← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ι. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. S.F.P PRINTER MATERIALS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2569/2018, 9/3/2020

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ι. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. S.F.P PRINTER MATERIALS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2569/2018, 9/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2569/2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ι. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. S.F.P PRINTER MATERIALS LTD
  2. XXXXX ΦΡΙΞΟΥ
  3. XXXXX ΠΗΛΑΙΔΗ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 9/1/2019 της Ενάγουσας για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 9 Μαρτίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτούσα: κα Κούτρα, για κ.κ. Δημήτρη Κούτρα & Σια. Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αδαμίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  5. Η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα απαιτεί το συνολικό ποσό των €13500 δυνάμει 9 επιταγών που εκδόθηκαν κατά καιρούς από τους Εναγόμενους προς όφελος της και οι οποίες δεν τιμήθηκαν «λόγω ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και/ή ενεργειών αντίθετων με τα συναλλακτικά έθιμα και πρακτική». Διαζευκτικά απαιτεί το ποσό των €13143,16 ως οφειλόμενο υπόλοιπο «δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, και/ή δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει συμφωνίας πωλήσεως και παραδόσεως εμπορευμάτων».
  6. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η Εναγομένη 1 αγόραζε από αυτήν χαρτικά είδη και γραφική ύλη τα οποία μεταπωλούσε. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο γραμματέας της Εναγομένης 1 και «το πρόσωπο το οποίο διαχειρίζετο τις δοσοληψίες των εναγομένων μετά των εναγόντων», και η Εναγομένη 3, διευθύντρια της Εναγομένης 1 «η οποία έλαβε μέρος στις ψευδείς παραστάσεις οι οποίες έλαβαν χώρα προκειμένου να μην τιμηθούν οι .... επιταγές, λαμβάνοντας μέρος στη διαφοροποίηση της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών».
  7. Στην §5 της απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εκδόθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας συνολικά 19 επιταγές για αγορασθέντα προϊόντα συνολικής αξίας €28070,70 από την 7/7/2016 μέχρι και την 25/10/
  8. Από τις εκδοθείσες επιταγές τιμήθηκε μόνο μία. Ο Εναγόμενος 2, με ψευδείς παραστάσεις παρακάλεσε την Ενάγουσα, όπως αντικατασταθούν οι επιταγές με νέες για το ίδιο ποσό και με μεταγενέστερες ημερομηνίες καθότι είχαν οικονομικές δυσκολίες. Η Ενάγουσα αποδέχθηκε την πρόταση. Εκδόθηκαν 9 επιταγές με ημερομηνίες έκδοσης από την 20/3/2017 μέχρι την 20/11/2017 για το συνολικό ποσό των €13500, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για εξαργύρωση επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν με την ένδειξη «η υπογραφή του εκδότη της επιταγής ελλείπει».
  9. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν στις ακόλουθες ψευδείς παραστάσεις (§10 της έκθεσης απαίτησης): «α) Ψευδώς οι εναγόμενοι έπεισαν τους ενάγοντες να αντικαταστήσουν τις επιταγές που αναφέρονται στην παράγραφο 5 ανωτέρω με τις επίδικες επιταγές που αναφέρονται στην παράγραφο 10, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή. β) Ψευδώς εισηγήθηκαν στους ενάγοντες να ανταλλάξουν τις επίδικες επιταγές με τις προηγούμενες ενώ γνώριζαν ότι προσέθεσαν 2° πρόσωπο ως υπογραφέα, προκειμένου η τράπεζα να αρνηθεί την εξαργύρωση των. γ) Παρέλειψαν οι εναγόμενοι ως είχαν καθήκον κατά τον χρόνο ανταλλαγής των επιταγών να ενημερώσουν τους ενάγοντες ότι τις επίδικες επιταγές τις υπέγραφαν 2 άτομα, αντί ένα άτομο που ήταν αρχικά.»
  10. Αφού οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση, ο τότε δικηγόρος τους καταχώρισε και Υπεράσπιση με την οποία οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν την έκδοση των επιταγών, την οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα και την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής εκ μέρους τους. Η Υπεράσπιση συνίστατο σε απλές αρνήσεις χωρίς την προβολή οποιουδήποτε θετικού ισχυρισμού (bare denials).
  11. Ακολούθως η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παναγή υπαλλήλου του λογιστηρίου της Ενάγουσας. Εκ της θέσεως της, αφού χειρίζεται όλα τα λογιστικά τους θέματα, γνωρίζει θετικά όλα τα γεγονότα. Στην ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην απαίτηση και επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια. Ως Τεκμήριο Α επισυνάπτει επιστολή απαίτησης ημερ. 29/3/2018, ως Τεκμήριο Α1, εκτύπωση από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τους διευθυντές και γραμματέα της Εναγομένης, ως Τεκμήριο Γ, δέσμη φωτοαντιγράφων των επιταγών για €28017,70 από τις οποίες μόνο μια τιμήθηκε (Τεκμήριο 1) και ως Τεκμήριο 2, τις 9 επιταγές που αφορούν την απαίτηση. Ως Τεκμήριο Β κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού με το οφειλόμενο υπόλοιπο των €13143,
  12. Η θέση της είναι ότι οι Εναγόμενοι πρόσθεσαν δεύτερη υπογραφή επί των επιταγών, εκ των υστέρων, ώστε αυτές να μην τιμηθούν.
  13. Οι Εναγόμενοι, δια του νέου δικηγόρου τους, καταχώρισαν ένσταση. Είναι η θέση τους ότι έχουν καλή υπεράσπιση (λόγος 1), ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18, Θ.1 και ότι η κα Αγγέλα Παναγή δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά αφού δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  14. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  15. Δέχεται ότι η Ενάγουσα και η Εναγομένη 1 μεταξύ τους διατηρούσαν εμπορική σχέση αφού η τελευταία αγόραζε από την πρώτη τύπο αυτοκόλλητου για διαφημιστικές πινακίδες τις οποίες ακολούθως μεταπωλούσε. Ο ίδιος εκπροσωπούσε την Εναγομένη 1 στις συναλλαγές της. Η Εναγομένη 1 εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας το 2016 μεταχρονολογημένες επιταγές για το συνολικό ποσό των €30541,69 (Τεκμήριο 1, δέσμη φωτοαντιγράφων των εν λόγω επιταγών). Τον Ιούνιο 2016 η Εναγομένη 1 έγινε δέκτης παραπόνων από πελάτες της ότι τα αυτοκόλλητα ήταν ελαττωματικά και ξεκολλούσαν από τις διαφημιστικές πινακίδες. Η Εναγομένη 1 ενημέρωσε σχετικά τον διευθυντή της Ενάγουσας ο οποίος «αρνήθηκε και/ή αμέλησε» να τα αντικαταστήσει. Ως εκ τούτου η Εναγομένη 1 έδωσε οδηγίες ανάκλησης των επιταγών και την 6/7/2016 ενημέρωσε με επιστολή την Ενάγουσα (Τεκμήριο 3, επιστολή ημερ. 6/7/2016). Η Ενάγουσα κατέθεσε μια επιταγή μόνο η οποία επιστράφηκε ως ανακληθείσα.
  16. Την 10/7/2016 κατόπιν συμφωνίας με τον διευθυντή της Ενάγουσας συμφωνήθηκε όπως εκδοθούν νέες επιταγές ώστε να συνεχίσει η συνεργασία τους. Την ίδια μέρα εκδόθηκαν 19 επιταγές για το συνολικό ποσό των €28204,
  17. Η Ενάγουσα πίστωνε το λογαριασμό της Εναγομένης 1 χωρίς όμως να επιστρέφει τις επιταγές. Την 20/1/2018 η κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1 έδειχνε υπόλοιπο €5392,98 (Τεκμήριο 4) και ακολούθως έδειχνε μηδέν (Τεκμήριο 5).
  18. Ο Εναγόμενος 2 από την 1/3/2017 μέχρι την 15/9/2017 σταμάτησε να εκπροσωπεί την Εναγομένη 1 και εργοδοτήθηκε από την Ενάγουσα. Αυτή ουδέποτε του κατέβαλε μισθό ούτε προέβη σε συνεισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 6, η κάρτα πωλήσεων του). Την 15/9/2017 ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τον Διευθυντή της Ενάγουσας να πληρωθεί τους μισθούς του. Αντί να τον πληρώσει κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα τις οποίες όφειλε να του επιστρέψει. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση του, ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους να υπερασπιστούν.
  19. Αφού απορρίφθηκε με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αίτημα της Ενάγουσας να αντεξετάσει τον Εναγόμενο 2 (Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 15/11/2019) ο συνήγορος των Εναγομένων, αφού προηγουμένως τέθηκε υπόψη του η ύπαρξη της Υπεράσπισης από τον προηγούμενο δικηγόρο, προχώρησε και καταχώρισε, άνευ αδείας αφού δεν είχε καταχωριστεί ακόμη κλήση για οδηγίες, τροποποιημένη Υπεράσπιση, η οποία ουσιαστικά ανταποκρίνεται στα λεχθέντα του Εναγομένου
  20. Κατά την ημέρα της ακρόασης της αίτησης και οι δύο συνήγοροι κατέθεσαν γραπτώς τις εισηγήσεις τους και αναφέρθηκαν επίσης στο αν η τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρίστηκε νομότυπα. Και οι δύο συνήγοροι, υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του, αναφέρθηκαν στη νομολογία σε σχέση με τη Δ.
  21. Ειδικότερα ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι η αγωγή επειδή αφορούσε ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή δόλο, θα έπρεπε να καταχωριστεί με γενικά οπισθογραφημένο και όχι με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
  22. Η συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι σε κάθε περίπτωση η τροποποιημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων θα πρέπει να παραγνωριστεί αφού δεν κατατέθηκε νομότυπα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αντέτεινε ότι από τη στιγμή που δεν καταχωρίστηκε κλήση για οδηγίες εντός της προθεσμίας της Δ.30, Θ. 1 (α) δικαιούτο να καταχωρίσει τροποποιημένη Υπεράσπιση άνευ αδείας σύμφωνα με τη Δ.25, Θ.
  23. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:

(1)Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
(2)Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως.
(3)Η αίτηση του συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130,133 και Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824 - 825). 15. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782,789). 16. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018). 17. Από πλευράς εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817).
(2)Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί (βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2])
(3)Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333, 337 - 338 και 339 - 340). 18. Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1080 -1081 - μετάφραση αποσπάσματος από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». 19. Στη Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση ή δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοια που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». »
  1. Η καταχώριση Υπεράσπισης δεν εμποδίζει την καταχώριση από πλευράς ενάγοντα αίτησης για συνοπτική απόφαση. Ούτε και η επακόλουθη καταχώριση από πλευράς εναγόμενου Υπεράσπισης εμποδίζει την εκδίκαση αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 260[3] και McLardy v Slateum 24 Q.B.D. 504).
  2. Η Δ.2, Θ. 6
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει επιτακτικά ποιες αγωγές πρέπει να καταχωρίζονται με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα: «6. .......
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2)» (Έμφασις δική μου)
  1. Σε υποθέσεις επομένως όπου ο ενάγων ισχυρίζεται απάτη η αγωγή πρέπει να καταχωρίζεται με γενική οπισθογράφηση. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις.
  2. Στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 («Κεφ. 149»), οι «ψευδείς παραστάσεις» ορίζονται ως ακολούθως: «
  3. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.»
  4. Συμβάσεις που συνάπτονται δυνάμει ψευδών παραστάσεων είναι ακυρώσιμες (βλ. άρθρο 19, Κεφ. 149). Αν και η απάτη (επίσης λόγος ακύρωσης συμφωνίας), ορίζεται ειδικά στο άρθρο 17 του Κεφ. 149, η ψευδής παράσταση δύναται να γίνει δόλια. Στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th edn LexisNexis 2017), αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 412 (για το πανομοιότυπο Ινδικό άρθρο): «A misrepresentation is a positive statement of fact, which is made or adopted by a party to a contract and is untrue. It may be made fraudulently, carelessly or innocently. It is a false representation. Regarding contracts, the general principle is that if one party has induced the other to enter into a contract by misrepresenting, though innocently, any material fact especially within his own knowledge, the party misled can avoid the contract.» (Έμφασις δική μου)
  5. Οι λεπτομέρειες της §10[4] της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, τις οποίες παρέθεσα πιο πάνω (βλ. §5) αποδίδουν στους Εναγόμενους δόλια συμπεριφορά, απάτη δηλαδή. Η αγωγή επομένως παράτυπα καταχωρίστηκε με ειδική οπισθογράφηση. Παρά το γεγονός ότι η το ζήτημα μπορεί απλά να θεωρηθεί ως παρατυπία δυνάμει της Δ.64 (βλ. Φαλέκκος ν Χριστοφίδη
(2013)1Γ ΑΑΔ 2534) προκύπτει το ερώτημα αν μπορεί ενάγων να αιτηθεί συνοπτική απόφαση για βάση αγωγής που θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. 26. Ο αδελφός Δικαστής, Λ. Πασχαλίδης, σε πρόσφατη απόφαση του στην Κωνσταντίνου v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Αγωγή 1008/19, 31/1/2020, όπου ηγέρθη ανάλογο ζήτημα, ανέφερε τα ακόλουθα, αφού προηγουμένως αναφέρθηκε στη Δ.18, Θ. 1 (b)[5]: «....όταν η αγωγή δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής οπισθογράφησης, τότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.18 (παλαιά αγγλική Ο.14) και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.9(β), σε περίπτωση που φανεί κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, είτε ότι η Δ.18 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής είτε ότι ο ενάγοντας γνώριζε εξ' υπαρχής ότι ο εναγόμενος θα πρόβαλλε τέτοιους ισχυρισμούς που θα δικαιούτο σε άδεια να υπερασπιστεί επί της ουσίας της αγωγής, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον ενάγοντα στα έξοδα της αίτησης και μάλιστα να διατάξει όπως αυτά πληρωθούν άμεσα στον εναγόμενο (costs to be paid forthwith by the plaintiff). Παρεμβάλλω εδώ ότι μία από τις επιτακτικές υποχρεώσεις της Δ.18
(1)(α) είναι όπως ο αιτητής ορκιστεί ότι πιστεύει ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση. Οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β), εξηγείται στο Annual Practice, καλύπτουν τις περιπτώσεις όπου καταχωρείται δυνάμει της Δ.18 αίτηση για συνοπτική απόφαση σε αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, όμως στην πορεία διαπιστώνεται ότι στο κλητήριο έχει συμπεριληφθεί και αξίωση για την οποία η Δ.2 Θ.6 (αγγλική Ο.3 r.6), επιβάλλει όπως η αγωγή καταχωρηθεί με γενική οπισθογράφηση. Επειδή αυτό κανονικά θέτει πλέον ολόκληρη την αγωγή εκτός της εμβέλειας της Δ.18 και καθιστά την αίτηση υποκείμενη σε απόρριψη, ενεργοποιώντας έτσι τις συνέπειες της Δ.18Θ.9(β) ως προς τα έξοδα, μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β) ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το μέρος των αξιώσεων που ορθά καλύπτονται από την ειδική οπισθογράφηση, χωρίς να επηρεαστεί η διαδικασία σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις. Επισημαίνεται δε στο σύγγραμμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της «αυστηρής τιμωρίας» της Δ.18 Θ.9(β) σε σχέση με τα έξοδα, οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.1(β) φαίνεται να αποσκοπούν στο να παράσχουν τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να εμποδίσει την καταστρατήγηση του σκοπού της Δ.18 από τεχνικές ενστάσεις εκεί όπου διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη του κλητηρίου (bona fide mistake has been made in drawing a special indorsement).»
  1. Συμφωνώ με το σκεπτικό του το οποίο στήριξε σε αποσπάσματα του Annual Practice 1958, σελ. 243 - 244[6]. Συμφωνώ επίσης με το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή, ότι η λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας, σύμφωνα με τη Φαλέκκος, ανωτέρω, αν και μπορεί να θεωρηθεί απλή παρατυπία που δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία, δεν δίδεται δικαίωμα σε ενάγοντα να αιτείται συνοπτική απόφαση για αγώγιμο δικαίωμα που δεν μπορούσε να περιληφθεί σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ως εκ τούτου, αν και ο λανθασμένος τρόπος έναρξης διαδικασίας από πλευράς ενάγοντα δεν επιφέρει ακυρότητα, η βάση αγωγής του είναι εκτός της εμβέλειας της Δ.
  2. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί.
  3. Σημειώνω ότι η διαζευκτική απαίτηση, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να εξεταστεί, αν η Ενάγουσα το επέλεγε ρητά και ικανοποιούσε το Δικαστήριο ως προς το καλόπιστο λάθος της να περιλάβει στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα βάση αγωγής που δεν μπορούσε να περιληφθεί. Αντίθετα προώθησε όλες τις απαιτήσεις της ταυτόχρονα.
  4. Παρά την κατάληξη της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και στο ζήτημα της καταχώρισης τροποποιημένης Υπεράσπισης από πλευράς Εναγομένων εκκρεμούσης της Αίτησης. Σύμφωνα με τη Δ.30: «
  5. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.»
  6. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ. 1
(2): «
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. ......» 31. Έχοντας κατά νου ότι οι Εναγόμενοι είχαν ήδη καταχωρίσει Υπεράσπιση και ότι κλήση για οδηγίες δεν είχε εκδοθεί από πλευράς Ενάγουσας, είχαν δικαίωμα να καταχωρίσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση χωρίς άδεια. Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση θα εξέταζε το βάσιμο της αίτησης για συνοπτική απόφαση με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνω πρόβλημα με τον τρόπο που ενήργησαν, αφού δεν θα είχε επίδραση στην αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να δώσω οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. 32. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος της Ενάγουσας, τα οποία, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) .............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  1. so)to what part of the plaintiff's claim. [3] By delivering Defence. - The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O. 14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of his appearance. [4] Επίσης σχετικές είναι οι §§4 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης. [5] «Δ. 18 Θ 1(b): If on the hearing of any application under this Rule it shall appear that any claim which could not have been specially indorsed under Order 2, Rule 6, has been included in the indorsement on the writ, the Court may, if it shall think fit, forthwith amend the indorsement by striking out such claim, or may deal with the claim specially indorsed as if no other claim had been included in the indorsement, and allow the action to proceed as respects the residue of the claim.» [6] «Effect of Sub-rule (b).—Having regard to the wide extension of O. 3, r. 6 this Rule would seem to apply only to cases where the plaintiff has used a specially indorsed writ in an action where he includes a claim for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, or in an action in which he includes a claim alleging fraud. The concluding words " allow the action to proceed as respects the residue of the claim", appear to sanction compound claims partly special and partly not, and to provide that judgment under O.14 may, in such cases, be obtained for the special part of the claim without prejudice to proceedings as to the residue. For example, the plaintiff might claim damages for wrongful dismissal and slander. But, having regard to the penalty imposed by r. 9 (b), infra, on a plaintiff proceeding under O.14 on a claim not within the Order, the Rule appears to be intended to give the Court discretionary power to prevent technical objections from defeating the purpose of O.14 in cases where a bona fide mistake has been made in drawing a special indorsement..... Preliminary requirements - If the claim is of a kind which cannot be specially indorsed, Ο.14 does not apply to it.. The indorsement must be good in itself, a defect in it . cannot be supplied by the plaintiff's affidavit . though such a defect may be supplied by amendment...» Indorsement of the Writ.—Amendment.—A defect in the writ or the statement of claim which accompanies it cannot be remedied by the affidavit in support, but where the claim is substantially within O.3 r.6, any defect in the indorsement, whether by omission or otherwise, may be removed by amendment - under sub-section (
  2. b)of this Rule, . the Master will either adjourn the summons to allow the plaintiff to amend the claim under O. 28, r. 2, or give leave to amend...» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.