HERMES INSURANCE LTD ν. Όξυνου, Αρ. Αγωγής: 8463/2005, 20/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8463/2005 Μεταξύ: HERMES INSURANCE LTD Ενάγουσας και *** Όξυνου Εναγομένου Και όπως έχει τροποποιηθεί βάσει διατάγματος ημερ. 12.6.14 Μεταξύ: HERMES INSURANCE LTD Ενάγουσας και *** Εναγομένου Αίτηση υπό Εναγομένου ημερ. 14.1.20 για Αναστολή Εκτέλεσης Εκκρεμούσης Εφέσεως Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο: κ. Γ. Λοίζου, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κ. Χ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση του ο Εναγόμενος αιτείται την αναστολή εκτέλεσης απόφασης και συγκεκριμένα του τελικού διατάγματος ειδικής εκτέλεσης σύμβασης πώλησης ακινήτου ημερ. 21.9.82, καθώς και της διαταγής πληρωμής των εξόδων της επανεκδικασθείσας αγωγής. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του αναφέρεται στο ιστορικό της διαφοράς, στην πορεία της αγωγής μέχρι την πρωτόδικη απόφαση, στην καταχώριση έφεσης, στην ένσταση του σε Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή («Α.Ε.Α.»), στην πίστη του ότι υπάρχουν πολλές, ορατές, καλές και ουσιαστικές πιθανότητες επιτυχίας στο Εφετείο και στην ανάγκη να διαφυλαχθεί η εφαρμογή της όποιας απόφασης εξασφαλιστεί υπέρ του. Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε 13 λόγους ένστασης προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη, δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και στο ότι η ίδια είναι φερέγγυα. Ο Διευθυντής της, κ. Βογαζιανός, σε σχετική υποστηρικτική ένορκη δήλωση, αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου επαναλαμβάνει ότι η Ενάγουσα είναι φερέγγυα σε αντίθεση με τον Εναγόμενο και προσθέτει ότι η αίτηση-έφεση για τη διαδικασία εγκλωβισμένου αγοραστή έχει απορριφθεί στις 19.2.20, ότι ακόμα και να εκδοθεί εδώ διάταγμα το Κτηματολόγιο θα προχωρήσει βάσει της Α.Ε.Α. για εγγραφή επ' ονόματι της Ενάγουσας και ότι ο Εναγόμενος θέλει να το κρατήσει για να το ενοικιάζει σε τρίτους και να παίρνει ενοίκια. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως πρέπει να σημειωθεί πως ομολογουμένως υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Gruno v. The ship "Algazera"
(1989)1 C.L.R.595 και Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.1978. Από τη συνολική μελέτη της νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω βασικές αρχές: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). (γ) Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). (δ) Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δυο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της απόφασης από την άλλη (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά απαιτείται εξισορρόπηση αφενός της φυσιολογικής προσδοκίας του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στον δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και αφετέρου της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα (βλ. Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέως
(1997)1 A.A.Δ.591). (ε) Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όταν μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ.1147). (στ) Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα συνήθως αυτά πληρώνονται στον δικηγόρο με την ταυτόχρονη ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης ότι θα τα επιστρέψει εάν επιτύχει η έφεση της άλλης πλευράς. Αναφορικά με χρέος όμως ή επιδικασθείσες αποζημιώσεις δεν υπάρχει γενική πρακτική. Αναλόγως των περιστάσεων (π.χ. της πιθανότητας να μην μπορούν να επανακτηθούν εάν επιτύχει η έφεση αφενός και των προοπτικών επιτυχίας στην έφεση αφετέρου), δυνατό να διαταχθεί η πληρωμή τους στο Δικαστήριο ή η πληρωμή μέρους αυτών (βλ. Παπακοκκίνου v. I. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.ά
(1998)1 Α.Α.Δ.513 και Χαραλάμπους, ανωτέρω). (ζ) Δεδομένων των αντίστοιχων προσδοκιών της κάθε πλευράς για τελική δικαίωση των θέσεων της, η προαναφερθείσα εξουσία ασκείται υπό το φως αφενός των επιπτώσεων της αναστολής στην κάθε πλευρά και αφετέρου της πιθανότητας επιτυχίας στην έφεση (Παύλου κ.ά. v. Νικολάου κ.ά., Πολ. Έφ.373/16, ημερ. 10.10.17). Στην παρούσα περίπτωση η αξίωση της Ενάγουσας αφορούσε τη σύμβαση αγοράς ακινήτου, στην οποία είχε προβεί η ίδια από τον αποβιώσαντα πατέρα του Εναγόμενου διαχειριστή κατά το 1982, έναντι Λ.Κ.25.000- και την οποία είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο βάσει του τότε ισχύοντος Κεφ.232. Η τελική απόφαση ημερ. 23.10.19 ήταν το τέλος επανεκδίκασης de novo της αγωγής, αφού είχε εκδικαστεί ξανά κατά το 2009 από άλλον Πρόεδρο, ο οποίος διορίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο προτού καταστεί δυνατή η έκδοση της απόφασης του. Κατά την επανεκδίκαση το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) δέχθηκε την εκδοχή της Ενάγουσας και κρίνοντας ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του νέου πλέον Ν.81
(1)/11 διέταξε την ειδική εκτέλεση της σύμβασης του 1982 ήτοι διατάσσοντας την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της Ενάγουσας και όπως τα έξοδα (και των δύο διαδικασιών) καταβληθούν από τον Εναγόμενο. Σημειώνεται πως ο πατέρας του Εναγόμενου είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει (κατά το 2013) και κατά τη de novo διαδικασία υπήρξε ουσιώδης μάρτυρας σχετικά με τα θέματα ο ίδιος ο Εναγόμενος. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του οποίου αποτελεί τη βάση αρκετών εκ των 18 λόγων έφεσης, οι οποίοι περιέχουν εκτενή αιτιολογία. Η εξέταση των λόγων έφεσης απαιτεί διεξοδική μελέτη της δοθείσας μαρτυρίας, των σχετικών ευρημάτων και κυρίως των νομικών θεμάτων ως επιλύθηκαν, έργο το οποίο ανήκει στο Εφετείο και ασφαλώς δεν αναμένεται ούτε δύναται να γίνει κάτι τέτοιο σε αυτό το στάδιο στα πλαίσια αίτησης για αναστολή. Θα πρέπει να λεχθεί όμως πως με την έφεση εγείρονται όντως σοβαρά νομικά ζητήματα τα οποία αφορούν: (
- i)τη μη αποδοχή δηλώσεων του αποβιώσαντος αφενός προς τον Εναγόμενο (υιό του) και αφετέρου δηλώσεων του ενόρκως κατά την πρώτη ακροαματική διαδικασία, (
- ii)το κατά πόσον είχε τερματιστεί η σύμβαση με την καταχώριση ιδιωτικής ποινικής από την Ενάγουσα κατά το 1994 και τη σχετική τότε μαρτυρία του κ. Βογαζιανού ότι είχαν εξαπατηθεί κατά την αγορά και την καταβολή ποσού Λ.Κ.32.652. Εν πάση περιπτώσει όμως, ό,τι απαιτείται τώρα να λεχθεί είναι πως η παρούσα δεν είναι περίπτωση για την οποία δύναται να εξαχθεί βέβαιο συμπέρασμα ή εκτίμηση για την πορεία της έφεσης. Ειδικά όσον αφορά τα πιο πάνω νομικά ζητήματα. Όσον αφορά τους υπόλοιπους παράγοντες θα πρέπει να σημειωθεί πως στα πλαίσια της παρούσας αφενός ο Εναγόμενος αναφέρεται σε ζητήματα μόνον κυριότητας και μεταβίβασης της, την οποία σκοπεί να αποτρέψει και ότι αφετέρου η Ενάγουσα αναφέρει πως η ίδια «. δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί και να παίρνει εισοδήματα από αυτό αφού το ενοικιάζουν σε τρίτα άτομα και παίρνουν ενοίκια χωρίς να είναι δικό τους». Η θέση αυτή της Ενάγουσας (ότι ο Εναγόμενος παίρνει ενοίκια) δεν έχει αντικρουστεί από τον Εναγόμενο στα πλαίσια της αίτησης. Σημειώνεται ότι αυτή ήταν η μαρτυρία της Ενάγουσας και στα πλαίσια της επανεκδίκασης της αγωγής. Άλλωστε αυτό εννοεί η Ενάγουσα (στην §7 της ένορκης της δήλωσης) όταν αναφέρει για το επίδικο ακίνητο ότι «το κατακρατούν και το απολαμβάνουν οι αιτητές». Είναι προφανές ότι εκείνο για το οποίο επείγεται πρωτίστως η Ενάγουσα είναι να λάβει όχι μόνον την κυριότητα αλλά και την κατοχή του ακινήτου, εξ ου και αναφέρεται (στην §15 της ένορκης της δήλωσης) στο ότι με τις ενέργειες του ο Εναγόμενος προσπαθεί να κρατήσει το ακίνητο «προκαλώντας και άλλες ζημιές στην Ενάγουσα που δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί και να παίρνει εισοδήματα από αυτό». Βασικά η Ενάγουσα επιδιώκει άμεσα την εξασφάλιση του ακινήτου προς εκμετάλλευση του υπό της ιδίας και ο Εναγόμενος επιδιώκει τη διατήρηση του επ' ονόματι του ούτως ώστε αυτό να μην τύχει μεταβίβασης σε τρίτους και να μην καταστεί έτσι αδύνατη ή δύσκολη επανάκτηση του σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης από το Εφετείο. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η Ενάγουσα δεν κατέβαλε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για καθησυχασμό του Εναγόμενου περί του κινδύνου περαιτέρω μεταβίβασης και αποξένωσης του ακινήτου. Αντιθέτως θα μπορούσε να λεχθεί πως άφησε και αυτό το ενδεχόμενο ανοικτό αναφέροντας πως η ίδια «. είναι ασφαλιστική εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών και ακίνητης περιουσίας που μπορεί να αποζημιώσει τον αιτητή αν επιτύχει την έφεση του.» Η θέση αυτή και παρά το αναφερθέν στην αγόρευση της (ότι ουδέποτε έχει εκδηλώσει πρόθεση για αποξένωση) σαφώς υπονοεί πως υπάρχει ενδεχόμενο να μην διαθέτουν το ακίνητο για να το επιστρέψουν σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης. Σημειώνω πως στην κατάληξη της αγόρευσης της επανέλαβε το επιχείρημα. Στα πλαίσια αυτά συνεκτιμάται και η (κοινώς αποδεκτή) θέση του Εναγομένου πως το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντος πατέρα, αρχικού Εναγομένου στην αγωγή, την περιουσία του οποίου διαχειρίζεται ο νυν Εναγόμενος. Σε αντίθεση με αυτό σημειώνω την προβαλλόμενη οικονομική καθώς και περιουσιακή ισχύ της Ενάγουσας, υπό την έννοια ότι για την ίδια το επίμαχο ακίνητο είναι ένα επιπλέον κτήμα προς εμπορική εκμετάλλευση χωρίς να έχουν καταδειχθεί δραστικές συνέπειες στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί άμεσα η κτήση της κυριότητας. Η άρνηση αναστολής υπό τις περιστάσεις θα κατέληγε στην ανατροπή του status quo όσον αφορά την κατοχή του διαμερίσματος και πιθανότατα θα σήμαινε την εμπλοκή τρίτων προσώπων στη χρήση και κατοχή του προτού έχει την ευκαιρία το αρμόδιο Εφετείο να κρίνει την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό. Σε περίπτωση δε επιτυχίας της έφεσης θα απαιτούντο άλλες νέες διαδικασίες για επαναφορά της κατάστασης. Απαιτείται συνεπώς η χρυσή τομή και η εξισορρόπηση των εκατέρωθεν θέσεων και δικαιωμάτων ή όπως έχει αναφερθεί πρόσφατα στη Λοΐζου v. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολ. Έφ.29/19, ημερ. 23.10.19, απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ της συγκομιδής των καρπών της δικαστικής νίκης και της ανάγκης να μην καταστεί μάταιη η τυχόν επιτυχία της έφεσης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης ούτως ώστε να διατηρηθεί το status quo και να μην περιπλεχθούν περισσότερο τα πράγματα. Πάντοτε βέβαια υπό όρους οι οποίοι θα εξισορροπούν, κατά το δυνατό, την καθυστέρηση στην παράδοση. Κατά συνέπειαν ενεργοποιείται η υποχρέωση του Δικαστηρίου για επιλογή των κατάλληλων όρων σύμφωνα με τη διακριτική του εξουσία. Θεωρώ ότι η περίπτωση παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανάλογοι όροι, με κάποια διαφοροποίηση όσον αφορά τα ενδιάμεσα οφέλη τουλάχιστον από την έκδοση της απόφασης μέχρι σήμερα ενώ όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα κρίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην εφαρμοστεί η συνήθης πρακτική. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, η ως άνω κατάληξη δεν μπορεί παρά να δημιουργεί την ανάγκη εξισορρόπησης των δύο δικαιωμάτων. Έτσι λαμβανομένου υπόψιν ότι η Ενάγουσα δικαιούτο στην κατοχή και εκμετάλλευση του ακινήτου τουλάχιστον από τις 23.10.19 (που εκδόθηκε η απόφαση), βοηθητικό προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν εάν το Δικαστήριο είχε ενώπιον του έστω κάποια ένδειξη για την αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έχει προσφερθεί από οποιαδήποτε πλευρά. Αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση του διαδίκου ο οποίος εξασφαλίζει διάταγμα αναστολής να παράσχει βάσει της Δ.35 κ.18 ασφάλεια (shall furnish such security) για τυχόν ζημιά της άλλης πλευράς (βλ. Λοίζου ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολ. Έφ.29/19, ημερ. 23.10.19), κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Ως πιθανή ζημιά στην παρούσα περίπτωση εννοείται κυρίως η τυχόν απώλεια που θα έχει η Ενάγουσα από τη μη χρήση ή μη πώληση της ιδιοκτησίας μέχρι την έφεση και νοουμένου ότι αυτή είναι επιτυχής για την ίδια. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα και παρά την εισήγηση ότι θα μπορούσαν να παραμείνουν χωρίς οποιαδήποτε ρύθμιση εντούτοις, ενόψει και της εξασφάλισης αναστολής εκτέλεσης, δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίον δεν θα έπρεπε να ακολουθηθεί η συνήθης πρακτική. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται εν μέρει και εκδίδονται διατάγματα ως οι §Α
(1)και
(2)αυτής διά των οποίων αναστέλλεται η εκτέλεση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης υπό τους όρους ότι:
- Ο Εναγόμενος μέχρι τις 20.5.20 θα καταθέσει στο Δικαστήριο είτε το ποσόν των €50.000- είτε τραπεζική εγγύηση για το ισόποσο, ως ασφάλεια για την αποζημίωση τυχόν ζημιών τις οποίες ήθελε υποστεί η Ενάγουσα από την αναστολή εκτέλεσης.
- Ο Εναγόμενος μέχρι τις 20.5.20 θα καταβάλει τα έξοδα της αγωγής στον δικηγόρο της Ενάγουσας, νοουμένου ότι ο εν λόγω δικηγόρος πριν την είσπραξη τους θα υπογράψει και καταχωρίσει στο Δικαστήριο με ενημέρωση στην άλλη πλευρά, Ανάληψη Προσωπικής Υποχρέωσης ότι θα τα επιστρέψει με τόκο 2% ετησίως σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του Εναγομένου ή ότι θα επιστρέψει τέτοιο μέρος με τον ίδιο τόκο αναλόγως του αποτελέσματος της έφεσης.
- Νοείται ότι η παράλειψη τήρησης ή συμμόρφωσης με οποιονδήποτε όρον της αναστολής, ως ανωτέρω, καθιστά αμέσως την χορηγηθείσα αναστολή τερματισθείσα, την αρχική απόφαση αμέσως εκτελεστή και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας επιδικάζονται €1.200- έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο