← Κύπρος

Vladyslav ν. PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK», Αρ. Αγωγής: 1943/2017, 6/3/2020

Vladyslav ν. PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK», Αρ. Αγωγής: 1943/2017, 6/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1943/2017 Μεταξύ: *** Vladyslav Ενάγοντος και PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK» Εναγομένης Αίτηση ημερ. 13.8.19 υπό Ενάγοντος για Λεπτομέρειες Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Α. Ευριπίδου, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Μ. Τριανταφυλλίδη, για Chrysses Demetriades & Co L.L.C. και Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αιτείται την παροχή λεπτομερειών και συγκεκριμένα ζητά από τους Εναγόμενους όπως: i. Διευκρινίσουν τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί των Εναγομένων στην παράγραφο 10 της Υπεράσπισης, ήτοι ότι ο Ενάγων κατά την περίοδο της εργοδότησης του δεν παρείχε τις υπηρεσίες του επιμελώς, ότι δεν ασκούσε τα καθήκοντα του σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι παραβίασε τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του ως Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος στην Κύπρο και ότι το εν λόγω τραπεζικό υποκατάστημα της Εναγομένης αντιμετώπισε προβλήματα με τις Αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας εξ υπαιτιότητας του. ii. Διευκρινίσουν και καθορίσουν λεπτομερώς τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τους νόμους και κανονισμούς που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι παραβίασε ο Ενάγων καθώς επίσης και τις ισχυριζόμενες παραβάσεις. Επίσης όπως διευκρινίσουν με ποιο τρόπο ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι ο Ενάγων προέβη στις ισχυριζόμενες παραβάσεις. Περαιτέρω όπως καθορίσουν σε ποια περίοδο εργοδότησης του Ενάγοντος αναφέρονται οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 10 της Υπεράσπισης. Σε πολυσέλιδη υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος, κα Πατσαλίδου, αρχικά εξηγεί μεταξύ άλλων, ότι παρά την αποστολή σχετικών επιστολών (Τεκμήρια 1, 4), εντούτοις δεν δόθηκαν οι λεπτομέρειες, ακολούθως αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής και καταληκτικά παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση. Ένσταση Με την ένσταση της η Εναγόμενη προέβαλε πέντε λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης λεπτομερειών, ιδιαίτερα εφόσον έχει προηγηθεί αποκάλυψη εγγράφων, στο ότι αν διαταχθούν θα υπάρξει επέμβαση στον τρόπο σύνταξης της υπεράσπισης και στο ότι το αίτημα αφορά σε γεγονότα τα οποία είναι ήδη γνωστά στον Ενάγοντα. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο εκ των δικηγόρων της Εναγομένης, κ. Χριστοφίδης, αναφέρεται επίσης στο ιστορικό της αγωγής, στην έκδοση εκατέρωθεν διαταγμάτων αποκάλυψης (23.10.18) και παραθέτει λόγους βάσει συμβουλής από τη δικηγόρο που χειρίζεται την αγωγή, για τους οποίους δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής λεπτομερειών. Νομική Πτυχή Το αίτημα βασικά στηρίζεται στη Δ.19 κ.6 η οποία αντιστοιχεί με την παλαιά αγγλική O.19 r.7. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ

(2000)1 (Α) Α.Α.Δ.157 λέχθηκε πως η Δ.19 κ.6 θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 κ.4 η οποία προνοεί πως κάθε δικόγραφο θα περιέχει μόνο συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία θα στηριχθεί ο διάδικος και όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα εν λόγω γεγονότα. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκαν επίσης τα εξής: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απήνης (sic). Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Πιο παλιά στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.718 είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης (sic). Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες.» Στην υπόθεση Σάββα v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 λέχθηκε πως «η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται στην διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα». Να σημειωθεί περαιτέρω πως σύμφωνα με τη Συμεών ν. Γεωργίου ως Διαχειριστή
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.1137 από τη στιγμή που υπάρχουν γενικοί ισχυρισμοί σε δικόγραφο και δεν ζητηθούν λεπτομέρειες δεν μπορεί αργότερα κατά τη δίκη να τεθεί θέμα ενστάσεως ως προς την αποδοχή σχετικής μαρτυρίας. Ειδικότερα ως προς υπερασπίσεις αναφέρεται στο Annual Practice 1958 (σελ.446) πως ένας εναγόμενος θα πρέπει να ισχυριστεί τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται προς υπεράσπιση του και επίσης πως: «Every material fact must be pleaded; but only facts which are material to the issue. The question whether a particular fact is or is not material depends mainly on the special circumstances of the particular case.» Και στη σελ.447: «Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action {West Rand Co,-v. Rex, [1905] 2 K.B.399; see Ayers v. Hanson, £1912] W. N* 193). "If parties were held strictly to their pleadings under the present system, they ought not to be allowed to prove at the trial any fact which is not stated in the pleadings."» Όπως προς τιμήν της και η πλευρά της Εναγομένης παραθέτει, ειδικά για υποθέσεις παράνομης απόλυσης, απαιτείται ειδική λεπτομέρεια και επιμέλεια στη δικογράφηση. Αναφέρεται στο Annual Practice 1958 στη σελ.450: «And whenever either party is imputing fraud, negligence, or misconduct to his opponent, the facts must be stated with especial particularity and care. Thus, in an action of wrongful dismissal, a plea justifying the dismissal on the ground that the servant was incompetent or dishonest must state the charge specifically and in detail;» Στην παρούσα περίπτωση το καταχωρισθέν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αφορά την αξίωση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του Ενάγοντος ημερ. 21.12.10 και ή για παράνομο τερματισμό, καθώς και για την ιδιοκτησία ενός οχήματος. Με την Έκθεση Απαίτησης του (3.11.17) ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν δόθηκε ειδοποίηση μη ανανέωσης μέχρι τις 30.9.15, η πενταετής συμφωνία εργοδότησης του είχε ανανεωθεί μέχρι την 1.1.21, οπότε ο χωρίς λόγο τερματισμός των υπηρεσιών του (ως Γενικού Διευθυντή) στις 10.2.17 συνιστά παράνομη απόλυση, για την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για 47 μηνιαίους μισθούς και υπερωρίες συνολικού ύψους €257.144 καθώς και γενικές αποζημιώσεις πέραν του εν λόγω ποσού. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη δέχθηκε ότι ο Ενάγων εργοδοτείτο ως Γενικός Διευθυντής στο υποκατάστημα της στην Κύπρο, κατέγραψε τα καθήκοντα του (στις §4α-δ) μεταξύ των οποίων ήταν το να λαμβάνει εύλογες αποφάσεις κατά την κρίση του, να έχει καθαρή αντίληψη των εργασιών του υποκαταστήματος, να ενεργεί με εντιμότητα, να αξιολογεί αποτελεσματικά, να επιβλέπει τον τρόπο λήψης αποφάσεων από τη Διοίκηση, να επιβλέπει τη λειτουργία του υποκαταστήματος, να παρέχει καθοδήγηση τηρουμένων των στόχων της Διεύθυνσης, καθώς και των νομικών και κανονιστικών προϋποθέσεων λειτουργίας του υποκαταστήματος και τέλος να διασφαλίζει την εφαρμογή των Οδηγιών της Κεντρικής τράπεζας, της νομοθεσίας και κατάλληλων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου ικανών να εντοπίζουν και διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους από το ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Ακολούθως η Εναγόμενη αναφέρεται σε ελέγχους που διενήργησε η Εθνική Τράπεζα Ουκρανίας το 2015, ήτοι αφενός σε ελέγχους αντοχής (stress tests) από τους οποίους διεφάνη έλλειμμα εποπτικού κεφαλαίου ύψους 113,1 δις UΑΗ και αφετέρου σε διερεύνηση των δανειοδοτικών πρακτικών από την οποία διεφάνη ότι μεγάλο ποσοστό καταθέσεων του υποκαταστήματος Κύπρου προέρχετο από δάνεια που είχε χορηγήσει η Εναγόμενη στην Ουκρανία ή στην Κύπρο και ότι σημαντικό ποσοστό αυτών ήταν δάνεια σε εταιρικούς δανειολήπτες, πολλοί εκ των οποίων φαίνονταν: (
  1. i)να συνδέονται με την Εναγόμενη και τους δύο βασικούς μετόχους της και (
  2. ii)να μην έχουν απτές επιχειρησιακές δραστηριότητες ή πηγές εισοδήματος. Αναφέρεται επίσης πως τον Δεκέμβριο του 2016 η Εθνική Τράπεζα Ουκρανίας κήρυξε ως αφερέγγυα την Εναγομένη, το δε Ουκρανικό Υπουργικό Συμβούλιο διέταξε την εθνικοποίηση και ανακεφαλαιοποίηση της, με αποτέλεσμα στις 20.12.16 το Ουκρανικό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων υπό την ιδιότητα του προσωρινού διαχειριστή να αποφασίσει τη διάσωση της (αφερέγγυας Εναγομένης) μέσω συμμετοχής του Ουκρανικού Κράτους το οποίο υποκατέστησε το Εποπτικό Συμβούλιο και τη Διεύθυνση της Εναγομένης και η εξυγίανση διενεργήθηκε από το Ταμείο (18-20.12.16) ενώ παράλληλα οι εξουσίες των διοικητικών οργάνων της Εναγομένης είχαν ανασταλεί και το Ταμείο ανέλαβε τα καθήκοντα τους. Θέση της Εναγομένης είναι πως η εξυγίανση ολοκληρώθηκε στις 20.12.16 κατ' εφαρμογήν Ουκρανικής νομοθεσίας και διαδικασιών και αρνείται ότι ο Ενάγων απελύθη επειδή δήθεν είχε αρνηθεί να υπακούσει σε κατ' ισχυρισμόν παράνομες εντολές του προσωρινού διαχειριστή. Στη συνέχεια η Εναγόμενη παραθέτει σειρά γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα ως επί το πλείστον κατά το 2016 μέχρι και τις 10.2.17 που η ίδια τερμάτισε την εργοδότηση του Ενάγοντος. Το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνει η §10 για την οποία ζητούνται λεπτομέρειες και διευκολύνει η αυτούσια παράθεση της. Έχει ως εξής: «10. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μετά την ολοκλήρωση της εξυγίανσης, η Εναγόμενη άρχισε και/ή συνέχισε διερεύνηση των πεπραγμένων του Ενάγοντα και/ή του υποκαταστήματος της στην Κύπρο και διαπίστωσε ότι ο Εναγών κατά την περίοδο της εργοδότησης του,, δεν παρείχε τις υπηρεσίες του επιμελώς και/ή δεν ασκούσε τα καθήκοντα του σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή παραβίασε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ως Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος και/ή το υποκατάστημα αντιμετώπιζε προβλήματα με τις Αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ 1.Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου («ΚΤΚ»), κατόπιν επιτόπιας επιθεώρησης που έλαβε χώρα στο υποκατάστημα της Εναγόμενης στην Κύπρο και κατόπιν γραπτών και προσωπικών επικοινωνιών με τον Ενάγοντα αποφάσισε, την 31.10.2016, να επιβάλει πρόστιμο ύψους €1.535.000 στην Εναγόμενη λόγω της παράλειψης της να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των Νόμων περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και της Οδηγίας που εκδόθηκε από την ΚΤΚ για την Παρεμπόδιση Ξεπλύματος Παράνομου Χρήματος και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας. 2.Η ΚΤΚ απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 15.2.2016 στον Ενάγοντα δίνοντας του την ευκαιρία να αντικρούσει τα/ευρήματα)της επιτόπιας επιθεώρησης. Στην επιστολή αυτή η ΚΤΚ προέβη σε αναφορά στην παραβίαση της παραγράφου 2 της Οδηγίας της αναφορικά με την υποχρέωση του Διευθυντή καταστήματος να εξασφαλίσει την εφαρμογή των απαιτήσεων του Νόμου και της Οδηγίας. 3.Ο Ενάγων απάντησε την 21.3.2016 και η ΚΤΚ απάντησε την 20.9.2016 και επεσήμανε ότι οι απαντήσεις δεν ήταν ικανοποιητικές και ότι οι παραβιάσει^ τόσο του Νόμου όσο και της Οδηγίας ήταν σοβαρές και συστημικές και ότι είχε δοθεί στην Εναγόμενη η ευκαιρία να ακουστεί πριν την επιβολή των κυρώσεων. 4.Ο Ενάγων απάντησε την 4.10.2016 και η ΚΤΚ κοινοποίησε την απόφαση της να επιβάλει το πρόστιμο την 31.10.2016. 5.Η Εναγόμενη περαιτέρω διαπίστωσε ότι παρότι ο Ενάγων ήταν υπόχρεος να {υποβάλλει τις συστάσεις! του στην Πιστωτική Επιτροπή της Εναγόμενης Τράπεζας στην Ουκρανία (και να εξασφαλίζει την έγκριση) της προτού εγκρίνει αιτήσεις δανειοδότησης και/ή προτού εκτελέσει οποιεσδήποτε συμφωνίες δανείου και και/ή επιτρέψει Την εκταμίευση χρημάτων, εκτελούσε τις συμφωνίες δανείου και επέτρεπε τις εκταμιεύσεις των χρημάτων (πριν λάβει την έγκριση της πιο πάνω Επιτροπής, ενώ, σε πλείστες περιπτώσεις, παρότι όφειλε κατ' εφαρμογή των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας να υποβάλλει συστάσεις για απόρριψη αιτήσεων δανειοδότησης, υπέβαλλε συστάσεις για έγκριση τους. 6.Ο Ενάγων, ως Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος, ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τις εν λόγω παραβιάσεις.» Όσον αφορά την παράγραφο αυτή και ειδικότερα με το στοιχείο Αi της αίτησης του ο Ενάγων ζητά να διευκρινίσει η Εναγόμενη τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι ισχυρισμοί της ότι: - Ο Ενάγων δεν παρείχε επιμελώς τις υπηρεσίες του. - Ο Ενάγων δεν ασκούσε τα καθήκοντα του σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. - Ο Ενάγων παραβίασε τα καθήκοντα του ως Γενικός Διευθυντής. - Το Υποκατάστημα Κύπρου αντιμετώπισε προβλήματα με τις Κυπριακές Αρχές εξ υπαιτιότητας του. Όπως γίνεται αντιληπτό από το χρησιμοποιηθέν λεκτικό, τα αιτήματα αυτά πηγάζουν και διασυνδέονται μόνο με το πρώτο μέρος της §10 της Υπεράσπισης. Σαφέστατα όμως έχει κατά τη διατύπωση τους παραγνωριστεί αφενός πως οι ισχυρισμοί αυτοί τίθενται εισαγωγικά και αφετέρου ότι συνιστούν διαζευκτικούς ισχυρισμούς, πράγμα επιτρεπτό κατά τη δικογράφηση και με μοναδική συνέπεια την υποχρέωση επιλογής στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. υπόθεση Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ.2637). Το βασικότερο όμως είναι πως έχει παραγνωριστεί σε σχέση και με τις δύο πιο πάνω παρατηρήσεις πως αμέσως μετά το εισαγωγικό μέρος παρατίθενται στοιχεία λεπτομερειών [§§
(1)-
(6)υπό τον τίτλο «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ»]. Έχω λοιπόν την άποψη πως δεν μπορεί να διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών στη βάση του πρώτου αιτητικού της αίτησης για το εισαγωγικό μέρος της §10, ακριβώς επειδή στη συνέχεια του δικογράφου δίδονται λεπτομέρειες. Το κατά πόσον απαιτούνται για αυτές τις υποπαραγράφους περαιτέρω λεπτομέρειες είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το επόμενο αιτητικό του Ενάγοντος ήτοι την §Αii. Με το εν λόγω αιτητικό Αii ο Ενάγων ζητά όπως η Εναγόμενη διευκρινίσει: - Τα καθήκοντα, νόμους και κανονισμούς που ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι παραβίασε ο ίδιος. - Τις κατ' ισχυρισμόν παραβάσεις. - Με ποιο τρόπο προέβη ο Ενάγων στις κατ' ισχυρισμόν παραβάσεις. - Σε ποια περίοδο αναφέρεται η Εναγόμενη. Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το δικόγραφο της η Εναγομένη με την §10
(1)αναφέρεται στην επιβολή προστίμου, στις §§10
(2)-
(4)αναφέρεται σε αλληλογραφία με την Κ.Τ.Κ. και στην §10
(5)αναφέρεται αφενός σε δανειοδοτήσεις χωρίς την υποβολή συστάσεων ή την εξασφάλιση έγκρισης και αφετέρου στην υποβολή συστάσεων για έγκριση δανειοδοτήσεων παρότι κατ' εφαρμογήν Οδηγιών της Κ.Τ.Κ. ο Ενάγων όφειλε να εισηγηθεί την απόρριψη τους. Στην §10
(6)η Εναγόμενη προβάλλει πως ο Ενάγων ως ο Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τις εν λόγω παραβιάσεις και προφανώς αναφέρεται σε παραβιάσεις τις οποίες θεωρεί ότι έχει καταγράψει στις προηγηθείσες υποπαραγράφους. Στην πραγματικότητα όμως οι προηγούμενες καταγραφές συνιστούν απλά μια εξιστόρηση ορισμένων γεγονότων και κυρίως μια αναπαραγωγή των εγγράφων και δη της αλληλογραφίας με την Κ.Τ.Κ.. Από πλευράς γεγονότων υπάρχει αναφορά στην επιβολή προστίμου, στη μη υποβολή συστάσεων στην εσωτερική Πιστωτική Επιτροπή και μόνο στην τελευταία πρόταση της §10
(6)υπάρχει μια αναφορά περί υποχρέωσης του Ενάγοντος να υποβάλλει εισηγήσεις για απόρριψη σε κάποιες περιπτώσεις, την οποία δεν τήρησε, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στις Οδηγίες της Κ.Τ.Κ.. Θα μπορούσε, υπό άλλες περιστάσεις, να υποτεθεί πως η Εναγόμενη δεν επιθυμεί να στηριχθεί σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα πιο πάνω πλην όμως το σύνολο του δικογράφου δημιουργεί βάσιμα την εντύπωση πως η Εναγομένη από πλευράς παραβάσεων νομοθεσίας δεν θα αρκεστεί στην παράλειψη υποβολής αρνητικών εισηγήσεων για δανειοδοτήσεις βάσει των Οδηγιών. Αυτό καθίσταται προφανές εάν κάποιος συνεκτιμήσει και την §13 στην οποία η Εναγομένη παραθέτει ως λόγον απόλυσης το ότι σύμφωνα με τους ελέγχους «. διαπιστώθηκαν παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ξεπλύματος παράνομου χρήματος». Επιβεβαίωση αυτής της διαπίστωσης συνιστά το ότι και στην αμέσως προηγούμενη §12 η Εναγομένη προβάλλει ακριβώς πως περί τις 20.1.17 ο Ενάγων κλήθηκε στα Κεντρικά γραφεία Ουκρανίας «. με σκοπό να του παρουσιαστεί αναφορά των παραβάσεων και παραπτωμάτων του κατά την εκτέλεση των επαγγελματικών του καθηκόντων .». Όπως και αν ιδωθούν τα πράγματα η ουσία είναι πως η Εναγόμενη αναφέρεται σε παραβάσεις της νομοθεσίας, τις οποίες δεν έχει συμπεριλάβει στις «Λεπτομέρειες» της §10 κατά τον ορθό δικογραφικά τρόπο ούτως ώστε να γνωρίζει και ο Ενάγων τι θα αντιμετωπίσει από πλευράς υπεράσπισης κατά την ακροαματική διαδικασία, με αποτέλεσμα όντως να ενδέχεται να καταληφθεί εξαπίνης. Επειδή λοιπόν είναι σαφές ότι η Εναγόμενη εκτός από τη μια παράβαση που έχει καταγράψει στην §10
(5)υπονοεί και άλλες, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως διαταχθεί να τις παραθέσει κατά τον ίδιο τρόπο. Εκτός από το ζήτημα της χρονικής περιόδου στην οποία αναφέρεται ο Ενάγων στο αιτητικό του δεν θεωρώ ότι απαιτείται οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση σε ένα τέτοιο διάταγμα. Εννοείται πως οι λεπτομέρειες θα παρασχεθούν σύμφωνα με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και δεν χρειάζεται να περιέχουν μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζω απλά την προηγηθείσα παραπομπή στο Annual Practice 1958 (σελ.450). Όσον αφορά την εισήγηση ότι τα γεγονότα είναι ούτως ή άλλως εις γνώσιν του Ενάγοντος αρκεί να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice 1958 (σελ.461): «Facts within Applicant's own Knowledge. It is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent. ....................... But each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Το ουσιώδες λοιπόν δεν είναι το αν έχει ο αιτών γνώση των γεγονότων αλλά το αν έχει λάβει μια δικογραφημένη σκιαγράφηση (outline) αυτών και μια καταγραφείσα συγκεκριμένη (definite) εκδοχή την οποία θα προωθήσει ο καθ' ου κατά την ακρόαση. Αλλά και όσον αφορά την εισήγηση περί του ότι έχει προηγηθεί αποκάλυψη εγγράφων είναι χρήσιμο επίσης από το Annual Practice 1958 (σελ.461) το εξής: «But no hard or fast rule can be laid down to determine when particulars should precede discovery or discovery should precede particulars. The latter course is most frequently adopted in cases where a fiduciary relation exists between the parties. ........................ But the practice is not restricted to such cases. ....... .............................Each case will depend on its own circumstances, and must be decided on its own merits.» Κατά τη γνώμη μου η σχέση εργοδότησης που υπήρχε στην παρούσα υπόθεση εντάσσει την περίπτωση σε αυτές στις οποίες δεν επηρεάζονται από το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί αποκαλύψεις εγγράφων. Όσον αφορά τα αιτητικά Αiii και Αiv της αίτησης δεν θα συμφωνήσω ότι προσθέτουν κάτι διαφορετικό στα προαναφερθέντα. Είναι σαφές από το δικόγραφο της Εναγομένης ότι με τη φράση «παραλείψεων και παραπτωμάτων» (στην §14 της Υπεράσπισης) και τη φράση «ενέργειες και παραλείψεις» (στην §18 της Υπεράσπισης) αναφέρεται και εννοεί τις όποιες ενέργειες, παραλείψεις, παραβάσεις ή άλλες δράσεις του Ενάγοντος, παραθέτει προηγουμένως στο δικόγραφο της, θέμα το οποίο πλέον καλύπτεται από την προηγηθείσα κατάληξη μου και η τυχόν έγκριση αυτών των αιτητικών θα οδηγούσε απλά σε αχρείαστη επανάληψη. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει εν μέρει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη όπως εντός 30 ημερών από σήμερα χορηγήσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες εν σχέσει με την §10 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και συγκεκριμένα να διευκρινίσει σε ποιες παραβάσεις και για ποια χρονική περίοδο αναφέρεται στις §§10
(1)-
(6)του εν λόγω δικογράφου της. Σε αντίθετη περίπτωση θα εκληφθεί ότι η μόνη παράβαση στην οποίαν αναφέρεται είναι η αναφερόμενη στις τελευταίες τρεις γραμμές της υποπαραγράφου 10
(5)της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Εκτός από αυτή τη συνέπεια δεν θεωρώ ότι είναι κατάλληλη περίπτωση πρόβλεψης του μέτρου της διαγραφής (strike out) οποιουδήποτε μέρους της Υπεράσπισης, δεδομένου ότι είναι δυνατό να αφεθεί να ισχύει ως προς το υπόλοιπο μέρος του. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης και λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτή έχει επιτύχει μερικώς επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντος και εις βάρος της Εναγομένης €350- έξοδα συν Φ.Π.Α.. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 8.4.20 και ώραν 9:00 π.μ.. Χωρίς έξοδα εν σχέσει με την αγωγή. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.