξη της αγωγής, η οποία δεν είναι άλλη από την απόρριψη αυτής.
  21. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως και/ή διαζευκτικά με την ανωτέρω προδικαστική ένσταση, οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν κατηγορηματικά όλους μαζί και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας εταιρείας που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής της και οι οποίοι έχουν εκτεθεί με την μαρτυρία της, και δη με την μαρτυρία του κου Λεωνίδου, εκ μέρους της Ενάγουσας.
  22. Είναι καταρχάς η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα κατά καιρούς τους είχε προσφέρει ασφαλιστικές υπηρεσίες ή ασφαλιστική κάλυψη, πάντοτε εγγράφως και κατόπιν υπογραφής των Εναγομένων για οποιαδήποτε ανανέωση συμβολαίου ή παροχή νέας ασφαλιστικής κάλυψης.
  23. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, στην Ένορκη Μαρτυρία του κου Ανδρέα Λεωνίδου στην παράγραφο 4 της Γραπτής Δήλωσης του Μάρτυρα, σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν γνωρίζουν κατά πόσο η Ενάγουσα διατηρούσε οποιοδήποτε χρεωπιστωτικό λογαριασμό, αφού τέτοιος λογαριασμός ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε, ούτε ακόμη και με την επιστολή της ημερ. 08/05/2017 με την οποία και επικαλείτο η Ενάγουσα για πρώτη φορά την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού.
  24. Αναφορικά με τα όσα αναφέρει ο κος Λεωνίδου στις παραγράφους 5 και 6 της Ένορκης Μαρτυρίας του, να αναφέρω εκ νέου ότι πράγματι η Ενάγουσα κατά καιρούς τους είχε προσφέρει ασφαλιστικές υπηρεσίες ή ασφαλιστική κάλυψη στους Εναγομένους, πλην όμως πάντοτε εγγράφως και κατόπιν υπογραφής των Εναγομένων για οποιαδήποτε ανανέωση συμβολαίου ή παροχή νέας ασφαλιστικής κάλυψης, ως άλλωστε και ο ίδιος ο μάρτυρας σημειώνει στις παραγράφους 5 και 6 της μαρτυρίας του, δηλαδή «με την υπογραφή ασφαλιστηρίων συμβολαίων εκδοθέντων από την Ενάγουσα και η άμεση πληρωμή αυτών από την Εναγόμενη ή έστω εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση και παράδοση κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου».
  25. Αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά ως αυτά διαδραματίσθηκαν και τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση, αναφέρω τα εξής: (α) Οι ίδιοι οι Εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει μαζί με την Ενάγουσα όπως οι Εναγόμενοι προσφέρουν υπηρεσίες στην τελευταία στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο. Πράγματι περί τον Φεβρουάριο του 2016 η Εναγόμενη προέβηκε σε μετρήσεις και ετοιμασία σχεδίων για τα νέα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο και απέστειλε το πρώτο αρχικό Τιμολόγιο προς την Εναγομένη, ημερ. 26/02/2016, με αριθμό 8554 ύψους €238.-. Το εν λόγω Τιμολόγιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα. (β) Είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων ότι η εξόφληση οιασδήποτε οφειλής των Εναγομένων προς την Ενάγουσα θα γινόταν με συμψηφισμό των οφειλόμενων ποσών της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, το οποίο θα προέκυπτε ακριβώς από την εκτέλεση των εργασιών των Εναγομένων στα γραφεία της Ενάγουσας στην Πάφο, το οποίο άλλωστε προκύπτει και από το ίδιο το Τεκμήριο 1 το οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας των Εναγόντων, στο οποίο φαίνεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες, όπως για παράδειγμα την 01/09/2015, οι Ενάγοντες προέβαιναν σε συμψηφισμό των χρεών τους προς την Εναγόμενη εταιρεία, με οφειλόμενα ασφάλιστρα. (γ) Κατά ή περί τις αρχές Μαρτίου 2016, η Ενάγουσα Εταιρεία ανακοίνωσε στην Εναγόμενη ότι τελικά δεν επιθυμούν η τελευταία να προσφέρει τις υπηρεσίες της στα γραφεία τους στην Πάφο, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να ζητήσουν προφορικά όπως, ενόψει της εξέλιξης αυτής, ακυρωθούν τα ασφαλιστικά συμβόλαια και τους καταβληθεί το ποσό των €238.- το οποίο αφορούσε τις μέχρι τότε υπηρεσίες των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, ως πιο πάνω αναφέρεται. Με την ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων θα έπρεπε η Ενάγουσα να επιστρέψει ασφάλιστρα (return premiums), το οποίο δεν έχουν πράξει. (δ) Σκόπιμα, παράτυπα και αντιδεοντολογικά, ως διεφάνηκε αργότερα, η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων, ως ήτο οι ρητές οδηγίες των Εναγομένων και μέχρι και σήμερα αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο προς τους Εναγομένους ποσό. Το γεγονός μάλιστα των ρητών οδηγιών μας για ακύρωση όλων των εν ισχύ ασφαλιστικών συμβολαίων που είχαμε με τους Ενάγοντες, περί τις αρχές του 2016, επιβεβαιώνεται και από έγγραφο το οποίο οι ίδιοι οι Ενάγοντες αποκάλυψαν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων τους, ημερ. 11/07/2019, έγγραφο το οποίο απέστειλαν προς τους δικηγόρους μου κατόπιν Διατάγματος του Δικαστηρίου για ανταλλαγή των αποκαλυφθέντων εγγράφων και στο οποίο ρητά αναγράφεται πέραν των άλλων, ότι «.. Ανεξάρτητα με οτιδήποτε αντίθετο περιέχεται στο συμβόλαιο, το συμβόλαιο είναι άκυρο από τις 09/02/2016.», γεγονός το οποίο καταδεικνύει τις ξεκάθαρες θέσεις μας καθώς και την γνησιότητα αυτών. Επισυνάπτω το αναφερόμενο έγγραφο ημερ. 22/02/2016, υπό τον τίτλο «ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ - ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΡΑΞΗ» ως Τεκμήριο 2 στην παρούσα, το οποίο για προφανείς λόγους, οι Ενάγοντες δεν χρησιμοποίησαν στην ένορκη μαρτυρία τους.
  26. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αναφέρουν, σε σχέση και με την παράγραφο 7 της Ένορκης Μαρτυρίας του κου Λεωνίδου, ότι περί της ύπαρξης του δήθεν οφειλόμενου ποσού πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά περί την 08/05/2017, όταν αποστάληκε σχετική επιστολή δια της οποίας αξιωνόταν το αναφερόμενο ποσό, το οποίο ως τους αναφέρθηκε προέκυπτε δυνάμει απλήρωτων ασφαλίστρων, χωρίς βεβαίως στην εν λόγω επιστολή να επισυνάπτεται οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο να δικαιολογεί το εν λόγω ποσό. Ανεξαρτήτως και/ή διαζευκτικώς με τα ανωτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι δεν οφείλουν και δεν θα μπορούσαν να οφείλουν οιαδήποτε ποσά προς την Ενάγουσα Εταιρεία, καθότι ακύρωσαν οιαδήποτε ασφαλιστικά συμβόλαια με την Ενάγουσα Εταιρεία από τις αρχές Μαρτίου 2016, ως εξάλλου ανωτέρω αναφέρθηκε, ενώ παράλληλα ουδέποτε διατηρούσαν οποιαδήποτε χρέη ή οφειλόμενα ποσά στην Ενάγουσα εταιρεία αφού πάντοτε εξοφλούσαν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις υπηρεσίες που λάμβαναν και μετά την λήξη των ασφαλιστικών συμβολαίων δεν είχαν οποιαδήποτε οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά. Επιπλέον, είναι πραγματικά άξιο απορίας γιατί η Ενάγουσα δεν απέστειλε στους Εναγομένους οποιαδήποτε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στη βάση της οποίας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το εν λόγω ποσό. Πως είναι δυνατόν να αξιώνει από τους Εναγομένους τα χρήματα αυτά χωρίς να εξειδικεύει ποια περίοδο αφορούν τα δήθεν ανεξόφλητα ασφάλιστρα και σε ποια ασφαλιστικά συμβόλαια με συγκεκριμένους αριθμούς ασφαλιστικών συμβολαίων αναφέρεται; Περαιτέρω, είναι η θέση μας, ότι ακόμα και αν η Ενάγουσα δεν ακύρωσε τα ασφαλιστικά συμβόλαια παρά τις αντίθετες ρητές οδηγίες μας, αυτό έγινε σίγουρα παράνομα και καταχρηστικά, αφού επιθυμία και ρητές οδηγίες μας - ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 2 στην παρούσα - ήταν η ακύρωση αυτών, ενώ σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε είχαν οικονομικές εκκρεμότητες με την Ενάγουσα. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η Ενάγουσα σε κανένα σημείο της Αγωγής της δεν αναφέρει από ποιες ισχυριζόμενες προσφερθείσες υπηρεσίες προς τους Εναγόμενους προκύπτει το εν λόγω ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, παρά μόνον επικαλούνται μια κατάσταση λογαριασμού η οποία ουδέποτε εστάλη στους Εναγόμενους και η οποία εν πάση περιπτώσει αποτελεί κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας, δεν δίνεται καμία αναφορά με την μαρτυρία της Ενάγουσας στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού, ούτε δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τις καταχωρήσεις και πως συνάγεται το υπόλοιπο που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Επίσης, σε κανένα σημείο δεν παρουσιάζονται και δεν επεξηγούνται τα δήθεν υπογεγραμμένα εκδοθέντα και ανανεωμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια που οι Ενάγοντες επικαλούνται και στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης μαρτυρίας τους. Με απευθείας παράθεση του Τεκμηρίου 1 το οποίο αποκαλύπτουν οι Ενάγοντες και με μια πιο προσεχτική ματιά αυτού, διαφαίνεται η προχειρότητα και η ανασφάλεια με την οποία δρουν οι Ενάγοντες. Άξιο αναφοράς αποτελεί το γεγονός ότι στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 1 της ένορκης μαρτυρίας των Εναγόντων, φαίνεται ότι περί τις 26/06/2016, οι Ενάγοντες προβαίνουν σε τρείς πράξεις χρέωσης του λογαριασμού που επικαλούνται, με τα αντίστοιχα ποσά των €280.-, €278.- και €355.-, ενώ ακριβώς παρακάτω προχωρούν με τρείς πράξεις πίστωσης του εν λόγω λογαριασμού, της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα την 26/06/2016, με τα αντίστοιχα ποσά των €280.-, €278.- και €355.-, χωρίς να αναγράφουν οποιαδήποτε αιτιολογία. Στη συνέχεια και με τις τέσσερις επόμενες πράξεις τους, ημερ. 01/09/2016, πιστώνουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με τα αντίστοιχα ποσά των €220.-, €280.-, €397,15.- και €500.-, με την αναγραφή μάλιστα στην Περιγραφή - «Description», ως «Wrongly Posted». Στη συνέχεια και ενώ περί την 25/10/2016 πιστώνουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με €1,920.-, με αποτέλεσμα αυτός να έχει αρνητικό πρόσημο για € -396,47.-, αποφασίζουν και πάλι την ίδια ημέρα και πιο συγκεκριμένα την 25/10/2016 να χρεώσουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με τα €1.920.-, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, με αποτέλεσμα σε αυτόν, ως επικαλούνται να εμφαίνεται υπόλοιπο τελικώς για €1.523,53.- Ως οι Εναγόμενοι λαμβάνουν σχετικής νομικής συμβουλής, αναφέρω ότι η Ενάγουσα έχει ως βάση αγωγής της υπόλοιπο λογαριασμού ο οποίος δεν είναι εκκαθαρισμένος και επομένως ως η σχετική νομολογία επιτάσσει, η Ενάγουσα οφείλει να αποδείξει αυστηρά τις εκεί καταχωρήσεις καθώς επίσης και έκαστη πράξη χρέωσης και πίστωσης ξεχωριστά. Όπως λαμβάνουν σχετικής νομικής συμβουλής οι Εναγόμενοι, το Τεκμήριο 1 το οποίο προσκομίζει η Ενάγουσα με τη μαρτυρία του κου Λεωνίδου, το οποίο αποτελεί μια κατάσταση λογαριασμού, δεν αποτελεί απόδειξη των όσων εκεί αναφέρονται, αλλά οι οποιεσδήποτε καταχωρήσεις στο εν λόγω έγγραφο θα πρέπει να αποδειχθούν μια προς μια ώστε στη συνέχεια να συνάδουν και να δικαιολογούν το ποσό που αξιώνεται. Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της Ένορκης Μαρτυρίας του κου Λεωνίδου, επιθυμώ καταρχάς να σημειώσω ότι η οποιαδήποτε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δικηγόρων μας έγινε στα πλαίσια συζητήσεων για σκοπούς εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης και τουλάχιστον όσον αφορά το Τεκμήριο 4 - το οποίο ως λαμβάνουμε σχετικής νομικής συμβουλής αποτελεί προνομιούχο έγγραφο - αυτό δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία από το Σεβαστό σας Δικαστήριο, ως εξάλλου επιτάσσει και η σχετική νομολογία σε σωρεία αποφάσεών της αλλά και οι κανόνες αποδείξεως, αφού οι Εναγόμενοι φέρουν ένσταση ως προς την κατάθεσή του. Και για να μην αφήνονται περαιτέρω αιχμές και υπόνοιες σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο 4, να αναφέρω ότι αυτός ήταν ακριβώς και ο λόγος που δεν έγινε καμία διευθέτηση με τους Ενάγοντες. Γιατί δεν μπορούσαμε να αποδεχτούμε να πληρώσουμε οποιοδήποτε ποσό προς αυτούς, χωρίς να γνωρίζουμε αν πράγματι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο αυτό υφίστατο, αφού ουδέποτε μας κοινοποίησαν έστω και ένα έγγραφο το οποίο να φανερώνει οφειλές μας προς την Ενάγουσα. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο των παραγράφων 10 και 11 της Ένορκης Μαρτυρίας του κου Λεωνίδου, αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά και αναφέρω ότι τα αληθή γεγονότα είναι ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω στην παράγραφο 7 της παρούσας Ένορκης Μαρτυρίας μου, τα οποία άλλωστε επιβεβαιώνονται και από τα ήδη ευρισκόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα. Ως εκ των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αυτοί αναφέρονται τόσο στην Αγωγή και Έκθεση Απαίτησής της, και ζητούν από το Σεβαστό σας Δικαστήριο να απορρίψει την εν λόγω Αγωγή και τις αξιώσεις της Ενάγουσας, ως επί της ουσίας αναληθείς και άρα αβάσιμες, με έξοδα εναντίον της.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής, παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κατά γενικό κανόνα, η μαρτυρία αξιολογείται κατά τρόπο διακριτό από το βάρος της απόδειξης με μοναδικό γνώμονα την ανίχνευση της αλήθειας. Δεδομένου ότι, λόγω του μικρού μεγέθους της αξίωσης στην αγωγή, δεν δόθηκε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες, το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με βάση τα συνήθη κριτήρια της εξωτερικής εντύπωσης που του προκαλούν (ετοιμότητα απαντήσεων, σαφήνεια, εμβάθυνση, κ.λπ.). Συνεπακόλουθα, η αλήθεια των ισχυρισμών των μαρτύρων, στο βαθμό που συγκρούονται μεταξύ τους, θα κριθεί από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαΐδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Στην παρούσα υπόθεση, τα επίδικα θέματα όπως αναφύονται μέσα από την προπαρατεθείσα δικογραφία, αφορούν ειδικότερα στα εξής ερωτήματα։ Κατά πόσο η Ενάγουσα αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Κατά πόσο η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι πράγματι δόθηκαν εντολές έκδοσης ή ανανέωσης ασφαλιστικών συμβολαίων από τους Εναγομένους και γενικότερα εντολές παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έδωσαν εντολή ακύρωσης των ασφαλιστικών συμβολαίων και αν ναι κατά πόσο η Ενάγουσα παράνομα και/ή παράτυπα και/ή αντιδεοντολογικά δεν προέβηκε σε ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων. Κατά πόσο η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης έκαστης χρεωστικής πράξης ξεχωριστά. Κατά πόσο η Ενάγουσα οφείλει στους Εναγόμενους το ποσό των €238.- και κατά πόσο υπήρχε συμφωνία συμψηφισμού του εν λόγω ποσού με τυχόν οφειλόμενο εκ μέρους τους ποσό προς την Ενάγουσα. Κρίνω ότι έχει δίκαιο ο συνήγορος της Εναγομένης να επισημαίνει στην τελική του αγόρευση ότι, ενώ στην παράγραφο 6 της Ε/Δ του ο ΜΕ1 αναφέρεται στον τρόπο συνεργασίας των μερών και αναφέρει ξεκάθαρα ότι «ο τρόπος συνεργασίας των μερών ήταν η παροχή των ως άνω αναφερόμενων ασφαλιστικών υπηρεσιών με την υπογραφή ασφαλιστηρίων συμβολαίων εκδοθέντων από την Ενάγουσα και η άμεση πληρωμή αυτών από την Εναγομένη», και ενώ ο ΜΕ1 περιγράφει ως αιτία αγωγής την παράλειψη καταβολής από την Εναγόμενη των οφειλόμενων ασφαλίστρων για την «παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών στη βάση διαφόρων ασφαλιστηρίων συμβολαίων», όπου αυτά τα «διάφορα συμβόλαια» λέγει ότι είναι «αφορώντα την ασφαλιστική κάλυψη οχημάτων της Εναγομένης», εντούτοις ο ΜΕ1 παραλείπει να προσδιορίσει στη μαρτυρία του - ποια ήταν αυτά τα ασφαλισμένα οχήματα, ποια ήταν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, και επιπλέον παραλείπει να προσκομίσει ή/και επισυνάψει στην Ε/Δ του τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή/και τις ανανεώσεις αυτών, στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αγωγή. Είναι επίσης ορθή η επισήμανση του συνηγόρου της Εναγομένης στην τελική του αγόρευση ότι αναφορικά με το Τεκμήριο 1 - Κατάσταση λογαριασμού, το οποίο η Εναγόμενη αρνείται στο δικόγραφό της αλλά και διαμέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι παρέλαβε οποτεδήποτε πριν την έγερση της αγωγής, ούτε ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία που να βεβαιώνει ότι είχαν αποστείλει την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού το Τεκμήριο 1 στην Εναγομένη οποτεδήποτε πριν την έγερση της αγωγής ούτε παρουσίασε αποδεικτικό ότι την παρέλαβε με οποιοδήποτε τρόπο οποτεδήποτε η Εναγόμενη. Ανέγνωσα με προσοχή τις παρα. 4 και 5 της Ε/Δ του ΜΕ1, ως επίσης επιθεώρησα με προσοχή τα Τεκμήρια 2 και 3 που είναι οι προειδοποιητικές επιστολές και διαπίστωσα ότι το Τεκμήριο1 δεν είχε επισυναφθεί σε καμία εξ αυτών. Επομένως, δεν είναι αυθαίρετος ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι το περιεχόμενο της Κατάστασης Λογαριασμού δεν είναι συμπεφωνημένο και άρα ο λογαριασμός δεν είναι εκκαθαρισμένος, με αποτέλεσμα να πρέπει να αποδειχθεί έκαστη καταχώρηση σε αυτόν από την Ενάγουσα η οποία βασίζεται στο περιεχόμενό του. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons V. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156: «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν [...].» Όπως επεξηγήθηκε στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 6.12.2017, του του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Έντιμο Δικαστή Α. Λιάτσο, στην Πολιτική Έφεση 205/2012, Ανδρόνικου Κουρουκλάρη ν Ανδρέα Κωνσταντίνου - «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Επισημαίνω, συναφώς, ότι η πλευρά της Εναγομένης, δια μέσω του ΜΥ1, αμφισβήτησε συγκεκριμένες καταχωρήσεις στην εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού, οι οποίες είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ουσιώδεις, διότι αφορούν σε καταχωρήσεις που έγιναν κατά ή περί την περίοδο από 26/6/2016 μέχρι τις 25.10.2016 που είναι η ουσιώδης ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διαμορφώθηκε το αξιούμενο οφειλόμενο υπόλοιπο. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι στις παρα. 12 και 13 της Ε/Δ του ΜΥ1 είχαν επισημανθεί από αυτόν ως περίεργες ή/και ως ανιτιολόγητες, οι εξής χρεοπιστώσεις του λογαριασμού ως το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του ΜΕ1 που κατ' ισχυρισμόν τηρούσε η Ενάγουσα։ - Στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1, φαίνεται ότι περί τις 26/06/2016, οι Ενάγοντες προβαίνουν σε τρείς πράξεις χρέωσης του λογαριασμού που επικαλούνται, με τα αντίστοιχα ποσά των €280.-, €278.- και €355.-, ενώ ακριβώς παρακάτω προχωρούν με τρείς πράξεις πίστωσης του εν λόγω λογαριασμού, της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα την 26/06/2016, με τα αντίστοιχα ποσά των €280.-, €278.- και €355.-, χωρίς να αναγράφουν οποιαδήποτε αιτιολογία. - Στη συνέχεια και με τις τέσσερις επόμενες πράξεις τους, ημερ. 01/09/2016, πιστώνουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με τα αντίστοιχα ποσά των €220.-, €280.-, €397,15.- και €500.-, με την αναγραφή μάλιστα στην Περιγραφή - «Description», ως «Wrongly Posted». - Στη συνέχεια και ενώ περί την 25/10/2016 πιστώνουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με €1,920.-, με αποτέλεσμα αυτός να έχει αρνητικό πρόσημο για €396,47.-, αποφασίζουν και πάλι την ίδια ημέρα και πιο συγκεκριμένα την 25/10/2016 να χρεώσουν και πάλι τον εν λόγω λογαριασμό με τα €1.920.-, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, με αποτέλεσμα, ως επικαλούνται, να εμφαίνεται υπόλοιπο τελικώς για €1.523,53.- Παρά την ανωτέρω αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 από τον ΜΥ1, η οποία αμφισβήτηση παρατηρώ ότι συνάδει με το ότι η Εναγόμενη δικογράφησε άγνοια του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού στην παρα. 5 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, εντούτοις η πλευρά της Ενάγουσας δεν έσπευσε να αξιοποιήσει την ευχέρεια που της παρέχει η νέα Δ.30, θ. 7(β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να αιτηθεί - είτε την προφορική εξέταση του δικού της μάρτυρα (ΜΕ1) ώστε αυτός να επεξηγήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ή/και τις επίμαχες καταχωρήσεις χρεοπιστώσεων ως ανωτέρω παρατέθηκαν, είτε την αντεξέταση του ΜΥ1 για να δείξει αν καλόπιστα ή εύλογα αυτός δηλώνει άγνοια για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης στην ίδια την Ε/Δ του ΜΕ1 για τις εν λόγω χρεοπιστώσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να αναπληρώσει το κενό αιτιολογίας τους που προκύπτει στην όψη του Τεκμηρίου
  2. Τι σημαίνει υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ο όρος «overdue» ή «wrongly posted», τί συνέβη μεταξύ 26/6/2016 και 1/9/2019 ώστε να αντιλογίζονται οι πράξεις στις 26/6, να μηδενίζονται και να επανακαταχωρούνται την 1/9, παρέμεινε άγνωστο μέχρι τέλους της δίκης. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα, για να μπορούσαν να συγκριθούν οι επίμαχες χρεώσεις με τα στοιχεία των εν λόγω ασφαλιστηρίων, όπως δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε οι έγγραφες και ενυπόγραφες, κατ' ισχυρισμόν, εντολές της Εναγομένης ως πελάτιδας της Ενάγουσας, από τις οποίες προέκυπτε η έγγραφη συμφωνία της για την λήψη των ασφαλιστικών υπηρεσιών και τη σχετική χρέωσή της με τα ασφάλιστρα γι' αυτές. Δεν αρκεί κατά την κρίση μου η γενική άρνηση του ισχυρισμού περί ακύρωσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων όπως έχει καταγραφεί στην παρα. 11 της Ε/Δ του ΜΕ1 σε απάντηση του ισχυρισμού περί εντολών ακύρωσης αρχές Μαρτίου 2016 που είχε δικογραφήσει η Εναγόμενη στην παρα. 6(γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης. Δεν ήταν ευθύνη της Εναγομένης να αποδείξει ποια συμβόλαια διατηρούσε με την Εναγόμενη. Ούτε ήταν ευθύνη της ν' αποδείξει πότε ακυρώθηκαν. Αυτές τις πράξεις είναι η Ενάγουσα που έπρεπε να τις αποδείξει στο πλαίσιο του βάρους που έχει να αποδείξει τον ισχυρισμό της για το μέγεθος των ασφαλίστρων που αναλογούσαν στην περίοδο για την οποία υπήρχε ασφάλιση σε ισχύ προς όφελος της Εναγομένης. Εδώ κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1 το έγγραφο ακύρωσης ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου ως το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ του ΜΥ
  3. Το ίδιο έγγραφο περιλήφθηκε στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης της Ενάγουσας, άρα συνάγεται ότι δεν αμφισβητείται από αυτήν η ύπαρξή του ως πραγματικού εγγράφου που δηλώνει ακύρωση κάποιου ασφαλιστικού συμβολαίου. Ωστόσο, και πάλιν οφείλω να τονίσω ότι, ελλείψει κατάθεσης όλων των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία ούτε σε ένα μεμονωμένο έγγραφο ως είναι το Τεκμήριο 2, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά έγγραφα για να τα συγκρίνει, συσχετίσει ή αντιπαραβάλει, προκειμένου να εξάξει δικαστικό συμπέρασμα για την περίοδο ισχύος των ασφαλιστήριων συμβολαίων στα οποία στηρίζεται η Ενάγουσα και κατ' ακολουθία των ασφαλίστρων που αυτή αξιώνει. Μη έχοντας ενώπιον μου τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δεν μπορώ να γνωρίζω ποια δικαιώματα είχε η Ενάγουσα σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις ασφαλίστρων σε περίπτωση που λάμβανε εντολή από τον πελάτη για ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης, ήτοι μέχρι πότε μπορούσε να συνεχίσει να τον χρεώνει ή/και πότε είχε υποχρέωση να επιστρέψει ασφάλιστρα και για ποια ποσά. Το επόμενο ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα μπορούσε να συναχθεί παραδοχή του αξιούμενου ποσού ασφαλίστρων απλώς και μόνο ως εκ του περιεχομένου της επιστολής που απέστειλαν οι Δικηγόροι της Εναγόμενης στις 31/5/2017 (βλ. Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ του ΜΕ1) τους Δικηγόρους της Ενάγουσας σε απάντηση προς την επιστολή ημερ. 22.5.2017 (βλ. Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του ΜΕ1). Προτού αναλύσω ή αξιολογήσω το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, καλούμαι να αποφανθώ αναφορικά με την απιοδεκτότητά τους ως μαρτυρία, με το σκεπτικό ότι, όπως εισηγείται ο συνήγορος της Εναγομένης, αυτές οι επιστολές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία, εφόσον ανταλλάγησαν άνευ βλάβης στα πλαίσια συζητήσεων για σκοπούς εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης, όπως τούτο αποδεικνύεται και από την απαντητική επιστολή άνευ βλάβης που απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας στις 20.7.2017 προς τους δικηγόρους της Εναγομένης (βλ. Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ του ΜΕ1). Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας δεν αρνείται στην τελική του αγόρευση ότι τόσο η επιστολή ως το Τεκμήριο 4 ανωτέρω όσο και η επιστολή ως το Τεκμήριο 5 ανωτέρω φέρουν στο άνω μέρος την ένδειξη «ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ». Παραταύτα, είναι η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι οι εν λόγω επιστολές δύνανται να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία στο Δικαστήριο και αιτιολογεί την εισήγησή του βασιζόμενος στα διαλαμβανόμενα στο Σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, 2014, στις σελ. 1004-1007։ Αναγνωρίζει ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι ο εκεί αναφερόμενος γενικός κανόνας είναι ότι, γραπτές ή προφορικές δηλώσεις που λαμβάνουν χώρα «άνευ βλάβης» ή άνευ επηρεασμού δικαιωμάτων, είτε κατά τη διευθέτηση μιας διαφοράς, είτε πριν, είτε μετά την έγερση της αγωγής, δε γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που προέβη σε αυτές. Ο λόγος για τη δημιουργία και εξέλιξη αυτού του κανόνα είναι η ενθάρρυνση των διαδίκων να συμβιβάζουν τις διαφορές τους. Αλλά επισημαίνει ότι το γεγονός ότι οι λέξεις «άνευ βλάβης» αναγράφονται επί επιστολής, δεν καθιστά αυτήν αυτομάτως και άνευ ετέρου προνομιούχα (βλ. South Shropshire District Council v. Amos
(1986)1 WLR 1271[1]). Επισημαίνει επίσης ότι στο ίδιο Σύγγραμμα, το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω), στις σελ.1006 - 1007, αναφέρεται ότι στον κανόνα περί άρσης του προνομίου των επιστολών στις οποίες αναγράφονται οι λέξεις «ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ», υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις. Σχετικό το σημείο (vi) στη σελ. 1007: «Όταν οι προσπάθειες συμβιβασμού, γίνονται μεν άνευ βλάβης, αλλά όχι σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα [«without prejudice save as to costs»] (Calderbank v. Calderbank
(1975)3AII ER 333). » Διατυπώνει ο συνήγορος της Ενάγουσας, κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω, την εξής εισήγηση προς το Δικαστήριο։ o «Είμεθα της γνώμης ότι, ως προς την επιστολή ημερ. 31.5.2017 των τότε δικηγόρων της Εναγόμενης προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης του ΜΕ), δεν τίθεται θέμα ως προς την κατάθεσή της, καθότι - ευσεβάστως αναφέρουμε - εμπίπτει στις εξαιρέσεις του γενικού κανόνα ότι δηλώσεις που γίνονται άνευ βλάβης είναι προνομιούχες και σε καμία περίπτωση δεν θίγει το δικαίωμα των δικηγόρων να συμβιβάζουν τις υποθέσεις τους · ως έχουμε τονίσει ανωτέρω, δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά επί της συγκεκριμένης επιστολής για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, παρά γίνεται δήλωση του γεγονότος ότι υπάρχει μη εξοφλημένο από την πλευρά της Ενάγουσας τιμολόγιο, εκδοθέν από αυτή, και δια της επιστολής αυτής απλά διεκδικεί το λαβείν της πελάτισσάς του. o Στην εν λόγω επιστολή, πουθενά δεν αναφέρεται οποιαδήποτε συνεννόηση ως προς τον καθορισμό των δικηγορικών εξόδων και ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η κατάθεση της επιστολής ημερ. 31.5.2017 πρέπει να γίνει δεκτή ως Τεκμήριο και να ληφθεί υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο, από τη μία πλευρά στη βάση εξαίρεσης από τον κανόνα της η προσαγωγής επιστολών και γενικά δηλώσεων όπου αναγράφονται οι λέξεις άνευ βλάβης, αλλά και για το λόγο ότι η συγκεκριμένη επιστολή αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη με τις δικογραφημένες θέσεις της και την προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους της, προβάλλει θέσεις οι οποίες προέκυψαν εκ των υστέρων, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να παρουσιάσει τα γεγονότα, με τον τρόπο που εκείνη επιθυμεί, χωρίς αυτά να είναι τα αληθή. o Αναμφισβήτητα, εναπόκειται στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να αποφασίσει το θέμα αυτό, έχοντας υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κατόπιν που θα κοιτάξει την συγκεκριμένη επιστολή ως προς το περιεχόμενό της (βλ. In re Daintrey, ex parte Holt
(1983)QB 116). Απορρίπτω την πιο πάνω εισήγηση των συνηγόρων της Ενάγουσας, έχοντας αντλήσει καθοδήγηση από το προμνησθέν Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη (βλ. σελ. 1004-1007). Λαμβάνω υπόψη μου ότι, η νομολογία έχει προοδευτικά αναπτύξει το γενικό κανόνα της μη αποδοχής δηλώσεων που γίνονται άνευ βλάβης (βλ. Photiou Bros Co Ltd and Another v Autolifts and Engineering Co. Ltd
(1984)1 CLR 422, Walker & Wilsher
(1889)23 QBD 335). Συγκεκριμένα, έχει νομολογηθεί ότι δηλώσεις που λαμβάνουν χώρα άνευ βλάβης ή άνευ επηρεασμού κατά την διευθέτηση μιας διαφοράς είτε πριν από την έγερση της αγωγής (βλ. Barnetson v Framlington Group Ltd
(2007)3 All ER 1054), είτε κατά την εκκρεμοδικία, δεν γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που προέβη σε αυτές (Shattou v M/V "Koreiz" and another
(1982)1 CLR 804) και τούτο συμπεριλαμβάνει και κάθε θέμα που αφορά στην επιδίκαση εξόδων. Δεν έχει σημασία αν οι δηλώσεις άνευ βλάβης έγιναν προφορικά ή γραπτώς. Απεναντίας, ο ίδιος γενικός κανόνας ως ανωτέρω περιγράφεται ισχύει και όταν οι διαπραγματεύσεις για διευθέτηση μιας διαφοράς γίνονται με την ανταλλαγή επιστολών. Η αναφορά της φράσης 'Άνευ βλάβης» σε μία ή περισσότερες από τις επιστολές αυτές που ανταλλάσσονται καθιστούν την αλληλογραφία προνομιούχα. Αν η έναρξη της διαπραγμάτευσης έγινε με επιστολή που γράφει ρητά την ένδειξη «άνευ βλάβης», το ότι η απάντηση που ακολούθησε δεν έφερε την ίδια ένδειξη, δεν αφαιρεί τον προνομιούχο χαρακτήρα της αλληλογραφίας, νοουμένου ότι όλη η αλληλογραφία αφορά στην προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού (βλ. Paddock v Forrester
(1842)3 Man & G 903). Το Δικαστήριο δύναται ν'αποφασίσει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών (South Shropshire District Council v Amos
(1987)1 All ER 340). Η νομολογία έχει όντως αναγνωρίσει κάποιες εξαιρέσεις στον πιο πάνω κανόνα αποκλεισμού των άνευ βλάβης δηλώσεων εκτός αν συγκατατίθενται και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Οι εξαιρέσεις αυτές απαριθμούνται (μη εξαντλητικα, αλλά ενδεικτικά) κατωτέρω (βλ. σελ. 1006 - 1007 του Συγγράμματος Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη)։ (α) Όταν το επίδικο θέμα είναι αν οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμβιβασμό ή όχι (Tomlin v Standard Telephones and Cables Ltd
(1969)3 All ER 201), (β) Όταν το επίδικο θέμα σχετίζεται με διαμεσολάβηση προς επίλυση διαφοράς, η οποία κατέληξε σε συμβιβασμό (Brown v Rice
(2007)EWHC 625), (γ) Όταν γίνεται παραδοχή εκ μέρους εξ αποφάσεως χρεώστη ότι είναι ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του (Re Daintrey, ex parte Holt (1891-4) All ER Rep 209), (δ) Όταν η επιστολή άνευ βλάβης περιέχει απειλή κατά του αποδέκτη σε περίπτωση που η πρόταση δεν γίνει αποδεκτή (Kurtz v Spence
(1888)58 LT 438), (ε) Όταν οι προσπάθειες συμβιβασμού γίνονται μεν άνευ βλάβης αλλά όχι σε σχέση με δικηγορικά έξοδα (Calderbank v Calderbank
(1975)3 ALL ER 333). Στην παρούσα υπόθεση, οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 φέρουν και οι τρεις την ένδειξη άνευ βλάβης, το Τεκμήριο 3 συνιστά προειδοποιητική επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας για την έγερση της αγωγής αν δεν εξοφληθεί το αναφερόμενο σε αυτήν ποσό από την Εναγόμενη, το Τεκμήριο 4 αποτελεί πρόταση του συνηγόρου της Εναγομένης για συμβιβασμό της αξίωσης της Ενάγουσας διά συμψηφισμού, το Τεκμήριο 5 αποτελεί αντιπρόταση των συνηγόρων της Ενάγουσας προς αποφυγή λήψης δικαστικών μέτρων. Επομένως, ολόκληρη η αλληλογραφία αφορά σε προσπάθεια συμβιβασμού πριν την έγερση της αγωγής και είναι προνομιούχα αυτή τη αλληλογραφία εφόσον έχει αυτό τον στόχο και σκοπό, ως επίσης εφόσον φέρει ρητή ένδειξη «άνευ βλάβης». Ακολουθώντας τον γενικό κανόνα ότι αυτή η αλληλογραφία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία στο Δικαστήριο εφόσον δεν συγκατατίθενται στην κατάθεσή της και τα δύο μέρη που εμπλέκονται σε αυτήν, κρίνω ότι η εδώ η ένσταση από μέρους των συνηγόρων της Εναγομένης είναι καταλυτικής σημασίας στο να πρέπει ν' αποκλεισθεί αυτή η μαρτυρία. Τούτο, ιδιαίτερα, λόγω και του ότι δεν έχουν αποδειχθεί ενώπιον μου οποιεσδήποτε συνθήκες ως αυτές που περιγράφονται ως εξαιρέσεις ανωτέρω. Έχω μελετήσει την απόφαση Calderbank v Calderbank
(1975)3 ALL ER 333, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος της Ενάγουσας για να ισχυριστεί ότι εφαρμόζεται η εξαίρεση ως το «(ε)» ανωτέρω. Κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται αυτή η εξαίρεση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Θα έπρεπε η αλληλογραφία να αναφέρει «Άνευ βλάβης εκτός σε ό,τι αφορά τα έξοδα» (Without prejudice save as to costs), στην οποία περίπτωση, αν δηλαδή υπήρχε τέτοια ένδειξη στην αλληλογραφία ως τα Τεκμήρια 3 έως 5, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν ως εξής։ κατά παράκαμψη του γενικού κανόνα που θέλει τα έξοδα δίκης ν' ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, ήτοι ο επιτυχών διάδικος να κερδίζει τα έξοδα στην κλίμακα της αξίωσής του που επιτυγχάνει, ο αποτυχών διάδικος αποκτά το δικαίωμα να παρουσιάσει την άνευ βλάβης αλληλογραφία που είχαν κατά την προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης για να αξιώσει να επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντα διάδικου μικρότερης κλίμακας έξοδα, αν αποδείξει ότι το ποσό που επιδίκασε το Δικαστήριο υπέρ του επιτυχόντα διάδικου είναι μικρότερο από εκείνο που του είχε προτείνει για συμβιβασμό ο αποτυχών διάδικος. Εδώ δεν αποδείχθηκε, υπό τις περιστάσεις, η περίπτωση πρότασης εξώδικου συμβιβασμού τύπου Calderbank. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν δύναμαι να υπεισέλθω στο περιεχόμενο της αλληλογραφίας ως τα Τεκμήρια 3, 4 και 5, για να κρίνω βάσει εκείνης αν υπήρξε οποτεδήποτε αναγνώριση χρέους της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα. Ασφαλώς ούτε και για το αντίστροφο, εφόσον έχει αποκλεισθεί η μαρτυρία αυτή. Με βάση το σύνολο των προλεχθέντων, καταλήγω να κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν παρουσίασε επαρκή μαρτυρία, ικανή να αποδείξει την εκδοχή γεγονότων ως η έκθεση απαίτησής της και δη δεν απέσεισε το βάρος της απόδειξης ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανό να είναι αληθής παρά όχι. Προχωρώ να εξετάσω την εκδοχή γεγονότων ως η ανταπαίτηση της Εναγομένης. Η Εναγόμενη στηρίζει τη δική της αξίωση σε ένα τιμολόγιο ημερ. 23.2.2016 ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Υ του ΜΥ1 (Πανίκου Αντωνίου). Στα δικόγραφα δεν είναι παραδεκτή από την Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη η οφειλή του ποσού που περιγράφεται στο τιμολόγιο. Παρατηρώ ότι το ίδιο το τιμολόγιο δεν είναι υπογεγραμμένο από τον παραλήπτη. Δεν μπορώ να υπεισέλθω στην αλληλογραφία που διεξήχθη άνευ βλάβης για να εξάξω από αυτήν οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς το αν έγινε ανγνώριση οφειλής ή όχι προγενέστερα. Η Ενάγουσα, ανεξαρτήτως τιμολογίου, αρνείται στα δικόγραφά της ότι της παρασχέθηκαν οποτεδήποτε οι υπηρεσίες που περιγράφονται στο τιμολόγιο. Επομένως, η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα όφειλε να είχε προσφέρει επαρκή μαρτυρία για ν'αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών στις οποίες αφορά το τιμολόγιο, αφού είναι πάγια νομολογημένο ότι ένα τιμολόγιο δεν αποτελεί απόδειξη αφ'εαυτού της παροχής των υπηρεσιών ή/και της συμφωνίας για την παροχή του (βλ. Θεοδώρου Θεόδωρος ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492). Εδώ εν προκειμένω, η Εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα θα έπρεπε κατά την κρίση μου να παρουσίασε τα σχέδια που ισχυρίζεται ότι ετοίμασε και για τα οποία εξέδωσε το τιμολόγιο, ασχέτως αν αυτή δεν προχώρησε σε άλλες εργασίες βάσει των σχεδίων, διότι εκ των υστέρων απέρριψε την προσφορά της η Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη. Ούτε σχέδια και μετρήσεις ούτε προσφορά παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για ν'αποδείξουν το ότι υπήρξε συμφωνία για όσα τιμολογήθηκαν ή/και εκτέλεση των υπηρεσιών που τιμολογήθηκαν. Επομένως, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και η ανταπαίτηση. Είναι περιττό το να εξετάσω αν υπήρξε οποτεδήποτε συμφωνία συμψηφισμού. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται τόσο η απαίτηση της Ενάγουσας στην αγωγή όσο και η ανταπαίτηση της Εναγομένης. Κάθε πλευρά καταδικάζεται στα έξοδά της. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.