Αναφορικά με Αίτηση της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. ΔΕΣΠΟΖΙΤΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και το διακριτικό τίτλο «DEMACO», Αρ. Αίτησης: 66/2018, 27/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 66/2018 Αναφορικά με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) με Αριθμό 1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με τη με ημερομηνία 26/04/2017 και με αριθμό 3240/2017 Απόφαση της Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κας Ρεβέκας Λιμπεράτου Αναφορικά με Αίτηση της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. ΔΕΣΠΟΖΙΤΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε» και το διακριτικό τίτλο «DEMACO» από Ελλάδα εξ αποφάσεως πιστώτριας του XXXXX Έλληνα του XXXXX και της XXXXX Αιτήτρια Αίτηση ημερ. 20.9.19 υπό Επίσημου Παραλήπτη για Ακύρωση Διατάγματος Διορισμού του ως Παραλήπτη Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Μ. Εφραίμ για Επίσημο Παραλήπτη Για Καθ' ης: κ. Ν. Θρασυβούλου για Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε Για Οφειλέτη: κ. Ρ. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση του ο Αιτητής (Επίσημος Παραλήπτης) επιδιώκει την ακύρωση του διατάγματος πώλησης 34.395.409 μετοχών (σε 11 εταιρείες) ιδιοκτησίας του ενδιαφερόμενου Οφειλέτη κ. Έλληνα, το οποίο εξέδωσε στις 31.5.19 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) και με το οποίο διόρισε τον Αιτητή ως παραλήπτη των μετοχών «για σκοπούς της διαδικασίας πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό και ή με ιδιωτική σύμβαση», προς όφελος της Καθ' ης, πιστώτριας. Βασικοί λόγοι για την αίτηση, ως αναφέρεται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του λειτουργού, κ. Ευτυχίου, είναι το ότι αφενός η αίτηση για πώληση επιδόθηκε σε υπάλληλο στα Κεντρικά Γραφεία, η οποία υπάλληλος δεν την απέστειλε στον Επίσημο Παραλήπτη και αφετέρου επειδή σε γνωμάτευση του ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει ότι η κείμενη νομοθεσία δεν δίδει στον Επίσημο Παραλήπτη εξουσία πώλησης, διάθεσης ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων βαρυνόμενων με επιβαρυντικό διάταγμα βάσει του σχετικού Νόμου. Ένσταση Η Καθ' ης προέβαλε οκτώ λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι στηρίζονται στο ότι ο Αιτητής δεν έχει locus standi, η αίτηση φέρει λανθασμένη νομική βάση, υπεβλήθη καθυστερημένα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ακύρωση, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και η τυχόν έγκριση της αίτησης επηρεάζει δικά της δικαιώματα. Σε δική της υποστηρικτική ένορκη δήλωση η ΣΚ των δικηγόρων της Καθ' ης, κα Σπύρου, αναφέρεται στο όλο ιστορικό της υπόθεσης, στην επίδοση της αίτησης πώλησης (Τεκμήριο 1) και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύει και επεξηγεί, με έμφαση στην ύπαρξη καθυστέρησης, καθώς και στο ότι ο Αιτητής έχει εξουσία και υποχρέωση να συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα πώλησης. Ο Οφειλέτης δεν καταχώρισε ξεχωριστή ένσταση και ούτε αγόρευσε αλλά παρακολούθησε τη διαδικασία. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το επίδικο διάταγμα είναι Διάταγμα Πώλησης περιουσιακών στοιχείων βάσει του άρθρου 6 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31
(1)92. Στο εδ.
(3)του εν λόγου άρθρου προνοείται ότι το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται για πώληση, οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων μερών, περιλαμβανομένων - του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου και - των Συμβούλων Εταιρείας με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη ή άλλων οι οποίοι δυνατόν να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα στοιχεία ή να επηρεάζονται από την πώληση. Παρατηρείται λοιπόν ότι ο Επίσημος Παραλήπτης είναι εκ του Νόμου ενδιαφερόμενο πρόσωπο στη διαδικασία, του οποίου μάλιστα τις απόψεις υποχρεωτικά πρέπει να ακούσει το Δικαστήριο, αν κρίνει κάποιος από τη χρήση του ρήματος «οφείλει» στον Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση δεν φαίνεται να ακούστηκαν οι απόψεις του Επίσημου Παραλήπτη, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο ίδιος έχει το δικαίωμα να παραπονεθεί για το θέμα της επίδοσης. Όπως εντίμως παραδέχεται, η αίτηση για πώληση είχε δεόντως επιδοθεί στα Κεντρικά Γραφεία του και μάλιστα σε πρόσωπο του οποίου την αρμοδιότητα για παραλαβή εγγράφων για λογαριασμό του (Επίσημου Παραλήπτη) δεν έχει αμφισβητήσει. Συνεπώς, η μη εμφάνιση του είναι θέμα που αφορά τον ίδιο και τους λειτουργούς του. Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης για λόγους επίδοσης. Περαιτέρω, η Καθ' ης έχει δίκαιο στο ότι η εκδικαζόμενη αίτηση δεν έχει στηριχθεί στη Δ.17 και σίγουρα δεν ζητείται ακύρωση του διατάγματος επί τω ότι είχε εκδοθεί στην απουσία του. Ο μόνος λόγος για τον οποίον ζητείται η ακύρωση του Διατάγματος Πώλησης είναι το ότι με αυτό διορίστηκε ο ίδιος ως παραλήπτης των βαρυνόμενων και προς πώληση μετοχών. Εξ ου και ο Αιτητής εστιάζει στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέως και σε πρόνοιες της νομοθεσίας σε μια προσπάθεια να πείσει ότι οι εξουσίες του βάσει αυτών των προνοιών είναι εξαντλητικά καθορισμένες και δη μόνον όταν διορίζεται ο ίδιος ως εκκαθαριστής εταιρειών ή διαχειριστής πτωχευσάντων (άρθρα 222, 223 του Κεφ.113, άρθρα 69, 70 του Κεφ.5). Επισημαίνω πως ούτε και κάποιος κανονισμός της Δ.33 καλύπτει την περίπτωση. Αν ο λόγος που αυτή τέθηκε στη νομική βάση της αίτησης είναι το ότι δεν υπήρξε εμφάνιση του Αιτητή κατά την ακρόαση τότε θα έπρεπε η αίτηση να είχε υποβληθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Επιβεβαίωση των πιο πάνω συνιστούν και τα αναφρθέντα στην Ann-Clair Developments Ltd v. Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 537: «Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.» Στην παρούσα περίπτωση το διάταγμα πώλησης εκδόθηκε στις 31.5.19 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 20.9.
- Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του πιο πάνω κ. 5 της Δ.
- Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Καθ' ης, ότι δεν πρέπει να ακουστεί ο Αιτητής επειδή, ως ισχυρίζεται η Καθ' ης, αυτός ευρίσκεται σε παρακοή του Διατάγματος Πώλησης. Όντως, όπως είχε αναφερθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Σταύρου κ.ά. (Αρ.1) 1(Α) Α.Α.Δ.237: «Η γενική αρχή είναι ότι καθένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του.» Στην παρούσα περίπτωση η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου από διάταγμα πώλησης λογίζεται, βάσει του άρθρου 6
(4)ως τρόπος εκτέλεσης παλαιότερης απόφασης του Δικαστηρίου. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα βάσει του διατάγματος και του διορισμού του, στηριζόμενος και σε σχετική γνωμάτευση. Ήταν στη βάση αυτή που επεδίωξε να ακυρώσει ή τροποποιήσει το διάταγμα, με τον τρόπο έστω που το επιχείρησε. Είχε κάθε δικαίωμα να προσπαθήσει, επιλέγοντας τα δικονομικά διαβήματα του αφού όπως επίσης αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα ακροάσεως είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένα (αν και υπάγονται σε ρυθμίσεις). Το βασικό όμως είναι πως ακόμα και αν μπορούσε να λεχθεί πως υπό τις περιστάσεις υπήρχε αποδεδειγμένα παρακοή υπό την έννοια της ύπαρξης πρόθεσης (ηθελημένη) εντούτοις δεν διαπιστώνεται αυτό να συνιστά εμπόδιο στην πορεία της παρούσας υπόθεσης με το να δυσκολεύεται είτε η διακρίβωση των γεγονότων είτε η εφαρμογή του διατάγματος πώλησης. Σημειώνω πως ούτε η Καθ' ης έλαβε οποιαδήποτε μέτρα προς εφαρμογή του (π.χ. αστικής καταφρόνησης, αν αυτή ήταν η θέση της). Δεν θεωρώ συνεπώς υπό τις περιστάσεις ότι η περίπτωση εντάσσεται σε εκείνες στις οποίες θα έπρεπε να απαγορευθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο. Κατά συνέπειαν αυτό το οποίο χρήζει εξέτασης είναι η θέση του Παραλήπτη ότι το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί στη βάση του επιχειρήματος ότι αντικανονικά διορίστηκε ο ίδιος. Η αλήθεια είναι πως ο Ν.31
(1)/92 δεν περιέχει ορισμό για την έννοια «παραλήπτης» στο άρθρο 7 και ούτε απαγορεύει ρητώς τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη για τα επίμαχα περιουσιακά στοιχεία. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε κάποιος να πει πως εκεί που θέλησε ο Νόμος να αναφερθεί στον Επίσημο Παραλήπτη το έπραξε ρητώς (όπως π.χ. στο προηγούμενο άρθρο 6) και άρα στο άρθρο 7 εννοεί άλλο πρόσωπο, κατ' αναλογίαν προς παραλήπτη που διορίζεται στις περιπτώσεις ομολόγων (receiver). Αυτό σε συνδυασμό με το ότι στο εδ.
(3)του άρθρου 7 παρατίθενται καθήκοντα και εξουσίες του διοριζόμενου παραλήπτη που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του Επίσημου Παραλήπτη και υπ' αυτή την έννοια δεν φαίνεται πιθανό ο Νομοθέτης να επέλεξε να τού αναθέσει τέτοιες υποχρεώσεις στα πλαίσια μιας μεθόδου εκτέλεσης απόφασης (π.χ. να διαχειρίζεται κυβερνητικά ομόλογα, μετοχές, μερίδια εμπιστεύματος ή καταθέσεις χρημάτων σε δικαστήριο, να υπογράφει αξιόγραφα, να συναλλάσσεται, να δανείζεται, να ψηφίζει κ.λ.π.). Τα πιο πάνω τίθενται ως απλός προβληματισμός με την επιπλέον παρατήρηση πως ακόμα και αν δεν προβλέπεται ρητώς ο διορισμός του Επίσημου Παραλήπτη, το συγκεκριμένο διάταγμα δεν παύει από του να είναι ένας διορισμός από δικαστήριο. Πέραν δε των νομικών ενστάσεων δεν έχει προβληθεί κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα στην τήρηση του. Αφήνεται όμως το θέμα ανοικτό καθότι όποια και αν είναι η άποψη του παρόντος Δικαστηρίου το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσον έχει την εξουσία να ακυρώσει ή τροποποιήσει το ήδη εκδοθέν διάταγμα πώλησης για ένα τέτοιο λόγο, δηλαδή ακόμα και αν συμφωνεί με τη θέση του Αιτητή. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτ.32/19, ημερ. 17.4.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., Πολ. Έφ. αρ.21/13, ημερ. 23.1.19, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ.286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: "Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης".» Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, μετά την έκδοση του διατάγματος πώλησης ο Αιτητής είχε στη διάθεση του διάφορα νομικά διαβήματα για να προσπαθήσει να ανατρέψει την απόφαση, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, (π.χ. μέσω έφεσης και ενδεχομένως μέσω αίτησης για έκδοση certiorari). Η επιλογή του να μην προβεί στα δέοντα μέτρα που είχε στη διάθεση του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά να επιχειρήσει την αιτούμενη θεραπεία μέσω της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογεί ούτε την επίκληση και εφαρμογή των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. (Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση της Χριστιάνας Κλεάνθους, Πολ. Αίτ.145/15, ημερ. 22.12.16 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.226). Ενόψει όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει και ή παραμερίσει το εν λόγω μέρος του διατάγματος ή και ολόκληρο το διάταγμα. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1200 έξοδα εις βάρος του Αιτητή και υπέρ της Καθ' ης. Καμία διαταγή σε σχέση με τον Οφειλέτη. (Υπ.) .............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο