← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. COMET HATCHERIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2558/2008, 13/3/2020

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. COMET HATCHERIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2558/2008, 13/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2558/2008 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. COMET HATCHERIES LTD 2. *** Παπαευσταθίου 3. *** Παπαευσταθίου 4. *** Παπαευσταθίου 5. *** Παπαευσταθίου 6. *** Παπαευσταθίου 7. *** Παπαευσταθίου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 26.9.11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. COMET HATCHERIES LTD 2. *** Παπαευσταθίου 3. *** Παπαευσταθίου 4. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της πτωχεύσασας *** Παπαευσταθίου 5. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της *** Παπαευσταθίου 6. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της *** Παπαευσταθίου 7. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του *** Παπαευσταθίου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 2.3.18 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. COMET HATCHERIES LTD 2. *** Παπαευσταθίου ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Σάββα Παπαευσταθίου 3. *** Παπαευσταθίου 4. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της πτωχεύσασας *** Παπαευσταθίου 5. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της *** Παπαευσταθίου 6. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της *** Παπαευσταθίου 7. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του *** Παπαευσταθίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.5.19 υπό Εναγομένων 1, 2, 3 για Τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους: κ. Περικλέους, για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κα Πεκρή, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι 1-3 αιτούνται την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους (
  2. i)διά της αντικατάστασης της ως το Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση τους, (
  3. ii)διά προσθηκών και μιας αντικατάστασης στις §15, 22, 31, 32 και 36 και (iii) διά αναρίθμησης παραγράφων. Είναι γεγονός πως στα αιτητικά Β, Γ και Δ αναφέρεται ότι επιζητείται τροποποίηση «Έκθεσης Απαίτησης», πλην όμως είναι παράλληλα προφανές πως αυτό οφείλεται σε γραφικό λάθος και δεν θα αποδοθεί οποιαδήποτε περαιτέρω σημασία αφού είναι σαφές από άλλα σημεία, καθώς και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση ποιο είναι το αντικείμενο της αίτησης. Άλλωστε εκ του περισσού, ως έχει ήδη αναφερθεί, έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο Β και το δείγμα του προτεινόμενου νέου δικογράφου, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί οι προτεινόμενες με το αιτητικό Β αλλαγές. Ουσιαστικά λοιπόν το αντικείμενο της αίτησης είναι το κατά πόσον θα επιτραπούν οι αλλαγές ως επιζητούνται στο αιτητικό Β (τα υπόλοιπα αφορούν αναρίθμηση). Οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η τροποποίηση εμφαίνονται στις §3, 7 και 9 της υποστηρικτικής ενόρκου δηλώσεως οι οποίες έχουν ως εξής: «3. Υποστηρίζω ότι δεν προβάλλεται και ούτε εγείρεται νέα αιτία αγωγής, αλλά ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου ο σκοπός της παρούσας είναι τυπικά να συμπληρώσει δικογραφία σε ζητήματα γνωστά ήδη στο Σεβαστό Δικαστήριο, ως το ζήτημα των παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών από τις συμφωνίες δανείων της παρούσας καθώς επίσης και τη ξεκάθαρη δικογράφηση του ποσού των 10 εκατομμυρίων που ζητείται με την παρούσα ανταπαίτηση ως προϊόν παράνομων χρεώσεων. ............................... 7. Σε κλίμα διαφάνειας προς το Σεβαστό Δικαστήριο, εξηγώ ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου ότι για σκοπούς δικογράφησης συμπεριλαμβάνεται στην αιτούμενη τροποποίηση ένας πρόχειρος υπολογισμός παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών. Αυτός βρίσκεται σε μεγαλύτερη κλίμακα από τον αναμενόμενο και το οποίο ποσό θα επαναυπολογιστεί και θα προωθηθεί μέσω λογιστή πραγματογνώμων (sic) κατά την ακροαματική διαδικασία για ζητήματα υπερχρεώσεων. Ακολούθως κατά την ακροαματική διαδικασία το εν λόγω ποσό θα περιοριστεί σε αυτό που θα αναλογεί βάση της έκθεσης του εν λόγω πραγματογνώμονα και αφού πρώτα οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δώσουν αντίγραφα των επίδικων συμφωνιών δανειοδότησης στους Εναγόμενους-Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένους. ............................... 9. Περαιτέρω, αναφέρω ότι στη (sic) σελίδες 23-24 του Τεκμηρίου Γ (προφανώς εννοεί του Β) γίνεται δικογράφηση επίσης του ισχυρισμού ότι οι (sic) Ενάγουσα Τράπεζα δεν μερίμνησε για δημιουργία σχετικών κανονισμών αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Το ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων ήταν ήδη δικογραφημένο από την προηγούμενη τροποποίηση. Αυτό το συγκεκριμένο γεγονός είναι καινούργιο και δεν το γνώριζαν προηγουμένως η πλευρά των Εναγομένων. Το γεγονός μη κατοχής εγγράφων σχετικών κανονισμών και συνεπαγόμενα ο ισχυρισμός περί μη δημιουργίας των εν λόγω κανονισμών, έχει προκύψει από την εξέλιξη της διαδικασίας. Αυτό έχει προκύψει από τις διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις αποκάλυψης εγγράφων και ειδικότερα από την αίτηση ειδικής αποκάλυψης norwhich pharamacal (sic) order ημερ. 21/11/2018 όπου στην ένορκη δήλωση ημερ. 9/1/2019 που συνοδεύει την ένσταση στην εν λόγω αίτηση, φαίνεται καθαρά πλέον ότι η Τράπεζα δεν έχει στην κατοχή της έγγραφα κανονισμών. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα πλέον ότι πιθανόν να μην δημιουργήθηκαν καν τα εν λόγω έγγραφα ούτε να έχουν ληφθεί ποτέ σχετικά μέτρα αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Το γεγονός αυτό κατά τη θέση μου χρειάζεται δικογράφηση, ώστε να μπορούν να προωθηθούν ανάλογες ερωτοαπαντήσεις μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία.» Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε 14 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται βασικά στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της και ειδικότερα στο ότι υπάρχει μακρά καθυστέρηση, η αίτηση είναι κακόπιστη, δεν εξειδικεύονται λόγοι για την αναγκαιότητα τροποποίησης, προστίθενται νέοι ισχυρισμοί και θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στην ίδια. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο εργοδοτούμενος στην Ενάγουσα κ. Αδάμου, κατ' αρχάς αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής, προβάλλει κάποια δικονομικά ζητήματα σε σχέση με τη διατύπωση των αιτητικών και ακολούθως επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύει και επεξηγεί. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί πως στην παρούσα δεν τυγχάνει εφαρμογής η νέα Δ.25. Βάσει ρητής μεταβατικής διάταξης, ήτοι του κ.8 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018 για αγωγές πέραν των €10.000 που έχουν καταχωριστεί μέχρι 31.12.15 εφαρμόζονται οι πρόνοιες της παλαιάς Δ.25. Κατά συνέπειαν, τα διάφορα ζητήματα θα πρέπει να τύχουν εξέτασης υπό το πρίσμα της παλαιάς διαταγής και νομολογίας. Οι σχετικές αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 13.5.08 και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 26.5.08. Απαιτήθηκε αίτηση για καταχώριση της υπεράσπισης τους, την οποία καταχώρισαν τελικά στις 26.6.09 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτες οδηγίες στις 23.10.09. Αναβλήθηκε αρκετές φορές μέχρι τις 2.6.11 που αιτήθηκε τροποποίηση τίτλου η Ενάγουσα λόγω διαταγμάτων παραλαβής εναντίον των Εναγομένων 4-7, η οποία εγκρίθηκε εκ συμφώνου στις 26.9.11. Για τους Εναγόμενους αυτούς καταχώρισε εμφάνιση στις 28.11.11 ο Επίσημος Παραλήπτης και εναντίον τους εν τέλει εκδόθηκε απόφαση στις 21.2.12 ενώ για τους υπόλοιπους προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 19.11.12, 20.3.13 και μετά από κάποιες εμφανίσεις (για οδηγίες), ξανά για ακρόαση την 1.7.14 και 19.3.15 οπότε λίγες μέρες μετά απεσύρθησαν οι αρχικοί δικηγόροι των Εναγομένων 1-3 και δόθηκε ημερομηνία για απόδειξη αλλά στο ενδιάμεσο ανέλαβαν οι νυν δικηγόροι τους (οι οποίοι παραδόξως καταχώρισαν Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου με διοριστήρια και από τους Εναγόμενους 4-7 για τους οποίους είχε ήδη εκδοθεί απόφαση). Στην ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για απόδειξη οι νέοι συνήγοροι εμφανίστηκαν για τους Εναγόμενους 1-3 και ζήτησαν χρόνο για υπεράσπιση (και πάλι παραδόξως, αφού ήδη υπήρχε υπεράσπιση από τους αρχικούς δικηγόρους τους). Ενδεχομένως να εννοούσαν τροποποιημένη υπεράσπιση μετά την τροποποίηση τίτλου από την Ενάγουσα αλλά αντί τούτου στις 22.6.15 οι συνήγοροι τους καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Εναγομένων 4-7 (και πάλι παραδόξως). Στις 29.6.15 και 29.9.15 δηλώθηκε ότι θα καταχωρούσαν αίτηση τροποποίησης και οι Εναγόμενοι 1-3, την οποίαν εν τέλει όντως καταχώρισαν στις 5.11.15 και η οποία εγκρίθηκε μετά από ακρόαση της στις 29.3.16. Μέσω αυτής προσέθεσαν για πρώτη φορά Ανταπαίτηση. Η αγωγή παρέμεινε για οδηγίες στις 13.5.16, 29.6.16, 7.10.16 και 21.11.16 οπότε εκδόθηκαν διατάγματα αποκαλύψεων. Ακολούθησαν δύο εμφανίσεις για οδηγίες και ο επαναορισμός για ακρόαση στις 9.10.17, οπότε ακολούθησαν άλλες τρεις εμφανίσεις λόγω θανάτου του Εναγομένου 2 και της αναγκαιότητας τροποποίησης εκ μέρους της Ενάγουσας. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 2.3.18. Οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν το τροποποιημένο δικόγραφο τους στις 8.6.18 και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 21.11.18 αλλά την ίδια μέρα οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν αίτηση για ειδική αποκάλυψη κανονισμών και ή εγκυκλίων αναφορικά με υποχρεώσεις της ίδιας και των υπαλλήλων της περί αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και ειδικότερα σε σχέση με τη λειτουργία της θυγατρικής The S.I.S.C.O. Ltd (εφεξής «η Sisco») και της υπηρεσίας Customer Management Service της Ενάγουσας. Η αίτηση τελικά απεσύρθη στις 15.2.19 με παράλληλη δήλωση των Εναγομένων ότι θα προχωρούσαν με αίτηση τροποποίησης οπότε και καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση στις 3.5.19. Η προσεκτική μελέτη της αίτησης καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι, εκτός από κάποιες τυπικές αλλαγές στο δικόγραφο τους, επιδιώκουν τις εξής βασικές τροποποιήσεις: - Με το αιτητικό Β.2 την προσθήκη στην §15 λεπτομερειών παράνομων χρεώσεων και ή παράνομου ανατοκισμού. - Με το αιτητικό Β.5 την προσθήκη στην §31 ακριβώς των ίδιων ως ανωτέρω λεπτομερειών (παράνομων χρεώσεων και ή παράνομου ανατοκισμού). - Με το αιτητικό Β.6 την προσθήκη στην §32 κάποιων αποσπασμάτων σχετικών με σύγκρουση συμφερόντων. - Με το αιτητικό Β.8 την προσθήκη αξίωσης (υπό Χ) για «απόφαση και ή διακήρυξη . για αποζημιώσεις €1,5 εκατομμυρίων .» για υπερχρεώσεις. Αιτητικά Β.2 και Β.5 Ως προς τα δύο πιο πάνω αιτητικά είναι γεγονός πως οι Εναγόμενοι στην υφιστάμενη §15 είχαν συμπεριλάβει ισχυρισμούς για (
  1. i)υπερβάσεις ανωτάτου επιτοκίου, (
  2. ii)παράνομες χρεώσεις υπερημερίας ή προμήθειες ή έξοδα λειτουργίας και (iii) ανατοκισμούς ή υπερτοκισμούς. Αυτά τα οποία επιδιώκουν τώρα να προσθέσουν είναι ισχυρισμούς για: - αύξηση επιτοκίου χωρίς ενημέρωση της Κ.Τ.Κ. (§15δ.i). - παράνομη και ή καταχρηστική αύξηση επιτοκίου επειδή δεν ενημέρωσαν γραπτώς τους Εναγόμενους, ανατόκιζαν παράνομα και χρέωναν παράνομα υπερημερία και έξοδα (§15δ.ii). - παράνομη και καταχρηστική αύξηση τόκου από 7,5% σε 12,5% χωρίς διαπραγμάτευση ή γνήσιο προϋπολογισμό ζημιών (§15δ.iii). - παράνομη χρήση διαιρέτη των 360 ημερών (§15δ.iv). - παράνομες κεφαλαιοποιήσεις βάσει καταχρηστικής ρήτρας (§15δ.v). - παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς ύψους €1.500.000 οπότε το «αναθεωρημένο πραγματικό υπόλοιπο των λογαριασμών» πρέπει να είναι μειωμένο κατά το ποσό αυτό (§15δ.vi). - παρανομίες σε σχέση με τους νόμους περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων, περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου, των Νόμων και Κανονισμών του Χ.Α.Κ. ή της Κεφαλαιαγοράς ή της Οδηγίας της Κ..Τ.Κ. (§15δ.vii). - το ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να «επιβάλουν» στους Ενάγοντες δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση για την αυθαίρετη τροποποίηση επιτοκίου και οι τόκοι δεν αποτελούσαν γνήσιο προϋπολογισμό για παράλειψη αποπληρωμών (§15δ.viii). - το ότι ως αποτέλεσμα η Τράπεζα καταπάτησε και ή καταχράστηκε υποχρεώσεις και ή δικαιώματα της αναφορικά με τη διαφάνεια προς τους «Ενάγοντες», εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος που κατείχε προς αποκόμιση παράνομου οφέλους εις βάρος των «Εναγόντων» (προφανώς εννοείται των Εναγομένων και στις δύο περιπτώσεις) (§15δ.ix). Είναι προφανέστατο πως με τις ως άνω επιχειρούμενες αλλαγές ουσιαστικά δεν προστίθεται κάποιος ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάρχει ήδη στο δικόγραφο των Εναγομένων. Με άλλα λόγια όλοι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί γεγονότων εμπεριέχονται ήδη και καλύπτονται από ισχυρισμούς που καταγράφηκαν στις υφιστάμενες §§15 και 31 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Διαπιστώνεται λοιπόν πως το βασικό θέμα των Εναγομένων είναι αυτό των παράνομων χρεώσεων και δη των υπερτοκισμών, ανατοκισμών, προμηθειών, εξόδων διατήρησης λογαριασμών, τα οποία ζητήματα είχαν ήδη θέσει. Με την απαιτούμενη τροποποίηση αποσκοπούν στην περαιτέρω εξειδίκευση τους, πράγμα το οποίο θα αποβεί προς όφελος και της Ενάγουσας αφού θα είναι σε θέση πλέον να γνωρίζει με ακρίβεια τι θα προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν θα συμφωνήσω όμως ότι δικαιολογείται η προσθήκη των προτεινόμενων §§15δ.vii και 15δviii. Της μεν πρώτης επειδή αναφέρεται σε παραβιάσεις νομοθεσιών κατά πολύ γενικό και αόριστο τρόπο και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν τέτοιους ισχυρισμούς για τους οποίους, εννοείται, δεν θα ήταν καν αναγκαία η παράθεση νομοθετικών προνοιών (Annual Practice 1958, σελ.446). Της δε δεύτερης επειδή είναι ακατανόητη ως έχει διατυπωθεί αλλά ακόμα και αν το «επιβάλουν» εκληφθεί ως «καταβάλουν» και πάλι θα πρόκειται απλά για επανάληψη ισχυρισμών που εμπεριέχονται στις υπόλοιπες παραγράφους. Παρέλκει βέβαια να πω πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και δεν εξυπηρετείται οποιοσδήποτε σκοπός με το να εισαχθούν οι ίδιες τροποποιήσεις και στην §31, αφού ως έχει εξηγηθεί πρόκειται για ακριβώς ταυτόσημες τροποποιήσεις. Ως εκ τούτου το αιτητικό Β.5 δεν μπορεί να εγκριθεί γι'αυτό τον λόγο, όπως ούτε και το παραπλήσιο αιτητικό Β.4. Αιτητικό Β.6 Το αιτητικό υπό Β.6 επίσης είναι ακατανόητο όπως έχει διατυπωθεί. Φαίνεται να απουσιάζουν κάποιες λέξεις για την ολοκλήρωση του νοήματος του. Είναι σαφές πως απουσιάζει η λέξη «έλαβε» από τη δεύτερη γραμμή και το νόημα είναι ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο προς αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτό προκύπτει και από την αγόρευση των Εναγομένων ενώ έτσι έχει γίνει αντιληπτό και από την ενάγουσα τόσο στην ένσταση όσο και στη δική της αγόρευση. Το σημαντικό όμως είναι πως οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι ήδη υπάρχει δικογράφηση περί σύγκρουσης συμφερόντων. Προβάλλουν όμως ότι απλά τώρα με την επιδιωκόμενη τροποποίηση «θεμελιώνεται καλύτερα το ζήτημα αυτό». Η πραγματικότητα είναι πως υπάρχουν ήδη πάμπολλες αναφορές στο υφιστάμενο δικόγραφο για τα ζητήματα της Διοίκησης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών και της Cisco (βλ. §§6Θ, 8Στ και Ζ, 10Ζ-Θ, 24Στ, Ζ και Ι, 26Ζ και Η). Μάλιστα υπάρχει και ειδική παράγραφος (§32) με τον τίτλο «Λεπτομέρειες Σύγκρουσης Συμφερόντων της Ενάγουσας»). Το πιο χαρακτηριστικό όμως είναι πως υπάρχει εξειδικευμένη υποπαράγραφος (§32ιβ) η οποία αναφέρεται ακριβώς στην παράλειψη λήψης οποιουδήποτε μέτρου «. διά τη διατήρηση δικλείδων (sic) ασφαλείας μη επηρεασμού των αποφάσεων των αξιωματούχων και ή άλλων υπαλλήλων αυτής αναφορικά με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και ή τη σύγκρουση συμφερόντων .». Στη βάση των πιο πάνω έχω την άποψη πως δεν εξυπηρετείται οποιοσδήποτε σκοπός με την προσθήκη νέας υποπαραγράφου με το περιεχόμενο το οποίο προτείνουν οι Εναγόμενοι. Η προτεινόμενη αλλαγή απλώς εισάγει αναφορές σε ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία η οποία δεν κρίνεται αναγκαία και η μη συμπερίληψη της δεν επηρεάζει το δικαίωμα τους να προωθήσουν τους ισχυρισμούς τους οποίους ούτως ή άλλως είχαν εξαρχής προβάλει. Αιτητικό Β.8 Όσον αφορά το αιτητικό 8 επίσης δεν απαιτείται να λεχθούν πολλά. Ζητείται με αυτό η προσθήκη αξίωσης στην Ανταπαίτηση (§36) με την οποία θα ζητείται «Απόφαση και ή Διακήρυξη» για αποζημιώσεις ύψους €1.500.000 για όλες τις προαναφερθείσες υπερχρεώσεις. Η εισήγηση δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε αναφορά ότι έχει καταβληθεί οποτεδήποτε τέτοιο ποσό από πλευράς Εναγομένων και συνεπώς δεν μπορεί να τίθεται (ούτε υποθετικά ακόμα) ζήτημα «απόφασης». Αυτό το οποίο εννοούν οι Εναγόμενοι είναι εκείνο το οποίο ήδη κατέγραψαν σε άλλο σημείο, (ήτοι του εγκριθέντος πιο πάνω αιτητικού Β.2), δηλαδή το να μειωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά το ποσόν των υπερχρεώσεων. Αυτό όμως δεν είναι ζήτημα ανταπαίτησης. Αφορά πρωταρχικά την υποχρέωση της Ενάγουσας να καταδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο και κατά δεύτερο λόγο είναι εξίσου αυτονόητο πως εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης παρανόμων χρεώσεων θα προβεί στην αφαίρεση τους από οποιοδήποτε αξιούμενο ποσό. Τα πιο πάνω χωρίς να απαιτείται σχολιασμός της θέσης των Εναγομένων (§3 της ένορκης δήλωσης τους), ότι το ποσό που θα ζητούσαν ανταπαιτητικώς είναι €10.000.000. Αιτητικά Β.3, Β.7, Γ και Δ Τα αιτητικά αυτά αφορούν τυπικές διορθώσεις σε γραφικά λάθη, καθώς και την αναρίθμηση η οποία καθίσταται αναγκαία. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα από την έγκριση τους. Καθυστέρηση-Κακοπιστία Υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα όντως δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη να εντοπιστούν και προβληθούν νωρίτερα τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσαν οι Εναγόμενοι και όπως επιζητείται σήμερα. Σχετικά με ευθύνη δικηγόρου έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά.
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.663 ότι ακόμα και η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Τονίστηκε όμως στην ίδια υπόθεση και το ότι τροποποίηση δύναται να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ' ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Αναμφίβολα από τα πιο πάνω δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα είτε ότι παρέλειψαν σκόπιμα οι Εναγόμενοι να συμπεριλάβουν στο υφιστάμενο δικόγραφο τους τα όσα προβάλλουν είτε να προωθήσουν νωρίτερα την παρούσα αίτηση τους. Ούτε έχει καταδειχθεί πως οι Εναγόμενοι είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθούν από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης τους. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.686, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί εν μέρει. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα ως οι παράγραφοι Β.2 για τις προτεινόμενες §15 δ.i έως vi και ix, Β.3, Β.7, Γ και Δ της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από σήμερα, ανεξαρτήτως σύνταξης του διατάγματος. Τυχόν Απάντηση και Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 14 ημερών από σήμερα, ανεξαρτήτως σύνταξης του διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α.. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 31.3.20 έως 3.4.20 και ώρα 11:00π.μ. εκάστης ημερομηνίας. Χωρίς έξοδα στην αγωγή. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.