← Κύπρος

Nortest (Cyprus) Limited ν. J&P and J&P(O) - Vasiliko Oil Tank JV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5118/2015, 31/3/2020

Nortest (Cyprus) Limited ν. J&P and J&P(O) - Vasiliko Oil Tank JV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5118/2015, 31/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5118/2015 Μεταξύ: Nortest (Cyprus) Limited Εναγόντων -και-

  1. J&P and J&P(O) - Vasiliko Oil Tank JV
  2. Joannou & Paraskevaides Limited
  3. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Limited Εναγομένων --------------- Αίτηση ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2018 31 Μαρτίου 2020 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Φωτίου για Χρίστης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 8.1.2020, τέθηκε αναλυτικά το οδοιπορικό της παρούσας αγωγής, το οποίο επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 το ποσό των €324.103,09 πλέον νόμιμο τόκο, ως ποσό το οποίο αποτελεί τη συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή των Εναγόντων και το οποίο είναι πληρωτέο και απαιτητό από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 1 είναι κοινοπραξία και/ή συνεταιρισμός των Εναγομένων 2 και 3 και συμφώνησαν με τους Ενάγοντες όπως οι Ενάγοντες παρέχουν στους Εναγόμενους 1 διάφορες υπηρεσίες σε σχέση με εργασίες που οι Εναγόμενοι 1 διεξήγαγαν στο Βασιλικό. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται ως οι μοναδικοί συνεταίροι των Εναγομένων 1, έχοντας την ευθύνη για τις οφειλές των Εναγομένων
  4. Στις 18.11.2015 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από τους Εναγόμενους 1 και 2 και στις 17.2.2017 από τους Εναγόμενους
  5. Μόλις στις 31.3.2017 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία, στις 8.5.2018, μετά από επανειλημμένες αναβολές, αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Επόμενο διάβημα των Εναγόντων ήταν στις 6.7.2018 όταν καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2 και 3, μέχρι την εκδίκαση, έκδοση και εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή, να αποξενώσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα μη επιβαρυμένα περιουσιακά τους στοιχεία, αξίας μέχρι €324.103,09-. Περαιτέρω, ζητούν διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων. Τα αιτήματα τους αυτά, οι Ενάγοντες ζητούν στη βάση των ισχυρισμών του XXXXX Κάλλη, στην ένορκη του δήλωση, ημερομηνίας 6.7.
  6. Σ' αυτήν αναφέρεται στα γεγονότα, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων καθώς επίσης στο ότι: «Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία διότι αν οι Εναγόμενοι αφεθούν ελεύθεροι να μεταβιβάσουν ή αποξενώσουν την κινητή ή ακίνητη περιουσία τους και εφόσον οι Ενάγοντες καμιά εξασφάλιση έχουν, οι Ενάγοντες θα βρεθούν σε δυσχερή θέση και με σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την αξίωση τους εφόσον πετύχουν στην παρούσα αγωγή, συνεπώς θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρω επίσης ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία και για τον λόγο ότι ο όμιλος εταιρειών «J&P» στον οποίο ανήκουν οι Εναγόμενοι φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά και λειτουργικά προβλήματα και εξετάζονται σενάρια πώλησης περιουσιακών του στοιχείων. Η πληροφόρησή μου αυτή πηγάζει από πληροφορίες που έχω πάρει από τρίτα πρόσωπα καθώς και από άρθρα τα οποία έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 δέσμη με 9 σχετικά άρθρα τα οποία μιλούν από μόνα τους και επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω». Η παρούσα αίτηση ορίστηκε για πρώτη εμφάνισή της στις 8.10.2018 οπόταν και ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης. Στη συνέχεια προέκυψε θέμα διορισμού Διαχειριστή της Εναγομένης 3 το οποίο οδήγησε σε επανειλημμένα αιτήματα αναβολής ώστε να δοθούν οδηγίες. Στις 21.3.2019, η παρούσα αίτηση αποσύρθηκε εναντίον της Εναγομένης
  7. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστή ένσταση, στις 12.4.2019 και 9.4.2019 αντιστοίχως, βασιζόμενοι στους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Ως προς το πραγματικό τους υπόβαθρο, η μεν ένσταση των Εναγομένων 1 στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Ιακωβίδη, ημερομηνίας 12.4.2019, ενώ των Εναγομένων 2 του XXXXX Αζίνα, ημερομηνίας 9.4.
  8. Σ' αυτές, οι ενόρκως δηλούντες παραθέτουν όμοιους ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα, υποστηρίζοντας ότι οι Ενάγοντες αξιούν πληρωμή που δεν υπολογίστηκε με βάση τη νενομισμένη διαδικασία και ότι, παρά τη δέσμευση των Εναγόντων, αυτοί δεν είχαν προσκομίσει τα απαραίτητα ημερήσια υπογραμμένα δελτία εργασιών για σκοπούς κοστολόγησης της εργασίας τους. Με αίτησή τους ημερομηνίας 4.6.2019, οι Ενάγοντες ζήτησαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της παρούσας αίτησής τους. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 8.1.
  9. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  10. Έχω ήδη αναφερθεί στο πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 βασίζουν την ένστασή τους στους τριάντα τέσσερεις λόγους που τίθενται στο σώμα της ένστασής τους ενώ οι καθ' ων η αίτηση 2 στους τριάντα έξι λόγους που τίθενται στο σώμα της δικής τους ένστασης. Οι ενόρκως δηλούντες εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ως αναφέρεται ανωτέρω, προβάλλουν όμοιους ισχυρισμούς σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Προβάλλεται δε, ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε εξέφρασαν την όποια πρόθεση να μην πληρώσουν τους ενάγοντες - Αιτητές και ουδέποτε αρνήθηκαν ότι οι ενάγοντες είχαν εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, παρά μόνο διαφώνησαν για τη μεθοδολογία κοστολόγησης που οι ενάγοντες ακολούθησαν και συνεπώς διαφωνούσαν ως προς το τελικό ποσό το οποίο έπρεπε να πληρωθεί. Προβάλλεται παράλληλα ότι η αναφερόμενη κοινοπραξία έπαψε να υφίσταται, ενώ με την εκκαθάριση των εναγομένων 3 ουσιαστικά η παρούσα αίτηση συνεχίζει να προωθείται μόνο εναντίον των εναγομένων
  11. Συναφώς, παρατίθενται ισχυρισμοί σχετικά με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 2 ώστε να φανεί ότι κατέχουν περιουσία πολλαπλάσιας αξίας της αξίωσης ενώ βρίσκονται σε ενεργό επιχειρηματική δραστηριότητα. Είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν κίνδυνο να μην εκτελεστεί τυχόν απόφαση υπέρ τους. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι παρέθεσαν γραπτώς την αγόρευσή τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων, με αναφορά και στη νομολογία. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω με προσοχή όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων των συνηγόρων. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis

(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ. 18.7.1996. Στην παρούσα, πέραν του ως άνω άρθρου 32 του Ν.14/60, η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Σύμφωνα με την υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R.520, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου στο βαθμό που δεν συμπίπτουν με αυτές που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι τέτοια προϋπόθεση είναι να εμποδιστεί πιθανόν ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska D.D., Πολ. Έφ.10042, ημερ. 3.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Προχωρώντας, επομένως, με την εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζει ο νόμος και η νομολογία, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας, χωρίς το Δικαστήριο να οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας. Έχοντας υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε σχέση με τις αξιώσεις των Εναγόντων, στο πλαίσιο πάντοτε του επιτρεπτού για σκοπούς της παρούσας και χωρίς το Δικαστήριο να καταλήγει σε οριστικά συμπεράσματα, και έχοντας υπόψη τις ως άνω νομολογιακές αρχές, καταλήγω ότι ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ικανοποιώντας παράλληλα και την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 που αναφέρεται σε ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, έχει νομολογιακά εξηγηθεί ότι συμπίπτει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 περί ύπαρξης πιθανότητας να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ.280: «Και επί του σημείου αυτού η νομολογία μας είναι καθαρή. Η απαίτηση του άρθρου 5 για ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ.785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Στην υπόθεση Αναστασία Δημήτρη Κιταλίδη v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.1165, λέχθηκαν τα εξής: «Ο έκτος λόγος έφεσης έχει ως εξής: «Δεν κατεδείχθη κίνδυνος μεταβίβασης και/ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και το Δικαστήριο λανθασμένα ερμήνευσε και/ή εφήρμοσε την νομολογία επί του θέματος». . Στην υπόθεση C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ.785 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: «Ακούσαμε τις δύο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω), σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου v. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου, Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Έχουμε την πεποίθηση ότι το πιο πάνω απόσπασμα απαντά ευθέως και ορθώς το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση και δεν έχουμε να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο». Επομένως, με βάση τις ως άνω νομολογιακές αρχές, καθίσταται ξεκάθαρο ότι δεν απαιτείται συγκεκριμένη μαρτυρία για ύπαρξη πρόθεσης για αποξένωση ή επιβάρυνση. Προκύπτει, επίσης, ότι η ύπαρξη επιπρόσθετης ακίνητης περιουσίας ουδόλως εμποδίζει την έκδοση διατάγματος ως το αιτούμενο. Όπως λέχθηκε, εξάλλου στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ (ανωτέρω): «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτήν την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο Ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί». Έχω ανωτέρω παραθέσει τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων από τους οποίους προκύπτει η αναφορά ότι ο όμιλος εταιρειών J & P στον οποίον ανήκουν οι εναγόμενοι φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά και λειτουργικά προβλήματα και εξετάζονται σενάρια πώλησης περιουσιακών του στοιχείων. Δεν υπάρχει, όμως, παράθεση της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων
  1. Κάτι το οποίο πράττουν οι εναγόμενοι 2 για να καταδείξουν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος να εμποδιστούν οι ενάγοντες στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ τους. Είναι σαφές ότι, μετά την εκκαθάριση των εναγομένων 3 και την απόσυρση της αίτησης εναντίον των εναγομένων 3, τυχόν διάταγμα, ως το υπό κρίση, αφορά τους εναγόμενους
  2. Είναι επίσης σαφές ότι θα πρέπει να καταδειχθεί κίνδυνος, ως ανωτέρω, ώστε να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα αφού, διαφορετικά, θα σήμαινε ότι σε κάθε περίπτωση απαίτησης, θα υπήρχε απόλυτο δικαίωμα έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος αυτής της φύσης. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, διαφαίνεται ότι η ανησυχία των εναγόντων δεν τεκμηριώνεται στη βάση στοιχείων που αφορούν την κατάσταση των εναγομένων 2, που, επαναλαμβάνω, προκύπτει να είναι εκείνοι που θα επωμιστούν το βάρος τυχόν απόφασης υπέρ των εναγόντων. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη πιθανότητας οι ενάγοντες να εμποδιστούν στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ τους. Προχωρώντας περαιτέρω, με τα δεδομένα που προκύπτουν ως ανωτέρω και που δεν φανερώνουν ότι η κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με την εναγόμενη 2 έχει αλλάξει από ακόμη και πριν την καταχώρηση της αγωγής, δεν θα ήμουν σε θέση να καταλήξω ότι θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ένα τέτοιο ευρύ διάταγμα, κατ' ουσίαν ανατρέποντας και το status quo ante. Κατά συνέπεια και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη ως προς το αιτούμενο υπό παράγραφο Α διάταγμα. Αυτή η κατάληξη σαφώς συμπαρασύρει και το αιτούμενο υπό παράγραφο Β διάταγμα, το οποίο θα είχε λόγο ύπαρξης προς υποβοήθηση υλοποίησης του υπό παράγραφο α διατάγματος. Συνακόλουθα, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.