← Κύπρος

ALBAIN HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2395/2018, 20/3/2020

ALBAIN HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2395/2018, 20/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2395/2018 Μεταξύ: ALBAIN HOLDINGS LTD Ενάγουσας και 1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 2. ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 3. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.3.19 υπό Εναγομένης 3 για Διαγραφή Αγωγής και ή Δικογράφου Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3: κα Χειμωνή, για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κ. Κ. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση της η Εναγόμενη 3 αξιώνει: 1. Διαγραφή (strike out) ισχυρισμών από τις §5, 8, 11, 12, 13, 15-17 και 20-24 της έκθεσης απαίτησης. 2. Διαζευκτικά, απόρριψη και ή διαγραφή της αγωγής ως ενοχλητικής, επιπόλαιας, κακόπιστης, καταπιεστικής ή ακατάληπτης. 3. Διαζευκτικά, απόρριψη και ή διαγραφή της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης επί τω ότι (
  2. i)δεν αποκαλύπτει καλή και ή εύλογη αιτία και ή βάση και ή αγώγιμο δικαίωμα και (
  3. ii)συνιστά κατάχρηση και ή είναι αβάσιμη, ανυπόστατη, επιπόλαια, ενοχλητική, καταπιεστική, σκανδαλώδης, καταχρηστική, κακόπιστη ή ακατάληπτη. Στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση η εκ των δικηγόρων της Εναγομένης 3, κα Χρίστου, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι το κλητήριο δεν συμμορφώνεται με τους δικονομικούς κανόνες, ότι προκαλεί έντονη αμηχανία, ότι δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής και παραθέτει αναλυτικά τις θέσεις και τα επιχειρήματα της στις §14-23, υποστηρίζοντας τα πιο πάνω αιτητικά. Ένσταση Με την ένσταση της η Ενάγουσα προέβαλε 22 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν ευσταθεί κανένα από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης είτε της Δ.27 είτε της Δ.19. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, κα Κυθραιώτου, επαναλαμβάνει (verbatim) τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύει και επεξηγεί. Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή της αίτησης θα πρέπει να σημειώσω ευθύς εξαρχής, δεδομένου του αιτήματος για απόρριψη της αγωγής συνολικά, βάσει της Δ.27 κ.3, πως προέχει, ως θέμα λογικής, η εξέταση του αιτήματος για καθολική απόρριψη της αγωγής. Είναι αυτονόητο (παρά την όποια ανάμιξη των επιχειρημάτων) πως εάν επιτύχει μια τέτοια εισήγηση τότε καθίσταται άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με εισηγήσεις για διαγραφή μέρους δικογράφου ή και ολόκληρου λόγω τυχόν αντικανονικής δικογράφησης. Σύμφωνα με τη Δ.27 κ.3 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί επί τη βάσει του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, δύναται να διατάξει όπως αυτή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση ως θα είναι δίκαιο. Όπως επιβεβαιώνεται από τη Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης

(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.852 τα πιο πάνω άπτονται της εγκυρότητας δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στη βάση της Δ.27 κ.3 και όχι της Δ.19 κ.26, η οποία στοχεύει στη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Από την ίδια απόφαση συνάγεται πως γενικά η διαγραφή ολόκληρου δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπως διαφορετικά τέθηκε στη Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1316 η αγωγή δεν απορρίπτεται παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντος χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία δεν περιέχει αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί κατόπιν τροποποιήσεων τις οποίες θα μπορούσε νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Στη Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.704 με αναφορά στην Drummond-Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R.1094 λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ' ισχυρισμόν αιτία αγωγής η οποία έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας («Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?»). Η δε εισήγηση ότι δεν υπήρχε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα απερρίφθη αφού κρίθηκε πως η κατ' ισχυρισμόν παραβίαση (των άρθρων 28, 30, 35) του Συντάγματος προέβαλλε ως εύλογη βάση αγωγής. Στη μεταγενέστερη Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Δημοκρατία
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.21 το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης της αγωγής, κρίνοντας ότι το δικόγραφο του ενάγοντος δεν ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εκτιμήθηκε πως απεκάλυπτε τα αγώγιμα δικαιώματα της αμέλειας και της παράβασης θεσμίων καθηκόντων εναντίον της Δημοκρατίας, για την οποίαν υπήρχε ισχυρισμός ότι είχε την ευθύνη επίβλεψης της εκτέλεσης έργων κατασκευής επί λεωφόρου μέσω εταιρείας κατασκευών. Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. ............................ Εκτιμούμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε ουσιαστικά την ουσία της επίδικης διαφοράς και δεν περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο η έκθεση απαίτησης αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2, όπως θα έπρεπε». Στην παρούσα περίπτωση η σχετική εισήγηση της Εναγομένης 3 είναι αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω. Είναι γεγονός πως η έκθεση απαίτησης εκτυλίσσεται υπό μορφή εξιστόρησης των διαδραματισθέντων κατά την εκδοχή της Ενάγουσας πλην όμως δεν παύει από του να περιέχει αγώγιμο δικαίωμα εις βάρος της Εναγομένης
  1. Εν πρώτοις σημειώνεται πως η αξίωση της Ενάγουσας αφορά το υποβληθέν κατά το 2018 αίτημα της προς την Εναγόμενη 1 τράπεζα να καταστρέψει όλα τα προσωπικά δεδομένα τα οποία αφορούν την επιχειρηματική και δη τη σχέση πελάτη-τραπεζίτη, την οποίαν είχαν μεταξύ τους κατά τα έτη 2010-2012 στα πλαίσια τήρησης τριών λογαριασμών επ' ονόματι της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1 τράπεζα. Στο δικόγραφο παρατίθεται σχετική αλληλογραφία τόσο με την Εναγόμενη 1 όσο και με την Εναγόμενη 2 Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία (αλληλογραφία) κοινοποιήθηκε και στην Εναγόμενη
  2. Το παράπονο για την Εναγόμενη 1 εστιάζεται στο ότι αρνήθηκε να καταστρέψει όλα τα προσωπικά δεδομένα της, για την Εναγόμενη
  3. Το ότι γνωμοδότησε πως δεν υπήρχε υποχρέωση καταστροφής και για την Εναγόμενη 3, στο ότι αγνόησε παντελώς την αλληλογραφία, δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος και ούτε απάντησε οποτεδήποτε, αδιαφορώντας έτσι για τις συνέπειες (§§8 και 11 της έκθεσης απαίτησης). Αρκεί μια απλή ανάγνωση των πιο εξειδικευμένων §§16 έως 18 και 22(α) για να καταδειχθεί το βάσιμο της ως άνω κατάληξης. Έχουν ως εξής: «
  4. Οι Εναγόμενες 2 και/ή 3 είχαν υποχρέωση να ενεργήσουν με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να κατευθύνουν την Εναγομένη 1 με της (sic) απαραίτητες οδηγίες και ή εγκυκλίους/αποφάσεις της δια να προβούν στη καταστροφή των σχετικών ως ανωτέρω. Υποχρέωση την οποία υπό τας περιστάσεις παρέβησαν. Επιπρόσθετα διά των πράξεων και/ή παραλείψεων υπεκίνησαν την Εναγομένη 1 να παρανομήσει.
  5. Οι Εναγόμενες 2 και/ή 3 περαιτέρω παρέβησαν τα νόμιμα τους καθήκοντα (misfeasance in public office) αρνούμενες να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις των για προστασία των ατομικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας την οποία δυνάμει των προνοιών της Νομοθεσίας/Συντάγματος ως ανωτέρω είχαν καθήκον να προστατεύσουν. Ενήργησαν εκ προθέσεως και ή αδιαφορώντας για τις συνέπειες (recklessly).
  6. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 έλαβε γνώση της αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 αλλά και απευθείας με επιστολή προς αυτή σχετική επί του θέματος αλλά αρνήθηκε και ή παρέλειψε να τροποποιήσει εγκύκλιο της του 2014 η οποία προνοεί για καταστροφή των προσωπικών δεδομένων της Ενάγουσας και/ή μέρους αυτών μετά την έλευση 10 ετών. ............................... 22.(α) Η Εναγομένη 3 εν γνώση της και ή αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες παρέβη τις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας η οποία ουσιαστικά ζήτησε εν πλήρη (sic) γνώση της Εναγομένης τη (sic) καταστροφή των προσωπικών δεδομένων της αλλά η Τράπεζα Εναγομένη 3 παρέλειψε και ή αρνήθηκε να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες και ή προβεί στις απαραίτητες τροποποιήσεις της εγκυκλίου της διά να επιτευχθεί το διωκόμενο δηλαδή συμμόρφωση των Εναγομένων με τις νομικές και συνταγματικές υποχρεώσεις τους.» Σημειώνεται επίσης πως με την §25 αξιώνονται εναντίον της Εναγομένης 3 αποζημιώσεις για παράβαση νομίμων καθηκόντων, δήλωση ότι οι παραλείψεις της είναι παράνομες και παραβιάζουν τα δικαιώματα της Ενάγουσας, καθώς και διάταγμα παραμερισμού συγκεκριμένης παραγράφου από την Εγκύκλιο του
  7. Αρκεί εν κατακλείδι να λεχθεί πως η παράβαση καθήκοντος αποτελεί αναγνωρισμένο αγώγιμο δικαίωμα και πως ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί βάσιμα να τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής για ένα τέτοιο λόγο. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος διαγραφής, έχει ήδη καταστεί σαφές μέσα από την αγόρευση της Εναγομένης 3 ότι προωθεί το αίτημα της στη βάση της Δ.19, η οποία περιέχει τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Χρήσιμη ανάλυση και σχολιασμός των κανόνων αυτών περιέχεται στο Annual Practice 1958 εν σχέσει με την αντίστοιχη Ο.19 των παλαιών Αγγλικών θεσμών. Βασικός θεωρείται ο κ.4 της Δ.19 στον οποίον προβλέπεται ότι κάθε δικόγραφο πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται ο διάδικος αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα. Όσον αφορά την έννοια των «ουσιωδών γεγονότων» αναφέρονται σχετικά στο Annual Practice 1958 (σελ.447) με αναφορά σε νομολογία τα εξής: «. It is absolutely essential that the pleading not to be embarrassing to the defendants should state those facts which will put the defendants on the guard and tell them what they have to meet when the case comes on for trial.» Σύμφωνα με τον κ.26 της Δ.19 το Δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο δυνατό να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο δυνατό να τείνει να βλάψει, εμβάλει σε αμηχανία ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής («. which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action»). Όσον αφορά ειδικότερα την έννοια του αχρείαστου δικογράφου σε άλλο σχόλιο του Annual Practice 1958 (σελ.477) αναφέρεται πως το γεγονός και μόνον ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι επαρκής λόγος για αίτηση διαγραφής σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό. Μια δήλωση σε δικόγραφο δεν διαγράφεται απλώς και μόνο επειδή είναι αχρείαστη εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. Ακόμα και αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν όμως ασήμαντα ή επουσιώδη ζητήματα καταγράφονται κατά τρόπο που ο αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά με αποτέλεσμα να εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία δυνατό να οδηγήσουν στην πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν διότι θα επηρεάσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετικά με το πότε ένα δικόγραφο προκαλεί αμηχανία, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ.147: «Accordingly a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Καταληκτικά σημειώνεται πως ο γενικός κανόνας είναι πως, δεδομένου ότι η διαγραφή συνιστά δραστικό μέτρο, αυτό πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, σύνεση και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Δεν αποτελεί ικανοποιητική βάση της αίτησης διαγραφής το γεγονός και μόνο ότι κάποιο ζήτημα σε δικόγραφο είναι αχρείαστο, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετο ενώ παράλληλα γενικά, οι διάδικοι δεν πρέπει με ευκολία να επικαλούνται ότι διακατέχονται από αμηχανία («. parties must not be too ready to find themselves embarrassed»). Για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η έκθεση απαίτησης στην παρούσα περίπτωση είναι τέτοιας ποιότητας δικογραφικά που θα έπρεπε να διαγραφεί ολόκληρη για λόγους κακής ή αντικανονικής δικογράφησης. Όσον αφορά τα ειδικότερα αιτητικά η Εναγόμενη ζητά όπως διαγραφούν (όπως τα κατέγραψε η ίδια): «i. Από την παράγραφο 5 ο ισχυρισμός «Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και από το Άρθρο 40 της 4ης Οδηγίας AML ΕΕ 2015/849 και τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης όπως ενσωματώθηκε με το Νόμο 28
(111)2001, άρθρο 5.» ii. Από την παράγραφο 8 ο ισχυρισμός «Η αλληλογραφία απεστάλη και στην Εναγόμενη 3 Κεντρική Τράπεζα η οποία την αγνόησε παντελώς». iii. Το περιεχόμενο της παραγράφου 9 στην ολότητά του. iv. Από την παράγραφο 11 ο ισχυρισμός «Η Εναγόμενη 3 δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος και ούτε απάντησε στις επιστολές αδιαφορώντας για τις συνέπειες». v. Το περιεχόμενο της παραγράφου 12
(1)στην ολότητά του και τις επιμέρους υποπαραγράφους 1, 2, 3, 4, 5, 6 αυτής στην ολότητά τους. vi. Από την παράγραφο 13 ο ισχυρισμός «Η Εναγομένη 2 εξέδωσε και διατηρεί σε ισχύ παράνομα παρά την τροποποίηση του Νόμου 13
(1)2018 κατά ή περί τον Απρίλιο του 2018 οδηγίας καθορίζουσες ελάχιστη περίοδο καταστροφής 10 ετών μόνο». vii. Το περιεχόμενο της παραγράφου 15 στην ολότητά του. viii. Το περιεχόμενο των παραγράφων 16 και 17 στην ολότητά του. ix. Το περιεχόμενο των παραγράφων 20 και 21 στην ολότητά του. x. Την παράγραφο 22 και την υποπαράγραφο
(2)αυτής. xi. Από την παράγραφο 23 ο ισχυρισμός «Η Ενάγουσα υπέστη ζημία η οποία απορρέει από τις ενέργειες/παραλείψεις και ή παράβαση των Καθηκόντων των Εναγόμενων». xii. Από την παράγραφο 24 ο ισχυρισμός «η Εναγομένη 1 είχε συμβατική υποχρέωση [...] την οποία και παρέβη.» Όσον αφορά την §5 θα πρέπει να σημειωθεί η γενικότερη αρχή πως τα δικόγραφα πρέπει να περιλαμβάνουν γεγονότα και όχι τον νόμο. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.446, με αναφορά σε νομολογία: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case ....... not law, nor evidence to prove the facts. .» Δεν θα συμφωνήσω όμως με την εισήγηση της Εναγομένης 3 καθότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε στην πραγματικότητα παράθεση Νόμου, αλλά μιας παραπομπής σε νομική πρόνοια στα πλαίσια μιας προσπάθειας ορθής δικογράφησης προς ενημέρωση του αντιδίκου για το τί θα αντιμετωπίσει και στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί στη Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Έφ.140/11, ημερ. 22.12.16 η Δ.19 κ.13 επιβάλλει ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών οι οποίες αφορούν παραβίαση νόμιμων καθηκόντων και περαιτέρω: «Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο Εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης.» Η αρχή η οποία επαναλαμβάνεται και στο σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση σελ.38 («The pleader must plead facts and not law») δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, την έννοια ότι απαγορεύεται η αναγραφή ακόμα και ενός αριθμού κάποιου Νόμου ή άρθρου σε δικόγραφο, (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επίκλησης παράβασης εκ του Νόμου καθηκόντων) αλλά την έννοια της απαγόρευσης παράθεσης των ίδιων των προνοιών ενός Νόμου ή άρθρου. Στην παρούσα οι Ενάγοντες δεν επιχειρούν να παραθέσουν νομοθετικές πρόνοιες αλλά να προσδιορίσουν τις παραβάσεις τις οποίες θα επικαλεστούν κατά την ακρόαση. Δεν θεωρώ, εν πάση περιπτώσει, πως η διατήρηση της ως άνω πρότασης στο δικόγραφο, θα δυσχεράνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η §9 δεν αφορά την Εναγόμενη 3 αλλά την Εναγόμενη 2 της οποίας η κατ' ισχυρισμόν επιλήψιμη συμπεριφορά έγκειται τόσο στην αρχική της τοποθέτηση όσον και σε μεταγενέστερη άρνηση της να αναθεωρήσει την άποψη της. Δεν θεωρώ ότι επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την Εναγόμενη 3. Όσον αφορά τις δύο προτάσεις στις §§8 και 11 επίσης δεν θα συμφωνήσω ότι προβάλλουν αντί της παράθεσης γεγονότων, σχόλια αχρείαστα, αξιολογήσεις ή υπαινικτική ειρωνεία. Αντιθέτως έχω την άποψη πως προβάλλουν δύο παραπλήσιους ισχυρισμούς γεγονότων και δη πρώτον ότι η Εναγόμενη 3 «αγνόησε» την αλληλογραφία και δεύτερον ότι «δεν τοποθετήθηκε». Για τους οποίους ισχυρισμούς, μάλιστα, θα μπορούσε βάσιμα να λεχθεί πως συνιστούν την πεμπτουσία της αιτίας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 3, υπό την έννοια ότι είναι για αυτές ακριβώς τις κατ' ισχυρισμόν παραλείψεις που έχει συμπεριληφθεί στην αγωγή. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και ως προς τις §§
(1)έως
(6)της υποπαραγράφου 12
(1)οι οποίες στην πραγματικότητα συνιστούν τις κατ' ισχυρισμόν λεπτομέρειες παράβασης νομίμων καθηκόντων της Εναγόμενης 1, ως και ο σχετικός τίτλος αναφέρει. Η δε §13 αφορά επίσης κατ' ισχυρισμόν ενέργειες και παραλείψεις της Εναγομένης 2. Θέση της Ενάγουσας βέβαια είναι ότι οι παραβάσεις νόμων που αναφέρονται στην §12(Ι)
(1)έως
(6)διεπράχθησαν και από τις Εναγόμενες 2 και 3, ως εξηγείται στην §13. Θα πρέπει δε να υπομνηστεί εδώ πως σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο η παράλειψη τήρησης καθήκοντος απορρέοντος εκ του Νόμου πληροί τις προϋποθέσεις αστικού αδικήματος (βλ. Κουππαρής ν. Οραγνισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1780). Ενδεχομένως βέβαια να μην είναι όλες οι λεπτομέρειες διατυπωμένες με τον αρτιότερο δικογραφικά τρόπο πλην όμως αυτός δεν είναι λόγος για τη διαγραφή τους, ακόμα και αν τίθεται ζήτημα τροποποίησης ή λεπτομερειών. Όσον αφορά τις §16 και 17 αυτές έχουν παρατεθεί αυτούσιες προηγουμένως. Είναι σε αυτές ακριβώς στις οποίες εμφαίνεται και στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας. Στην πραγματικότητα αποτελούν συνέχεια της §15 η οποία αφορά όλους τους Εναγομένους, στους οποίους εκεί (στην §15) αποδίδει συλλήβδην τη δια πράξεων και παραλείψεων τους παραβίαση δικαιωμάτων της, τις οποίες εξειδικεύει στις §16 έως 18 και 22(α). Θα μπορούσε ίσως οι λεπτομέρειες αυτές να είχαν συγκεντρωθεί σε μια ενιαία παράγραφο, όπως έγινε με την Εναγόμενη 1, πλην όμως δεν θεωρώ πως αυτό είναι λόγος για διαγραφή τους. Σχετικά με την §20 η θέση της Εναγομένης 3 είναι πως η Ενάγουσα εκεί δεν εκθέτει γεγονότα αλλά αγορεύει παραθέτοντας μάλιστα αυτούσιες νομοθετικές πρόνοιες. Η πραγματικότητα είναι πως η Ενάγουσα στην εν λόγω παράγραφο παραθέτει το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 στηρίχθηκε και εφήρμοσε συγκεκριμένη οδηγία της Εναγομένης 3. Πρόκειται βασικά για την εγκύκλιο του 2014, στην οποία η Ενάγουσα προβαίνει σε αναφορά και στην προαναφερθείσα §18 του δικογράφου της. Επαναλαμβάνω ότι αυτό είναι το βασικό παράπονο της Ενάγουσας, ότι δηλαδή η Εναγόμενη 3 δεν τροποποίησε την οδηγία της και δεν καθοδήγησε διαφορετικά την Εναγόμενη 1. Δεν διαπιστώνεται να πρόκειται για αγόρευση. Εκεί που θα μπορούσε να έχει κάποιο δίκαιο ενδεχομένως η Εναγόμενη 3 είναι στο ότι εάν η συγκεκριμένη εγκύκλιος έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί ως Κανονιστική Διοικητική Πράξη ή κατ' άλλον τρόπο στην Επίσημη Εφημερίδα τότε ήταν αχρείαστη η αυτούσια παράθεση της §105
(4). Δεν έχει γίνει τέτοια υπόδειξη από πλευράς Εναγομένης 3 αλλά εν πάση περιπτώσει υπό τις περιστάσεις της παρούσας δεν θα θεωρούσα ότι δυσκολεύει την Εναγομένη 3 στην υπεράσπιση της ή ότι ευλόγως αισθάνεται ενόχληση. Τα εγειρόμενα θέματα είναι τέτοια που η παράθεση οκτώ γραμμών από μια εγκύκλιο διευκολύνει την κατανόηση των ζητημάτων τα οποία θα απασχολήσουν. Ούτε συμφωνώ ότι η §21 περιέχει αχρείαστα σχόλια, νόμο και συμπεράσματα. Αυτό το οποίο προβάλλει εκεί η Ενάγουσα είναι ότι η εν λόγω εγκύκλιος ως εκδοθείσα προ του Ν.13
(1)/18 και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας ΕΕ2015/849 συγκρούεται με τα νομοθετήματα αυτά, όπως και με τον Ν.138
(1)/01 και το άρθρο 15 του Συντάγματος. Είναι δε η θέση της πως για αυτό θα έπρεπε να τροποποιηθεί, πράγμα που προέβαλε και σε άλλες παραγράφους, υποστηρίζοντας ότι δεν δικαιολογείται η διατήρηση των δεδομένων της στην τράπεζα. Κατάληξη Καταληκτικά, θα συμφωνήσω με την Εναγόμενη 3 ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 κ.26 ή της Δ.27 κ.3 αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνον όταν το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο πλην όμως δεν συμφωνώ ότι η παρούσα είναι μια τέτοια περίπτωση. Ούτε συμφωνώ ότι κάποιο μέρος του δικογράφου παραβιάζει τους κανόνες δικογράφησης κατά τρόπο που θα έπρεπε να διαγραφεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με €1.200- έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης 3. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.