CAC CORAL LIMITED ν. Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας του Σταύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4746/2009, 11/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4746/2009 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων - και -
- XXXXX Σταύρου
- XXXXX Αργυρού Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων - και -
- Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας του XXXXX Σταύρου
- XXXXX Αργυρού Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED Εναγόντων - και -
- Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας του XXXXX Σταύρου
- XXXXX Αργυρού Εναγομένων Ημερομηνία: 11.03.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Α. Παναγή για Άντη Τριανταφυλλίδη και Υιοί ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο 2: κα Μ. Πανταζή για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η ενάγουσα διεκδικεί από τους εναγόμενους, διάφορες θεραπείες, στη βάση συμβάσεων εγγύησης, υποθήκευσης ακινήτου και ενεχυρίασης μετοχών. Ως ειδικότερα προκρίνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, όπως αυτό τροποποιούμενο διαμορφώθηκε και καταχωρήθηκε στις 06.07.2010, στις 25.05.1993 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., ως δραστηριοποιείτο τότε η ενάγουσα, παραχώρησε στην εταιρεία Palatech Trading Limited (στο εξής «Palatech») τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή ενέγγυες πιστώσεις, κατόπιν αίτησης της τελευταίας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 σε αντάλλαγμα της ως άνω χορήγησης προς την Palatech των σχετικών τραπεζικών διευκολύνσεων, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και προσωπικά την ως άνω εταιρεία μέχρι του ποσού των €85.430,07, πλέον τόκους. Έτσι έπραξαν και στις 30.04.1998, εγγυώμενοι επίσης δυνάμει γραπτής συμφωνίας, την αύξηση της ως άνω πίστωσης που χορηγήθηκε στην Palatech από την ενάγουσα, από €85.430,07 σε €128.145,
- Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόντων ότι στη βάση της συμφωνίας παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 25.05.1993, μετά από αίτηση της Palatech, την 15.03.2001 εξέδωσαν έγγραφη σύμβαση ενέγγυας πίστωσης χορηγώντας στην Palatech πίστωση (αρ. πίστωσης 523/3648712) για το ποσό των $142.372,70 (Δολάρια Αμερικής). Το εν λόγω ποσό κατέβαλαν δυνάμει της σύμβασης ενέγγυας πίστωσης στην εταιρεία J.S.I. BV για την αγορά παπουτσιών. Την ίδια ημέρα, σύμφωνα πάντα με τη σύμβαση χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 25.05.1993, η ενάγουσα, μετά από αίτηση της Palatech, εξέδωσε ακόμη δύο έγγραφες συμβάσεις ενέγγυας πίστωσης χορηγώντας στην Palatech πιστώσεις. Η μία με αριθμό 523/3648701 για το ποσό των €159.014,90 (Ευρώ) και η άλλη με αριθμό 523/3648723 για το ποσό των $82.528,40 (Δολάρια Αμερικής), ποσά τα οποία επίσης κατέβαλε στην ως άνω εταιρεία J.S.I. BV για την αγορά παπουτσιών. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και προσωπικά, κάθε οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό δυνάμει των ως άνω ενέγγυων πιστώσεων. Τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και ο εναγόμενος 2, προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Palatech προς την ενάγουσα, υπέγραψαν σχετικές συμβάσεις ενεχυρίασης μετοχών, ημερ. 26.11.1999 και 31.05.2001 έκαστος αντίστοιχα, καταθέτοντας τους σχετικούς τίτλους των μετοχών τους στην ενάγουσα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2, προς καλύτερη εξασφάλιση των υφιστάμενων και μελλοντικών υποχρεώσεών του προς την ενάγουσα, υποθήκευσε το ακίνητό του με αριθμό εγγραφής XXXXX, ημερ. 30.08.1979, Σχ.6.Ε.Ι., τεμ. XXXXX, στο Στρόβολο, Λευκωσία. Ειδικότερα, σε συνάρτηση πάντα με το πιο πάνω ακίνητο, προσέφερε: (α) την υποθήκη αρ. XXXXX/92, ημερ. 15.10.1992, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των Λ.Κ.30.000 με 9% τόκο επί του ποσού αυτού από 15.10.1992, (β) την υποθήκη αρ. XXXXX/92, ημερ. 21.12.1992, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των Λ.Κ.15.000 με 9% τόκο επί του ποσού αυτού από 21.12.1992, (γ) την υποθήκη αρ. XXXXX/93, ημερ. 25.05.1993, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των Λ.Κ.40.000 με 9% τόκο επί του ποσού αυτού από 25.05.1993 και (δ) την υποθήκη αρ. XXXXX/97, ημερ. 18.04.1997, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των Λ.Κ.20.000 με 9% τόκο επί του ποσού αυτού από 18.04.
- Στις 16.03.2007, η ενάγουσα με επιστολή της προς την Palatech, η οποία κοινοποιήθηκε προς τους ως άνω εναγομένους, ανακάλεσε την σύμβαση χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων όπως επίσης και τη χορήγηση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό προς την Palatech. Έκλεισε τους προαναφερόμενους λογαριασμούς, μεταφέροντας τα υπόλοιπα τους σε νέους αριθμούς καθυστερημένων οφειλών, πληροφορώντας τους εναγόμενους ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό κατά τον εν λόγω χρόνο ανερχόταν αντίστοιχα σε €143.778,83, €206.732,19 και €145.498,02, με αυξημένο επιτόκιο 11,5% το χρόνο, κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνο και καλώντας τους να καταβάλουν κάθε οφειλόμενο ποσό εντός επτά ημερών. Ενόψει της παράληψης των εναγομένων να καταβάλουν τα ως άνω ποσά, η ενάγουσα προώθησε την παρούσα αγωγή μέσω της οποίας διεκδικεί: Α. €143.778,83 οφειλόμενο υπόλοιπο πίστωσης και/ή σύμβασης τραπεζικών ευκολιών ημερομηνίας 25/5/1993 και/ή ενέγγυας πίστωσης εισαγωγής ημερομηνίας 15/3/2001 και/ή άλλως πως. Β. Τόκο προς 11,5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1/1/2007 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρης εξόφλησης. Γ. €206.732,16 οφειλόμενο υπόλοιπο πίστωσης και/ή σύμβασης τραπεζικών ευκολιών ημερομηνίας 25/5/1993 και/ή ενέγγυας πίστωσης εισαγωγής ημερομηνίας 15/3/2001 και/ή άλλως πως. Δ. Τόκο προς 11,5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1/1/2007 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρης εξόφλησης. Ε. €145.498,02 οφειλόμενο υπόλοιπο πίστωσης και/ή σύμβασης τραπεζικών ευκολιών ημερομηνίας 25/5/1993 και/ή ενέγγυας πίστωσης εισαγωγής ημερομηνίας 15/3/2001 και/ή άλλως πως. ΣΤ. Τόκο προς 11,5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1/1/2007 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των 2000 μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ των οποίων απόλυτος κύριος και/ή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος 1 και/ή στους οποίους ο εναγόμενος 1 έχει συμφέρον οι οποίες είναι ενεχυριασμένες και εκχωρημένες προς τους ενάγοντες σε αντάλλαγμα και για περαιτέρω εξασφάλιση τους για την παροχή στους εναγομένους των περιγραφομένων στις παραγράφους Α,Β,Γ,Δ,Ε και ΣΤ πιο πάνω τραπεζικών και/η πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει σύμβασης ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 26/11/
- H. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διορίζει τους ενάγοντες ως παραλήπτες των 2000 μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγομένου 1 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος 1 έχει συμφέρον, και των οποίων το Δικαστήριο διέταξε την πώληση και/ή ρευστοποίηση και/ή διάθεση και/ή κατάθεση του τιμήματος πώλησης τους προς τους ενάγοντες με σκοπό την πληρωμή της οφειλής των εναγομένων όπως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους Α,Β,Γ,Δ,Ε και ΣΤ πιο πάνω. Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των 753.173 μετοχών της Palinex Trading Ltd των οποίων απόλυτος κύριος και/ή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος 2 και/ή στους οποίους ο εναγόμενος 2 έχει συμφέρον οι οποίες είναι ενεχυριασμένες και εκχωρημένες προς τους ενάγοντες σε αντάλλαγμα και για περαιτέρω εξασφάλιση τους για την παροχή στους εναγόμενους των περιγραφομένων στις παραγράφους Α,Β,Γ,Δ,Ε και ΣΤ πιο πάνω τραπεζικών και/η πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει σύμβασης ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 31/5/
- I. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διορίζει τους ενάγοντες ως παραλήπτες των 753.173 μετοχών της Palinex Trading Ltd, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγομένου 2 και/ή στις οποίες ο εναγόμενος 2 έχει συμφέρον, και των οποίων το Δικαστήριο διέταξε την πώληση και/ή ρευστοποίηση και/ή διάθεση και/ή κατάθεση του τιμήματος πώλησης τους προς τους ενάγοντες με σκοπό την πληρωμή της οφειλής των εναγομένων όπως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους Α,Β,Γ,Δ,Ε και ΣΤ πιο πάνω. Κ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 2, του οικοπέδου στο Στρόβολο με αριθμό εγγραφής XXXXX ημερομηνίας 30/08/79, Σχ.6.Ε.Ι, τεμ.XXXXX και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους πλέον τόκους και έξοδα και την επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στον εναγόμενο
- Λ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Παρεμβάλλεται ότι στην εξέλιξη της διαδικασίας, ειδικότερα στις 17.12.2010, έχοντας στο μεταξύ μεσολαβήσει η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, κατά τρόπο που τον εναγόμενο 1 να εκπροσωπεί στη διαδικασία ο Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας του, εκδόθηκε σε βάρος του απόφαση ως η απαίτηση της ενάγουσας. Αντίθετα με την πιο πάνω εξέλιξη, ο εναγόμενος 2, στις 08.09.2009, καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Μέσω της, όχι μόνο αρνείται και απορρίπτει την απαίτηση της ενάγουσας, αλλά ταυτόχρονα εγείρει ανταπαίτηση διεκδικώντας διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να κηρύττει άκυρες/ή ακυρώσιμες τις συμφωνίες ημερ. 25.05.1993 (συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων) και ημερ. 30.04.1998 (συμφωνία αύξησης της πίστωσης που χορηγήθηκε με τη σύμβαση ημερ. 25.05.1993), ως επίσης τις συμφωνίες ημερ. 15.03.2001 (συμβάσεις ενέγγυας πίστωσης). Ομοίως επιζητεί διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου με το οποίο να κηρύττονται άκυρες ή ακυρώσιμες οι ως άνω Υποθήκες που παραχώρησε, ημερ. 15.10.1992, 21.12.1992, 25.05.1993 και 18.04.
- Η ενάγουσα με την απάντηση της και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγομένου 2, απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην υπεράσπιση του τελευταίου, υποδεικνύοντας ότι ο εναγόμενος 2 εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προβάλλει και να προωθεί όσα αναφέρονται στην υπεράσπισή του καθότι ουδέποτε διαφώνησε και/ή αμφισβήτησε οτιδήποτε πριν από την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Απορρίπτοντας την ανταπαίτηση του εναγομένου 2, προκρίνει ότι όσα ισχυρίζεται ο τελευταίος δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα ή βάσιμη αξίωση εναντίον τους, προτάσσοντας ότι η ανταπαίτηση είναι επιπόλαια και ενοχλητική, συνιστώσα ταυτόχρονα κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά της ενάγουσας και εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγομένης κάλεσε τρεις μάρτυρες για την παρουσίαση της υπόθεσής της, ενώ ο εναγόμενος 2 ήταν ο μοναδικός που κατέθεσε από το εδώλιο του μάρτυρα για την πλευρά του. Τέθηκαν επίσης υπόψη του Δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία, αριθμός εγγράφων, συμφωνιών, επιστολών, καταστάσεων λογαριασμών κ.λπ. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τούτο, όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, κλήθηκε ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, υπάλληλος όπως δήλωσε από το 1983 στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Λτδ, υπηρετώντας σήμερα στην Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων, παρακολουθώντας, μεταξύ άλλων, τους λογαριασμούς της εταιρείας Palatech. Υιοθετώντας γραπτές του δηλώσεις (Έγγραφα Α και Α1), έθεσε μεταξύ άλλων υπόψη του Δικαστηρίου την σύμβαση χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς την εταιρεία Palatech Trading Ltd, ημερ. 25.05.1993 (Τεκμήριο 2), εξηγώντας - αναφερόμενος στους όρους της - ότι σε αυτήν ενσωματώνεται και η εγγύηση, μεταξύ άλλων, και του εναγομένου 2, μέχρι του ποσού των €85.430,07 (Λ.Κ.50.000), πλέον τόκους, προμήθεια, έξοδα κλπ. Προς εξασφάλιση και ως αντάλλαγμα των ως άνω τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Palatech, υπέδειξε, ο εναγόμενος 2 υποθήκευσε το ακίνητό του που περιγράφεται στις υποθήκες XXXXX/92, ημερ. 15.10.1992, για το ποσό των Λ.Κ. 30.000, XXXXX/92, ημερ. 21.12.92 για το ποσό των Λ.Κ.15.000, XXXXX/93, ημερ. 25.05.93 για το ποσό των Λ.Κ.40.000 και XXXXX/97, ημερ. 18.04.97 για το ποσό των Λ.Κ.20.000 (Τεκμήρια 6-9). Περαιτέρω, στις 31.05.2001, ο ίδιος εναγόμενος ενεχυρίασε με σχετική σύμβαση 753.173 μετοχές της εταιρείας Palinex Trading Ltd, ιδιοκτησίας του, προς όφελος των εναγόντων και εκχωρώντας στους τελευταίους κάθε δικαίωμα και απαίτησή του σε σχέση με αυτές (Τεκμήριο 11). Υπέδειξε παράλληλα ότι στις 02.08.1994, συμφωνήθηκε η αύξηση του ορίου των τραπεζικών ευκολιών που χορηγήθηκαν στην εταιρεία Palatech με τη συμφωνία ημερ. 25.05.93 από Λ.Κ.50.000 σε Λ.Κ.75.000, εξέλιξη με την οποία συμφώνησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδεχόμενοι ανάλογη αύξηση της εγγύησής τους (Τεκμήριο 10). Ο μάρτυρας έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου τις τρεις συμβάσεις ενέγγυας πίστωσης που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας που η τελευταία χορήγησε στην Palatech (Τεκμήρια 12, 14 και 16), στη βάση των οποίων ανοίχθηκαν επ' ονόματι της Palatech σχετικοί λογαριασμοί, εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο το συνολικό ποσό της κάθε ενέγγυας πίστωσης καταβλήθηκε στην εταιρεία J.S.I. BV (Τεκμήρια 13 και 22, 15 και 23 και 17 και 24, αντίστοιχα). Δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι τις ως άνω συμβάσεις ενέγγυων πιστώσεων υπέγραψε εκ μέρους της Palatech ο εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της, στη βάση σχετικής εξουσιοδότησης (Τεκμήριο 29), όντας παράλληλα και ένας εκ των εγγυητών της πληρωμής του ποσού που καταβλήθηκε από την ενάγουσα για λογαριασμό της Palatech στη βάση των ως άνω ενέγγυων πιστώσεων. Με δεδομένο ότι η Palatech δεν κατέβαλλε τις δόσεις της ως όφειλε για σκοπούς εξόφλησης των οφειλόμενων ποσών που τις παραχωρήθηκαν στη βάση των ως άνω ενέγγυων πιστώσεων, η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Palatech να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, κοινοποιώντας τούτο, μεταξύ άλλων και στον εναγόμενο 2. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από την Palatech ή τους εγγυητές της προς τούτο, στις 25.11.2005, η ενάγουσα με επιστολή της η οποία κοινοποιήθηκε μεταξύ άλλων και στον εναγόμενο 2, τερμάτισε τη λειτουργία των σχετικών λογαριασμών ενέγγυων πιστώσεων (Τεκμήριο 20), πληροφορώντας τους παράλληλα ότι οι εν λόγω λογαριασμοί έκλεισαν, ότι τα υπόλοιπα μεταφέρθηκαν στις καθυστερήσεις και ότι θα επιβαρύνονται με αυξημένο με επιτόκιο 11,5% μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Ο μάρτυρας έθεσε επίσης υπόψη του δικαστηρίου καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών από το άνοιγμα τους μέχρι και τη μεταφορά των υπολοίπων τους στις καθυστερήσεις (Τεκμήρια 22-27) για τις οποίες αντεξετάστηκε επί μακρόν. Σημείωσε περαιτέρω ότι σε βάρος της Palatech, η οποία πλέον τελεί υπό εκκαθάριση και άλλων εγγυητών καταχωρήθηκε προγενέστερα άλλη αγωγή σχετική με τα επίδικα θέματα, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη ανάλογη αποφαση (Τεκμήριο 28). Η XXXXX Θεμιστοκλέους, εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ από το 1999. Ως εξήγησε, από τον Φεβρουάριο του 2006 μεταφέρθηκε στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της ενάγουσας. Αποτέλεσε την δεύτερη μάρτυρα για την πλευρά της τελευταίας. Υιοθετώντας γραπτή της δήλωση (Έγγραφο «Β»), έθεσε υπόψη του δικαστηρίου αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με κάθε μια από τις ενέγγυες πιστώσεις τις οποίες ετοίμασε μετά από παράκληση των δικηγόρων των εναγόντων για υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Τούτο, υπέδειξε, σε περίπτωση που κάποιες από τις αιτιάσεις του εναγομένου 2 (τις οποίες εν πάση περιπτώσει απορρίπτει) εξεταστούν στα πλαίσια της συζήτησης της υπόθεσης. Ειδικότερα, διαβεβαιώνοντας ότι έλεγξε προσωπικά και τις βρήκε ορθές, παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό ενέγγυας πίστωσης XXXXX870-1 με αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων XXXXX092-0 (Τεκμήρια 30
(1)και 30
(2)), αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό ενέγγυας πίστωσης XXXXX871-2 με αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων XXXXX090-8 (Τεκμήρια 31
(1)και 31
(2)) και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό ενέγγυας πίστωσης XXXXX872-3 με αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων XXXXX091-9 (Τεκμήρια 32
(1)και 32
(2)), εξηγώντας σε κάθε περίπτωση - «σενάρια» ως τα χαρακτήρισε - τι περιλαμβάνεται στη κάθε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε. Για τον ίδιο σκοπό, την παράθεση δηλαδή αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, προσήλθε και κατέθεσε στο δικαστήριο η Νατάσα Χατζησάββα εργαζόμενη στην ενάγουσα από το 2008 και η οποία, όπως εξήγησε, εργοδοτείται επίσης στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων από το
- Αφού υπέδειξε, όπως και η Μ.Ε.2 XXXXX Θεμιστοκλέους, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες, παραχωρήθηκαν οι επίδικες διευκολύνσεις και τερματίστηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, σημείωσε ότι σε συνεννόηση με τους συνηγόρους της ενάγουσας και τα στοιχεία που εντοπίζονται στο σχετικό φάκελο της υπηρεσίας της, προχώρησε στην ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, όπως και η μάρτυρας Τ. Θεμιστοκλέους. Εξήγησε επίσης ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε ετοιμάστηκαν στη βάση διαφόρων σεναρίων στα οποία και αναφέρθηκε. Έθεσε προς τούτο υπόψη του Δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 33, 34 και 35), εντάσσοντας τις στο σενάριο αρ. 7, εξηγώντας ότι το κάθε ένα από τα ως άνω τεκμήρια αναφέρεται σε ένα από τους λογαριασμούς ενέγγυας πίστωσης. Αντίστοιχες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού παρουσίασε ως Τεκμήρια 36, 37 και 38, εντάσσοντας τις σε σενάριο αρ. 8, ενώ αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εντάσσοντας τις σε σενάριο αρ. 9, παρουσίασε ως Τεκμήρια 39, 40,
- Ομοίως αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εντάσσοντας τις σε σενάριο αρ. 10 παρουσίασε ως Τεκμήρια 42, 43, 44, ενώ αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εντάσσοντας τις σε σενάριο αρ. 11, παρουσίασε ως Τεκμήρια 45, 46 και
- Καταθέτοντας ο εναγόμενος 2 από το εδώλιο του μάρτυρα, υιοθετώντας γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο «Δ»), υπέδειξε ότι υπήρξε ένας εκ των διευθυντών της Palatech, θέση από την οποία παραιτήθηκε στις 31.07.2005, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Προέβαλε τη θέση ότι οι επίδικες υποθήκες δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις τρείς ενέγγυες πιστώσεις ημερ. 15.03.2001, δηλώνοντας έκπληκτος για το γεγονός ότι παρά την εξόφληση των ποσών που αυτές εξασφάλιζαν και τα οποία δεν αφορούσαν τις ως άνω ενέγγυες πιστώσεις, η ενάγουσα δεν προχώρησε στη διαγραφή τους. Επέμενε περαιτέρω στη θέση πως ούτε οι συμφωνίες εγγύησης που περιλαμβάνονται στην απαίτηση της ενάγουσας (Τεκμήρια 2 και 10), έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις ενέγγυες πιστώσεις για τις οποίες δρομολογήθηκε η υπό συζήτηση αγωγή. Αποτέλεσε θέση του ότι ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές που αφορούν τον τερματισμό των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμήρια 20 και 21), καθ' ην έκταση η διεύθυνση επικοινωνίας που υπέδειξε στην ενάγουσα τράπεζα ήταν και εξακολουθεί να είναι η οδός Ισμήνης στο Στρόβολο, σημειώνοντας ότι οι εν λόγω επιστολές απεστάλησαν στο ταχυδρομικό κιβώτιο της εταιρείας Palatech, από την οποία ο ίδιος είχε παραιτηθεί από διευθυντής ήδη από τις 31.07.2005, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε επαφή με αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, προέβαλε, οι λογαριασμοί που παρουσιάστηκαν σε σχέση με τις ενέγγυες πιστώσεις είναι λανθασμένοι, αφού δεν έπρεπε να περιλαμβάνουν επιτόκιο ή κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη ή και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων που η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε στο Δικαστήριο. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι ως άνω μάρτυρες, στο σύνολό τους, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα τα οποία κατέθεσαν και ερωτήθησαν που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψή τους πρωτογενώς είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που κατά τον τρόπο που εξήγησαν έλαβαν, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Έχοντας ειδικότερα κατά νου τη ζωντανή παρουσία του Μ.Ε.1, XXXXX Κωνσταντίνου στο εδώλιο του μάρτυρα, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του, την αμεσότητα και πειστικότητα του λόγου του, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις και οι θέσεις του για την εξέλιξη των πραγμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνονται, να συμπλέουν ή να ενισχύονται από τα διάφορα στοιχεία και έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, συνάδοντας ταυτόχρονα με μια φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας. Η μαρτυρία του, στην έκταση που άπτεται ζητημάτων που κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στην παρούσα, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, γίνεται αποδεκτή. Οι μάρτυρες XXXXX Θεμιστοκλέους και XXXXX Χατζησάββα, τυπικοί ως εξελίχθηκαν μάρτυρες στη διαδικασία, χωρίς να είναι σε θέση - ως εξαρχής δήλωσαν - να γνωρίζουν λεπτομέρειες για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν έχω αμφιβολία ότι αποστασιοποιημένες από την εξέλιξη των γεγονότων που την περιβάλλουν, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών που ετοίμασαν, εξηγώντας τις, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν το Δικαστήριο. Άλλωστε, πέραν από γενικές και αόριστες υποβολές περί του αντιθέτου, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση είτε της εργασίας την οποία εξήγησαν ότι εκτέλεσαν είτε των αποτελεσμάτων του κάθε σεναρίου που ως εξήγησαν επεξεργάστηκαν. Πριν από την ενασχόληση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 και την αξιολογική διύλιση των αναφορών και τοποθετήσεών του από το εδώλιο του μάρτυρος, απασχολεί σοβαρά η εισήγηση των συνηγόρων της ενάγουσας ότι μέρος της μαρτυρίας του, καθ' ην έκταση δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες του θέσεις, τις οποίες ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει μια γενικότητα, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτή και να ληφθεί υπόψη. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή του δικονομικού δικαίου ότι ο ακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα. Η δίκη, άλλωστε, όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί, δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παπαγεωργίου ν. Κλάπα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Στην υπεράσπιση, ως σημειώνεται στην Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του. Ως περαιτέρω υπεδείχθη στην ως άνω αναφερόμενη απόφαση, γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, χωρίς την προβολή συγκεκριμένων θέσεων εκ μέρους του εναγομένου όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων, δεν είναι αρκετή για να δώσει την ευκαιρία στον τελευταίο να προβάλει λόγους υπεράσπισης τους οποίους προηγουμένως δεν έχει προτάξει στο δικόγραφο της υπεράσπισής του. Ο αποκλεισμός μαρτυρίας, η οποία διαφαίνεται ως απαράδεκτη, αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και απόρροια των αρχών της δίκαιης δίκης, ως αυτές διαγράφονται στα άρθρα 30.2 και 3 και 12.5 του Συντάγματος (Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Στην υπόθεση Miorage v. Radivojenik
(1998)1 A.A.Δ. 1162, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, επαναλήφθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα και το καθήκον του Δικαστηρίου να απορρίψει μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του, είτε χωρίς ή μετά από ένσταση, η οποία τελικά φαίνεται ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα, στις σελίδες 1168 και 1169 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υπεδείχθη ότι: «.. έχει επανειλημμένα τονισθεί ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Georghiades & Another v. Patsalides & Another 24 C.L.R. 275 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 280: "This evidence was received without objection. But, now, on considering this matter, we are of the view that this part of the evidence of plaintiff 1 is inadmissible, having regard to the written settlement, and it is our duty to reject it when giving judgment, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711, and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22.)" (Σε μετάφραση: "Η μαρτυρία λήφθηκε χωρίς ένσταση. Τώρα όμως, εξετάζοντας το θέμα, είμαστε της γνώμης ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 δεν είναι αποδεκτό, έχοντας υπόψη το γραπτό συμβιβασμό και είναι καθήκον μας να το απορρίψουμε όταν εκδίδουμε απόφαση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο. (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711; and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22)") Επίσης στην υπόθεση Ellinas v. Yianni and Others 23 CLR 22 (που αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση) ο Ζεκιά, Δ., αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ.30: "If inadmissible evidence has been received (whether with or without objection), it is the duty of the Judge to reject it when giving judgment; and if he has not done so, it will be rejected on appeal, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only." (Σε μετάφραση: "Αν μη αποδεκτή μαρτυρία έχει δοθεί (είτε χωρίς ή μετά από ένσταση), είναι καθήκον του Δικαστή να την απορρίψει όταν εκδίδει απόφαση . και αν δεν το πράξει θα απορριφθεί κατ' έφεση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο.")» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν από τη γενικότερη άρνηση της πλευράς του εναγομένου 2 για τον καταρτισμό των επίδικων υποθηκών, οι οποίες σύμφωνα με τις προβαλλόμενες δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας εξασφάλιζαν και τις επίδικες υποχρεώσεις, κανένα άλλο στοιχείο δεν προβάλλεται από την πλευρά του εναγομένου 2 σε σχέση με αυτές (βλ. παράγραφοι 12 και 13 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Είναι γεγονός ότι σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποθήκες, δεν προκρίνονται δικογραφικά οι θέσεις που επιχειρήθηκε να προβληθούν από τον εναγόμενο 2 καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι δηλαδή οι επίδικες υποθήκες δεν εξασφάλιζαν τις επίδικες υποχρεώσεις αλλά άλλες, προσωπικές του υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες, αποτέλεσμα άλλων προσωπικών τραπεζικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν, οι οποίες μάλιστα, όχι μόνον δεν είχαν σχέση με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις αλλά είχαν προ πολλών ετών εξοφληθεί. Ομοίως, η προβολή θέσεων από την πλευρά του εναγόμενου 2 καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος σε σχέση με το λανθασμένο της διεύθυνσης αποστολής των επιστολών ημερ. 25.11.2005 και 16.03.2017 (Τεκμήρια 20 και 21), σε συνάρτηση πάντα με το ζήτημα της λήψης ή μη των ως άνω επιστολών από τον ίδιο, δεν φαίνεται να καλύπτονται επαρκώς δικογραφικά, αφού πέραν από τη γενική άρνηση της θέσης για κοινοποίηση των σχετικών επιστολών και προς τον εναγόμενο 2, κανένας σχετικός ισχυρισμός για λανθασμένη ή διαφοροποιημένη διεύθυνση δεν προβάλλεται στις δικογραφημένες του θέσεις (βλ παράγραφος 14 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Παρά το γεγονός ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας επιτράπηκε στην πλευρά του εναγομένου 2 να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τα πιο πάνω ειδικότερα ζητήματα, είναι φανερό ότι η μη προβολή τους μέσω των δικογραφημένων θέσεων του κατά τον δέοντα τρόπο, δεν επιτρέπει την αποδοχή της, υπαγορεύοντας ταυτόχρονα όπως αυτή αγνοηθεί κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετική προσέγγιση, ως υποδεικνύεται από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη στο αντιπαραθετικό σύστημα διεξαγωγής της δίκης (βλ. Christodoulou ν. Sofroniou
(1987)1 C.L.R. 441). Σε κάθε περίπτωση, πέραν και ανεξάρτητα από τις ως άνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίληψή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο τελευταίος, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, άφηνε έντονα την αντίληψη στον τρίτο, ανεξάρτητο παρατηρητή, ότι επιχειρούσε να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική εξέλιξη των γεγονότων, τα οποία όμως, ως ο ίδιος έκρινε, θα του επέτρεπαν να απομακρυνθεί και να αποδεσμευθεί από οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις του έναντι της ενάγουσας στη βάση και σε συνάρτηση με τις τραπεζικές διευκολύνσεις που αφορά η υπό συζήτηση αγωγή. Ευδιάκριτη ήταν άλλωστε η προσπάθειά του, στο πλαίσιο πάντα της εξυπηρέτησης του ίδιου στόχου, ευκαιριακά να «ανακαλύπτει» και να «αναδεικνύει» διάφορα ζητήματα, ερμηνεύοντας και σχολιάζοντας έγγραφα και στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά τρόπο που να εξυπηρετούν τη δική του εκδοχή. Στο ίδιο πλαίσιο και προς εξυπηρέτηση του ίδιου στόχου, εντάσσεται άλλωστε και η προσπάθειά του να προβάλει ζητήματα που δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες του θέσεις. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την εύκολα διακριτή έλλειψη πειστικότητας στο λόγο του, η οποία στο τέλος της ημέρας έπληττε γενικότερα την αξιοπιστία του και εν γένει την ποιότητα της μαρτυρίας του, σφραγίζει το ατελέσφορο της προσπάθειά του. Τα ως άνω, συνολικά θεωρούμενα, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή τελικών και ασφαλών συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Ζήτημα που απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας είναι κατά πόσο η αξίωση των εναγόντων σε βάρος του εναγομένου 2 βασίζεται αποκλειστικά στις ενέγγυες πιστώσεις (Τεκμήρια 12, 14 και 16) ή εάν συνδέεται και με την αρχική συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 25.05.1993 και κατ' επέκταση, με την ενσωματωμένη σε αυτή εγγύηση, μεταξύ άλλων και του εναγομένου 2. Καθήκον του Δικαστηρίου ερμηνεύοντας μια συμφωνία, είναι να εντοπίσει την πρόθεση των συμβαλλομένων και να ερμηνεύσει να αναγραφόμενα στη συμφωνία κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί την πρόθεση των μερών, ερμηνεία η οποία θα πρέπει να γίνεται συνολικά και με συμμετρικότητα ώστε να μη δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγηση τους (βλ. Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362, Ashbord Investment Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084). Ως στο σώμα της συμφωνίας ημερ. 25.05.1993 προβλέπεται, η τελευταία αποτελούσε μια συμφωνία στη βάση της οποίας οι ενάγοντες θα παραχωρούσαν κατά καιρούς στην εταιρεία Palatech ενέγγυες πιστώσεις. Τούτο αναδύεται με ευκολία τόσο από το προοίμιο της σύμβασης όσο και από τον όρο αρ. 1 της σχετικής σύμβασης. Στο σώμα άλλωστε και των τριών ενέγγυων πιστώσεων, (Τεκμήρια 12, 14 και 16) ευθύς εξ' αρχής γίνεται σαφής αναφορά και διασύνδεση με την ως άνω σύμβαση ημερομηνίας 25.05.1993, παραπέμποντας στον αριθμό της, ήτοι 950163-11. Στο ενσωματωμένο στη σύμβαση ημερομηνίας 25.05.1993 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης (Τεκμήριο 2), εντοπίζεται ο όρος αρ.7, σύμφωνα με τον οποίο υποδεικνύεται ότι η εγγύηση που παραχωρείται θα είναι «διαρκής ασφάλεια» προς τους ενάγοντες, έχοντας ήδη καταγραφεί ότι η εγγύηση παραχωρείται ως πρόσθετη εξασφάλιση ή εγγύηση που οι ενάγοντες έχουν ή που θα συνάψουν στο μέλλον με τους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος 2 (όρος αρ.6). Η ως άνω εγγύηση, με τους ίδιους όρους, φαίνεται να αυξήθηκε ως καταμαρτυρείται στην επιστολή ημερ. 02.08.1994 που απέστειλαν στην ενάγουσα οι εγγυητές μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 10). Συνακόλουθα είναι φανερό ότι η εγγύηση των εγγυητών - μεταξύ αυτών και του εναγομένου 2 - με αρχικό όριο Λ.Κ. 50.000 και μεταγενέστερο Λ.Κ.75.000, αποτελούσε συνεχή ασφάλεια και εξασφάλιση προς τους ενάγοντες η οποία θα εξασφάλιζε τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή στο μέλλον θα παραχωρούντο στην εταιρεία Palatech (βλ. κατ' αναλογία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180). Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν μπορεί παρά να υιοθετηθεί η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόντων ότι η αρχική εγγύηση που παρείχε ο εναγόμενος 2 με βάση τα Τεκμήρια 2 και 10 συνεχίζει να ισχύει χωρίς να έχει αντικατασταθεί από οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία εγγύησης. Τούτο, έχοντας κατά νου ότι οι ενσωματωμένες στις ενέγγυες πιστώσεις συμφωνίες εγγύησης, τις οποίες επίσης υπέγραψε ο εναγόμενος αρ.2, δεν αποτελούν νέα συμφωνία, τέτοιας μορφής και φύσης, ικανής να αντικαταστήσει την προγενέστερη συμφωνία εγγύησης (βλ. σχετικά Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Κουδουνάρης Λτδ κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Άλλωστε, στα ίδια τα έγγραφα των ενέγγυων πιστώσεων (Τεκμήρια 12, 14 και 16), με σαφήνεια υποδεικνύεται (βλ. 2η παράγραφο στην ενσωματωμένη εγγύηση στα σχετικά έγγραφα των ενέγγυων πιστώσεων) ότι δεν επηρεάζονται οποιεσδήποτε άλλες εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις τις οποίες κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες. Αποτελεί συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι πράγματι η αρχική συμφωνία και η εγγύηση ημερ. 25.05.1993 καθώς και η συμφωνία ημερ. 02.08.1994 με την οποία αυξήθηκε το όριο εγγύησης του εναγομένου 2 (Τεκμήρια 2 και 10), εξακολουθούν να αφορούν και να εξασφαλίζουν τις επίδικες ενέγγυες πιστώσεις (Τεκμήρια 12, 14 και 16) πέραν και ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν ταυτόχρονα με την παραχώρηση των συγκεκριμένων ενέγγυων πιστώσεων. Προβλήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου 2 καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ότι επιστολές τερματισμού της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών και διεκδίκησης κάθε οφειλόμενου ποσού ως αποτέλεσμα της παραχώρησης των σχετικών ενέγγυων πιστώσεων (Τεκμήρια 20 και 21) δεν λήφθηκαν από την πλευρά του εναγομένου 2, κατά τρόπο που ως εισηγείται δεν δικαιολογεί καν την δρομολόγηση της υπό συζήτηση αγωγής εναντίον του και την αξίωση αποπληρωμής. Έχοντας ήδη σημειώσει ότι πέραν της άρνησης του εναγομένου 2 της δικογραφημένης θέσης της ενάγουσας περί αποστολής των σχετικών επιστολών, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να αγνοήσει οποιαδήποτε επί του ζητήματος μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται δικογραφικά από την πλευρά του τελευταίου, για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να σημειωθεί πως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας ότι εκτός αν στη συμφωνία μεταξύ των μερών γίνεται ρητά πρόνοια περί του αντιθέτου, η απαίτηση πληρωμής δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση ενός δικαιώματος και ότι εφόσον ένα χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χρέους, χωρίς να παρίσταται ανάγκη υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Η έγερση της αγωγής από μόνη της, αποτελεί επαρκή απόδειξη της απαίτησης, ακόμα και για εγγυητές οι οποίοι δεσμεύτηκαν ότι θα ευθύνονται ως πρωτοφειλέτες (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1365, Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029). Στην υπό συζήτηση περίπτωση σύμφωνα πάντα με τις ενέγγυες πιστώσεις ημερ. 15.03.2001 (Τεκμήρια 12, 14 και 16) είναι φανερό ότι δεν προνοείται προηγούμενη απαίτηση πληρωμής από τους εγγυητές. Αντίθετα, ρητά καταγράφεται στα έντυπα των σχετικών ενέγγυων πιστώσεων ότι οι εγγυητές, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 2, εξουσιοδοτούν τους ενάγοντες να λαμβάνουν μέτρα εναντίον τους πέραν και ανεξάρτητα και χωρίς την ανάγκη να λαμβάνουν μέτρα πρώτα εναντίον του πρωτοφειλέτη. Συνακόλουθα, η απαίτηση και μόνον εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Palatech, ενέργεια η οποία δεν αμφισβητήθηκε, φαίνεται να αποτελεί ούτως ή άλλως επαρκή απαίτηση πληρωμής και σε σχέση με τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή. Η ως άνω κατάσταση πραγμάτων, φαίνεται πραγματικά να εξαντλεί κάθε περιθώριο περαιτέρω συζήτησης του ζητήματος της ευχέρειας ανάκτησής του διεκδικούμενου ποσού και από τον εναγόμενο 2. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που απαιτείτο σχετική προγενέστερη ειδοποίηση προς τους εγγυητές, ως ειδικότερα προβλέπεται στην συμφωνία εγγύησης ημερ. 25.05.1993 (όρος 9 του ενσωματωμένου σε αυτή εγγράφου εγγύησης και αποζημιώσεως), με δεδομένο ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι οι σχετικές επιστολές απεστάλησαν στην ταχυδρομική θυρίδα της εταιρείας Palatech, διεύθυνση που είναι παραδεκτό ότι ανήκε στην ως άνω εταιρεία στην οποία ο εγγυητής εναγόμενος 2 από μακρού χρόνου ενημέρωσε ότι ήταν διευθυντής, διεύθυνση η οποία κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες για σκοπούς επικοινωνίας με την πρωτοφειλέτιδα αλλά και με τους διευθυντές της και στο εγγεγραμμένο γραφείο της τελευταίας, ενώ ο εναγόμενος 2 εγγυητής παρουσιαζόταν να είναι διευθυντής και καθ' όλα εξουσιοδοτημένος να ενεργεί για την τελευταία κατά τον τρόπο που περιγράφεται στη σχετική απόφαση της εταιρείας ημερ. 01.10.1992 (τεκμήριο 29), χωρίς ποτέ να γνωστοποιήσει στους ενάγοντες ότι αποχώρησε από αυτή ή ότι έπαυσε να την εκπροσωπεί κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην ως άνω απόφαση της εταιρείας ημερ. 01.10.1992 (τεκμήριο 29), έχοντας μάλιστα ο ίδιος ως εγγυητής παραλάβει με τον ίδιο τρόπο προγενέστερες επιστολές της ενάγουσας στις οποίες ανάλογα ανταποκρίθηκε, οι επιχειρούμενοι να προβληθούν ισχυρισμοί του εναγομένου 2 ότι δεν υπήρξε πληροφόρηση του περί του τερματισμού, δεν μπορεί παρά να απορριφθούν. (βλ. κατ' αναλογία Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2059 και Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 A.Α.Δ. 1726) Η προσπάθεια του εναγόμενου 2, καθ΄ ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος, να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια ενημέρωσης των εναγόντων ότι έπαυσε να είναι διευθυντής της Palatech ή για τη διόρθωση της διεύθυνσής του όπως αυτή αναφερόταν στα διάφορα έγγραφα που ο ίδιος υπογράφοντας παρέδωσε στην τράπεζα, επικαλούμενος λόγους ασθένειας, πέραν του γεγονότος πως από μόνη της δεν πείθει, δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει ούτως ή άλλως την κατάσταση πραγμάτων επί του συζητούμενου, ότι δηλαδή υπόψη των εναγόντων δεν τέθηκε ποτέ τέτοια ενημέρωση - διαφοροποίηση. Οι τελευταίοι, στο πλαίσιο της μακροχρόνιας συνεργασίας τους με την εταιρεία Palatech, των διευθυντών και των εγγυητών της, εξακολουθούσαν πάντα να έχουν υπόψη τους ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ένας εκ των διευθυντών και εγγυητών της Palatech, εξουσιοδοτημένος να ενεργεί προς όφελος και για λογαριασμό της ως τούτο προβλεπόταν στο σχετικό έγγραφο - απόφαση της εταιρείας, Τεκμήριο 29, επικοινωνώντας μάλιστα σε διάφορες περιπτώσεις μαζί του κατά τον πιο πάνω τρόπο. Προκρίθηκε από την πλευρά του εναγομένου 2, ότι οι επίδικες υποθήκες (Τεκμήρια 6-9) παραχωρήθηκαν μεν από τον ίδιον, πλην όμως όχι προς εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων αλλά προς εξασφάλιση άλλων, προσωπικών του διευκολύνσεων, οι οποίες μάλιστα ως υποστήριξε εξοφλήθηκαν ήδη από το 2000-
- Παρά το γεγονός ότι έχει ήδη σημειωθεί ότι η ως άνω θέση, καθ' ην έκταση παρείσφρησε ως μαρτυρία χωρίς να καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις, ως εκ τούτου δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο, εντούτοις και πάλι για σκοπούς πληρότητας αισθάνομαι πως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτως ή άλλως η ως άνω θέση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, δυνάμενη στο τέλος της ημέρας να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου επί του συζητούμενου. Εξηγούμε. Έχει ασφαλώς τη δική του σημασία, επιδρώντας στο τέλος της ημέρας αρνητικά στην προώθηση του ως άνω ισχυρισμού, το γεγονός ότι η ως άνω θέση δεν τέθηκε καν στον μάρτυρα των εναγόντων, Κ. Κωνσταντίνου, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος έθετε υπόψη του Δικαστηρίου τον τρόπο που η συγκεκριμένη τράπεζα ενεργούσε στην περίπτωση εγγραφής υποθηκών προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρούσε, εξηγώντας παράλληλα με λεπτομέρεια την εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην εγγραφή των τεσσάρων επίδικων υποθηκών εκ μέρους του εναγόμενου 2 και γιατί αυτές λειτουργούν ως εξασφάλιση για τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις της Palatech. Η πλευρά του εναγομένου 2, επέλεξε να προβάλει το συγκεκριμένο ζήτημα καθ' ον χρόνο ο τελευταίος κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, σε χρόνο που ο ως άνω μάρτυρας των εναγόντων, ο μοναδικός που κατά τον τρόπο που εξήγησε είχε κάποια σχέση με την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν είχε την δυνατότητα - αφού τεθεί υπόψη του - να σχολιάσει και γενικότερα να τοποθετηθεί σε σχέση με την ως άνω προβαλλόμενη θέση. Παρεμβάλλεται ότι τόσο στα έγγραφα των επίδικων Υποθηκών όσο και στα Συμπληρωματικά τους Έγγραφα, δεν αναδύεται, αυτόματα, ως επιχείρησε να παρατήσει ο εναγόμενος 2, ότι τα ποσά που καταγράφονται ότι λήφθηκαν και διασφαλίζουν οι σχετικές υποθήκες λήφθηκαν πράγματι από τον ίδιο τον εναγόμενο
- Ότι καταγράφεται, είναι πως ο εναγόμενος 2 είναι υπεύθυνος για τα ποσά τα οποία κατά περίπτωση γίνεται αναφορά, τα οποία πράγματι λήφθηκαν τοις μετρητοίς. Ο γενικός και αόριστος τρόπος άλλωστε προβολής της ως άνω θέσης εκ μέρους του εναγομένου 2, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας, ικανών, όχι απλώς να καταδείξουν αλλά να ενισχύσουν έστω την ως άνω θέση του, δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως την υιοθέτησή της. Αντίθετα, παραμένοντας στο τέλος της ημέρας έωλη και μετέωρη, ως προσχηματική και εκ των υστέρων προωθούμενη σκέψη, απορρίπτεται. Δεν μπορεί εξ' άλλου παρά να σημειωθεί πως παρά το γεγονός - ως ο ίδιος ισχυρίστηκε - ότι από το 2009 που δρομολογήθηκε η υπό συζήτηση αγωγή αντιλήφθηκε ότι οι σχετικές υποθήκες περιλαμβάνονταν σε αυτήν, ενώ κατά τον ίδιον είχαν από το 2000 - 2001 εξοφληθεί οι προσωπικοί του λογαριασμοί τους οποίους εξασφάλιζαν, εντούτοις, όχι μόνο δεν φρόντισε να προβάλει τούτο στα δικόγραφά του ή έστω να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο ικανό να ενισχύσει τους ως άνω ισχυρισμούς του, αλλά σε καμία ενέργεια δεν προέβηκε για την ακύρωση και διαγραφή τους στο μεσοδιάστημα, ως η δυνατότητα αυτή παρέχεται σύμφωνα με τις πρόνοιες (βλ άρθρο 36) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί). Τα πιο πάνω, συνολικά θεωρούμενα, δεν θα μπορούσαν παρά να ενισχύουν την αντίληψη του Δικαστηρίου ότι και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του εναγομένου 2 προς τον σκοπό αποφυγής συμβατικών του υποχρεώσεων και τυχόν ευθύνης του προς τους ενάγοντες. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ειδικότερο τούτο ζήτημα, τους όρους των επίδικων υποθηκών, τη φύση και την εξέλιξη των συναλλαγών των εναγόντων με την Palatech ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα των εναγόντων Κ. Κωνσταντίνου και γίνονται αποδεκτές, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι πράγματι όλες οι πιο πάνω επίδικες υποθήκες, αποτελούν επιπρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου 2 κάθε υποχρέωσης της Palatech προς τους ενάγοντες, είτε αυτή ήταν παρούσα ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε κατέστη ή ενδέχετο να καταστεί απαιτητή προσωπικά ή με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, των επίδικων συμπεριλαμβανομένων. Η σχέση μεταξύ τράπεζας και αγοραστή-αιτητή στη βάση ενέγγυας πίστωσης, έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι ουσιαστικά αποτελεί σχέση δανειστή και οφειλέτη (Fairways (Limassol) Ltd v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1992)4 Α.Α.Δ. 4221). Συνακόλουθα, με δεδομένη την εγγύηση των υποχρεώσεων της εταιρείας Palatech από τον εναγόμενο 2, τόσο στη βάση της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 25.05.1993 (Τεκμήρια 2 και 10) όσο και στη βάση των ειδικότερων συμβάσεων εγγύησης που συμπεριλαμβάνονται στις τρεις ενέγγυες πιστώσεις (Τεκμήρια 12, 14 και 16), η σχέση του εναγόμενου 2 με την ενάγουσα τράπεζα είναι σχέση δανειστή και εγγυητή. Παρεμβάλλεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως στη βάση των σχετικών πιστώσεων τα συγκεκριμένα ποσά που αφορούν τις επίδικες ενέγγυες πιστώσεις πληρώθηκαν πράγματι από την τράπεζα κατά τον τρόπο και στον χρόνο που προκρίνουν οι ενάγοντες. Είναι γεγονός ότι κατά το στάδιο της παρουσίασης και επεξήγησης ως οφείλετο από την πλευρά της ενάγουσας του διεκδικούμενου ως υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού, ειδικότερα στα πλαίσια της αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα της πλευράς της ενάγουσας, προέκυψε ότι στους σχετικούς λογαριασμούς υπήρξαν χρεώσεις που δεν φαίνεται να δικαιολογούνταν από τις συμφωνίες μεταξύ των εναγόντων και της Palatech. Τέτοιες χρεώσεις, για παράδειγμα, αποτελούν υπόλοιπα άλλων λογαριασμών για τα οποία ξεκάθαρα υπεδείχθη από τον εν λόγω μάρτυρα ότι δεν καλύπτονταν από την εγγύηση του εναγομένου 2, χρεώσεις για επιπλέον προμήθειες, εκτιμητικά έξοδα για ακίνητα, έξοδα αγωγών που δρομολογήθηκαν σε βάρος άλλων εγγυητών, τόκους επί των συγκεκριμένων χρεώσεων, κλπ. Η ως άνω κατάσταση πραγμάτων και τα ζητήματα τα οποία ανεδύησαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας σε σχέση με το υπόλοιπο και διεκδικούμενο ως οφειλόμενο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσό, οδήγησε προφανώς την πλευρά των εναγόντων σε αναδίπλωση επί του ζητήματος, με αποτέλεσμα να ετοιμάσουν και να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, εξηγώντας τις, αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, μέσω των οποίων ουσιαστικά επιχείρησαν να καλύψουν κάθε «σενάριο» όπως το χαρακτήρισαν, το οποίο θα μπορούσε κατ' εφαρμογή της μεταξύ των πλευρών συμφωνίας αλλά και της σχετικής νομοθεσίας να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Η παρουσίαση αναδομημένου λογαριασμού δεν δημιουργεί ασφαλώς οποιοδήποτε πρόβλημα (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας και των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις πρόνοιες των συμφωνιών που υπεγράφησαν μεταξύ των εναγόντων, της εταιρείας Palatech και του εναγόμενου 2, με δεδομένο ότι η συμφωνία ημερ. 25.05.1993 (Τεκμήριο 2) ως έχει διαμορφωθεί με την επιστολή-συμφωνία ημερ. 02.08.1994 (Τεκμήριο 10), αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας παραχωρήθηκαν προς την εταιρεία οι επίδικες ενέγγυες πιστώσεις (Τεκμήρια 12, 14 και 16), ως επίσης το γεγονός ότι η εγγύηση του εναγομένου 2 ημερ. 25.05.1993 πέραν και ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν ταυτόχρονα με την παραχώρηση των συγκεκριμένων ενέγγυων πιστώσεων, εξακολουθεί να αφορά και να εξασφαλίζει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Palatech, σε συνδυασμό με την αδυναμία του Δικαστηρίου να προσδιορίσει με ασφάλεια την επίδραση και το αποτέλεσμα στους επίδικους λογαριασμούς κάθε χρέωσης που δεν φαίνεται να δικαιολογείτο, κρίνεται ότι οι ενάγοντες καθόλα δικαιολογημένα διεκδικούν την έκδοση απόφασης και εναντίον του εναγομένου 2 εγγυητή για τα ποσά που αποτυπώνονται στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 36, 37 και 38, όπως αυτές τέθηκαν υπόψη και επεξηγήθηκαν στο Δικαστήριο, ήτοι: (α) Αναφορικά με το λογαριασμό XXXXX092-0 (πρώην XXXXX8701), για το ποσό των Ευρώ 104.768,05 (ΛΚ 61.318,01) πλέον τόκο προς 9% από 26/11/2005 μέχρι εξοφλήσεως - Τεκμήριο 36, (β) Αναφορικά με το λογαριασμό XXXXX090-8 (πρώην XXXXX8712), για το ποσό των Ευρώ 146.494,10 (ΛΚ 85.739,19) πλέον τόκο προς 9% από 26/11/2005 μέχρι εξοφλήσεως - Τεκμήριο 37. (γ) Αναφορικά με το λογαριασμό XXXXX91-9 (πρώην XXXXX8723), για το ποσό των Ευρώ 105.990,66 (ΛΚ 62.033,58) πλέον τόκο προς 9% από 26/11/2005 μέχρι εξοφλήσεως - Τεκμήριο 38. Ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο «σενάριο», στις σχετικές και ανάλογα αναδομημένες καταστάσεις κάθε λογαριασμού ενέγγυας πίστωσης (Τεκμήρια 36, 37 και 38), περιλαμβάνεται μόνο το αρχικό ποσό κάθε ενέγγυας πίστωσης, χωρίς οποιαδήποτε έξοδα και χωρίς κεφαλαιοποίηση. Το ποσοστό του τόκου περιορίζεται στο 9%, ως η σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 2), χωρίς τόκους υπερημερίας, θέτοντας ουσιαστικά τους ενάγοντες στην ίδια θέση στην οποία θα βρισκόταν αν οι σχετικές ενέγγυες πιστώσεις ολοκληρώνονταν κανονικά (βλ. κατ' αναλογίαν, Evelthon Developments Ltd κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2486). Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 2 για το συνολικό ποσό των €357.252,81, πλέον τόκο προς 9% από 26.11.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 2 με αριθμό εγγραφής XXXXX, ημερ. 30.08.1979, Φ/Σχ. ΧΧΧ 6.Ε.Ι., τεμ. XXXXX, στο Στρόβολο, Λευκωσία, σύμφωνα και ως περιγράφεται στις υποθήκες Αρ. XXXXX/92, XXXXX/92, XXXXX/93 και XXXXX/97, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς ικανοποίηση του ως άνω εξ' αποφάσεως ποσού, ενώ οποιοδήποτε περίσσευμα τυχόν υπάρξει να επιστραφεί στον εναγόμενο 2. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για διάθεση και πώληση των 753.173 ενεχυριασμένων μετοχών της εταιρείας Palinex Trading Ltd που ο εναγόμενος 2 ενεχυρίασε και/ή εκχώρησε προς την ενάγουσα, ως η παράγραφος «Θ» του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα διορίζεται ως παραλήπτρια των ως άνω μετοχών, ώστε να διενεργήσει όλες τις ενέργειες και να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα Νόμο και Κανονισμούς για να προχωρήσει στην πώλησή τους μέσω του ΧΑΚ ή ιδιωτικά, ανάλογα με την εξασφάλιση της υψηλότερης δυνατής τιμής πώλησης, με το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων, να διατεθεί προς εξόφληση του πιο πάνω εξ΄ αποφάσεως χρέους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ.795 και 796) επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος του εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο